Legislator Case Law & Legislation
1389/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor contract termination due to academic fraud and false declaration.

Case Number 1389/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the labor court's decision to terminate an indefinite-term employment contract. The employer argued that the employee committed academic fraud and made false declarations, warranting immediate dismissal without further investigation. The court found the lower court's reasoning insufficient regarding why the employee's continued employment outweighed these serious breaches of trust.

Legislator headnote

AI generated

Articles 669 para. 2 of the Civil Code; Articles 1 of Law 2112/1920 and 1, 5 of Law 3198/1955: Termination of an indefinite-term employment contract is a unilateral, voidable act; the employer's right to terminate does not depend on the validity of the cause, but the lower court must provide specific reasons why the employee's continued service outweighs the serious breach of trust.

Keywords

AI generated
indefinite term contract academic fraud false declaration breach of trust labor termination appeal admissibility insufficient reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 669 para. 2 of the Civil Code
Article 1 of Law 2112/1920
6 § 1) Οι προσλήψεις του προσωπικού διενεργούνται με τη διαδικασία του Ν.
Article 1 and 5 of Law 3198/1955
6 § 1) Οι προσλήψεις του προσωπικού διενεργούνται με τη διαδικασία του Ν.
Articles 552, 553, 556, 558, 564 para.1, 566 para.3 and 144 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1389 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1389/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης συγκοινωνιακής εταιρείας με την επωνυμία "ΟΔΙΚΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "Ο.ΣΥ.Α.Ε." που προήλθε από την συγχώνευση με απορρόφηση της εταιρείας "ΗΛΕΚΤΡΟΚΙΝΗΤΑ ΛΕΩΦΟΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΑΘΗΝΩΝ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΗΛΠΑΠ ΑΕ" από την εταιρεία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΘΕΡΜΙΚΩΝ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ -ΕΘΕΛ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον 'Αγιο Ιωάννη Ρέντη Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Μπούρλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Β. Α. του Κ., κατοίκου ... που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Μελισσανίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-7-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1715/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4276/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-9-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα - Ξένου - Κοκολέτση. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 4.9.2020 και με αριθ. κατάθ. 6416/771/8.9.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την διαδικασία των άρθρων 614 επ. ΚΠολΔ με αριθ. 4276/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή το Εφετείο δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 12.10.2018 και με αριθ. κατάθ. 104636/7330/8.11.2018 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 1715/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.3 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

2. Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών, εφόσον είναι προφανής, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.

Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια, μίσος ή διάθεση εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου.

Η καταγγελία όμως δεν είναι καταχρηστική όταν οφείλεται σε διακοπή της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ αυτού και του εργαζομένου, που προήλθε από αντισυμβατική συμπεριφορά ή από πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του τελευταίου, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του εργαζομένου προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συναδέλφους ή προς τους συναλλασσομένους με την επιχείρηση του εργοδότη, αφού στην περίπτωση αυτή διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης και κλονίζεται η μεταξύ των μερών σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει τη λειτουργία της σύμβασης (ΑΠ 1889/2017, 1683/2012).

Επίσης δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι` αυτή κάποια αιτία, αφού ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής κατά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι` αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη. Περαιτέρω, εάν στον κανονισμό εργασίας του εργοδότη προβλέπονται πειθαρχικά παραπτώματα και αντίστοιχες πειθαρχικές ποινές, τότε ναι μεν ο εργοδότης δεν υποχρεούται να επιλέξει αντί της καταγγελίας την επιβολή πειθαρχικής ποινής, λόγω της διαφορετικής λειτουργίας τους, αφού με την πρώτη απομακρύνεται της εργασίας ο εργαζόμενος διότι η εργασιακή σχέση δεν μπορεί κατά την καλή πίστη να συνεχισθεί για τον εργοδότη, ενώ με τη δεύτερη επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχείρησης, πλην όμως η προσφυγή του εργοδότη στην καταγγελία, ελέγχεται κατά το άρθρο 281 ΑΚ από το δικαστήριο, το οποίο επίσης ερευνά, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστης και στηρίζεται στο άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος.

