Legislator Case Law & Legislation
1389/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on five-year statute of limitations for INSS claims.

Case Number 1389/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the National Health Organization's appeal against a first-instance judgment regarding the statute of limitations for INSS salary claims. The organization argued that INSS should enjoy a two-year limitation period similar to the public sector, citing specific laws, while the lower court correctly applied the five-year rule. The court rejected this argument, affirming that the five-year limitation period was the correct legal standard for these claims.

Legislator headnote

AI generated

Articles 19(1) of Law 1846/1951; Article 5 of Law 3210/1955; Article 90(3) of Law 2362/1995; Article 40(6) final paragraph of Law 1846/1951: The National Institute of Social Security is subject to a five-year statute of limitations for salary claims, not the two-year period applicable to public sector employees.

Keywords

AI generated
statute of limitations National Institute Social Security salary claims public sector analogy limitation period five years

Cited Legislation

AI generated
Article 19(1) of Law 1846/1951
Article 5 of Law 3210/1955
Article 90(3) of Law 2362/1995
Article 40(6) final paragraph of Law 1846/1951
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1389 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1389/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λούβρη, που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Σ. Χ. του Δ., κατοίκου ..., 2)Β. Θ. του Ι., κατοίκου ..., 3)Α. Φ. του Β., κατοίκου ..., 4)Δ. Μ., κατοίκου ..., 5)Χ. Π. του Μ., κατοίκου ..., 6)Ε. Κ. του Α., κατοίκου ..., 7)Ι. Κ. του Β., κατοίκου ..., 8)Ο. Γ., κατοίκου ..., 9)Σ. Τ., κατοίκου ..., 10)Ε. Κ., κατοίκου ..., 11)Ε. Λ., κατοίκου ..., 12)Ε. Τ., κατοίκου ..., 13)Π. Α., κατοίκου ..., 14)Π. Σ., κατοίκου ..., 15)Χ. - Γ. Γ., κατοίκου ..., 16)Μ. Φ., κατοίκου ..., 17)Α. Κ., κατοίκου ..., 18)Ι. Χ., κατοίκου ..., 19)Α. Μ., κατοίκου ..., 20)Δ. Κ., κατοίκου ..., 21)Μ. Μ., κατοίκου ..., 22)Π. Κ., κατοίκου ..., 23)Ε. Χ., κατοίκου ..., 24)Δ. Κ., κατοίκου ..., 25)Ε. Π., κατοίκου ..., 26)Δ. Μ., κατοίκου ..., 27)Γ. Π., κατοίκου ..., 28)Α. Α., κατοίκου ..., 29)Γ. Κ., κατοίκου ..., 30)Π. Ν., κατοίκου ..., 31)Γ. Π., κατοίκου ..., 32)Σ. Κ., κατοίκου ..., 33)Χ. Μ., κατοίκου ..., 34)Α. Α., κατοίκου ..., 35)Ε. - Μ. Β., κατοίκου ..., 36)Γ. Μ., κατοίκου ..., 37)Θ. Κ., κατοίκου ..., 38)Α. Κ. - Τ., κατοίκου ..., 39)Χ. Κ., κατοίκου ..., 40)Ε. Ρ., κατοίκου ..., 41)Π. Κ., κατοίκου ..., 42)Κ. Σ., κατοίκου ... και 43)Ε. Μ. - Π., κατοίκου .... Οι 1η, 2ος, 3η, 4ος, 5ος, 6η, 7ος, 39η, 40η, 41ος, 42ος και 43η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί (8η, 9η, 10η, 11η, 12η, 13ος, 14ος, 15η, 16η, 17ος, 18ος, 19η, 20ος, 21ος, 22ος, 23ος, 24ος, 25η, 26ος, 27ος, 28ος, 29ος, 30ος, 31ος, 32η, 33η, 34ος, 35η, 36ος, 37η και 38η) εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Χαϊκάλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/7/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η 1112/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 2/3/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Εξ άλλου κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι εάν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΟλΑΠ 9/1992).

Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 526/2016, ΑΠ 1622/2013, ΑΠ 453/2011, ΑΠ 340/2011). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ.

β του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Στην προκειμένη περίπτωση η επίσπευση της συζήτησης της ένδικης από 2.3.2018 και με αριθ. κατάθ. 19241/9/2018 αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος Οργανισμού (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), που στρέφεται κατά σαράντα τριών (43) συνολικά αναιρεσίβλητων, κατά της με αριθμό 1112/24.6.2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (24 Σεπτεμβρίου 2019), έλαβε χώρα με την επιμέλεια όλων των αναιρεσίβλητων, όπως προκύπτει από την από 12.7.2019 παραγγελία προς επίδοση της αίτησης αναίρεσης κάτω από αντίγραφο αυτής του Γεωργίου Χαϊκάλη, ως πληρεξουσίου δικηγόρου αυτών, σε συνδυασμό με την προσκομιζόμενη με επίκληση με αριθ. .....73/17.7.2019 έκθεση επίδοσης αυτής προς τον αναιρεσείοντα Οργανισμό του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Β.

Κ.. Κατά τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης στην ως άνω ορισθείσα δικάσιμο, οπότε αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι 1η, 2ος, 3η, 4ος, 5ος, 6η, 7ος, 39η, 40η, 41ος, 42ος και 43η των αναιρεσίβλητων, ενώ παρέστησαν οι λοιποί αναιρεσίβλητοι (32 τον αριθμό), εκπροσωπηθέντες από τον πιο πάνω πληρεξούσιο δικηγόρο.

Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο ως άνω δικηγόρος που έδωσε την παραγγελία για τις ως άνω επιδόσεις είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και από τους απολιπομένους ως άνω 1η, 2ο, 3η, 4ο, 5ο, 6η, 7ο, 39η, 40η, 41ο, 42ο και 43η των αναιρεσίβλητων, αφού δεν προσκομίζονται έγγραφες περί τούτου εξουσιοδοτήσεις των εν λόγω διαδίκων προς τον ως άνω δικηγόρο με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του εντολέως από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικά προς αυτόν πληρεξούσια.

Κατά συνέπεια ακύρως αυτοί επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Ούτε επίσης προκύπτει η εκ μέρους του αντιδίκου τους Οργανισμού κλήτευση αυτών, προκειμένου να παραστούν αυτοί κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά την ορισθείσα κατά τα άνω δικάσιμο. Επομένως, εφόσον οι ως άνω απολιπόμενοι αναιρεσίβλητοι δεν επέσπευσαν νομίμως τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης, ούτε κλητεύθηκαν νομίμως από τον αντίδικο Οργανισμό, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους και κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς, ενώ για τους παρισταμένους προσηκόντως λοιπούς αναιρεσίβλητους πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης.

Με την από 2.3.2018 και με αριθ. κατάθεσης 19241/9/5.3.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, ερήμην του πρώτου των εναγομένων Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία ΙΚΑ - ΕΤΑΜ [μη διαδίκου στην ανοιγείσα αναιρετική δίκη] και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, υπ' αριθ. 1112/24.6.2014 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 10.7.2012 και υπ' αριθ. κατάθ. 1491/20.7.2012 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων (43 τον αριθμό) που στρεφόταν κατά του πρώτου εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία ΙΚΑ - ΕΤΑΜ [μη διαδίκου στην ανοιγείσα αναιρετική δίκη] και κατά του δευτέρου εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ και ήδη αναιρεσείοντος Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ως καθολικού διαδόχου του πρώτου από 3.9.2011 κατά το Ν. 3918/2011 (άρθ. 17 αυτού) και υποχρεώθηκαν οι άνω εναγόμενοι, εις ολόκληρο ο καθένας, να καταβάλουν στον καθένα των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, ιατρών του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, που υπηρετούσαν σε νομαρχιακές μονάδες υγείας αυτού, το συνολικό ποσό των 12.056 ευρώ για νοσοκομειακό επίδομα ύψους 240 ευρώ μηνιαίως και για τη χρονική περίοδο από 24.7.2007 έως 30.9.2011, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση, ενώ απορρίφθηκε ως παραγεγραμμένη η αγωγή αυτών για το προγενέστερο χρονικό διάστημα από 1.1.2006 έως 23.7.2007.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, μετά την πάροδο της τριετούς προθεσμίας για την άσκηση έφεσης κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, με συνέπεια την τελεσιδικία της προσβαλλομένης απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, την οποία (τελεσιδικία) δεν αμφισβητούν (άρθ. 261 του ΚΠολΔ) οι παριστάμενοι διάδικοι (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Με το Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση Μισθολογίου Προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (ΦΕΚ Α 40) ρυθμίσθηκαν τα ζητήματα των νομίμων αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ). Το μισθολόγιο αυτό, μέχρι την κατάργησή του από 1.1.2004 με το άρθρο 28 του Ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ.

και Ο.Τ.Α, κλπ" (ΦΕΚ Α 297), είχε εφαρμογή και στους μη ανήκοντες στο Εθνικό Σύστημα Υγείας - ΕΣΥ (άρθρο 1 παρ.2 περ. δ` του Ν. 2470/1997) ιατρούς, οι οποίοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο, σε ΟΤΑ ή σε ΝΠΔΔ. Με το άρθρο 8 παρ.7 του Ν. 2470/1997, πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, χορηγήθηκε μηνιαίο επίδομα, ανερχόμενο στα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό", στο προσωπικό των νοσοκομείων και θεραπευτηρίων της χώρας, καθώς και του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (ΕΚΑΒ).

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ανωτέρω νόμου το επίδομα αυτό (νοσοκομειακό) χορηγήθηκε σε αντικατάσταση διαφόρων επιδομάτων, που λάμβανε το προσωπικό αυτό, λόγω συνθηκών εργασίας (ανθυγιεινό, προσέλευσης και παραμονής κλπ), ρυθμίζοντας έτσι τα επιδόματα αυτά σε ένα ενιαίο επίδομα. Με το άρθρο 25 παρ.1 του Ν. 2716/1999 "Ανάπτυξη και εκσυγχρονισμός των υπηρεσιών ψυχικής υγείας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 96), η χορήγηση του ως άνω νοσοκομειακού επιδόματος επεκτάθηκε και στο προσωπικό των κέντρων υγείας και των κέντρων ψυχικής υγείας.

Η καταβολή του επιδόματος προβλέφθηκε και μετά τη δημοσίευση του Ν. 3205/2003 (που, όπως αναφέρθηκε, κατάργησε το Ν. 2470/1997), σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. (Α) - 5 αυτού, με το οποίο ορίσθηκε ότι χορηγείται επίδομα, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό και τροφής", στο προσωπικό των νοσοκομείων, των μονάδων κοινωνικής φροντίδας της χώρας, του ΕΚΑΒ, των κέντρων υγείας, των ΝΠΔΔ του Τομέα Πρόνοιας και των κέντρων ψυχικής υγείας.

