Legislator Case Law & Legislation
138/2017 AI generated

138/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 138/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

138/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος. Κατ’ ακολουθία πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495§4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης κατά το νόμιμο αίτημα αυτής [ΚΠολΔικ 176, 183, 191 παρ.2].

Keywords

AI generated
special scheme for investment gold golden passport forfeiture under international sanctions english-speaking Africa currency illicit financial flows
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 138 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 138/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Κ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Μαρία Λυμπέρη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Μαντζουράνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-9-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4878/2010 εν μέρει οριστική, 5327/2012 του ιδίου Δικαστηρίου, 5725/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 3-2-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικήτας Χριστόπουλος, ανέγνωσε την από 9-2-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση, προσβάλλεται η 5725/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε την έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης [εναγομένης] και απέρριψε την από 4-9-2008 αγωγή του αναιρεσείοντος [ενάγοντος] κατά το μέρος που σε αυτή αναφέρεται. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558. 564, 566 παρ. 1).

Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3). Κατά το άρθρο 1880 ΑΚ, ο νομέας της κληρονομίας έχει υποχρέωση να δώσει στον κληρονόμο πληροφορίες για την κατάσταση της κληρονομίας, καθώς και για την τύχη των αντικειμένων της. Την ίδια υποχρέωση έχει και: 1.

όποιος, χωρίς να είναι νομέας της κληρονομίας, παίρνει απ’ αυτήν ένα πράγμα στη νομή του πριν καταλάβει τη νομή ο κληρονόμος, 2. όποιος από το θάνατο του κληρονομουμένου βρισκόταν μ’ αυτό σε οικιακή κοινωνία. Με τη διάταξη αυτή ο νομοθέτης διευκολύνει τον κληρονόμο, ο οποίος σκοπεύοντας να ασκήσει την περί κλήρου αγωγή, συχνά βρίσκεται σε αδυναμία να γνωρίζει με ακρίβεια και πληρότητα, είτε το συγκεκριμένο περιεχόμενο της κληρονομίας, είτε την παρούσα κατάσταση των στοιχείων που τη συνθέτουν.

Γι’ αυτό συνοδεύεται η περί κλήρου κύρια αξίωση με δυο αντίστοιχες παρεπόμενες αξιώσεις και συγκεκριμένα αυτή για εγχείριση καταλόγου με στοιχεία της κληρονομίας (ΑΚ 304) και εκείνη για παροχή πληροφοριών για την κατάσταση της κληρονομίας και την τύχη των αντικειμένων της. Οι παρεπόμενες αυτές αξιώσεις, που έχει μόνον ο κληρονόμος κατά του νομέα της κληρονομίας με την τεχνική του όρου έννοια (ΑΚ 1871), δηλαδή αυτού που κατέλαβε τα κληρονομιαία και αντιποιείται το κληρονομικό δικαίωμα, μπορούν να ασκηθούν είτε μαζί με την περί κλήρου αγωγή, είτε και αυτοτελώς, πριν απ’ αυτή στο δικαστήριο της κληρονομίας [ΑΠ 298/2013, ΑΠ 1638/2005].

Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Εξάλλου το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που με επίκληση προσκομίστηκαν σε αυτό, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

« Ο Π. Κ., που γεννήθηκε στην περιοχή ..., το έτος 1912, κάτοικος στη ζωή Αθηνών, αποβίωσε στην Αθήνα, στις 18-12-2005, χωρίς να αφήσει διαθήκη. Ο τελευταίος, ο οποίος ήταν άγαμος και άτεκνος, άφησε μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς τους διαδίκους, ήτοι τον ενάγοντα Θ. Κ., τέκνο του προαποβιώσαντος αμφιθαλούς αδελφού του, Η.

Κ. και την εναγομένη Γ. Κ., τέκνο της προαποβιώσασας αμφιθαλούς αδελφής του, Ι. Κ., οι οποίοι είναι και οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του σε ολόκληρη την περιουσία του, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, καθένας. Ο παραπάνω αποβιώσας, ήταν ιατρός - παιδίατρος, υπήρξε δε βουλευτής της Ελληνικής Βουλής, στο νομό Έβρου.