Ειδικότερα, το δικαστήριο, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη (ΑΠ 1173/2017, 244/2017, 769/2016, 601/2013, 904/2012).

Περαιτέρω, με το ν. 2175/1993 ιδρύθηκε ως ν.π.ι.δ. με έδρα την Αθήνα η εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Αστικών Συγκοινωνιών Αθηνών (Ο.Α.Σ.Α.)", με σκοπό τη διεξαγωγή των Αστικών Συγκοινωνιών με όλα τα μέσα μαζικής μεταφοράς στο Λεκανοπέδιο Αττικής. Σε εφαρμογή του άρθρου 1 § 4 του ως άνω ν. 2175/1993 ιδρύθηκαν από τον Ο.Α.Σ.Α.

ως ΔΕΚΟ, για την εκτέλεση και εκμετάλλευση του συγκοινωνιακού έργου, οι εταιρείες Ε.ΘΕ.Λ. Α.Ε. και Η.Λ.Π.Α.Π. Α.Ε., νομίμως συσταθείσες. Εν συνεχεία και με βάση απευθείας τις διατάξεις του ν. 3920/2011, συστάθηκε η αναιρεσείουσα εταιρεία, Ο.Σ.Υ. Α.Ε., προερχόμενη από τη συγχώνευση, δυνάμει των διατάξεων του ως άνω νόμου (ν. 3920/2011), της Ε.ΘΕ.Λ.

Α.Ε. με την Η.Λ.Π.Α.Π. Α.Ε. με απορρόφηση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 § 6 του ως άνω νόμου, της δεύτερης από την πρώτη εταιρεία. Συναφώς έχει εκδοθεί και δημοσιευθεί νομίμως η πράξη συγχώνευσης των ως άνω εταιρειών (ΦΕΚ 1454/Β/17.6.2011). Οι εργασιακές σχέσεις της αναιρεσείουσας ρυθμίζονται από τις διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ΟΑΣΑ-ΕΘΕΛ-ΗΛΠΑΠ, ο οποίος, κυρώθηκε με το άρθρο 9 του ν. 2669/1998 και έχει ως εκ τούτου ισχύ νόμου (ΟλομΑΠ 2/2009).

Κατά τις διατάξεις του Κανονισμού αυτού : Άρθρ. 6 § 1) Οι προσλήψεις του προσωπικού διενεργούνται με τη διαδικασία του Ν. 2190/1994, όπως ισχύει κάθε φορά. Άρθρ. 7 § 1 εδ. α') Κάθε υποψήφιος για κάθε κατηγορία προσωπικού και ανεξάρτητα από τη θέση εργασίας πρέπει να έχει τα απαιτούμενα προσόντα που καθορίζονται κάθε φορά από το Δ.Σ.

της εταιρείας ή απαιτούνται από το νόμο και τον Υπηρεσιακό Οργανισμό για τη συγκεκριμένη θέση ή απασχόληση. Άρθρ. 7 § 2) Εκτός από τα ειδικά πιστοποιητικά ή άλλα έγγραφα που πρέπει να προσκομίζουν για την πρόσληψή τους οι υποψήφιοι στην αρμόδια Υπηρεσία Προσωπικού, οφείλουν σε κάθε περίπτωση να υποβάλλουν, το αργότερο μέχρι την προσδιορισμένη κάθε φορά ημερομηνία, τα παρακάτω πιστοποιητικά σε πρωτότυπο ή επικυρωμένο αντίγραφο:

α. (...) ε. Τίτλους σπουδών (...). Άρθρ. 7 § 3)... Επίσης πρέπει να υποβάλλεται υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1985, η οποία πρέπει να περιέχει τα στοιχεία ταυτότητας, τον αριθμό φορολογικού μητρώου, την ακριβή διεύθυνση και τον αριθμό τηλεφώνου, φωτοτυπία της αστυνομικής του ταυτότητας και να βεβαιώνεται η ακρίβεια των όσων δηλώθηκαν.

Ψευδείς δηλώσεις ή απόκρυψη στοιχείων κατά την πρόσληψη θεωρούνται σοβαρά παραπτώματα, για τα οποία δικαιολογείται η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, οποτεδήποτε κι αν διαπιστωθούν, χωρίς καταβολή αποζημίωσης. Κατά δε το άρθρο 12 του ν. 2669/1998, με τον οποίο κυρώθηκε ο άνω Κανονισμός "Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται : 1.