Με την παρ. Β -1 του ιδίου άρθρου 8 ορίσθηκε περαιτέρω ότι το επίδομα αυτό (μεταξύ άλλων) καταβάλλεται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτών προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους και στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή τους και ότι για την συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται κάθε μήνα βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση.

Το ύψος του ανωτέρω επιδόματος ορίσθηκε με την ανωτέρω διάταξη στο ποσό των 240 ευρώ μηνιαίως για το προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας, εργαστηρίων και κλάδων ΤΕ Φυσικοθεραπευτών και ΔΕ Βοηθών Φαρμακείου και Καθαριότητας, επεκτάθηκε δε περαιτέρω η καταβολή του από 1.1.2007 και στους ιατρούς υπηρεσίας υπαίθρου και στους αγροτικούς ιατρούς με το άρθρο 1 παρ. 7 του Ν.3554/2007 "Εισοδηματική πολιτική έτους 2007 κλπ" (ΦΕΚ Α 80).

Εξ άλλου κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 1397/1983 "Εθνικό Σύστημα Υγείας" (ΦΕΚ Α 143), όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 του Ν. 2071/1992 "Εκσυγχρονισμός και Οργάνωση Συστήματος Υγείας" (ΦΕΚ Α 123), η περίθαλψη διακρίνεται σε πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια, παρέχεται δε από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς.

Με το άρθρο 14 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 1397/1983, το οποίο επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 περ. β του Ν. 2194/1994 "Αποκατάσταση του Εθνικού Συστήματος Υγείας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 34) μετά την αρχική κατάργησή του με το άρθρο 132 του Ν. 2071/1992, ορίσθηκε ότι με κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας, συνιστώνται σε κάθε νομό κέντρα υγείας, ως αποκεντρωμένες οργανικές μονάδες των νοσοκομείων του νομού και περιφερειακά ιατρεία ως αποκεντρωμένες μονάδες των κέντρων υγείας.

Με το όρθρο 15 παρ. 1 του ιδίου νόμου, το οποίο επίσης επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 περ. β του Ν. 2194/1994 "Αποκατάσταση του Εθνικού Συστήματος Υγείας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 34) μετά την αρχική κατάργησή του με το άρθρο 132 του Ν. 2071/1992, ορίζεται ότι: "Σκοπός των κέντρων υγείας είναι: α) Η παροχή ισότιμης πρωτοβάθμιας περίθαλψης στο σύνολο του πληθυσμού της περιοχής τους και σε όσους προσωρινά διαμένουν σ' αυτή.

β) Η νοσηλεία και παρακολούθηση αρρώστων που βρίσκονται στο στάδιο της ανάρρωσης ή μετά την έξοδο τους από το νοσοκομείο, γ) Η παροχή πρώτων βοηθειών και η νοσηλεία σε έκτακτες περιπτώσεις έως τη διακομιδή των αρρώστων στο νοσοκομείο, δ) Η διακομιδή αρρώστων με ασθενοφόρο αυτοκίνητο ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο μεταφοράς σε έκτακτες περιπτώσεις, στο κέντρο υγείας ή στο νοσοκομείο, ε) Η οδοντιατρική περίθαλψη, στ) Η άσκηση προληπτικής ιατρικής ή οδοντιατρικής και η υγειονομική διαφώτιση του πληθυσμού, ζ) Η ιατροκοινωνική και επιδημιολογική έρευνα, η) Η ιατρική της εργασίας, θ) Η παροχή υπηρεσιών σχολικής υγιεινής, ι) Η ενημέρωση και διαφώτιση για θέματα οικογενειακού προγραμματισμού, ια) Η εκπαίδευση των γιατρών και του λοιπού προσωπικού υγείας, ιβ) Η παροχή υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας, ιγ) Η παροχή φαρμάκων σε δικαιούχους, αν δεν λειτουργεί φαρμακείο στην περιοχή τους".

Ωσαύτως με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του τελευταίου αυτού νόμου (2071/1992) ορίσθηκε ότι στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας υπάγονται οι ιατρικές και νοσηλευτικές, καθώς και οι οδοντιατρικές πράξεις και φροντίδες, που έχουν ως σκοπό την πρόληψη και την αποκατάσταση βλαβών της υγείας που δεν απαιτούν νοσηλεία σε νοσοκομείο.

Προς το σκοπό αυτό μπορεί να συνιστώνται και να λειτουργούν ειδικές μονάδες, ως επιστημονικά τμήματα παροχής πρωτοβάθμιας υγείας από ν.π.δ.δ ή από ν.π.ι.δ. Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 2071/1992, που έχει ανάλογο περιεχόμενο με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 1397/1983 ορίσθηκε ότι σκοπός των μονάδων πρωτοβάθμιας φροντίδας και πρόληψης (στις οποίες - μονάδες - είχαν μετατραπεί τα κέντρα υγείας με το άρθρο 15 παρ. 1 του νόμου αυτού, μετέπειτα καταργηθέντος με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 2194/1994) είναι:

α) Η παροχή πρωτοβάθμιας φροντίδας στο σύνολο του πληθυσμού της περιοχής ευθύνης τους και όσους προσωρινά διαμένουν σε αυτήν, β) Η εφαρμογή των προγραμμάτων αγωγής υγείας και πρόληψης του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, γ) Η νοσηλεία και η παρακολούθηση των αρρώστων, που βρίσκονται στο στάδιο της ανάρρωσης ή μετά την έξοδο τους από το νοσοκομείο στο σπίτι, δ) Η παροχή πρώτων βοηθειών και η νοσηλεία σε έκτακτες περιπτώσεις έως τη διακομιδή των αρρώστων στο νοσοκομείο, ε) Η διακομιδή αρρώστων με ασθενοφόρο αυτοκίνητο ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο μεταφοράς, σε έκτακτες περιπτώσεις, στο κέντρο υγείας ή στο νοσοκομείο, στ) Η παροχή υπηρεσιών οδοντιατρικής φροντίδας, ζ) Η άσκηση προληπτικής ιατρικής ή οδοντιατρικής, η) Η ιατροκοινωνική και επιδημιολογική έρευνα, θ) Η ιατρική της εργασίας, ι) Η παροχή υπηρεσιών σχολικής υγείας, ια) Η ενημέρωση και διαφώτιση για θέματα οικογενειακού προγραμματισμού με διαλέξεις και επιστημονικές συζητήσεις, ιβ) Η εκπαίδευση των ιατρών και του νοσηλευτικού προσωπικού, ιγ) Η παροχή υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας, ιδ) Η παροχή φαρμάκων σε δικαιούχους, αν δεν λειτουργεί φαρμακείο στην περιοχή τους, καθοριζομένης της περιοχής με απόφαση του νομάρχη, ιε) Η συνεργασία με την τοπική αυτοδιοίκηση, καθώς και με ιατρούς ελεύθερους επαγγελματίες της περιοχής για αποδοτικότερη προσφορά υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και πρόληψης.

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος προβλέφθηκε αρχικά με το Ν. 2470/1997 και στη συνέχεια με το Ν. 3205/2003 όχι μόνο για το νοσηλευτικό ή το πάσης φύσεως βοηθητικό προσωπικό, αλλά και για το ιατρικό προσωπικό των ως άνω μονάδων υγείας, ως προς το οποίο δεν διατυπώθηκε εξαίρεση.

Και, ακόμη, συνάγεται ότι, αν και αρχικά, το νοσοκομειακό επίδομα προβλέφθηκε μόνο για το προσωπικό των μονάδων υγείας στις οποίες παρέχεται δευτεροβάθμια, ήτοι κλειστή (με δυνατότητα εισαγωγής και νοσηλείας) περίθαλψη (καθώς και για το προσωπικό του ΕΚΑΒ), σύντομα η χορήγησή του επεκτάθηκε και στους εργαζόμενους σε μονάδες πρωτοβάθμιας, ήτοι ανοικτής (χωρίς την ως άνω δυνατότητα) περίθαλψης ή εν γένει φροντίδας των πασχόντων πολιτών, όπως είναι κατά νόμο τα κέντρα υγείας (ΑΠ 382/2018, ΑΠ 956/2018, ΑΠ 1675/2018, ΑΠ 832/2015, ΑΠ 1467/2014).

Σημειώνεται ότι σε κάθε περίπτωση, για την καταβολή του εν λόγω επιδόματος, έπρεπε να επισυνάπτεται στις μισθοδοτικές καταστάσεις βεβαίωση του προϊσταμένου του υπαλλήλου, σύμφωνα με την οποία αυτός, κατά το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρεται η μισθοδοσία, παρέσχε τις υπηρεσίες του με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους ως άνω φορείς, πλην όμως η ως άνω βεβαίωση δεν αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την καταβολή του εν λόγω επιδόματος, εφόσον συντρέχουν οι κατά νόμο προϋποθέσεις για την καταβολή του, αλλά ανάγεται στην εσωτερική διαδικασία πληρωμής του εργαζομένου από τον οικείο φορέα (ΟλΑΠ 524/1979, ΑΠ 438/2014, ΑΠ 933/2004).

Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ.1 εδ. α` του Ν. 2150/1993 "Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 98) ορίσθηκε ότι οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ ιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς του Ιδρύματος.

Με την υπ' αριθ. 2043269/6792/0022 από 1.7.1997 κοινή υπουργική απόφαση (ΚΥΑ) των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β` 587/15.7.1997), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του Ν. 2470/1997 και του Ν. 119/1975 και αντικαταστάθηκε με την υπ' αριθ. 2052675/5630/0022 από 10.8.1998 ΚΥΑ των ιδίων Υπουργών (ΦΕΚ Β` 944/2.9.1998), επεκτάθηκαν από 1-1-1997, στο σύνολό τους, οι διατάξεις του Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση Μισθολογίου Προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης κλπ", αφ` ενός στους μόνιμους ιατρούς του ΙΚΑ, των οποίων οι αποδοχές καθορίζονταν από τους ν. 1505/1984 και ν. 1810/1988 και αφ` ετέρου στους με σύμβαση ιατρούς του Ιδρύματος, οι οποίοι είχαν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το Ν. 2150/1993.