Ο ίδιος είχε σπουδάσει στην Αμερική και κατά διαστήματα διέμενε εκεί, στην πολιτεία της ..., όπου κατοικούσε μόνιμα η ελληνοαμερικανίδα σύντροφός του, Ε. Σ.. Μετά το θάνατό του, ανέκυψε ζήτημα αναφορικά με ποσότητα χρυσών λιρών κοπής Αφρικής, που φυλάσσονταν σε τραπεζική θυρίδα στην Αμερική, η οποία ήταν μισθωμένη στο όνομα της άνω συντρόφου στη ζωή του αποβιώσαντος, Ε.

Σ. και το προϊόν της ρευστοποίησής τους. Τις λίρες αυτές, ο αριθμός των οποίων δεν προέκυψε από τις αποδείξεις, ρευστοποίησε η τελευταία μετά το θάνατο του Π. Κ. και το προϊόν της ρευστοποίησής τους, το οποίο ομοίως, δεν αποδείχθηκε, απέστειλε στην εναγομένη. Ο ενάγων, έχοντας την πεποίθηση, ότι οι λίρες αυτές ανήκαν στην περιουσία του αποβιώσαντος Π.

Κ., προκειμένου να πληροφορηθεί σχετικά με την τύχη τους, απευθύνθηκε στην Ε. Σ., στην οποία απέστειλε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, Γ. Π., την από 18-5-2006 επιστολή. Με την επιστολή αυτή ζήτησε πληροφορίες για το αν ο αποβιώσας άφησε διαθήκη, με την οποία να όριζε κληρονόμο για τα χρήματα τα προερχόμενα από ρευστοποίηση των άνω χρυσών λιρών, κοπής Αφρικής.

Σχετικά δε με τις λίρες αυτές, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντος υποστήριξε στην άνω επιστολή, ότι ο ενάγων του ανέφερε ότι ο θείος του (Π. Κ.) άφησε κατά το θάνατό του ένα χρηματικό ποσό, το οποίο προήλθε από ρευστοποίηση χρυσών λιρών κοπής Αφρικής και ότι η προς ην η επιστολή Ε. Σ., απέστειλε ένα μέρος των χρημάτων αυτών με έμβασμα στη συγκληρονόμο και πρώτη εξαδέλφη του (ενάγοντος), Γ.

Κ.. Στην επιστολή αυτή απάντησε για λογαριασμό της Ε. Σ., η θυγατέρα της Μ. Σ., η οποία είναι δικηγόρος στις ΗΠΑ, με την από 26-7-2006 ηλεκτρονική επιστολή, στην οποία ανέφερε, επί λέξει, τα εξής: "ο χρυσός στον οποίο αναφέρεσθε δεν ήταν του Π. Κ., αλλά ανήκε στον αδελφό του (του αποβιώσαντος) Γ., ο οποίος προαποβίωσε.

Είχε αφεθεί ως δώρο στη Γ. (εναγομένη) από το Γ. που τον εμπιστεύτηκε στον Π. να τον κρατήσει στην Αμερική μέχρις ότου ανέλθει η τιμή του χρυσού, αφού κατά το χρόνο που ο Γ. τον δώριζε στη Γ., η τιμή του χρυσού ήταν χαμηλή. Όταν η τιμή του χρυσού αυξηθεί ο Γ. έδωσε την εντολή ότι ο χρυσός ή το προϊόν της πώλησής του, να δοθεί στη Γ..

Εάν επρόκειτο να το χειριστούμε ως αντικείμενο διαθήκης, θα καθίστατο αναγκαίο να αναθεωρηθεί το γεγονός, ότι όλη η περιουσία στο χωριό δόθηκε στο Θ. Κ. (ενάγοντα) και το γεγονός ότι, όταν η Ε. Σ. έστειλε 10.000 δολ. στον Π. Κ., ο Θ. πήρε αυτά τα χρήματα για τον εαυτό του και δεν έδωσε αυτό το ποσό στη Γ.. Αυτά τα χρήματα ήταν το αποτέλεσμα της ρευστοποίησης πιστοποιητικού προθεσμιακής κατάθεσης, το οποίο ήταν στο όνομα της Γ..

Αυτό επίσης δεν ήταν κληροδότημα διαθήκης, αλλά ήταν να δοθεί σαν δώρο στη Γ ιώτα. Έτσι, είναι φανερό δημιουργείται προηγούμενο για έκτακτα κληρονομικά δώρα σε αυτήν την υπόθεση. Αν και εμείς αντιλαμβανόμαστε ότι ο Θ. είναι ίσως απογοητευμένος με αυτή την περίπτωση, αυτός δεν είναι δικαιούχος σε κανένα ποσό που στάλθηκε στη Γ.".

