Legislator Case Law & Legislation
138/2016 AI generated

138/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 138/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 138 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

138/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 138 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
expatriation allowance refund of contributions to foreigners misappropriation of withholding tax unpaid customs duties deductions and refunds undeclared gainful employment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 138 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 138/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Φ. Φ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεμιστοκλή Μαλαφούρη.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ... ΑΕ" που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παντελεήμωνα Αποστολά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 207/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 71/2014 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 17-6-2014 αίτησή του και με τους από 19-12-2014 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 30-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την 1. αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης κατά παραδοχή του τετάρτου λόγου αναίρεσης και του δευτέρου προσθέτου, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγου αναιρέσεως και 2. την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού η από 17-6-2014 αίτηση αναιρέσεως και οι με αυτοτελείς δικόγραφο ασκηθέντες, παραδεκτά και εμπρόθεσμα, από 30-12-2014 πρόσθετος λόγος αυτής, τα δικόγραφα των οποίων πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α’ Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιπραξιών" και κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Εξ άλλου, το άρθρο 938 Α.Κ. ορίζει: "‘ Οποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία, έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να αποδώσει ό,τι περιήλθε σ’ αυτόν, ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί". Ως "περιελθόν" κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως νοείται ό,τι από την αδικοπραξία, δηλαδή από την τέλεση αυτής, περιήλθε στον αδικήσαντα και όχι ό,τι ωφελήθηκε αυτός, συνεπεία της επελθούσης παραγραφής.

Η λειτουργία της διατάξεως αυτής περιορίζεται να διασαφηνίσει, ότι η αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού, συρρέουσα με την εξ αδικοπραξίας αξίωση του άρθρου 914 Α.Κ. δεν επηρεάζεται από την από το άρθρο 937 Α.Κ. προβλεπόμενη βραχεία παραγραφή της τελευταίας. Η εκ του άρθρου 938 Α. Κ. απορρέουσα αξίωση είναι κατά τη φύση της αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό και συνεπώς πρέπει να κριθεί κατά την διάταξη του άρθρου 904 επ.

Α. Κ. επ. ως προς τις προϋποθέσεις και την έκταση. Έτσι μεταξύ των εφαρμοστέων διατάξεων περιλαμβάνεται και εκείνη του άρθρου 908 Α.Κ., κατά την οποία: "Ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ’ αυτό. Οφείλει επίσης να αποδώσει και τους καρπούς που συνέλεξε, καθώς και ό,τιδήποτε απέκτησε από το πράγμα".

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 1,2 Ν. 5638/1932:"1. Χρηματική κατάθεσις παρά Τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμόν επ’ ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού (Compte joint, joint account) είναι εν τη εννοία του παρόντος νόμου η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνει χρήση εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών είτε εις είτε τινές, και πάντες κατ’ ιδίαν οι δικαιούχοι. 2.

Η χρηματική κατάθεσις, περί ης η προηγούμενη παράγραφος, επιτρέπεται να ενεργείται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν".

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../21-1-1988 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ρόδου Ζωής Μηνατσή-Ζέρβα συνεστήθη η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία από τους Φ. Φ. (εναγόμενο), ήδη αναιρεσείοντα, Ε.-Κ., σύζυγο Φ. Φ., το γένος Γ. Ρ., Κ. Δ., Ν.

Δ., Φ. Δ. και Θ., σύζυγο Κ. Δ., το γένος Ι. Χ. με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Δ. ΚΑΙ Φ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "...", (ήδη αναιρεσίβλητη), με έδρα την τότε κοινότητα ..., με σκοπό την ανέγερση και εκμετάλλευση ξενοδοχειακών μονάδων και τουριστικών εγκαταστάσεων ...

Λόγω δυσλειτουργίας των διαδοχικώς διορισθέντων με δικαστικές αποφάσεις διοικητικών συμβουλίων της ενάγουσας ... ο εναγόμενος με την από 17-5-1992 αίτησή του ... προς το ανωτέρω Δικαστήριο, ζήτησε διαχειριστικό έλεγχο της εταιρείας και λογοδοσία εκ μέρους του τότε διευθύνοντος συμβούλου της ενάγουσας, Κ.

