138/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated138/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 5 ΚΠολΔ, κατά την οποία, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47, συνάγεται, ότι ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος δημιουργείται μόνο όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας αναφερόμενο σε παραδοχή της καθ' ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ίδιου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 138 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 138/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Χ1 και 2. Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παντελή Μήτση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πεπόνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-7-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 639/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 134/2006 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-7-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 21-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 220 του ΚΠολΔ, αγωγές, στις οποίες περιλαμβάνονται και αναγνωριστικές ή ανακοπές εμπράγματες, μικτές ή νομής, εκτός από τα ασφαλιστικά μέτρα νομής, οι οποίες αφορούν ακίνητα, εγγράφονται ύστερα από αίτηση του ενάγοντος ή ανακόπτοντος στα βιβλία διεκδικήσεων του γραφείου της περιφέρειας όπου βρίσκεται το ακίνητο μέσα σε τριάντα ημέρες από την κατάθεση τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτες (παρ. 1).
Με διατάγματα που εκδίδονται ύστερα από πρόταση του Υπουργού της Δικαιοσύνης ορίζεται ο τρόπος που τηρούνται τα βιβλία διεκδικήσεων (παρ. 3)". Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Β.Δ/τος 565/1968, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ανωτέρω άρθρου 220 παρ. 3 ΚΠολΔ, η καταχώρηση συνίσταται στην εγγραφή περίληψης της πράξης (δικογράφου), η οποία πρέπει απαραιτήτως να περιέχει σαφή μνεία του είδους της πράξης (αγωγής, ανακοπής, παρέμβασης, ανταγωγής) την ημερομηνία του δικογράφου τα ονοματεπώνυμα των διαδίκων, την πλήρη περιγραφή του ακινήτου με αναφορά του τίτλου κτήσεως, στο δικαστήριο στο οποίο αυτή κατατέθηκε και τον αύξοντα αριθμό αυτού Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1094ΑΚ και 216 παρ. 1 στοιχ.
α' και β' Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι τα στοιχεία που απαιτούνται για το ορισμένο διεκδικητικής αγωγής ακινήτου είναι, εκτός των άλλων, και η ακριβής περιγραφή του ακινήτου, δηλαδή προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, με την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή, το επίδικο ακίνητο, το οποίο κατέχεται από το δεύτερο εναγόμενο, περιγράφεται ως διαιρετό τμήμα, εμβαδού 600 τ.μ.
ή όσης έκτασης είναι, του ...... οικοπεδικού κλήρου της οριστικής διανομής του αγροκτήματος ....., ευρισκόμενο εντός του οικισμού ...... της ομώνυμης Κοινότητας του Νομού Πρέβεζας και με όρια, ολόγυρα, κοινοτική πλατεία, κοινοτική οδό ιδιοκτησία Γ1 και υπόλοιπη έκταση του 147 τεμαχίου. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι η ενάγουσα με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, διευκρινίζοντας και διορθώνοντας, κατ' αρθρ. 224ΚΠολΔ, την αγωγή της, ανέφερε, ότι το εμβαδόν του επιδίκου, όπως τα όρια του ορίσθηκαν ανωτέρω, είναι 420,14 τ.μ., ενόψει δε τούτων, η ως άνω περιγραφή του επιδίκου είναι ακριβής, ως περιέχουσα όλα τα προαναφερθέντα, αναγκαία κατά νόμο προς τούτο στοιχεία, ώστε ουδεμία αμφιβολία να καταλείπεται ως προς την ταυτότητα του ακινήτου αυτού, παρά την ανωτέρω μεταβολή, ως προς το εμβαδόν του, αφενός μεν διότι δεν μεταβλήθηκαν τα όρια του, από τα οποία ,ούτως ή άλλως, θα προέκυπτε το ακριβές εμβαδόν του, αφετέρου δε ενόψει της σχετικής ως προς την έκταση του επιφυλάξεως της ενάγουσας.
Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε τον περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμό των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων. Κρίνοντας έτσι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ 14βΚΠοΔ, της παρά το νόμο μη κήρυξης απαράδεκτης της αγωγής, ως αόριστης, λόγω μη ακριβούς περιγραφής του επίδικου ακινήτου, συνακόλουθα και λόγω ελλιπούς περιγραφής τούτου στην περίληψή του που γράφτηκε στα οικεία βιβλία μεταγραφών, ο δε περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης, από την ανωτέρω διάταξη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 5 ΚΠολΔ, κατά την οποία, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47, συνάγεται, ότι ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος δημιουργείται μόνο όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας αναφερόμενο σε παραδοχή της καθ' ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ίδιου.
Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο έφεσης που υπάγεται, κατά το άρθρο 19 του ΚΠολΔ, στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του, κρίνει εσφαλμένα, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην. Στην κρινόμενη υπόθεση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, πρώτο μέρος, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι εσφαλμένα απέρριψε την ένσταση που πρόβαλαν οι ήδη αναιρεσείοντες, με λόγο έφεσης, για καθ' ύλην αναρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου) και δέχθηκε ότι το τελευταίο ήταν καθ' ύλη αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση, ενώ έπρεπε να παραπέμψει αυτή προς εκδίκαση στο αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας.
Η προβαλλόμενη αιτίαση δεν αναφέρεται σε σφάλμα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αναφορικώς με τη δική του αρμοδιότητα και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ελλιπούς αιτιολογίας της πληττόμενης απόφασης, ως προ το ανωτέρω ζήτημα της καθ ύλη αρμοδιότητας του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι από την ως άνω διάταξη δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω παραβίασης δικονομικών διατάξεων, όπως είναι και οι σχετικές με την αναρμοδιότητα· ως άνω διατάξεις του ΚΠολΔ.
Ο αυτός λόγος αναίρεσης, τρίτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, ήτοι την αξία του αντικειμένου της δίκης η οποία ήταν θεμελιωτική της καθ' ύλη αρμοδιότητας του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να διατάξει απόδειξη για το θέμα αυτό, σύμφωνα με την γενική αρχή της ελεύθερης κρίσης του δικαστηρίου για το προσδιορισμό της αξίας του αντικειμένου της δίκης, η οποία καθιερώνεται με το άρθρο 8 ΚΠολΔ.
Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4,566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου(άρθρο 559 αριθ.Ια ΚΠολΔ),πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, η έννοια που αποδίδει σ' αυτές ο αναιρεσείων, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, εφόσον το δικαστήριο εξέτασε την ουσία της υπόθεσης, την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, υπό τα οποία συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δε μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφαση του στερείται νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ. 19ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται, πλην των άλλων, οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η αποδιδόμενη παράβαση και η αιτία συνεπεία της οποίας συμβαίνει τούτο, ήτοι αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε πρέπει να καθορίζεται σε τί συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη προκύπτει, ή εάν έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια τους, ποίο δηλαδή το στοιχείο που λείπει που είναι αναγκαίο για την επάρκεια τους.
Στην υπόθεση που κρίνεται, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.Ια ΚΠολΔ πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281ΑΚ, απέρριψε την ένσταση των ήδη αναιρεσειόντων, περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξίωσης της αναιρεσίβλητης, με τον δε έβδομο λόγο, πρώτο μέρος, από την ίδια διάταξη του άρθρου 559 αριθ.ΙαΚΠολΔ,αποδίδεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο η πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας των άρθρων 249,271,272 εδ.
α ΑΚ, διότι το Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση των αυτών διαδίκων, περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης. Οι λόγοι αυτοί είναι αόριστοι και πρέπει να απορριφθούν, καθόσον δεν καθορίζεται η νομική πλημμέλεια του δικαστηρίου, δηλαδή σε τί συνίσταται ακριβώς το σφάλμα που αποδίδεται στο Εφετείο, το οποίο απέρριψε τις ως άνω ενστάσεις περί καταχρηστικής άσκησης και περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης, ούτε και αναφέρονται οι κρίσιμες παραδοχές του Εφετείου, υπό τις οποίες συντελέσθηκαν οι προβαλλόμενες παραβιάσεις των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, με συνέπεια να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος.
Με τον έβδομο λόγο, δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 19ΚΠολΔ, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για αντιφατικότητα αιτιολογιών ως προς την απόρριψη της ως άνω ένστασης ,περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης, χωρίς ωστόσο να αναφέρονται στο αναιρετήριο, οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η αποδιδόμενη παράβαση καθώς και σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη προκύπτει Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος.