Ακολούθησε νέα επιστολή του πληρεξούσιου δικηγόρου του ενάγοντος, προς τη Μ. Σ., που στάλθηκε ηλεκτρονικά στις 29-8-2006, με την οποία ο τελευταίος υποστηρίζει ότι δεν απαντήθηκε, το ερώτημά του, εάν ο Τ. Κ. (κληρονομούμενος) άφησε διαθήκη για το εν λόγω ποσό, ή εάν ο αδελφός του Γ. Κ. είχε αφήσει γραπτή διαθήκη με την οποία όριζε κληρονόμο του την εναγομένη, καθώς και το ερώτημα πότε ρευστοποιήθηκε ο χρυσός και ποιο ήταν το ποσό της ρευστοποίησης.

Όσον δε αφορά τη λοιπή περιουσία ο άνω πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντος υποστηρίζει, ότι το αναφερόμενο στην προηγούμενη επιστολή ποσό των 10.000 δολ, το εισέπραξε ο Π. Κ., ότι ο Θ. (ενάγων) μπορεί να πήρε περισσότερα κτήματα στο χωριό, αλλά η Γ. πήρε πολλά αστικά ακίνητα (ήδη διαμερίσματα, μονοκατοικίες κλπ) και επίσης πολλά μετρητά, ότι ο Θ.

ήταν αυτός που ήταν πάντα κοντά στο θείο του και όχι η Γ. .........., καταλήγει δε διατυπώνοντας τα ερωτήματα, αν τα χρήματα που προήλθαν από τη ρευστοποίηση του χρυσού, δόθηκαν όπως όριζε γραπτή διαθήκη, και αν όχι, πως περιήλθαν στην κατοχή της μητέρας της (Ε. Σ.) και μέρος αυτών έστειλε στη Γ. (εναγομένη), καθώς και αν τα κληρονόμησε η μητέρα της και τα διέθεσε όπως νόμιζε, ή δήλωσε ότι κληρονόμος είναι η Γ.

και της τα έστειλε και ποια διαδικασία ακολουθήθηκε. Απαντώντας στην επιστολή αυτή η Μ. Σ., με την από 21-9-2006 ηλεκτρονική επιστολή ισχυρίστηκε επί λέξει τα εξής: <<δεν έχετε καταλάβει το χρόνο που πήρε το δώρο η Γ. [εναγομένη]. Ο Γ. έκανε δώρο το χρυσό στη Γ. πριν αποβιώσει. Κατά συνέπεια, δεν ήταν αντικείμενο διαθήκης.

Ο χρυσός κρατήθηκε ως χρυσός, έως ότου αυξήθηκε η τιμή του και τότε πωλήθηκε και μετατράπηκε σε νόμισμα, το οποίο ήταν εύκολο να εμβαστεί. Κατά το χρόνο της δωρεάς, ο χρυσός ως χρυσός, τοποθετήθηκε σε θυρίδα με το όνομα της μητέρας μου σε αυτό. Έτσι περιήλθε στην κατοχή της. Δεν υπήρξε ποτέ τοποθέτηση της μητέρας μου ότι ο χρυσός της ανήκει.

Δεν ρώτησε τίποτε για τον κ. Κ. και από αυτά που γνωρίζουμε δεν ήταν δικαιούχος για οποιοδήποτε κληροδότημα από αυτόν. Αυτή ενοίκιασε απλά μία θυρίδα. Με το θάνατο του Τ. Κ. (κληρονομούμενου) και με τη γνώση ότι αυτός δεν θα επιστρέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες για να μεταφέρει το δώρο στη Γ., η μητέρα μου σκέφθηκε ότι θα μπορούσε να στείλει στη Γ.