Δ., καθώς και τον διορισμό νέου διοικητικού συμβουλίου, ενώ με την υπ’ αριθμ. 607/1992 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, ορίσθηκε νέο διοικητικό συμβούλιο, αποτελούμενο από τον εναγόμενο Φ. Φ., τον Κ. Δ. και Η. Α., ενώ απορρίφθηκε το αίτημα για διαχειριστικό έλεγχο για νομικούς λόγους, καθώς επίσης και η με όμοιο αίτημά του ...

αίτησή του με την υπ’ αριθμ. 680/1993 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου. Κατόπιν δε συγκλήσεως έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της ενάγουσας στις 5.4.1993, εκλέχθηκε νέο τακτικό διοικητικό συμβούλιο αυτής, αποτελούμενο από τον εναγόμενο, Φ. Φ. ως Πρόεδρο, τον Κ. Δ. ως Διευθύνοντα σύμβουλο, τον Μ. Τ. ως Αντιπρόεδρο και την Φ.

Δ. ως μέλος. Κατόπιν συμφωνίας μεταξύ του Προέδρου του Δ.Σ.-εναγομένου και του διευθύνοντος συμβούλου Κ. Δ., ανοίχθηκε στις 3-8-1993 ο υπ’ αριθμ. ... κοινός λογαριασμός της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος (Υποκατάστημα ...) στο όνομα των ανωτέρω δύο, με σκοπό την κατάθεση σε αυτόν του ποσού των 18.363.200 δραχμών, με το οποίο το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας επιδότησε την ενάγουσα στις 2.8.1993, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ν. 1262/1982 και της απόφασης υπ’ αριθμ. .../17-12-1987 του Νομάρχη Δωδεκανήσου, εκδοθείσης για το λόγο αυτό, σε διαταγή της, κατά την ως άνω ημερομηνία της υπ’ αριθμ. ...

επιταγής της Τράπεζας της Ελλάδος για το παραπάνω ποσό. Ολόκληρο το ποσόν της επιταγής κατατέθηκε σε αυτόν τον κοινό λογαριασμό και την 5.8.1993 ο εναγόμενος το ανέλαβε ... γεγονός που συνομολόγησε ο ίδιος στη δίκη περί ασφαλιστικών μέτρων και καταχωρίστηκε στα υπ’ αριθμ. 680/25-10-1993 πρακτικά συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που συνιστά εξώδικη ομολογία, εκτιμώμενη ελευθέρως, σύμφωνα με την οποία το ποσό που ανέλαβε από την Εμπορική Τράπεζα βρίσκεται στα χέρια του και είναι στη διάθεση της εταιρείας.

Περαιτέρω την 20-2-1995 αποφασίσθηκε η αποχώρηση των μελών της οικογένειας Φ. από την εταιρεία, διότι οι διενέξεις τους με τα μέλη της οικογένειας Δ. είχαν οξυνθεί και προς το σκοπό αυτό υπεγράφη η από 20-2-1995 σύμβαση μεταβίβασης μετοχών, σύμφωνα με την οποία ο εναγόμενος και η σύζυγος του Ε.- Κ. Φ. πώλησαν και μεταβίβασαν τις 139.800 μετοχές τους, δηλαδή το 50% των μετοχών της εταιρείας στα τέσσερα μέλη της οικογένειας Δ., σε έκαστο κατ’ ισομοιρία, αντί του συνολικού ποσού των 100.000.000 δραχμών.

Ο εναγόμενος προς απόκρουση της αγωγής ισχυρίζεται ότι τον Μάρτιο του έτους 1992, κατόπιν συμφωνίας του με τον Κ. Δ., δάνεισε την ενάγουσα εταιρεία με το ποσόν των 24.000.000 δραχμών, παραδίδοντας το ανωτέρω ποσό στον τελευταίο, λόγω των έντονων οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε τότε, με την συμφωνία να αναλάβει το ποσό αυτό, από την αναμενόμενη κρατική επιδότηση προς την ενάγουσα και ότι προς μερική εξόφληση του ως άνω δανεισθέντος από αυτόν προς την ενάγουσα εταιρεία ποσού ανέλαβε τις 18.363.200 δρχ., ενώ κάθε άλλη απαίτησή του προς την ενάγουσα ή της ενάγουσας προς αυτόν έχει αποσβεσθεί με την κατά τα ανωτέρω πώληση από αυτόν και τη σύζυγο του των μετοχών τους προς την οικογένεια Δ..