Κάθε διάταξη νόμου ή κανονισμού εργασίας με ισχύ νόμου ή όρος συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητικής απόφασης ή πρακτικού συμφωνίας ή άλλης άτυπης συλλογικής ρύθμισης οποιοσδήποτε μορφής ή όρος ατομικής σύμβασης εργασίας, ρητώς ή λόγω μακροχρόνιας πρακτικής καθιερωμένος, απόφαση της Διοίκησης της Εταιρείας ή των εντεταλμένων οργάνων της ή γενικά κάθε συμβατικής ή μονομερούς δικαιοπραξίας της Διοίκησης, οποιουδήποτε χαρακτήρα ή νομικής δεσμευτικότητας που εφαρμόζονται στο προσωπικό των Ο.Α.Σ.Α., Ε.ΘΕ.Λ., Η.Λ.Π.Α.Π., Η.Σ.Α.Π.

και αντίκεινται ρητά και ειδικά στις διατάξεις του παρόντος νόμου. 2. Κάθε γενική ή ειδική διάταξη νόμου που αντίκειται στις διατάξεις του παρόντος νόμου ή κατά το μέρος που ρυθμίζει κατά διάφορο τρόπο θέματα που διέπονται από τον παρόντα νόμο". Από τις παραπάνω διατάξεις του ΓΚΠ της αναιρεσείουσας εταιρείας, προκύπτει σαφώς ότι αν ο εργαζόμενος κατά την πρόσληψή του στην ΟΣΥ προσκομίσει πλαστό ή παραποιημένο τον προσδιοριζόμενο από το άρθρο 7 § 1 του ΓΚΠ, ως αναγκαίο, τίτλο σπουδών και βεβαιώσει ψευδώς στην κατατιθέμενη στην εργοδότρια υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1985 ότι ο τίτλος είναι γνήσιος, η σύμβαση εργασίας του με την αναιρεσείουσα δεν καθίσταται εκ του λόγου τούτου άκυρη αλλά το γεγονός αυτό θεωρείται σοβαρό παράπτωμα (σπουδαίος λόγος) που δικαιολογεί την καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, οποτεδήποτε κι αν διαπιστωθεί, χωρίς καταβολή αποζημίωσης.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλομΑΠ 1/2016, 7/2006).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. 3. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε την από 11.7.2014 και αριθ.

κατάθ. 86169/2988/18.7.2014 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποίαν ισχυριζόμενη ότι εργαζόταν στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως οδηγός αστικών λεωφορείων, ότι κατά την πρόσληψή της δήλωσε ότι είναι κάτοχος τίτλου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ότι η τελευταία την 1.5.2014 κατάγγειλε τη σύμβαση εργασίας της, χωρίς να της καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωσή της, επικαλούμενη κώλυμα διορισμού της και συγκεκριμένα μη γνησιότητα του τίτλου σπουδών της, ζήτησε, θεωρώντας ότι η απόλυσή της είναι καταχρηστική για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της και να της καταβάλει μισθούς υπερημερίας, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, επικουρικά δε να της καταβληθεί η αποζημίωση απόλυσης.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή με την υπ' αριθ. 1715/2016 οριστική απόφασή του και κατ' έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης το Εφετείο εξαφάνισε την απόφαση αυτή και, κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας επί της αγωγής την δέχτηκε εν μέρει κατ' ουσίαν. Ειδικότερα το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε, ως προς τα ζητήματα επί των οποίων εκτείνονται οι αναιρετικοί λόγοι ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, επαγγελματίας οδηγός, προσλήφθηκε την 21.10.2002, μέσω διαγωνισμού που διενήργησε ο ΑΣΕΠ και αφού υπέβαλε εμπρόθεσμα τη σχετική αίτηση- υπεύθυνη δήλωση για την πρόσληψή της, με όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά, μεταξύ των οποίων και τον απολυτήριο τίτλο σπουδών του 2ου Γενικού Λυκείου Πετρούπολης, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως οδηγός λεωφορείων στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα.

