138/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated138/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 65 § 5 του ως άνω νόμου, που ήταν εφαρμοστέα και όχι τη διάταξη του άρθρου 87 του ν.δ. 321/1969, που δεν είχε εφαρμογή και είναι αβάσιμα τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 138 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 138/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητή και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Α. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Παναγιωτόπουλο. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. …. και ήδη Δ.Ο.Υ. ….. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ιωάννα Λεμπέση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-04-2002 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4157/2003 και 4050/2011 μη οριστικές, 771/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3529/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-7-2016 αίτησή του και τους από 21-7-2017 πρόσθετους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Επειδή, με την προσβαλλομένη απόφαση απερρίφθη η από 11-4-2013 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ` αριθ. 771/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την από 12-4-2002 ανακοπή του ιδίου και είχε ακυρώσει εν μέρει την υπ' αριθμ. …40/2000 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως ακινήτου του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ.Α. και το υπ' αριθμ. ..30/2002 πρόγραμμα πλειστηριασμού του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. …, λόγω παραγραφής της βεβαιωθείσης απαιτήσεως του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, προς ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται η εκτέλεση.
II. Όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος της, τα εξής: "Με το από 31-12-1980 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο συνήφθη μεταξύ των Ν. Α., θείου του εκκαλούντος, και Δ. Κ., μελών σε ποσοστά 90% και 10%, αντίστοιχα, της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και αντικείμενο την κατασκευή και εμπορία μάλλινων υφασμάτων, και δημοσιεύθηκε με την καταχώριση του στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών, τροποποιήθηκε το καταστατικό της εν λόγω εταιρίας και έγινε παράταση της διάρκειας της μέχρι την 31-12-1990, ενώ με το από 26-12-1983 ιδιωτικό συμφωνητικό, που επίσης καταχωρίσθηκε στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών, ο Δ.
Κ. αποχώρησε από την εταιρία και μεταβίβασε το μερίδιο του στον εκκαλούντα Δ. Α.. Με το από 17-12-1990 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, που φέρεται ότι συνήφθη μεταξύ του Ν. Α. και του εκκαλούντος και δημοσιεύθηκε ως άνω, η διάρκεια της εταιρίας παρατάθηκε μέχρι την 31-12-2000. Η ανωτέρω εταιρία έλαβε τέσσερα δάνεια για κεφάλαιο κίνησης από την Εθνική Τράπεζα Ελλάδος, για τα οποία παρασχέθηκε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κατόπιν σχετικών εγκρίσεων της αρμόδιας Υποεπιτροπής Βιοτεχνικών Πιστώσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις της εκδοθείσας κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 § 1 περ.
η' του νόμου 400/1976 απόφασης της Νομισματικής Επιτροπής με αριθμό 197/1978 "Περί ειδικών μέτρων χρηματοδοτήσεως της Βιοτεχνίας (Φ.Ε.Κ. 74 A'/10-5-1978) και της 67651/2142/28-7-1978 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών "Περί παροχής της εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου προς τις Εμπορικές Τράπεζες για τη χρηματοδότηση της Βιοτεχνίας" (Φ.Ε.Κ. 681 Β'/16-8-1978).
Συγκεκριμένα, η εταιρία έλαβε 1) την 12-4-1990 δάνειο ύψους 10.000.000 δραχμών (29.347,03) ευρώ κατόπιν της 15/10-4-1990 έγκρισης της Υποεπιτροπής Βιοτεχνικών Πιστώσεων, με την οποία παρασχέθηκε στην Τράπεζα η εγγύηση του Δημοσίου μέχρι το ποσό των 6.000.000 δραχμών (17.608,22 ευρώ), 2) την 13-8-1990 δάνειο ύψους 15.000.000 δραχμών (44.020,54 ευρώ) κατόπιν της 31/7-8-1990 έγκρισης, με την οποία παρασχέθηκε η εγγύηση του Δημοσίου μέχρι το ποσό των 9.000.000 δραχμών (26.412,33 ευρώ), 3) την 7-8-1991 δάνειο ύψους 25.000.000 δραχμών (73.367,57 ευρώ) κατόπιν της 25/2-7-1991 έγκρισης, με την οποία παρασχέθηκε η εγγύηση του Δημοσίου μέχρι το ποσό των 15.000.000 δραχμών (44.020,54 ευρώ), και 4) την 29-5-1992 δάνειο ύψους 10.000.000 δραχμών (29.347,03) ευρώ κατόπιν της 24/1992 έγκρισης , με την οποία παρασχέθηκε η εγγύηση του Δημοσίου μέχρι το ποσό των 6.000.000 δραχμών (17.608,22 ευρώ).