Ωσαύτως, μετά την έναρξη εφαρμογής του Ν. 3205/2003 από 1.1.2004 (που αντικατέστησε, όπως ήδη αναφέρθηκε, το Ν. 2470/1997), με την υπ' αριθ. 2/4302/0022/28.1.2004 κοινή υπουργική απόφαση (ΚΥΑ) των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β` 250/9.2.2004), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του Ν. 3205/2003 και του Ν. 119/1975, επεκτάθηκε η εφαρμογή των διατάξεων του κεφαλαίου Α του νόμου αυτού (3205/2003) στους ιατρούς που υπηρετούν στο ΙΚΑ, ως μόνιμοι και με σύμβαση αορίστου χρόνου (Ν. 1476/1984, Ν. 1579/1985), με σύμβαση ορισμένου χρόνου (Ν. 1057/1980), καθώς και με ειδική σύμβαση αορίστου χρόνου του άρθρου 10 του Ν.Δ/τος 1204/1972, που έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το Ν. 2150/1993.

Εντωμεταξύ, με το άρθρο 13 παρ. 3 περ. δ του Ν. 2703/1999 "Αναπροσαρμογή συντάξεων συνταξιούχων μελών ΔΕΠ, ΑΕΙ, ΕΠ, των ΤΕΙ, γιατρών ΕΣΥ κλπ" (ΦΕΚ Α 72) ορίσθηκε ότι στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, που μισθοδοτούνται με τις διατάξεις του Ν. 2470/1997, καταβάλλεται το νοσοκομειακό επίδομα της περίπτωσης α` της παρ.7 του άρθρου 8 του Ν. 2470/1997.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, σύμφωνα με τη διατύπωση του άρθρου 13 παρ. 3 περ. δ του Ν. 2703/1999, από την καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος εξαιρέθηκαν οι ιατροί του ΙΚΑ, οι οποίοι απασχολούνταν σε νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του Ιδρύματος (άρθρο 3 παρ.1 και 3 του Π.Δ/τος 266/1989 "Οργανισμός του ΙΚΑ" σε συνδυασμό με άρθρο 5 παρ. 10 αυτού), που παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη (δηλαδή, όχι σε νοσοκομεία του ΙΚΑ) (ΑΠ 382/2018, ΑΠ 956/2018, ΑΠ 1675/2018, ΑΠ 832/2015, ΑΠ 1467/2014).

Ειδικότερα κατά το άρθρο 3 παρ. 1 και 3 του ως άνω ΠΔ/τος 266/1989 "Οργανισμός του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (ΦΕΚ Α 127), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 παρ. 5 του Ν. 1558/1985 "Κυβέρνηση και Κυβερνητικά όργανα" (ΦΕΚ Α 137), όπως η παρ. 3 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Π.Δ/τος 363/1992 (ΦΕΚ Α 184), οι Περιφερειακές Υπηρεσίες του ΙΚΑ διακρίνονται σε Υπηρεσίες Ασφάλισης και Υπηρεσίες Υγείας (παρ. 1).

Υπηρεσίες Υγείας είναι: α) Οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας, β) Οι τοπικές Μονάδες Υγείας, γ) Τα τοπικά Ιατρεία, δ) Τα Διαγνωστικά Κέντρα και Ιατρικής της Εργασίας, ε) Οι Υπηρεσίες Υγειονομικών Επιτροπών Αναπηρίας, στ) Τα κέντρα παιδοψυχικής υγιεινής, ζ) Τα κέντρα Προληπτικής Ιατρικής, η) Τα Ειδικά Διαγνωστικά - Θεραπευτικά Κέντρα, θ) Οι Σταθμοί Άμεσης Βοήθειας και ι) Οι Υπηρεσίες Νομαρχιακής Υποστήριξης. (παρ. 3).

Επίσης κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του ίδιου ΠΔ/τος 266/1989 οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας είναι επιπέδου διεύθυνσης και λειτουργούν κυρίως ως μονάδες υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας για την περιοχή τους και ως μονάδες λειτουργικής υποστήριξης των Τοπικών Μονάδων Υγείας του Νομού τους και έχουν ως έργο:

α) Την παροχή πλήρων υπηρεσιών οδοντιατρικής και ιατρικής περίθαλψης, συμπεριλαμβανομένης και της εργαστηριακής εξυπηρέτησης, ως και πλήρων υπηρεσιών υγιεινής και πρόνοιας, β) τη λειτουργική υποστήριξη των Τοπικών Μονάδων Υγείας του Νομού. Η λειτουργική υποστήριξη αφορά μόνο στη συμπλήρωση των υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας των Τοπικών Μονάδων, όπου αυτό απαιτείται.

Αντιθέτως, κατά την παράγραφο 10 του ιδίου άρθρου 5 του Π.Δ/τος 266/1989, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 3 παρ. 1 του Π.Δ/τος 363/1992 (ΦΕΚ Α 184) και στη συνέχεια με το άρθρο 1 του Π.Δ/τος 144/2003 (ΦΕΚ Α 120), οι Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης του ΙΚΑ είναι επιπέδου διεύθυνσης και ως έργο έχουν την παροχή υπηρεσιών Δευτεροβάθμιας Περίθαλψης στους ασφαλισμένους του Ιδρύματος, οι Υπηρεσίες δε αυτές είναι πέντε (1ο Νοσοκομείο ΙΚΑ ......

Νοσοκομείο Βραχείας Νοσηλείας ΙΚΑ ....., Ογκολογικό Νοσοκομείο ΙΚΑ ...... Γ. Γ., 7ο Νοσοκομείο ΙΚΑ ...., 2ο Νοσοκομείο ΙΚΑ .....). Επακολούθησε όμως ο Ν. 3235/2004 "Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας" (ΦΕΚ Α 53), του οποίου η ισχύς άρχισε από την 18.2.2004, μετά τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 16 αυτού), με τον οποίο θεσπίσθηκε ενιαία ρύθμιση της παροχής Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας από όλους τους φορείς της χώρας (ΑΠ 1312/2017).