Όμως από ουδέν αποδεικτικό μέσο αποδεικνύεται ή συνάγεται η ουσιαστική βασιμότητα του ανωτέρω ισχυρισμού, και τούτο για τους εξής λόγους:... Εξ άλλου, από την 30-6-1995 έκθεση των ελεγκτών Ε. Π. και Γ. Κ. την οποία προτείνουν προς την Γενική Συνέλευση των Μετόχων της ενάγουσας, προκύπτει ότι βεβαιώνουν την ακρίβεια και νομιμότητα των εγγραφών των βιβλίων της ενάγουσας, ότι ο ισολογισμός απεικονίζει επακριβώς την οικονομική κατάσταση της εταιρείας, κατά την ημερομηνία της λήξεως της 31/12/1994 εταιρικής χρήσεως και ότι από το λαβείν της εταιρείας ελλείπει ποσό 18.000.000 δρχ., για το οποίο υπήρχε ειδικός κωδικός ..., το οποίο ανέλαβε για λογαριασμό του ο Φ.

Φ., χωρίς να το έχει μέχρι τότε καταθέσει στο ταμείο της εταιρείας ... Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο εναγόμενος παρανόμως εισέπραξε το ως άνω ποσόν και κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερος εις βάρος της περιουσίας της ενάγουσας, γι’ αυτό και πρέπει να υποχρεωθεί στην επιστροφή του ανωτέρω ποσού ...". Ακολούθως δε, το Εφετείο δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή, δέχθηκε αυτή κατ’ ουσίαν και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα, να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη εντόκως το ποσόν των 53.890,54 ευρώ.

Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τα άρθρα 938, 904, 908 Α.Κ., αφού δέχθηκε, ότι εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων πλούτισε αδικαιολογήτως, καθόσον διέπραξε σε βάρος της αναιρεσίβλητης εταιρίας αδικοπραξία, η από την οποία απαίτηση έχει παραγραφεί και η οποία συνίσταται στο ότι εκείνος εισέπραξε επ’ ονόματι και για λογαριασμό της εταιρίας το ποσό με το οποίο αυτή επιδοτήθηκε από το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και αντί να το εισφέρει στο ταμείο της, το σφετερίσθηκε, ήτοι το υπεξαίρεσε και το κατάθεσε σε τραπεζικό λογαριασμό, ο οποίος ήτο κοινός, στο όνομα του ιδίου και του μετόχου Κ.

Δ. και από τον οποίο μετά ταύτα ο ίδιος ο αναιρεσείων προέβη σε ανάληψη του ποσού. Εν όψει αυτών, το Εφετείο δεν παραβίασε το άρθρο 1 Ν. 5638/1932 το οποίο ορθώς δεν εφάρμοσε, αφού οι διατάξεις του δεν έχουν καμμία σχέση με την διαπραχθείσα σε βάρος της ενάγουσας υπεξαίρεση, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες περί αυτών, ως και περί του ύψους του υπεξαιρεθέντος ποσού κατά το οποίο ο αναιρεσείων κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερος σε βάρος της αναιρεσίβλητης.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. και οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες πρώτος λόγος αναιρέσεως, ως και οι πρώτος πρόσθετος κατά το δεύτερο σκέλος του και δεύτερος πρόσθετος κατά το πρώτο σκέλος του λόγοι είναι αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν κατά τον νόμο ή δύνανται να στηρίξουν αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, αντένσταση, ένδικο μέσο, ανακοπή κ.λ.π.), όχι δε και εκείνοι οι οποίοι συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, τον οποίο χαρακτηρίζει ως "ένσταση ενεργητικής νομιμοποιήσεως" της ενάγουσας εταιρίας προς έγερση της αγωγής της, επειδή ο συγκεκριμένος υπ’ αριθ. ... κοινός λογαριασμός της Εμπορικής Τραπέζης δεν ανήκε στην ενάγουσα, αλλά είχε ανοιχθεί στο όνομα του αναιρεσείοντος και του Κ. Δ., σύμφωνα με το περιεχόμενο της αγωγής συνιστά (ο ισχυρισμός) αιτιολογημένη άρνηση αυτής. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατ’ αμφότερα τα σκέλη του, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 και 19 Κ.Πολ.Δ., επειδή δεν έλαβε υπόψιν τον ανωτέρω, μη συνιστώντα "πράγμα", ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και δεν περιέχει στην απόφασή του σχετικές αιτιολογίες, είναι απαράδεκτος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ’ Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνον το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και ιδιαίτερη αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι έχει ληφθεί τούτο υπ’ όψη από το δικαστήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ’ Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενος ειδικότερα, ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από τον ίδιο αποδεικτικά μέσα, ήτοι α’ ) τον υπ’ αριθ. ...