τα χρήματα που της ανήκαν". Στη συνέχεια, μετά την άνω επιστολή, στις 15-12-2006, ο ενάγων κοινοποίησε στην εναγομένη την από 4-12-2006 εξώδικη διαμαρτυρία -πρόσκληση -δήλωση, με την οποία, αφού υποστήριξε ότι στην κληρονομιαία περιουσία του αποβιώσαντος στις 18-12-2005, θείου τους, Π. Κ., περιλαμβάνονταν και χρυσές λίρες κοπής Νοτίου Αφρικής, που βρίσκονταν κατατεθειμένες σε τραπεζική θυρίδα στις ΗΠΑ και ότι αυτές ρευστοποιήθηκαν από δικά της πρόσωπα στις ΗΠΑ, τα οποία της απέστειλαν το προϊόν της ρευστοποίησης, με έμβασμα που κατατέθηκε σε λογαριασμό της στην ...

Τράπεζα, επικαλούμενος στη συνέχεια την ιδιότητά του, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του Π. Κ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, προσκάλεσε αυτή, όπως εντός προθεσμίας δέκα πέντε (15) ημερών από την κοινοποίηση της εξώδικης, να τον πληροφορήσει για το συνολικό ποσό των λιρών που πωλήθηκαν και το ποσό στο οποίο ανήλθε το αντάλλαγμα από την πώλησή τους, συγκοινοποιώντας στον ίδιο και όλα τα δικαιολογητικά έγγραφα, πρόσκληση στην οποία η εναγομένη δεν ανταποκρίθηκε.

Αποδείχθηκε στη συνέχεια, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία, ότι ο αποβιώσας Π. Κ., όσο βρισκόταν στη ζωή, είχε μεταβιβάσει, χαριστικώς, την περιουσία του, αποτελούμενη από αστικά και αγροτικά ακίνητα στα ανίψια του (διαδίκους), μεταβιβάσεις ως προς τις οποίες δεν ερίζουν οι διάδικοι, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος κατά το θάνατό του είχε άλλα περιουσιακά στοιχεία κινητά ή ακίνητα, στα οποία, άλλωστε, ουδείς των διαδίκων αναφέρεται, πλην των λιρών Αφρικής, για τις οποίες ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του, υποστηρίζει ότι ανήκαν στον άνω κληρονομούμενο και αποτέλεσαν στοιχείο της κληρονομιαίας περιουσίας.

Σημειώνεται ότι στην αγωγή, εκτός από τις άνω, άγνωστης ποσότητας λίρες, ουδείς λόγος γίνεται για άλλα περιουσιακά στοιχεία, ως στοιχεία της κληρονομιάς του Π. Κ.. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του ενάγοντος περί της ύπαρξης των λιρών κατέθεσε η μάρτυρας που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με επιμέλειά του, Μ.

Κ., η οποία είναι σύζυγός του. Η τελευταία, η οποία ως πηγή γνώσης επικαλείται τον αποβιώσαντα και το σύζυγό της, κατέθεσε ότι πράγματι υπήρχαν χρυσές λίρες, κοπής Αφρικής, που ανήκαν στον αποβιώσαντα και ήταν κατά- τεθειμένες σε τραπεζική θυρίδα στην Αμερική, μισθωμένη στο όνομα της Ε. Σ. και ότι ο αποβιώσας τους είχε αναφέρει ότι αυτό το ποσό μετά το θάνατό του, θα μοιραστεί στα ανίψια του, δηλαδή στους διαδίκους.

Η κατάθεση, όμως της μάρτυρα αυτής, δεν επιβεβαιώνεται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο, αντίθετα αναιρείται από την κατάθεση της μάρτυρα της εναγόμενης στο ακροατήριο πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, Φ. Π. και την κατάθεσή της τελευταίας και της Ε. Σ. στις άνω με αριθμούς .../2007 ένορκες βεβαιώσεις, αντίστοιχα.

Οι μάρτυρες αυτοί κατέθεσαν ότι πράγματι υπήρχαν χρυσές λίρες Αφρικής, οι οποίες ήταν κατατεθειμένες σε τραπεζική θυρίδα στο όνομα της Ε. Σ., συντρόφου στη ζωή του Π. Κ., πλην, όμως, υποστήριξαν ότι οι λίρες αυτές δεν ανήκαν στον Π. Κ., αλλά στον προαποβιώσαντα αυτού αδελφό του Γ. Κ., από τον οποίο είχαν παραδοθεί στον Π.