Ότι δυνάμει της υπ' αριθ. πρωτ. ΔΙΔΑΔ/Φ. 34/42/οικ. 33906/16.12.2013 Εγκυκλίου της Γενικής Διεύθυνσης Κατάστασης Προσωπικού του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, τα αρμόδια όργανα της εναγομένης κλήθηκαν να ελέγξουν τη νομιμότητα πρόσληψης των υπαλλήλων της και ειδικότερα να διενεργήσουν έλεγχο νομιμότητας όλων των πτυχίων, των πιστοποιητικών και των στοιχείων που σχετίζονταν με την πρόσληψη, τη μετάταξη ή τη μετατροπή σε αορίστου χρόνου της εργασιακής σχέσης των υπαλλήλων, καθώς και του συνόλου των στοιχείων που συμπεριλαμβάνονταν στο προσωπικό τους μητρώο (τίτλους σπουδών, πτυχία, μεταπτυχιακά, διδακτορικά, πιστοποιητικά γνώσης Η/Υ κλπ), τα οποία αποδείκνυαν την κατοχή των κύριων, πρόσθετων ή επικουρικών προσόντων, βάσει των οποίων τεκμηριωνόταν η νομιμότητα της υπαλληλικής σχέσης και κατάστασης.

Ότι σε εκτέλεση της ως άνω Εγκυκλίου, η εναγομένη προέβη στον σχετικό παραγγελθέντα έλεγχο και διαπιστώθηκε ότι ο προσκομισθείς από την ενάγουσα ως άνω απολυτήριος τίτλος σπουδών του 2ου Γενικού Λυκείου Πετρούπολης, από το οποίο αυτή αποφοίτησε, δεν συμφωνεί με το απολυτήριο, που εκδόθηκε από το ανωτέρω Λύκειο τόσο ως προς τους βαθμούς των επιμέρους μαθημάτων όσο και ως προς τον τελικό βαθμό που είναι 13 και 7/12 και όχι 16.

Ότι η εναγομένη, βασιζόμενη στην παραπάνω διαπίστωση, θεώρησε τον απολυτήριο τίτλο σπουδών ως μη γνήσιο και με την με αριθ. πρωτοκόλλου ... ειδοποίηση- κλήση της, κάλεσε την ενάγουσα να καταθέσει τις απόψεις της εντός πέντε (5) ημερών, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 20 Σ σε συνδυασμό με το άρθρο 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας και το άρθρο 7 παρ. 3 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της εναγομένης, πλην όμως η ενάγουσα παρότι βρέθηκε στην οικία της αρνήθηκε να παραλάβει την προαναφερόμενη κλήση και να υπογράψει την έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών.

Ότι περαιτέρω η ενάγουσα δεν ανταποκρίθηκε στην ανωτέρω ειδοποίηση της εναγομένης και δεν προσήλθε εντός της τασσόμενης προθεσμίας για να εκθέσει τις απόψεις- ενστάσεις της σχετικά με την ψευδή δήλωση των στοιχείων που αφορούσαν τον απολυτήριο τίτλο σπουδών της που κατάθεσε ως άνω ενώπιον των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης, όπως τα ανακριβή αυτά στοιχεία διαπιστώθηκαν κατόπιν του διενεργηθέντος ελέγχου.

Ότι, κατόπιν αυτών ακολούθησε η με αριθ. πρωτοκ. ... ειδοποίηση- γνωστοποίηση της εναγομένης, η οποία επιδόθηκε νόμιμα στην ενάγουσα, με την οποία καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας της, με έναρξη ισχύος από 1.5.2014, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 3 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του ΟΑΣΑ ΕΘΕΛ, με την αιτιολογία ότι από τον έλεγχο γνησιότητας και νομιμότητας των τίτλων δεν επιβεβαιώθηκε η γνησιότητα του απολυτηρίου σπουδών της.