Τα δάνεια δεν αποπληρώθηκαν, με αποτέλεσμα η Τράπεζα το έτος 1994 να κλείσει τους λογαριασμούς εξυπηρέτησης αυτών, να επιτύχει την έκδοση διαταγής πληρωμής και να προβεί σε αναγκαστικό πλειστηριασμό ακίνητης περιουσίας του Ν. Α., από το προϊόν του οποίου εισέπραξε μέρος των απαιτήσεων της. Για το υπόλοιπο , που ανερχόταν μαζί με τους εγγυημένους τόκους σε 1.939.203 δραχμές (5.690,98 ευρώ) για το πρώτο δάνειο, 5.689.110 δραχμές (16.695,85 ευρώ) για το δεύτερο, 28.728.644 δραχμές (84.310,03 ευρώ) για το τρίτο και 15.477.202 δραχμές (45.420,99 ευρώ) για το τέταρτο, η Τράπεζα ζήτησε την κατάπτωση της εγγύησης του Δημοσίου, το οποίο πράγματι κατέβαλε τα ανωτέρω ποσά, εκδόθηκαν δε από τη Δ.Ο.Υ.
…. εις βάρος της εταιρίας η …57/19-1-2000 ταμειακή βεβαίωση για το ανωτέρω υπόλοιπο του πρώτου δανείου, η …60/19-1-2000 βεβαίωση για το υπόλοιπο του δεύτερου, η ..59/19-1-2000 βεβαίωση για το υπόλοιπο του τρίτου και η ..58/19-1-2000 βεβαίωση για το υπόλοιπο του τέταρτου. Ακολούθως ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ … παρήγγειλε την επιβολή αναγκαστικής κατάσχεσης σε ακίνητη περιουσία του εκκαλούντος για τα ως άνω χρέη της εταιρίας, υπό την ιδιότητα του ως ομορρύθμου εταίρου αυτής, αλλά και για ατομικές οφειλές του από τέλη κυκλοφορίας αυτοκινήτου των ετών 1995, 1996, 1997, 1998 και 1999, ύψους 20.552, 26.400, 26.400, 31.142 και 31.142 δραχμών, αντίστοιχα.
Με την προσβαλλόμενη ..40/14-12-2000 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Α. επιβλήθηκε κατάσχεση στο ανήκον στον εκκαλούντα δικαίωμα ψιλής κυριότητας διώροφης οικοδομής επί της οδού ….αρ. .. στη θέση "…." … και εκδόθηκε το …30/12-3-2002 πρόγραμμα πλειστηριασμού του Προϊσταμένου της ως άνω Δ.Ο.Υ, με το οποίο ο πλειστηριασμός ορίσθηκε για την 17-4-2002.
Αποδεικνύεται, περαιτέρω, ότι το από 17-12-1990 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο φέρεται ότι παρατάθηκε η διάρκεια της εταιρίας μέχρι την 31-12-2000, είναι πλαστό ως προς την υπογραφή του εκκαλούντος, ο οποίος ποτέ δεν υπέγραψε αυτό, ενώ την υπογραφή του έθεσε χωρίς εντολή ο Ν. Α.. Τα ανωτέρω αποδεικνύονται από την κατάθεση του μάρτυρος Ι.
Γ., τις εκτιμώμενες για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ένορκες βεβαιώσεις των Σ. Κ., Α. Ν., Ι. Γ. και Δ. Α., και την τελεσίδικη 6421/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείο Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή αγωγή του εκκαλούντος κατά της ομόρρυθμης εταιρίας και Ν. Α. και αναγνωρίσθηκε ότι το από 17-12-1990 συμφωνητικό είναι πλαστό και δεν δημιουργεί υποχρεώσεις εις βάρος του ενάγοντος, καθώς και ότι η εταιρία λύθηκε την 31 -12-1990.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η εταιρία λύθηκε αυτοδικαίως κατ' άρθρο 765 ΑΚ την ανωτέρω ημερομηνία (31-12-1990) με την παρέλευση του αναφερόμενου στο από 31-12-1980 συμφωνητικό χρόνου, για τον οποίο είχε συσταθεί, χωρίς να ασκεί επιρροή τυχόν μη τήρηση των διατάξεων φορολογικών νόμων περί δήλωσης της λύσης και διακοπής της λειτουργίας της στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., όπως ισχυρίζεται το Δημόσιο, ενώ δεν αποδεικνύεται εξακολούθηση της παραγωγικής της δραστηριότητας μετά την ανωτέρω ημερομηνία, ούτε σιωπηρή συμφωνία των εταίρων περί συνέχισης της για αόριστο χρόνο, αντιθέτως όπως αναφέρουν οι ανωτέρω I Γ., Σ.