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19ΚΠολΔ,η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής κρίσιμα περιστατικά: Κύριος του επίδικου ακινήτου (οικοπεδικού κλήρου), στο οποίο υπήρχε παλαιά οικία, εμβαδού 40 τ. μ. περίπου ήταν ο Ζ1, πατέρας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και του πρώτου των αναιρεσειόντων, με παραχώρηση και μεταγραφή του παραχωρητηρίου.
Από το έτος 1970 μέχρι και τον κατά το έτος 1992 θάνατο του, ουδέποτε μεταβίβασε και παρέδωσε με οποιοδήποτε τρόπο τη νομή και κατοχή του επιδίκου στον πρώτο εναγόμενο, ο δε τελευταίος ουδέποτε από το έτος 1970 μέχρι και το έτος 1994 άσκησε οποιαδήποτε πράξη νομής ή κατοχής επί του ακινήτου αυτού, με τη θέληση του να είναι κύριος και, συνεπώς δεν απέκτησε την κυριότητα αυτού με έκτακτη χρησικτησία.
Αντίθετα, από την παραχώρηση του επιδίκου μέχρι και τον θάνατο του ο Ζ1 είχε το ακίνητο στη νομή και κατοχή του, ασκώντας όλες τις σύμφωνες με τη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις, με την θέληση να είναι κύριος του. Συγκεκριμένα, κατοικούσε στην ανωτέρω οικία με την οικογένεια του, η οποία αποτελούνταν από την σύζυγο του και τα έξι τέκνα του, κατασκεύασε, το έτος 1970,μέσα στο επίδικο και άλλο ισόγειο κτίσμα εμβαδού 40τ.μ.
περίπου, το οποίο χρησιμοποιούσε ως κατοικία ,με δάνειο που έλαβε από την Α.Τ.Ε. στην αποπληρωμή του οποίου βοηθήθηκε και από τα τέκνα του, λόγω των περιορισμένων οικονομικών του δυνατοτήτων, μεταξύ των οποίων και ο πρώτος εναγόμενος. Μετά τους γάμους των τέκνων του και την αποχώρηση τους από την οικογενειακή στέγη συνέχισε να διαμένει στην ανωτέρω οικία και να χρησιμοποιεί το επίδικο ο ίδιος, η σύζυγος και η ενάγουσα, η οποία τέλεσε γάμο τελευταία, επέτρεπε δε στον πρώτο εναγόμενο και μετά την τέλεση του γάμου του, οπότε αναχώρησε από την Κοινότητα ......, να διαμένει, όταν επισκεπτόταν τον ......., σε δωμάτιο της ανωτέρω οικίας με την οικογένεια του, και να προβαίνει κατά καιρούς σε διάφορες εργασίες βελτίωση της οικίας, όπως στην τοποθέτηση, περίπου το έτος 1989, ηλιακού θερμοσίφωνου, την κατασκευή λουτρού ,για την καλύτερη διαβίωση, πρωτίστως του ιδίου και της οικογένειας του, όταν επισκεπτόταν την Κοινότητα ......
Το έτος 1979 επέτρεψε στο γιο του ......... να ανεγείρει οικοδομή στο υπόλοιπο, πλην του επιδίκου, τμήμα του μείζονος οικοπέδου, απαγόρευσε δε στον πρώτο εναγόμενο να ανεγείρει οικοδομή στο επίδικο, όταν αυτός επιχείρησε να πράξει τούτο, το έτος 1979 περίπου, βάσει οικοδομικής άδειας, την οποία είχε εκδώσει σχετικώς, διότι πρόθεση του ήταν να παραχωρήσει το επίδικο στην ενάγουσα.
Στην ενάγουσα περιήλθε τούτο κατά κυριότητα, μετά τον κατά το έτος 1992 θάνατο αυτού, με την αναφερόμενη δημόσια διαθήκη του, με την οποία κατέλειπε το ακίνητο σ' εκείνη, και νόμιμη αποδοχή και μεταγραφή της επαχθείσας κληρονομιάς του από την τελευταία. Ο πρώτος εναγόμενος, που αμφισβητούσε την κυριότητα της ενάγουσας στο επίδικο, το έτος 1994,με το αναφερόμενο συμβόλαιο μεταβίβασε την κυριότητα του επιδίκου στο δεύτερο εναγόμενο, γιο του, λόγω γονικής παροχής, επικαλούμενος κυριότητα επ' αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθείς αυτό συνεχώς από εικοσαετίας και πλέον, κατόπιν προφορικής παραχώρησης της νομής του από τον πατέρα του, πλην αβασίμως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν.