και από αυτόν στην Ε. Σ., με την εντολή το προϊόν της ρευστοποίησής τους, να δοθεί στην εναγομένη, Γ. Κ.. Ειδικότερα, η μάρτυρας Φ. Π., που είναι μόνιμος κάτοικος της πολιτείας ... των ΗΠΑ και επισκέπτεται κατά τους θερινούς μήνες την Ελλάδα, η οποία είχε γνωρίσει την Ε. Σ. και τον Π. Κ., στην Αμερική, από το έτος 1990 και έκτοτε διατηρούσε φιλικές σχέσεις με αυτούς, επισκεπτόταν δε τον Π.

Κ. στην κατοικία του στην Ελλάδα, κατά τα τελευταία έτη της ζωής του, κατέθεσε ότι από τους τελευταίους γνώριζε, ότι ο Γ. Κ., που ήταν εφοπλιστής, μεταξύ των πολλών περιουσιακών του στοιχείων, είχε αγοράσει λίρες χρυσές κοπής Αφρικής, οι οποίες προορίζονταν κατ’ εντολή του Γ. Κ. για την ανιψιά του Γ. Κ. (εναγομένη) και βρίσκονταν σε τραπεζική θυρίδα στο όνομα της Ε.

Σ., ότι η τελευταία δεν τις ρευστοποιούσε, λόγω της χαμηλής τιμής του χρυσού και ότι όταν πέθανε ο Π. Κ., η Ε. Σ. για λόγους ηθικής τάξεως, ρευστοποίησε τις προαναφερόμενες λίρες και απέστειλε με τραπεζικό έμβασμα τα χρήματα στη Γ. Κ.. Επίσης, η μάρτυρας Ε. Σ., σύντροφος στη ζωή του Π. Κ., έχοντας άμεση γνώση περί των εν λόγω λιρών, αφού βρίσκονταν σε τραπεζική θυρίδα στην Αμερική, μισθωμένη στο όνομά της και η ίδια επιμελήθηκε για τη ρευστοποίησή τους, κατέθεσε στην άνω ένορκη βεβαίωση, ότι ο Π.

Κ., σε ένα ταξίδι του στην ... (της πολιτείας ... των ΗΠΑ), όπου διέμενε της έκανε λόγο για χρυσά νομίσματα, τα οποία είχε αποκτήσει ο αδελφός του Γ. Κ., από την επιχειρηματική του δραστηριότητα ως εφοπλιστής, ότι τα νομίσματα αυτά ήταν κατατεθειμένα σε τράπεζα της Ν. Υόρκης, από την οποία μεταφέρθηκαν σε τράπεζα της ...

της πολιτείας ... των ΗΠΑ από τον Π. Κ. και κατατέθηκαν σε τραπεζική θυρίδα στο όνομά της (μάρτυρα), με την εντολή από το Γ. Κ., ότι τα νομίσματα αυτά προορίζονταν για την ανιψιά του Γ. Κ., ότι η ίδια δεν ρευστοποίησε τα νομίσματα για να τα αποστείλει στην Ελλάδα διότι η τιμή του χρυσού παρέμενε εξαιρετικά χαμηλά σε σχέση με την τιμή αγοράς των λιρών από το Γ.

Κ. και ότι περίμενε να ανέβει η τιμή του χρυσού, όπως την είχε συμβουλεύσει μετά το θάνατο του Γ. Κ., ο αδελφός του Π. Κ. και ότι μόλις αποβίωσε ο Π. Κ. θεώρησε ηθικό της χρέος, παρόλο που ο λογαριασμός των χρυσών νομισμάτων στην Αμερική ήταν στο όνομά της και μόνο, να πράξει τις σχετικές ενέργειες για να εκτελέσει την εντολή του Γ.

Κ. και να έχει ήσυχη τη συνείδησή της. Ακόμη, κατέθεσε ότι μετέτρεψε σε δολάρια ΗΠΑ τα χρυσά νομίσματα και απέστειλε το σχετικό έμβασμα, βάσει του οποίου μετετράπη το ποσό των δολαρίων σε ευρώ, σε λογαριασμό Τραπέζης της Γ. Κ. (εναγομένης) και ότι εξεπλάγη όταν έμαθε ότι ο Θ. Κλης (ενάγων) κίνησε δικαστικό αγώνα κατά της Γ.

