Legislator Case Law & Legislation
138/2013 AI generated

138/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 138/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

138/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όμως, η πιο πάνω προστασία του δικαιούχου του σήματος παρέχεται με τους περιορισμούς του άρθρου 20 του ίδιου νόμου, περιορισμούς που αποδίδουν τη σύγκρουση ανάμεσα στο γενικό συμφέρον του ελεύθερου ανταγωνισμού και στην ύπαρξη απόλυτων και αποκλειστικών δικαιωμάτων σε άϋλα αγαθά και η οποία (σύγκρουση) αίρεται με υποχώρηση του απόλυτου και αποκλειστικού δικαιώματος υπό προϋποθέσεις.

Keywords

AI generated
misuse of permits and plates likelihood of word confusion genuine use of a mark misleading sign effects of the design commonplace sign
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 138 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 138/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Α. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Κολοκοτρώνη-Παπαζάκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Π. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Γιαννακόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-4-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35040/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1437/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 19-11-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, ανέγνωσε την από 9-3-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της απόφασης κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αυτής και την απόρριψη του δεύτερου.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 1437/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία, κατ' αποδοχή της εφέσεως του ηττηθέντος πρωτοδίκως ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφανίσθηκε εν μέρει η πρωτόδικη απόφαση και ακολούθως έγινε δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά τη βάση της τη στηριζόμενη στις διατάξεις του ν. 2239/1994 και απαγορεύθηκε στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, να χρησιμοποιεί το κατοχυρωμένο από τον ενάγοντα σήμα, αποτελούμενο από την λέξη …, υπό οιαδήποτε μορφή και γραφή ως διακριτικό γνώρισμα του καταστήματός του και των προϊόντων πίτας και ζαχαροπλαστικής, δικής του παραγωγής ή παραγωγής τρίτων.

Σύμφωνα με τα άρθρα 1 παρ.1, 2, 14 παρ.1, 15, 18 παρ.1 και 3, 21 παρ.1-5, 26 του ν. 2239/1994 "περί σημάτων", που συνόψισε σε ενιαίο κείμενο την ελληνική νομοθεσία για τα εμπορικά σήματα, αποτελούμενη μέχρι τότε από τον α.ν. 1998/1939, τον ν. 3205/1955 και το π.δ. 317/1992, ενσωματώνοντας στο ελληνικό δίκαιο και την 89/104/ΕΟΚ 21.12.1980 πρώτη κοινοτική οδηγία, παρέχεται στο δικαιούχο του σήματος, αποκλειστικό και απόλυτο δικαίωμα επ' αυτού, βάσει του οποίου δικαιούται, με την καταχώρησή του στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 6 του ίδιου νόμου (που θεωρείται ότι επέρχεται από την ημέρα που υποβλήθηκε η σχετική δήλωση του, εφόσον το σήμα γίνει δεκτό με αμετάκλητη απόφαση της αρμόδιας Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων), να ζητήσει από κάθε τρίτο, χρησιμοποιούντα το σήμα είτε κατά παραποίηση είτε κατ' απομίμηση για συναφή (ταυτόσημα ή παρόμοια) κατ' αρχήν προϊόντα ή υπηρεσίες με τα διακρινόμενα από το καταχωρηθέν σήμα, να παραλείψει τη χρήση του ή να καταβάλει αποζημίωση ή και αμφότερα.

Όμως, η πιο πάνω προστασία του δικαιούχου του σήματος παρέχεται με τους περιορισμούς του άρθρου 20 του ίδιου νόμου, περιορισμούς που αποδίδουν τη σύγκρουση ανάμεσα στο γενικό συμφέρον του ελεύθερου ανταγωνισμού και στην ύπαρξη απόλυτων και αποκλειστικών δικαιωμάτων σε άϋλα αγαθά και η οποία (σύγκρουση) αίρεται με υποχώρηση του απόλυτου και αποκλειστικού δικαιώματος υπό προϋποθέσεις.