Ότι έκτοτε η εναγομένη έπαψε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας, η οποία γνώριζε ότι ο απολυτήριος τίτλος σπουδών του ως άνω Λυκείου που κατέθεσε κατά την υποβολή των δικαιολογητικών, για την πρόσληψή της ήταν μη γνήσιος και παρά ταύτα τον προσκόμισε, προκειμένου να επιτύχει την πρόσληψή της, γεγονός το οποίο πέτυχε και ότι η γνώση της αυτή συμπεραίνεται από το γεγονός ότι υπήρχε μεγάλη διαφορά ανάμεσα στον πραγματικό τελικό βαθμό του απολυτηρίου της (13 και 7/12) και σε αυτόν που αναγράφονταν στο απολυτήριο που προσκόμισε (16), ώστε να μην μπορεί να οφείλεται η διαφορά αυτή σε παραδρομή ή σε εσφαλμένο υπολογισμό κατά την πρόσθεση των βαθμών στα επιμέρους μαθήματα, και επιπροσθέτως από τη στάση της ενάγουσας κατά την κλήση της από της εναγομένη με την με αριθ.

πρωτοκόλλου ... ειδοποίηση- κλήση, για να παράσχει εξηγήσεις περί του γεγονότος αυτού, στην οποίαν αναγραφόταν ο λόγος για τον οποίον καλούνταν η ενάγουσα να καταθέσει τις απόψεις της, την οποία ωστόσο ειδοποίηση αυτή η ενάγουσα αρνήθηκε να παραλάβει και ως εκ τούτου της επιδόθηκε από τη δικαστική επιμελήτρια τελικά δια θυροκολλήσεως έξωθεν της οικίας της.

Ότι η βαθμολογία στον απολυτήριο τίτλο σπουδών αποτελούσε κριτήριο για την επιλογή και αξιολόγηση των υποψηφίων και ότι παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα συνετέλεσε στην παραποίηση του απολυτηρίου τίτλου σπουδών της, δια της αναγραφής επ' αυτού υψηλότερου γενικού βαθμού απόλυσης από αυτόν τον οποίον είχε πραγματικά βαθμολογηθεί, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της με έναρξη από 1.5.2014 στην οποίαν προέβη η εναγομένη, δεν ήταν απαραίτητη προκειμένου να επιτευχθεί το καλώς εννοούμενο συμφέρον της τελευταίας, καθόσον η παραποίηση αυτή εκ του αποτελέσματος δεν είχε δυσμενή έννομη συνέπεια στην πρόσληψη άλλου υποψηφίου, η ίδια δε η ενάγουσα με τον πραγματικό βαθμό του απολυτηρίου της εξασφάλιζε και πάλι την κατάταξή της στον Πίνακα Διοριστέων με επικουρικά κριτήρια, δεδομένου ότι ο τελευταίος προσληφθείς είχε βαθμό απολυτηρίου κάτω του 12, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από την εναγομένη ειδικότερα.

Ότι, η ενάγουσα καθ' όλο το διάστημα της απασχόλησής της στην εναγομένη, ήτοι από 21.10.2002 έως 1.5.2014, υπήρξε απόλυτα συνεπής στην εργασία της και ουδέποτε τιμωρήθηκε πειθαρχικά, περαιτέρω δε ουδέποτε κινήθηκε σε βάρος της οποιαδήποτε πειθαρχική διαδικασία, ήτοι δεν αποδείχτηκε οποιοδήποτε περιστατικό, το οποίο να δικαιολογεί κλονισμό της εμπιστοσύνης της εναγομένης στο πρόσωπο της ενάγουσας και ότι η ενάγουσα εργάστηκε στην εναγομένη, με απόλυτη συνέπεια και επιτυχία επί δώδεκα περίπου έτη.

Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας καθίσταται καταχρηστική, υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια της καλής πίστης και ως εκ τούτου είναι άκυρη, για τον λόγο αυτό, καθόσον η στέρηση από την ενάγουσα στης θέσης εργασίας την οποίαν κατέχει, η οποία αποτελεί τη βάση της κοινωνικής και οικονομικής της ύπαρξης, δεν συμβιβάζεται με τις θεμελιώδεις συνταγματικές αξιολογήσεις, σύμφωνα με τις οποίες το συμφέρον του ενάγοντος- εργαζόμενου στη διατήρηση της εργασιακής σχέσης έχει αναχθεί σε συνταγματικά προστατευόμενη έννομη θέση.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο αφενός υπήγαγε εσφαλμένα στο άρθρο 281 ΑΚ τα περιστατικά που ανέλεγκτα δέχτηκε ως αληθινά αφετέρου κατά την υπαγωγή αυτή διέλαβε ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Και τούτο διότι δέχτηκε ότι η ενέργεια της εναγομένης να καταγγείλει την σύμβαση εργασίας της ενάγουσας έγινε καταχρηστικά, παρότι διαπίστωσε ότι η παραποίηση του απολυτηρίου τίτλου σπουδών της δια της αναγραφής επ' αυτού υψηλότερου γενικού βαθμού απόλυσης από αυτόν με τον οποίον είχε πραγματικά βαθμολογηθεί ήταν γνωστό στην ενάγουσα κατά την υποβολή των δικαιολογητικών της, ότι η πράξη αυτή τελέστηκε κατά παράβαση του άρθρου 7 παρ. 3 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της εναγομένης και διαπιστώθηκε μετά από έλεγχο των αρμοδίων οργάνων της και σε εκτέλεση της υπ'.αριθ.

ΔΙΔΑΔ/Φ. 34/45/2843/20.3.2014 Εγκυκλίου, καθώς και ότι η ενάγουσα δεν ανταποκρίθηκε στην υπ' αριθ. πρωτ. ... ειδοποίηση- κλήση της εναγομένης εντός της τασσόμενης προθεσμίας για να εκθέσει τις απόψεις της σχετικά με την ψευδή δήλωση των στοιχείων που αφορούσαν τον κατατεθέντα για την πρόσληψή της ως άνω τίτλο σπουδών της, ενώ μια τέτοια ενέργεια, υπό τις ως άνω περιστάσεις και χωρίς πρόσθετες παραδοχές δεν φαίνεται να στοιχειοθετεί υπέρβαση και μάλιστα προφανή των ορίων που καθορίζονται από την καλή πίστη και τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος του εργοδότη, ιδίως όταν πρόκειται για σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης όπως αυτή που πρέπει να υφίσταται μεταξύ της εναγομένης, που εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον με την εκτέλεση συγκοινωνιακού έργου στην περιοχή αρμοδιότητας του Ο.Α.Σ.Α.

με μέσα μαζικής μεταφοράς (θερμικά λεωφορεία, ηλεκτροκίνητα λεωφορεία- τρόλλεϋ, αστικοί σιδηρόδρομοι, τροχιόδρομοι- τραμ) με τους οδηγούς των οχημάτων της, οι οποίοι καθημερινά μεταφέρουν το επιβατικό κοινό και με το οποίο έρχονται σε καθημερινή επαφή. Αντίθετα αντικειμενικώς ορώμενες οι ως άνω πράξεις διαταράσσουν την ομαλή λειτουργία της εργασιακής σχέσης και θεμελιώνουν αρνητική πρόγνωση ως προς την περαιτέρω λειτουργία της.