Έτσι με το άρθρο 1 παρ. 1 - 4 αυτού και υπό τον παράτιτλο "Σκοπός, έννοια και περιεχόμενο της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας" ορίσθηκε ότι: "1.Ως Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, στο πλαίσιο εφαρμογής του Νόμου αυτού, νοείται το σύστημα παροχής σε ατομικό και οικογενειακό επίπεδο δέσμης βασικών και ολοκληρωμένων υπηρεσιών φροντίδας υγείας. 2.

Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας αποτελεί το πρώτο σημείο επαφής του ατόμου με το σύστημα υγείας της χώρας, του οποίου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος και υπηρετεί τους γενικούς και ειδικούς στόχους του. 3. Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας περιλαμβάνει: α. Τις υπηρεσίες υγείας που δεν απαιτούν εισαγωγή σε Νοσηλευτικό Ίδρυμα, β.

Την εκτίμηση των αναγκών υγείας των πολιτών και τον σχεδιασμό και υλοποίηση μέτρων για την πρόληψη των νοσημάτων και την προαγωγή της υγείας, γ. Τον οικογενειακό προγραμματισμό, δ. Τις απαραίτητες υποδομές για την εξασφάλιση και τη διαχείριση όλων των ιατρικών πληροφοριών και δεδομένων του πληθυσμού, ε.

Την οδοντιατρική φροντίδα, με έμφαση στην προληπτική οδοντιατρική, στ. Τις υπηρεσίες μετανοσοκομειακής φροντίδας και τις υπηρεσίες αποκατάστασης, ζ. Την παρακολούθηση χρονίως πασχόντων, για τους οποίους δεν απαιτείται νοσηλεία σε νοσοκομεία, η. Τις υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας. 4. Το Κράτος με στόχο την κοινωνική ανάπτυξη και τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής εξασφαλίζει σε όλους τους κατοίκους της επικράτειας την πρόσβαση σε επαρκή δέσμη υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. 5...".

Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ιδίου νόμου ορίσθηκε ότι: "Η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παρέχεται από: α) τα Κέντρα Υγείας του ΕΣΥ και τα περιφερειακά τους ιατρεία, β) τις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ), [όπως είναι το ΙΚΑ], που μετονομάζονται σε κέντρα υγείας του οικείου ΟΚΑ, γ) τα εξωτερικά ιατρεία των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ., δ) τις μονάδες παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς και ε) από άλλους φορείς που συνδέονται οργανωτικά ή λειτουργικά με τις υπηρεσίες του Ε.Σ.Υ.".

Από τις διατάξεις αυτές του Ν. 3235/2004 συνάγεται ότι οι νομαρχιακές (και οι τοπικές) μονάδες υγείας του ΙΚΑ, μετά την ως άνω ημερομηνία (18.2.2004), οπότε τέθηκε ο νόμος αυτός σε ισχύ, εξομοιώθηκαν με τα κέντρα υγείας. Κατά συνέπεια, τα ισχύοντα ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων και ειδικότερα των ιατρών στα κέντρα υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, σύμφωνα με τον ισχύοντα από 1.1.2004 Ν. 3205/2003 και συγκεκριμένα αναφορικά με την καταβολή σε αυτούς του προβλεπόμενου από το άρθρο 8 παρ.

Α - 5 αυτού νοσοκομειακού επιδόματος, έχουν, πλέον, ευθεία εφαρμογή και στους ιατρούς των κέντρων υγείας του ΙΚΑ, στους οποίους έχει ήδη επεκταθεί με την υπ' αριθ. 2/4302/0022/28.1.2004 κοινή υπουργική απόφαση η ισχύς του τελευταίου αυτού νόμου (ΑΠ 382/2018, ΑΠ 956/2018, ΑΠ 1675/2018, ΑΠ 832/2015, ΑΠ 696/2015, ΑΠ 1467/2014, ΑΠ 967/2014, ΑΠ 438/2014). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον οι απασχολούμενοι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατροί σε κέντρα υγείας του ΙΚΑ δικαιούνται του πιο πάνω νοσοκομειακού επιδόματος απ' ευθείας από τις διατάξεις αυτές της κείμενης νομοθεσίας, δεν υφίσταται ανάγκη προσφυγής στην προβλεπόμενη από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, κατά την οποία αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ` αδικαιολόγητη, δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επέβαλε την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή μεταχείριση πρέπει να παραμείνει ανεφάρμοστη, ως αντισυνταγματική, οπότε, στην περίπτωση αυτή, ως μόνος τρόπος αποκατάστασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας απομένει το να επεκταθεί υπέρ εκείνων, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, ακόμη και αν αυτή αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό.