Έτσι το δικαίωμα του σηματούχου περιορίζεται τόσο με την διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 20 του ν. 2239/1994, που ορίζει ότι "το δικαίωμα που παρέχει το σήμα δεν παρεμποδίζει τρίτους να χρησιμοποιούν στις συναλλαγές το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνσή τους..... Η χρήση αυτή πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία ή στο εμπόριο και πάντως όχι εν είδει σήματος" και αναφέρεται στη σύγκρουση του ονοματικού σήματος δηλαδή σήματος που αποτελείται από όνομα ή επωνυμία με το παρεμφερές όνομα ή επωνυμία άλλου προσώπου, όσο και με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 20 του ίδιου νόμου, που έχει ως πρότυπο το άρθρο 6 παρ. 2 της Οδηγίας 89/104 και το άρθρο 107 Καν. 40/94 και η οποία ορίζει ότι "το δικαίωμα που παρέχει το σήμα δεν παρεμποδίζει τρίτους να χρησιμοποιούν στις συναλλαγές ένα προγενέστερο δικαίωμα τοπικής ισχύος, αν το δικαίωμα αυτό ασκείται στα εδαφικά όρια στα οποία αναγνωρίζεται" και αφορά σύγκρουση σήματος με οποιοδήποτε διακριτικό γνώρισμα του ουσιαστικού συστήματος που έχει τοπική ισχύ, διακριτικό γνώρισμα που έχει τοπικά καθιερωθεί.

Με την τελευταία αυτή διάταξη (άρθρο 20 παρ. 2), εισάγεται συνύπαρξη μεταξύ ουσιαστικού και τυπικού συστήματος κτήσης δικαιώματος σε διακριτικό γνώρισμα, περιορίζοντας τις αρνητικές εξουσίας του σηματούχου. Έτσι ο τελευταίος είναι υποχρεωμένος να ανεχθεί τη χρήση του διακριτικού γνωρίσματος μέσα στα εδαφικά όρια ισχύος του, ο δε σχετικός ισχυρισμός του εναγομένου από τον σηματούχο δικαιούχου τέτοιου διακριτικού γνωρίσματος συνιστά ένσταση.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της τα αναγκαία περιστατικά για την κρίση αν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις της εφαρμοσθείσας διάταξης, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νόμιμο χαρακτηρισμό αυτών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιαστική επίδραση στην πορεία της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) Π. Δ. Π., διατηρεί και εκμεταλλεύεται στην πόλη της … από το έτος 1967, ατομική επιχείρηση παραγωγής και εμπορίας ειδών ζαχαροπλαστικής και πιτών, με έδρα το κατάστημά του που βρίσκεται επί της οδού … αρ…, πλησίον της … του ….

Για τη διάκριση της επιχείρησής του αυτής και των προϊόντων που παράγει και εμπορεύεται, χρησιμοποιεί από το έτος 1969 ως διακριτικό γνώρισμα το αστικό του όνομα …, το οποίο επιθέτει επί της προμετωπίδας του καταστήματος, στα τιμολόγια και τις αποδείξεις πληρωμής, στα κουτιά συσκευασίας, στα περιτυλίγματα των πωλουμένων γλυκισμάτων και στις κάρτες που διανέμει στους πελάτες του.

Λόγω της ποιότητας των προϊόντων που παράγει η επιχείρηση του ενάγοντος, έγινε γνωστή στην πόλη της …με τον ως άνω διακριτικό τίτλο... Την 6-5-1998 ο ενάγων κατέθεσε αίτηση στο Υπουργείο Ανάπτυξης για την κατοχύρωση του πιο πάνω διακριτικού γνωρίσματος ως σήματος. Η αίτηση έγινε αμετάκλητα δεκτή με την αριθμ…/1999 απόφαση της αρμοδίας Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων και ο ενάγων κατέστη αποκλειστικά δικαιούχος του αριθμ… σήματος, που αποτελείται από τη λέξη …, αναγραφόμενη ως προς τους χαρακτήρες με μικρά γράμματα, με ιδιαίτερη καλλιτεχνική γραφή, με το αρχικό γράμμα … να απεικονίζεται εικαστικά, ως η αψίδα του …, σε μεγαλύτερο μέγεθος από τα υπόλοιπα μικρά γράμματα της λέξης.

Το σήμα αυτό ο ενάγων χρησιμοποιεί προς διάκριση των ανωτέρω προϊόντων που παράγει και εμπορεύεται, που ανάγονται στην κλάση 30 και αφορούν γενικά γλυκίσματα, παγωτά, καφέ, προϊόντα ζύμης κ.λ.π. Ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων) Κ. Α. του Π., διατηρεί και εκμεταλλεύεται από το έτος 1982 ατομική επιχείρηση παρασκευής και εμπορίας χειροποίητης χωριάτικης πίτας στο κατάστημά του, που βρίσκεται στη … επί της οδού … αρ…, υπό την ένδειξη …, την οποία αναγράφει με κεφαλαία γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου, είτε σε βυζαντινή γραφή και χρησιμοποιεί στην προμετωπίδα του καταστήματός του (σε βυζαντινή γραφή), στις διαφημίσεις, στις χαρτοπετσέτες που προσφέρει μαζί με τις πίτες που πωλεί στους πελάτες, στα κουτιά συσκευασίας και στις αποδείξεις πληρωμής.

