138/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated138/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).
Full text
Απόφαση 138 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 138/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Μαΐου 2019, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Α. του Γ., 2) Γ. Β. του Χ., 3) Ε. Ρ. του Ν., 4) Ο. Γ. του Ν., 5) Α. Μ. του Λ., 6) Α. Κ. του Ν., 7) Α. Φ. του Γ., 8) Α. Κ. του Β., 9) Γ. Χ. του Δ., 10) Μ. Α. του Κ., 11) Δ. Α. του Λ., 12) Σ. Γ. του Γ., 13) Ν. Δ. του Ι. και 14) Α. Γ. του Ι., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Τουτζιαράκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "5η Υγειονομική Περιφέρεια Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Ευαγγελίας Δοξαρά, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας με αριθμό 41/30-1-2017. Εκδόθηκαν η 281/2017 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης έφεσης κατ' αυτής, η 288/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-7-2018 και με αριθμό κατάθεσης 53/25-7-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Με την από 25-7-2018 και με αριθμό κατάθεσης 53/25-7-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 288/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από τους ενάγοντες έφεσης κατά της 281/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Η πρωτόδικη απόφαση εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 30-1-2017 (με αριθμό κατάθεσης 41/30-1-2017) αγωγής, με την οποία οι ενάγοντες ιατροί, επικαλούμενοι συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, δυνάμει των οποίων προσέφεραν τις υπηρεσίες τους αρχικώς στο ΙΚΑ και εν συνεχεία στον ΕΟΠΥΥ και ότι, κατ' εφαρμογή του ν. 4238/2014, μεταφέρθηκαν στο εναγόμενο ΝΠΔΔ, το οποίο όφειλε εντός οκταμήνου από την ολοκλήρωση της μεταφοράς να τους εντάξει σε θέσεις κλάδων ιατρών του ΕΣΥ, οπότε από την ένταξή τους θα ελάμβαναν τις αποδοχές που προβλέπονται από τις οικείες διατάξεις του ν. 3205/2003 και ότι η ένταξή τους καθυστέρησε να ολοκληρωθεί, ζήτησαν να τους επιδικασθούν αναγνωριστικά τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών των ετών 2015 και 2016, τα οποία το εναγόμενο παρακράτησε από τις αποδοχές τους, κατ' εφαρμογή του αντισυνταγματικού ν. 4093/2012, άλλως, σε περίπτωση που κριθεί συνταγματικός ο ανωτέρω νόμος, τα αναφερόμενα στην αγωγή μικρότερα ποσά, και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να υπολογίζει το χρονοεπίδομά τους επί του βασικού μισθού του πρωτοδίκη, ύψους 2.067 ευρώ.
Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).
2.Κατά το άρθρο 559 αρ.9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" νοείται αυτή, που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενδίκου μέσου, αντέφεσης, ανακοπής ή τριτανακοπής, ενώ ο όρος "επιδίκασε" σημαίνει, ότι το δικαστήριο αποφάσισε για αίτημα, έστω και με αναγνωριστική διάταξη.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης αποτελεί κύρωση της διαθετικής αρχής (ΚΠολΔ 106), κατά την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά (ΑΠ 914/2008).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, που αποσκοπεί στη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (ΚΠολΔ 106) και της αρχής της ακρόασης των διαδίκων (ΚΠολΔ 110 παρ.2), ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (ΚΠολΔ 561 παρ.2), είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη, επίσης, επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, δηλαδή οι ισχυρισμοί που, κατά το νόμο, διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 3/1997).
3.Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι με την κυρία βάση της αγωγής τους δεν ζητήθηκε επίδομα βιβλιοθήκης και επίδομα διευθυντή, το οποίο δεν επιδίκασε για το λόγο αυτό και ότι με ανεπαρκή ή ανύπαρκτη αιτιολογία έκρινε ότι η κυρία βάση της αγωγής δεν περιέλαβε στο ιστορικό, στη νομική βάση και στη συνέχεια στο αιτητικό την αξίωση να αναγνωρισθεί ότι οφείλονται διαφορές αποδοχών, στις οποίες περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, το επίδομα βιβλιοθήκης και το επίδομα διευθυντή και έτσι υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.8 και αρ.19 ΚΠολΔ.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την κυρία βάση της αγωγής και είχε δεχθεί εν μέρει την επικουρική βάση, δίκασε εκ νέου την αγωγή, την οποία δέχθηκε εν μέρει ως προς την κυρία βάση της και αναγνώρισε ότι το εναγόμενο οφείλει σε κάθε ενάγοντα το αναφερόμενο για τον καθένα χρηματικό ποσό, ως διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-1-2015 έως 31-12-2016.
Στα επιδικασθέντα (αναγνωριστικά) ποσά δεν περιλαμβάνονται το επίδομα βιβλιοθήκης και το επίδομα θέσης διευθυντή, διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι "όπως προκύπτει από τους πίνακες που περιλαμβάνονται στην κρινόμενη αγωγή, οι ενάγοντες στο ποσό που αιτούνται με την κυρία βάση της δεν συνυπολογίζουν, όπως προκύπτει από το άθροισμα των επιμέρους ποσών, αφενός το επίδομα βιβλιοθήκης και αφετέρου το επίδομα θέσης διευθυντή (μολονότι στην επικουρική βάση συνυπολογίζουν τα ανωτέρω επιδόματα)".