κοινό λογαριασμό της Εμπορικής Τραπέζης, β’ ) το αντίγραφο του από 6-7-1993 πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης και γ’ ) αντίγραφα των υπ’ αριθμ. 144/1995 και 236/1996 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου περί εγγραφής και εξαλείψεως προσημειώσεως υποθήκης επί ακινήτου Κ. Δ.. Τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, κατά τον αναιρεσείοντα, ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αναφορικά με το ζήτημα της υπεξαίρεσης ή μη εκ μέρους του του επίδικου χρηματικού ποσού.

Όμως, από την σχετική αναφορά του Εφετείου, σε συνδυασμό προς το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Μάλιστα, στην προσβαλλομένη απόφαση, από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα μνημονεύεται ιδιαιτέρως ο υπ’ αριθ. ...

κοινός τραπεζικός λογαριασμός. Επομένως, ο περί του αντιθέτου ως άνω λόγος είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. β’ Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν".

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της κρινομένης αγωγής, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ζήτησε, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, να της καταβάλει το ποσό των 53.890,54 ευρώ νομιμοτόκως από 6-8-1993. Το Εφετείο δέχθηκε κατ’ ουσίαν την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το αιτούμενο ποσό, νομιμοτόκως όμως από 5-8-1993, ήτοι επιδίκασε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τόκους περισσότερους από όσους ζητήθηκαν. Επομένως το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 9 περ. β’ Κ.Πολ.Δ. και ο σχετικός τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος, αν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σε εκείνη (απόφαση) αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υποθέσεως (καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων, νομίμως δοθείσες ένορκες βεβαιώσεις, επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα), σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του και ειδικότερα όσον αφορά τον σκοπό για τον οποίο ανοίχθηκε στην Εμπορική Τράπεζα ο κοινός, υπ’ αριθ. ... καταθετικός λογαριασμός. Επομένως, ο περί του αντιθέτου από την ως άνω διάταξη πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό".

Στην προκειμένη περίπτωση, με το οικείο μέρος του δευτέρου προσθέτου λόγου αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από το άρθρο αυτό, επειδή, κατά τον αναιρεσείοντα, το δικαστήριο ανέγνωσε εσφαλμένως την υπ’ αριθ. 170/154/18-8-1993 επιστολή της Εμπορικής Τραπέζης, σύμφωνα με την οποία, το ποσό το οποίο ανέλαβε ο αναιρεσείων από την Τράπεζα ανέρχεται σε 18.300.000 δρχ. και όχι, όπως δέχθηκε το Εφετείο, σε 18.363.200 δρχ. Περαιτέρω όμως ο αναιρεσείων δεν προσκομίζει το εν λόγω έγγραφο για να διαπιστωθεί η βασιμότητα του ισχυρισμού του και επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Από το άρθρο 580 § 3 εδ. α’ Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιοδήποτε άλλο λόγο, εκτός από τους αναφερομένους στις παραγράφους 1 και 2 του ιδίου άρθρου (υπέρβαση δικαιοδοσίας και αναρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, δηλαδή όταν δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως, αλλά υπολείπεται μόνον η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, όπως στην προκειμένη περίπτωση, η οποία αφορά μόνον την έναρξη της τοκοφορίας του επιδικασθέντος κεφαλαίου, σύμφωνα με τα αναφερόμενα ανωτέρω, κατά παραδοχή του τετάρτου λόγους αναιρέσεως. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλομένη απόφαση, ήτοι μόνον κατά το μέρος το οποίο αφορά το κεφάλαιο των τόκων, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος - αναιρεσείων να καταβάλει στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη το επιδικασθέν ποσόν των 53.890,54 ευρώ νομιμοτόκως από 6-8-1993, να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495§4 Κ.Πολ.Δ., η επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της μερικής ήττας του, στα μερικά δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρο 178§1 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί κατά ένα μέρος, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, την υπ’ αριθ. 71/2014 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Διακρατεί την υπόθεση.

Υποχρεώνει τον αναιρεσείοντα, να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη πενήντα τρείς χιλιάδες οκτακόσια ενενήντα ευρώ και πενήντα τέσσερα λεπτά (53.890,54€) νομιμοτόκως από 6.8.1993.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα μερικά δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 11 Φεβρουαρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