Περαιτέρω δε οι παραδοχές του Εφετείου, προκειμένου να δικαιολογήσει το πόρισμά του ότι η καταγγελία είναι καταχρηστική, δεχόμενο αφενός μεν ότι η παραποίηση του απολυτηρίου δεν ήταν απαραίτητη, προκειμένου να επιτευχθεί το καλώς εννοούμενο συμφέρον της εναγομένης, καθόσον η παραποίηση αυτή εκ του αποτελέσματος δεν είχε δυσμενή έννομη συνέπεια στην πρόσληψη άλλου υποψηφίου, η ίδια δε η ενάγουσα με τον πραγματικό βαθμό του απολυτηρίου της θα εξασφάλιζε και πάλι την κατάταξή της στον Πίνακα Διοριστέων με επικουρικά κριτήρια, δεδομένου ότι ο τελευταίος προσληφθείς είχε βαθμό κάτω από 12, αφετέρου δε ότι η ενάγουσα δεν τιμωρήθηκε πειθαρχικά, ούτε κινήθηκε σε βάρος της οποιαδήποτε πειθαρχική διαδικασία, ήτοι δεν αποδείχτηκε οποιοδήποτε περιστατικό, το οποίο να δικαιολογεί τον κλονισμό της εμπιστοσύνης της εναγομένης στο πρόσωπο της ενάγουσας, δεν αρκούν για τη στοιχειοθέτηση της ένδικης καταγγελίας ως καταχρηστικής σε περίπτωση που από την συμπεριφορά του εργαζόμενου έχει κλονιστεί η σχέση εμπιστοσύνης εργοδότη- εργαζόμενου, καθότι το γεγονός ότι η ενάγουσα με τον πραγματικό βαθμό του απολυτηρίου της θα εξασφάλιζε και πάλι την κατάταξή της στον Πίνακα Διοριστέων δεν αίρει τη σοβαρότητα του παραπτώματος της παραποίησης του τίτλου σπουδών της και της ψευδούς δηλώσεώς της, σύμφωνα με το Γενικό Κανονισμό Προσωπικού της εναγομένης, οποτεδήποτε διαπιστούμενο, και η βαθμολογία του οποίου και κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αποτελούσε κριτήριο για τον διορισμό της και αντικειμενικά, κατά τα προεκτεθέντα, δικαιολογεί τον κλονισμό της εμπιστοσύνης του εργοδότη στο πρόσωπο του εργαζόμενου και την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, ενώ δεν αιτιολογεί για ποιο λόγο η ενάγουσα θα προσλαμβάνονταν σε κάθε περίπτωση και για ποιό λόγο το γεγονός αυτό, καθώς και η ευδόκιμη υπηρεσία της είναι τέτοιας σημασίας, που υπερισχύει του σοβαρού παραπτώματος της παραποίησης του τίτλου σπουδών της και της ψευδούς δήλωσής της και της συμπεριφοράς της μετά τη διαπίστωση του παραπτώματός της.

Επί πλέον, η ως άνω παραδοχή ότι δεν υπήρξε κλονισμός της εμπιστοσύνης της εναγομένης καθότι η ενάγουσα ήταν συνεπής στην εργασία της και οι παραδοχές που φέρεται να τη στηρίζουν, είναι αντιφατική με αυτές με τις οποίες το Εφετείο δέχτηκε ότι αμέσως μετά την παραποίηση άρχισε και συνεχίστηκε μια σειρά από κλιμακωτές αντιδράσεις της εναγομένης και δη κλήση της ενάγουσας, σύμφωνα με τις Εγκυκλίους και τον Γενικό Κανονισμό Προσωπικού προς έλεγχο της νομιμότητας της πρόσληψής της, χωρίς ωστόσο ανταπόκριση, για να παράσχει εξηγήσεις περί του γεγονότος της παραποίησης του τίτλου σπουδών της και άρνησή της να παραλάβει το σχετικό έγγραφο, το οποίο τελικά θυροκολλήθηκε έξωθεν της οικίας της, ενώ δεν προσήλθε τελικά, εντός της τασσόμενης προθεσμίας, για να εκθέσει τις απόψεις της σχετικά με την ψευδή δήλωση των στοιχείων, που αφορούσαν τον απολυτήριο τίτλο σπουδών της.

Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Η αιτίαση που προβάλλεται με τον δεύτερο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο ότι το Εφετείο περιέχει ελλιπείς αιτιολογίες καθότι ουδόλως αναφέρει με ποιο τρόπο ή άλλο ηπιότερο μέτρο θα μπορούσε να λάβει η αναιρεσείουσα για την αντιμετώπιση της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης αλυσιτελώς προβάλλεται και πρέπει να απορριφθεί, καθότι δεν αποτέλεσε αντικείμενο της ανοιγείσας μεταξύ των διαδίκων δίκης η ύπαρξη ηπιότερων από την καταγγελία μέτρων, ελλείψει σχετικού αγωγικού ισχυρισμού.

Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, κατά παραδοχή του πρώτου και του δευτέρου λόγου αναίρεσης πρέπει να αναιρεθεί εν όλω η προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός του κεφαλαίου αυτής, αφορώντος τον πρώτο λόγο εφέσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 4276/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ κατά το μέρος αυτό την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή.

Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Αυγούστου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