Κ., Α. Ν. και Δ. Α., ο εκκαλών, ο οποίος από το έτος 1987 ήταν υπάλληλος του Υπουργείου Μεταφορών, επιθυμούσε τη λύση της εταιρίας κατά το συμφωνημένο χρόνο και μετά το έτος 1990 δεν εμφανίσθηκε ποτέ στις εγκαταστάσεις της. Εφόσον η εταιρία λύθηκε αυτοδικαίως κατά τον ανωτέρω χρόνο, ο εκκαλών ευθύνεται έναντι του Δημοσίου, που υποκαταστάθηκε στη θέση της δανείστριας Τράπεζας κατά τις διατάξεις των αποφάσεων 197/1978 της Ν.Ε και 67651/2142/1978 του Υπουργού Οικονομικών, για τα δύο πρώτα δάνεια της εταιρίας, που είχαν συναφθεί μέχρι τότε και -βεβαίως- για τις ατομικές του οφειλές από τέλη κυκλοφορίας, δεν ευθύνεται όμως για τα δύο τελευταία εταιρικά δάνεια, που συνήφθησαν αργότερα, και δεν έχει υποχρέωση καταβολής στο Δημόσιο των υπολοίπων τους, που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των (84.310,03 + 45.420,99) 129.731,02 ευρώ".
Με τις παραδοχές του ότι η άνω εταιρία λύθηκε την 31-12-1990 και ότι ο εκκαλών Δ. Α. δεν ευθύνεται για τα μεταγενέστερα εταιρικά χρέη, ευθύνεται όμως για τα προγενέστερα, το Εφετείο, με αντικατάσταση αιτιολογίας (ΚΠολΔ 534) και με απόρριψη των εκατέρωθεν αντιθέτων λόγων εφέσεως των διαδίκων, επικύρωσε την ομοίως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί εν μέρει τον πρώτο λόγο της ανακοπής και είχε ακυρώσει εν μέρει την κατασχετήρια έκθεση και το πρόγραμμα πλειστηριασμού μέχρι το ανωτέρω ποσό των 129.731,02 ευρώ.
III. Επειδή, στο άρθρο 87 του ν.δ. 321/1969 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού" ορίζονται τα εξής: (παρ. 1) : "Παν χρέος προς το Δημόσιον παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται άλλως υπό των διατάξεων του παρόντος, μετά πέντε έτη από της λήξεως του οικονομικού έτους, εντός του οποίου εβεβαιώθη εις το Δημόσιον ταμείον (βεβαίωσις εν στενή εννοία)", (παρ. 2 περ.
γ') "χρέη προς το Δημόσιον .... εκ συμβάσεων .... υπόκεινται εις εικοσαετή παραγραφήν αρχομένην από της λήξεως του οικονομικού έτους, εντός του οποίου εβεβαιώθησαν εις το Δημόσιον Ταμείον", (παρ. 4) "χρέη προς το Δημόσιον, προερχόμενα εξ απαιτήσεων περιελθουσών εις τούτο εξ οιουδήποτε λόγου, αίτινες δεν είχαν παραγραφεί εν τω προσώπω του δικαιοπαρόχου μέχρι της μεταβιβάσεώς των εις το Δημόσιον, παραγράφονται μετά πέντε έτη από της λήξεως του οικονομικού έτους, εντός του οποίου εβαιώθησαν εις το Δημόσιον Ταμείον".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κάθε αξίωση του Δημοσίου από απαιτήσεις τρίτων, που περιήλθαν σε αυτό από οποιαδήποτε αιτία, υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, όχι δε στην εικοσαετή παραγραφή, η οποία ισχύει μόνο στην περίπτωση απαιτήσεων που προκύπτουν ευθέως από σύμβαση, στην οποία το Δημόσιο ήταν συμβαλλόμενο.