Πράγματι, από την επισκόπηση της ένδικης από 30-1-2017 αγωγής, προκύπτει ότι στο κυρίως αιτούμενο από κάθε ενάγοντα χρηματικό ποσό δεν περιλαμβάνονται τα επιδόματα βιβλιοθήκης και θέσης διευθυντή, αφού στο άθροισμα των επιμέρους ποσών εκάστου μηνός του ενδίκου χρονικού διαστήματος, το οποίο, μετά την αφαίρεση του ληφθέντος ποσού, πολλαπλασιάζεται με τον αριθμό 24 (όσοι και οι μήνες) για την ανεύρεση της οφειλόμενης διαφοράς, δεν περιλαμβάνονται τα ως άνω επιδόματα.
Το γεγονός ότι αυτά (επιδόματα) αναφέρονται διηγηματικά στο δικόγραφο της αγωγής, χωρίς να διαλαμβάνεται η αναλογία αυτών στο κυρίως αιτούμενο από κάθε ενάγοντα συνολικό ποσό, δεν ασκεί έννομη επιρροή και ορθώς δεν ελήφθησαν υπόψη, διότι, σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή αν το Εφετείο, που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατά την κυρία βάση της, συνυπολόγιζε στο τελικώς επιδικασθέν σε κάθε ενάγοντα ποσό και τα επιδόματα αυτά, θα επιδίκαζε πλέον των αιτηθέντων.
Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος, κατά το πρώτο μέρος, αληθώς από τον αριθμό 9 και όχι από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος, από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, είναι απαράδεκτος, διότι το δικαστήριο της ουσίας δεν εκτίμησε πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατόν να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή αυτών, για να δημιουργηθεί η πλημμέλεια από την ανωτέρω διάταξη.
4.Κατά το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, δηλαδή χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν δεν εκθέτει στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Ο λόγος, όμως, αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ουσία της υπόθεσης με βάση τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σε αυτή (ΑΠ 76/2013). Εξάλλου, ως "πράγματα", κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση και όχι οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης, ούτε εκείνοι που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 247/2012).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιο "πράγμα", υπό την προαναφερθείσα έννοια, λήφθηκε υπόψη χωρίς απόδειξη και ποια η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης από το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς απόδειξη και ειδικότερα δέχθηκε χωρίς απόδειξη τα στοιχεία που διαμορφώνουν τις μηνιαίες αποδοχές του κάθε ενάγοντος, ήτοι τον κατεχόμενο βαθμό, το χρόνο προϋπηρεσίας, το ποσοστό χρονοεπιδόματος, το οικογενειακό επίδομα και το επίδομα μεταπτυχιακού.
Ο εξεταζόμενος λόγος είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν επικαλούνται οι αναιρεσείοντες την επίδραση του λόγου αυτού στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ενόψει και του γεγονότος ότι, κατά το αναιρετήριο, οι εσφαλμένες παραδοχές αφορούν το κεφάλαιο των επιδομάτων βιβλιοθήκης και θέσης ευθύνης, ούτε αναφέρει ποιον ισχυρισμό, με την προαναφερθείσα έννοια, δέχθηκε χωρίς απόδειξη.
Πέραν δε τούτου, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας, ενώ σχετικά με τα ως άνω κονδύλια η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε ουσιαστικές παραδοχές.
5.Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.16 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται και εάν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, εδέχθη ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 324 και 331 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι δεδικασμένο υφίσταται μεταξύ των αυτών διαδίκων υπό την αυτή ιδιότητα μόνο ως προς το κριθέν δικαίωμα και εφόσον πρόκειται περί του ίδιου αντικειμένου και της ίδιας ιστορικής και νομικής αιτίας, εκτείνεται δε το δεδικασμένο και επί των παρεμπιπτόντως κριθέντων ζητημάτων, τα οποία αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, εφόσον το δικαστήριο είχε υλική αρμοδιότητα να αποφασίσει επί αυτών.
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ.16 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση με την αιτίαση ότι δέχθηκε δεδικασμένο, απορρέον από την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς την επικουρική βάση της, δεχόμενη ότι "οι αποδοχές θα υπολογισθούν με τα ίδια στοιχεία της επικουρικής βάσης, διότι με την κρινόμενη έφεση δεν προσβάλλονται οι κατωτέρω αναφερόμενοι βαθμοί, ποσοστό χρονοεπιδόματος και λοιπές προσωπικές ιδιότητες (π.χ.
οικογενειακά επιδόματα, επιδόματα μεταπτυχιακού)". Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν υπάρχει κρίση για παραδοχή δεδικασμένου. Η περιεχόμενη στον ίδιο λόγο πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, διότι γίνεται μόνο αναφορά του αριθμού της διάταξης που τον προβλέπει, χωρίς να καθορίζεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η πλημμέλεια αυτή.
Τέλος, η περιεχόμενη στον ίδιο λόγο αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση απέφυγε να αιτιολογήσει με ποια αποδεικτικά στοιχεία κατέληξε στις παραδοχές ως προς το ύψος του βασικού μισθού, του χρονοεπιδόματος και στην αποδοχή ή μη των υπολοίπων επιδομάτων, αναφέροντας απλώς ότι οι αποδοχές θα υπολογισθούν με τα ίδια στοιχεία της επικουρικής βάσης, ως προς την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή με την πρωτόδικη απόφαση, αλλά εξαφανίσθηκε από το Εφετείο, για τη θεμελίωση της οποίας επικαλείται τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη, διότι δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφαση τη σχέση και επιρροή των αποδεικτικών μέσων στα προς απόδειξη θέματα.
6.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-7-2018 και με αριθμό κατάθεσης 53/25-7-2018 αίτηση για αναίρεση της 288/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 12η Νοεμβρίου 2019. -Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 11η Φεβρουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