Κ. για την απόκτηση του μισού των χρημάτων, ενώ γνώριζε και από τους θείους του και από την ίδια (μάρτυρα) ότι τα νομίσματα αυτά δεν ανήκαν στον Π. Κ., αλλά στον αδελφό του Γ. Κ., ο οποίος τα προόριζε αποκλειστικά για την ανιψιά του Γ. Κ. και καταλήγει σημειώνοντας ότι ο Θ. Κ. είχε πολύ ωφεληθεί οικονομικά από τους θείους του, διότι είχε καταστεί κύριος του μεγαλύτερου μέρους της ακίνητης περιουσίας τους.

Η κατάθεση της τελευταίας μάρτυρα, η οποία ήταν μόνιμος κάτοικος Αμερικής και με ουδένα των διαδίκων διατηρούσε ιδιαίτερες σχέσεις, εναρμονίζεται και με τα αναφερόμενα στις άνω επιστολές της θυγατέρας της Μ. Σ. προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ενάγοντος, που στάλθηκαν σε ανύποπτο χρόνο, προγενέστερο της άσκησης της ένδικης αγωγής.

Περαιτέρω, ο αναφερόμενος στις άνω καταθέσεις, ως κύριος των χρυσών λιρών Γ. Κ., αδελφός του Π., ο οποίος ήταν εφοπλιστής και υπήρξε και αυτός βουλευτής στο νομό Έβρου, αποβίωσε το έτος 1996, ο ίδιος δε με τη με αριθμό .../20-4-1989 δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε από τη συμβολαιογράφο Κηφισιάς Χ. Ρ. - Γ., εγκατέστησε μοναδικούς κληρονόμους του, τους διαδίκους, ανίψια του, στην αναφερόμενη ακίνητη περιουσία του.

Στην εν λόγω διαθήκη ουδεμία αναφορά γίνεται στις άνω λίρες. Ωστόσο, από το γεγονός ότι στη διαθήκη αυτή, που συντάχθηκε το έτος 1989, ήτοι αρκετά χρόνια πριν, από το θάνατο του Γ. Κ., δεν γίνεται λόγος για εγκατάσταση κληρονόμου, όσον αφορά τις λίρες, δεν συνάγεται αναγκαία ότι οι λίρες αυτές δεν ανήκαν στον Γ.

Κ., αλλά στον Π. Κ., όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο ενάγων. Σημειώνεται ότι κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο άνω αποβιώσας Π. Κ. ζούσε στην Ελλάδα, εξυπηρετούμενος από τον ενάγοντα, ο οποίος είχε προσλάβει οικιακή βοηθό, για να τον φροντίζει. Έτσι, αν πράγματι οι λίρες ανήκαν σ’ αυτόν, θα φρόντιζε για τη διάθεσή τους, στους διαδίκους, όπως έπραξε και με την ακίνητη περιουσία του, την οποία διένειμε χαριστικά σ’ αυτούς, σε κάθε δε περίπτωση θα ενημέρωνε τον ενάγοντα για τον ακριβή αριθμό τους.

Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, δεν αποδείχθηκε ότι στον αποβιώσαντα, στις 18-12-2005, θείο των διαδίκων Π. Κ. ανήκαν οι αναφερόμενες χρυσές λίρες, το προϊόν της ρευστοποίησης των οποίων περιήλθε στην εναγομένη και ότι η τελευταία κατακρατεί ως κληρονόμος το περιουσιακό αυτό στοιχείο, αντιποιούμενη το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος.

Έτσι, υπό τις παραδοχές αυτές δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή των αναφερόμενων στη νομική σκέψη της παρούσας διατάξεων των άρθρων 1880 σε συνδυασμό με τα άρθρα 1710 παρ. 1, 1871 και του άρθρου 304 ΑΚ, η ύπαρξη δηλαδή κληρονομιάς, με αντικείμενο τις αναφερόμενες λίρες Αφρικής και εντεύθεν κληρονομικού δικαιώματος του ενάγοντος στην κληρονομιά αυτή και ιδιότητα του εναγομένης ως νομέα της κληρονομιάς.

Επομένως, η εναγομένη, η οποία δεν αποδείχθηκε ότι είναι νομέας της κληρονομιάς ως προς το αναφερόμενο πιο πάνω περιουσιακό στοιχείο δεν έχει υποχρέωση παροχής πληροφοριών, ήτοι να καταθέσει κατάλογο των αντικειμένων της κληρονομιάς αυτής στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου για τα στοιχεία που αποτελούν την κληρονομιά κατά τον χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου και να παράσχει πληροφορίες για την κατάσταση της κληρονομιάς και την τύχη των αντικειμένων της, αφού κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε κληρονομιαία περιουσία και ως εκ τούτου η ίδια δεν ήταν νομέας της κληρονομίας ».

Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα και απέρριψε την αγωγή. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 304, 1710 παρ. 1, 1871, 1880 ΑΚ τις οποίες, ορθώς, δεν εφάρμοσε, καθόσον, υπό τα ως άνω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, η ύπαρξη, δηλαδή, κληρονομίας και ως εκ τούτου κληρονομικού δικαιώματος του ενάγοντος-αναιρεσείοντος στην κληρονομία αυτή και η ιδιότητα της εναγομένης-αναιρεσίβλητης ως νομέως της κληρονομίας και συνακόλουθα υποχρέωσης αυτής προς λογοδοσία , καθώς και παροχής πληροφοριών σχετικά με την κληρονομία του Π.

Κ.. Ακόμη, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και το (απορριπτικό) διατακτικό της απόφασής του, και δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Η αιτίαση για ακυρότητα της δωρεάς της ποσότητας των χρυσών λιρών Αφρικής από τον προαποβιώσαντα αδελφό του κληρονομουμένου Γ.

Κ. στην εναγομένη αλυσιτελώς προβάλλεται, ενόψει του ότι το ουσιώδες ζήτημα είναι αν το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο ανήκε στον Π. Κ. και περιλαμβανόταν στην κληρονομιαία περιουσία του, ενώ δεν υπήρξε ισχυρισμός ότι περιήλθε στον τελευταίο ως κληρονομία του αδελφού του Γ. Κ.. Επομένως, οι σχετικοί, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

Οι ίδιοι δε λόγοι κατά το μέρος αυτών , που δεν αιτιώνται παραβίαση των παραπάνω διατάξεων για το ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά εσφαλμένα δεν υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, αλλά για το ότι θα έπρεπε να γίνουν δεκτά άλλα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ο αναιρεσείων πρότεινε και πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών, είναι απαράδεκτοι και πρέπει, επίσης, να απορριφθούν, γιατί υπό την επίφαση της παραβίασης των παραπάνω διατάξεων πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική, περί την εκτίμηση των πραγμάτων, κρίση του Δικαστηρίου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, κυρίας παρέμβασης ένστασης, αντένστασης, έφεσης (Ολ.

ΑΠ 3/1997) . Επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων, τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό.

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ισχυρίζεται ότι το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην από τον ως άνω αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, λόγω του ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη και δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό του ότι « ο Γ. Κ.

απεβίωσε στις 6-6-1996 και μέχρι τότε δεν είχαν παραδοθεί στην αντίδικο, ούτε το προϊόν της πώλησης τους , ούτε αυτές καθ’ αυτές οι χρυσές λίρες, καθόσον εάν οι χρυσές λίρες ανήκαν στον Γ. Κ. που τις είχε εμπιστευθεί στον αδελφό του Π. Κ. και τις προόριζε για την ανιψιά του αντίδικο μετά το θάνατό του, θα μπορούσαν να είχαν παραδοθεί μετά τον θάνατο του Γ.

Κ. στην αναιρεσίβλητη, το έτος 1966, αντίδικο, ως λίρες, ώστε να αποσυνδέονταν το δωρούμενο από την συναλλαγματική ισοτιμία του χρυσού με το δολάριο και αυτούσιες ως χρυσές λίρες θα μπορούσε να τις τηρεί η αντίδικος και στην Ελλάδα ». Ο ισχυρισμός αυτός, όμως, περιέχει επιχειρήματα του αναιρεσείοντος κατά των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης για το ουσιώδες ζήτημα ότι η ποσότητα των χρυσών λιρών δεν ανήκε στον Π.

Κ. και, συνακόλουθα, δεν περιλαμβανόταν στην κληρονομιαία περιουσία του και δεν συνιστά "πράγματα", κατά την έννοια που προαναφέρεται.

Συνεπώς ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος. Κατ’ ακολουθία πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495§4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης κατά το νόμιμο αίτημα αυτής [ΚΠολΔικ 176, 183, 191 παρ.2].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3-2-2015 αίτηση για αναίρεση της 5725/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2.700] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