Η πενταετής δε αυτή παραγραφή αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους (το οποίο κατ' άρθρο 5 παρ.2 του ν.δ. 321/1969 αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του ιδίου ημερολογιακού έτους), μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε η απαίτηση του Δημοσίου και συμπληρώνεται την 31η Δεκεμβρίου του επομένου ημερολογιακού έτους (Α.Π. 747/2012, 915/2004, 181/2004, 915/2004, 1270/2003, 125/2001).
Απαιτήσεις τρίτων που περιήλθαν στο Δημόσιο από οποιαδήποτε αιτία, κατά την έννοια της παρ. 4 του ανωτέρω άρθρου 87 του ίδιου ν. δ/τος, αποτελούν και οι έναντι των εκ δανείου πρωτοφειλετών και των υπέρ αυτών εγγυητών απαιτήσεις τραπεζών, από τη χορήγηση δανείων με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τις, κατ' εξουσιοδότηση του α.
ν. 747/1945 και α.ν. 9/1967, εκδοθείσες αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών, οπότε με τη μη εξόφληση του δανείου και την εκ του λόγου αυτού και μόνο βεβαίωση της οφειλής από το εγγυηθέν Δημόσιο, τούτο υποκαθίσταται εκ του νόμου στα δικαιώματα της δανείστριας τράπεζας κατά του πρωτοφειλέτου και του εγγυητού (ΑΠ 1769/2001).
Με το άρθρο 113 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού... κ.λ.π." καταργήθηκε το ν.δ. 321/1969. Κατά το άρθρο 65 § 5 του ν. 2362/1995, που ισχύει από 1-1-1996: "απαιτήσεις του Δημοσίου, ως εγγυητή που υποκαταστάθηκε πλήρως στα δικαιώματα του δανειστή ή πιστωτή κατά του οφειλέτη, κατά του εγγυητή και κατά των λοιπών συνυποχρέων, οι οποίες βεβαιώνονται εν στενή εννοία από της ισχύος του νόμου αυτού στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.), παραγράφονται μετά την παρέλευση 10 ετών από του τέλους του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο, μετά την εν στενή εννοία βεβαίωσή τους, κατέστησαν ληξιπρόθεσμες.
Οι απαιτήσεις του Δημοσίου από την ίδια ως άνω αιτία που έχουν βεβαιωθεί στις Δ.Ο.Υ. μέχρι την ημέρα έναρξης της ισχύος του νόμου αυτού, παραγράφονται μετά την παρέλευση 10 ετών από τη λήξη του έτους δημοσίευσής του". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι οι απαιτήσεις του Δημοσίου από την παροχή εγγυήσεως σε πιστωτική σύμβαση, λόγω υποκαταστάσεώς του στα δικαιώματα του πιστωτού, υπόκεινται από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (1-1-1996) σε 10ετή παραγραφή, η οποία καταλαμβάνει και τις απαιτήσεις, οι οποίες είχαν γεννηθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του, (κατ' απόκλιση από τη γενική διάταξη του άρθρου 107 παρ. 1 εδ.
α ν. 2362/1995, κατά την οποία "Οι διατάξεις του παρόντος νόμου περί παραγραφής εφαρμόζονται επί απαιτήσεων που γεννώνται μετά την έναρξη της ισχύος του"), εφόσον όμως δεν είχαν υποκύψει σε παραγραφή υπό το προγενέστερο νομικό καθεστώς, υπό την ισχύ του οποίου η παραγραφή ήταν 5ετής για το Δημόσιο (Α.Π. 1712/2013, 747/2012).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε ως απαράδεκτο άλλως ως αβάσιμο τον τρίτο λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τον οποίο αυτός ισχυρίζετο ότι οι οφειλές του προς το αναιρεσίβλητο έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 87 του ν.δ. 321/1969, με την επάλληλη αιτιολογία ότι στην κρινόμενη περίπτωση οι ταμειακές βεβαιώσεις των εταιρικών χρεών έγιναν στις 19-1-2000, οπότε η παραγραφή αυτών δεν άρχισε ούτε βεβαίως συμπληρώθηκε υπό την ισχύ του ν.δ. 321/1969, οπότε η παραγραφή ήταν πενταετής, αλλά διέπονται από τις περί δεκαετούς παραγραφής διατάξεις του ν. 2362/1995.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 65 § 5 του ως άνω νόμου, που ήταν εφαρμοστέα και όχι τη διάταξη του άρθρου 87 του ν.δ. 321/1969, που δεν είχε εφαρμογή και είναι αβάσιμα τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.