Η χρήση από μέρους του εναγομένου της συγκεκριμένης ένδειξης ως διακριτικού τίτλου της επιχείρησής του, συνιστά απομίμηση του κατοχυρωθέντος από τον ενάγοντα σήματος, ανεξαρτήτως του διαφορετικού είδους των χρησιμοποιουμένων στοιχείων για την αναγραφή της λέξης …, καθώς υφίσταται μεταξύ τους απόλυτη ηχητική ομοιότητα, με αποτέλεσμα να προκαλείται σύγχυση στο μέσο καταναλωτή, ως προς την αληθινή ταυτότητα και την προέλευση των προϊόντων (πιτών) του εναγομένου.

Ειδικότερα, ο μέσος καταναλωτής, παραπλανώμενος, εκλαμβάνει, ότι τα προϊόντα αυτά προέρχονται από την επιχείρηση του ενάγοντος και τελούν υπό τον έλεγχο της επιχείρησης του.... Ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι η χρήση της ένδειξης …, ως διακριτικό γνώρισμα των προϊόντων της επιχείρησής του γίνεται απ' αυτόν από το έτος 1988 και προηγουμένως (από το έτος 1972) από τον πατέρα του Π.

Α., ήτοι πριν την κατοχύρωση του επιδίκου σήματος που έγινε το έτος 1999 και ως εκ τούτου νομίμως χρησιμοποιεί την εν λόγω ένδειξη, αν και νόμιμος (αρθρ. 20 παρ.1 Ν. 2239/1994) είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, μετά τα γενόμενα δεκτά, ότι από την εν λόγω χρήση δημιουργείται κίνδυνος σύγχυσης στο μέσο άπειρο αγοραστή-καταναλωτή ως προς την προέλευση των παραγομένων από τον εναγόμενο προϊόντων".

Στη συνέχεια το Εφετείο, κατά παραδοχή της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου και μετά μερική εξαφάνιση της αντιθέτως αποφανθείσης πρωτόδικης απόφασης, δέχθηκε την αγωγή του τελευταίου ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Υπό τις εκτεθείσες παραδοχές το δικαστήριο της ουσίας, παραβίασε εκ πλαγίου με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες τις προαναφερθείσες ουσιαστικού διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 και 2 του ν. 2239/1994, καθόσον δεν καθίσταται σαφές ποία εκ των δύο διατάξεων εφάρμοσε.

Ειδικότερα, ενώ με τις παραδοχές ότι "ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η χρήση της ένδειξης …, ως διακριτικό γνώρισμα των προϊόντων της επιχείρησης του γίνεται από αυτόν από το έτος 1988 (αν και σε προγενέστερη παραδοχή δέχεται αντιφατικά έναρξη της επιχείρησης αυτής από το έτος 1982) και προηγουμένως (από το έτος 1972) από τον πατέρα του Π.

Α., ήτοι πριν την κατοχύρωση του επιδίκου σήματος που έγινε το έτος 1999 και ως εκ τούτου νομίμως χρησιμοποιεί την εν λόγω ένδειξη", δέχεται περιστατικά που στοιχειοθετούν την εφαρμογή της παρ.2 του άρθρου 20 του ως άνω νόμου, (ένσταση παραδεκτώς προβληθείσα πρωτοβαθμίως από τον αναιρεσείοντα και επαναφερθείσα με τις προτάσεις του στο Εφετείο προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου), περιορίζεται στο να κρίνει τον ανωτέρω ισχυρισμό ως νόμιμο, ερειδόμενο στην παράγραφο 1, χωρίς να λαμβάνει θέση περί της ουσιαστικής βασιμότητας αυτού με βάση την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, ενόψει του ότι τα αναφερόμενα περί της ουσιαστικής αβασιμότητας αυτού αφορούν στην πρόκληση κινδύνου συγχύσεως, προϋπόθεση που απαιτείται για την εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 20 του ν. 2239/1994.

Επομένως ο σχετικός πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος του όπως εκτιμάται, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω έρευνα στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο όμως από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1437/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για παραπέρα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 12 Σεπτεμβρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