Ενόψει τούτων, αφού ο πρώτος εναγόμενος δεν ήταν κύριος του επιδίκου κατά τον χρόνο της παραπάνω μεταβίβασης του, ο δεύτερος εναγόμενος δεν κατέστη κύριος αυτού, με την ως άνω μεταβίβαση του. Παρόλα αυτά το καλοκαίρι του έτους 1995 οι εναγόμενοι κατέλαβαν το επίδικο ακίνητο και έτσι απέβαλαν από τη νομή του την ενάγουσα, παρανόμως, ήτοι χωρίς δικαίωμα και παρά την θέληση της, έκτοτε δε ο κατέχει τούτο ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος άρχισε να ανεγείρει επ' αυτού οικοδομή.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη η ένσταση ιδίας κυριότητας, με έκτακτη χρησικτησία, του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και έγινε δεκτή η ένδικη διεκδικητική αγωγή. Κρίνοντας έτσι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην πληττόμενη απόφαση πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη άτυπης παραχώρησης της νομής του ακινήτου από τον ανωτέρω δικαιοπάροχο της ενάγουσας στον πρώτο εναγόμενο, της μη άσκησης επ' αυτού, από εκείνον, διακατοχικών πράξεων με διάνοια κυρίου, καθώς και περί της αποβολής της ενάγουσας από τη νομή αυτού, το έτος 1995 από το δεύτερο των αναιρειόντων, οι δε περί τουναντίου λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ 19, πέμπτος, πρώτο μέρος, και έκτος, δεύτερο μέρος, όπως εκτιμήθηκαν, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος με το οποίο περιέχουν αιτιάσεις ότι οι παραδοχές του Εφετείου, σχετικώς με την απαγόρευση του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας στον πρώτο εναγόμενο να ανεγείρει επί του επιδίκου οικοδομή, το έτος 1979, βάσει οικοδομικής άδειας την οποία είχε εκδώσει, και περί της αποβολής της ενάγουσας από το επίδικο από το δεύτερο των εναγομένων το έτος 1994, δεν προκύπτουν από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι αναφέρονται στην περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση τον δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποία αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Δεν αποτελούν όμως πράγματα, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, και επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση αποδείξεων. Στην συγκεκριμένη υπόθεση, με τον μεν πέμπτο λόγο αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια η παραδοχή ως αληθινού, χωρίς απόδειξη, ότι ο πατέρας του πρώτου των αναιρεσειόντων απαγόρευσε σ' αυτόν την ανέγερση οικοδομής στο επίδικο δυνάμει της οικοδομικής άδειας που προαναφέρθηκε, με τον δε έκτο λόγο, τρίτο μέρος, από την ίδια διάταξη, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αληθινό, χωρίς απόδειξη, τον ουσιώδη αγωγικό ισχυρισμό, ότι η ενάγουσα αποβλήθηκε από το επίδικο από τους αντιδίκους της το έτος 1995.0 πρώτος των λόγων αυτών αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι το φερόμενο ως δεκτό γενόμενο, περιστατικό, χωρίς απόδειξη, από το Εφετείο, δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια που εκτέθηκε, αλλά συμπέρασμα από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Ο δεύτερος των λόγων αυτών είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, στην παραδοχή του ως άνω αγωγικού ισχυρισμού, που έχει ουσιώδη επίδραση για την έκβαση της δίκης, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνεται στην απόφαση, των ενόρκων καταθέσεων των ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εξετασθέντων μαρτύρων, των εγγράφων, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, καθώς επίσης και των ενόρκων βεβαιώσεων μαρτύρων, που αναφέρονται στην απόφαση, και επομένως, στην ως άνω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335,338,339 και 340ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.
Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε, προς συναγωγή τεκμηρίων, τα αναφερόμενα στον τέταρτο λόγο αναίρεσης, έγγραφα, όπως επίσης και την αναφερόμενη στον έκτο λόγο αναίρεσης, πρώτο μέρος, 175/2001 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων.
Επομένως, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, με τους οποίους ψέγεται η πληττόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-7-2006 αίτηση των Χ1, κλπ, για αναίρεση της 134/2006 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