IV. Ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως αιτιολογίες όμως νοούνται στη διάταξη αυτή μόνον οι επί των αποδεικνυομένων ή μη πραγματικών γεγονότων ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του ουσιαστικού νόμου και όχι όταν η ανεπάρκεια ή αντίφαση αφορά την έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων (ΑΠ 1680/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για έλλειψη νόμιμης βάσης και ειδικότερα ότι υπάρχει ασάφεια ως προς το ποιες είναι οι εφαρμοσθείσες από το Εφετείο νομικές διατάξεις που έχουν σχέση με την παραγραφή. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη ασάφεια αναφέρεται στις νομικές διατάξεις που εφάρμοσε το Εφετείο και όχι στις ουσιαστικές παραδοχές βάσει των οποίων κατέληξε στο σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα.
V. Στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, κύριες ή επικουρικές, έστω και αν αυτές αντιφάσκουν μεταξύ τους, με την αναίρεση δε πλήττονται μεν όλες πλην όμως η προσβολή μιας απ' αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως που πλήττουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, διότι το διατακτικό στηρίζεται όχι σε όλες συγχρόνως τις αιτιολογίες, αλλά μόνο στη μία και μάλιστα πρωτίστως στην κύρια και επικουρικά στις λοιπές. Δηλαδή σε περίπτωση διαδοχικής (επάλληλης) αιτιολογίας χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν, κάθε μία αυτοτελώς, το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης για την αναίρεση της τελευταίας (ΑΠ 1937/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο τον τρίτο λόγο εφέσεώς του, με την αιτιολογία ότι με αυτόν επιχειρήθηκε μεταβολή της νομικής βάσης του σχετικού λόγου της ανακοπής του. Ωστόσο, εφόσον αυτή η αιτιολογία απορρίψεως του λόγου εφέσεως είναι επάλληλη της προηγουμένως αναφερθείσης και η οποία προσεβλήθη μεν αλλά η προσβολή της δεν τελεσφόρησε, ο λόγος αναιρέσεως είναι αλυσιτελής και απορριπτέος.
VI. Με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 19, 20 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο: α) με ανεπαρκείς αλλά και αντιφατικές αιτιολογίες, β) κατά παραμόρφωση του περιεχομένου των προσκομισθέντων εγγράφων και γ) χωρίς να προταθεί από το αναιρεσίβλητο, δέχθηκε ότι οι απαιτήσεις του τελευταίου που αφορούν τέλη κυκλοφορίας αυτοκινήτου των οικονομικών ετών 1995 έως 1999, οι οποίες είναι ατομικές οφειλές του αναιρεσείοντος, περιλαμβάνονται στα εταιρικά χρέη για τα οποία αυτός ευθύνεται, αν και αναφέρονται σε χρόνο μετά την 31.12.1990, που η εταιρεία είχε λυθεί.
Όπως όμως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, ο αναιρεσείων δεν είχε πλήξει με λόγο εφέσεως την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που η απόφαση αυτή δεν ακύρωσε τις ανακοπτόμενες πράξεις για τα ως άνω τέλη κυκλοφορίας. Επομένως το Εφετείο, δεσμευόμενο από το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως του αναιρεσείοντος, δεν θα μπορούσε να ερευνήσει το ζήτημα αυτό.
Και τούτο διότι κατά τη διάταξη του άρθρου 522 του ΚΠολΔ, το Εφετείο, για να αποφασίσει αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιορισθεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους, και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος (ΑΠ 845/2011).
Κατά συνέπεια οι λόγοι αυτοί αλυσιτελώς προβάλλονται.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη προβαλλομένου άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση του αναιρεσείοντος, να διαταχθεί κατ' άρθρ. 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του κατατεθέντος από αυτόν παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί αυτός στα μειωμένα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 22 §§ 1 και 3 ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 52 § 18 ΕισΝΚΠολΔικ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 § 12 ν. 1738/1987 και 2 της υπ' αριθ. 134423/1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Ιουλίου 2016 αίτηση και τους από 21 Ιουλίου 2017 πρόσθετους λόγους του Δ. Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3529/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος από την υπηρεσία, ο νυν Αντιπρόεδρος του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