Επομένως στην περίπτωση αυτή η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής. Αντίθετα συντρέχει περίπτωση προσφυγής στην ως άνω συνταγματική αρχή της ισότητας, προκειμένου η διάταξη του άρθρου 13 παρ.3 του Ν 2703/1999, που επεξέτεινε τη χορήγηση του επιδόματος μόνο στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ (άρθ. 5 παρ. 10 του Π.Δ/τος 266/1989), να έχει εφαρμογή και για τους ιατρούς των νομαρχιακών και των τοπικών μονάδων υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (άρθ. 3 παρ.1 και 3 και 5 παρ.1 και 2 του Π.Δ/τος 266/1989), εφόσον πρόκειται για αξιώσεις αυτών που αφορούν χρονικό διάστημα μέχρι τις 17.2.2004, πριν δηλαδή την έναρξη της ισχύος του Ν.3235/2004 (ΑΠ 382/2018, ΑΠ 956/2018, ΑΠ 1675/2018, ΑΠ 832/2015, ΑΠ 696/2015, ΑΠ 1467/2014, ΑΠ 967/2014, ΑΠ 438/2014).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό, απορρίπτει την αναίρεση χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 10/2007), εκτός εάν υφίσταται έννομο προς τούτο συμφέρον του αναιρεσείοντος, οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς τις αιτιολογίες της (ΑΠ 540/2017, ΑΠ 2077/2014, ΑΠ 60/2011).

Εσφαλμένο αιτιολογικό κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Ως αιτιολογικό δηλαδή κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που συγκροτούν τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 30/1998, ΑΠ 911/2008).

Επομένως η ευδοκίμηση του λόγου αναίρεσης που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην προκειμένη περίπτωση το Ειρηνοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού διέλαβε στη μείζονα πρόταση του δικανικού του συλλογισμού σκέψη, [με αναφορά στη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος και στις πιο πάνω επί μέρους νομοθετικές ρυθμίσεις], ότι οι ιατροί των Τοπικών Μονάδων Υγείας/Κέντρων Υγείας, των Κέντρων Παιδοψυχικής Υγιεινής και των Νομαρχιακών Μονάδων Υγείας του ΙΚΑ, εφόσον απασχολούνται πλήρως και αποκλειστικώς στους οικείους χώρους και στις αντίστοιχες ειδικότητες, παρέχουν την εργασία τους κάτω από τους ίδιους δυσμενείς όρους με τους ιατρούς που απασχολούνται σε Κέντρα Υγείας και Κέντρα Ψυχικής Υγείας, ήτοι σε μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και πρόληψης [ενν.

του Δημοσίου], ώστε να έχει εφαρμογή για τους πιο πάνω γιατρούς των πιο πάνω μονάδων του ΙΚΑ, ως προς τη χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος, η συνταγματική αρχή της ισότητας, στη συνέχεια δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες [ήδη οι 8η έως 38η των αναιρεσίβλητων επί συνόλου 43 αναιρεσίβλητων] προσλήφθηκαν από το πρώτο εναγόμενο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ [μη διάδικο στην ανοιγείσα με την αίτηση αναίρεσης δίκη], καθολικός διάδοχος του οποίου είναι το δεύτερο εναγόμενο από 3.9.2011 ως προς τις υγειονομικές υπηρεσίες του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ [ήδη αναιρεσείον] και υπηρετούν με ειδική σύμβαση εργασίας (άρθ. 24 ν. 3232/2004) ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και με την αναφερομένη για τον καθένα ειδικότητα , σαν Ιατροί του κλάδου ΠΕ Ιατρών, στις διάφορες νομαρχιακές υπηρεσίες υγείας των εναγομένων και ειδικότερα [...], της ......

οι 8ος [ενν. 8η] έως και 27ος εξ αυτών, της ..... οι 28ος έως και 38ος [ενν. 38η] εξ αυτών και [...]. Έχουν δε καταταγεί στα αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια και λαμβάνουν τις αποδοχές που προβλέπονται από το εκάστοτε ισχύον ενιαίο μισθολόγιο για το προσωπικό της δημόσιας διοίκησης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ως άνω μείζονα της απόφασης σκέψη.

Ωστόσο ουδείς των εναγόντων έλαβε το προβλεπόμενο από τις ανωτέρω διατάξεις νοσοκομειακό επίδομα, όπως εξάλλου ομολογεί το εναγόμενο, με την αιτιολογία ότι το ένδικο επίδομα χορηγείται στους υπηρετούντες στις μονάδες που παρέχουν κλειστή ή δευτεροβάθμια περίθαλψη, όπως είναι τα 5 νοσοκομεία του ΙΚΑ.

Όπως όμως αποδείχθηκε, οι ενάγοντες στις μονάδες που υπηρετούν, έρχονται καθημερινά σε επαφή με ασθενείς, οι οποίοι πάσχουν πολλές φορές από σοβαρές μολυσματικές και λοιμώδεις νόσους (λ.χ. ηπατίτιδα, δερματικές ασθένειες, κακοήθη νεοπλάσματα, AIDS, αφροδίσιες νόσους, νόσους του αναπνευστικού, φυματιώσεις), οι οποίες έχουν αυξημένο ποσοστό μεταδοτικότητας και οι οποίες δύνανται να επιφέρουν σε περίπτωση τυχαίας μόλυνσης ανήκεστες βλάβες της υγείας, ακόμα και το θάνατο.

Τούτο δε είναι απότοκο της διάρθρωσης των υγειονομικών μονάδων, στις οποίες υπηρετούν, με βάση το οργανωτικό πρότυπο των υγειονομικών μονάδων του ΕΣΥ (βλ. άρθ. 30, 36 πδ 266/1989 ...). Η ταυτότητα δε ή - σε κάθε περίπτωση - ουσιώδης ομοιότητα της ανθυγιεινότητας και επικινδυνότητας της παρεχόμενης από τους ενάγοντες εργασίας σε σύγκριση με το προσωπικό των παραρτημάτων των περιφερειακών ιατρείων και των Κέντρων Υγείας αναφαίνεται από την κατ' ιδέαν [ενν.

ιδία] σύγκριση και αντιπαραβολή του παραϊατρικού έργου, το οποίο αυτοί επιτελούν. Έτσι και οι ενάγοντες, ως ιατροί των μονάδων τους, έρχονται αναγκαστικώς λόγω της φύσης της εργασίας τους σε επαφή με ασθενείς, μικρόβια και σωματικά εκκρίματα (καλλιέργειες). Το προσωπικό δε των αντίστοιχων με αυτούς ειδικοτήτων των περιφερειακών ιατρείων και των κέντρων υγείας (αλλά και των νοσοκομείων του ΙΚΑ) επιτελεί τις ίδιες εργασίες με τους ενάγοντες και δη με τον ίδιο τρόπο και υπό ουσιώδεις όμοιες τοπικές, χρονικές (ωράριο κλπ) και λοιπές περιστάσεις.

Ενόψει δε του ότι και οι ενάγοντες, όπως οι παραπάνω υπηρετούν με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μισθοδοτούνται δε με το αυτό μισθολόγιο (ν. 2470/1997 και ν. 3205/2003), η μη χορήγηση και στους ενάγοντες του ένδικου επιδόματος συνιστά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας σε συνδυασμό και με την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία (άρθρα 4 και 22 του Συντάγματος), ενώ δεν δικαιολογείται από ιδιαίτερες συνθήκες ή από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, απορριπτομένων ως αβασίμων των αντίθετων ισχυρισμών των εναγομένων.

Επομένως, προς αποκατάσταση της αρχής της ισότητας πρέπει και για τους ενάγοντες να εφαρμοσθούν οι ανωτέρω διατάξεις που ισχύουν για το προσωπικό υπέρ του οποίου θεσπίσθηκε το ένδικο επίδομα". Στη συνέχεια το Ειρηνοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη την από 10.7.2012 αγωγή των εναγόντων και επιδίκασε στον καθένα από αυτούς το συνολικό ποσό των 12.056 ευρώ, ως νοσοκομειακό επίδομα ύψους 240 ευρώ μηνιαίως και για τη χρονική περίοδο από 24.7.2007 έως 30.9.2011, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ενώ κατά μερική παραδοχή της προβληθείσας κατά τη συζήτηση ένστασης παραγραφής απέρριψε την αγωγή για αξιώσεις των εναγόντων της περιόδου από 1.1.2006 έως 23.7. 2007 ως παραγεγραμμένη.

Με την κρίση του αυτή το Ειρηνοδικείο Αθηνών ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε καταλήγοντας σε ορθό διατακτικό, αν και με εσφαλμένη αιτιολογία, συνισταμένη στο ότι προκειμένου να επιδικάσει στους αναιρεσίβλητους το προβλεπόμενο από το άρθρο 8 παρ. Α - 5 του Ν. 3205/203 νοσοκομειακό επίδομα, δεν εφάρμοσε την τελευταία αυτή διάταξη σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 2 παρ. 1 περ.

β του Ν. 3235/2004 με την οποία οι νομαρχιακές (και οι τοπικές) μονάδες υγείας του ΙΚΑ εξομοιώθηκαν με τα κέντρα υγείας και του άρθρου 16 αυτού ως προς το χρόνο έναρξης της ισχύος του Ν. 3235/2004 (18.2.2004), αλλά προσέφυγε στην συνταγματική αρχή της ισότητας κατ' εφαρμογή των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 του Συντάγματος, παρόλο που η προσφυγή στις πιο πάνω συνταγματικές ρυθμίσεις δεν ήταν αναγκαία, ούτε άλλωστε υπήρχε έδαφος εφαρμογής αυτής.

Και τούτο διότι οι επίδικες κατά την αγωγή αξιώσεις των αναιρεσίβλητων για την καταβολή σε αυτούς του ως άνω νοσοκομειακού επιδόματος αφορούσαν την χρονική περίοδο από 1.1.2006 έως 30.9.2011, ήτοι περίοδο μετά την έναρξη εφαρμογής του Ν. 3235/2004 (18.2.2004), οπότε τα ισχύοντα ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων και συγκεκριμένα των ιατρών στα κέντρα υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα και ειδικότερα αναφορικά με την καταβολή σε αυτούς του ανωτέρω προβλεπόμενου από το άρθρο 8 παρ.

Α - 5 του Ν. 3205/2003 (ισχύοντος από 1.1.2004) νοσοκομειακού επιδόματος, έχουν, πλέον, ευθεία εφαρμογή και στους ιατρούς των εξομοιωθεισών με κέντρα υγείας νομαρχιακών μονάδων υγείας του ΙΚΑ, στους οποίους έχει ήδη επεκταθεί με την υπ' αριθ. 2/4302/0022/28.1.2004 κοινή υπουργική απόφαση η ισχύς του τελευταίου αυτού νόμου.

Επομένως ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ιδίου Κώδικα, αφού πρόκειται για απόφαση Ειρηνοδικείου) πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το δεύτερο των εναγομένων και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 7 και 10 του Ν. 2470/1997, 13 παρ. 3 του Ν. 2703/1999, 8 παρ. 5 του Ν. 3205/2003, 5 παρ. 1 και 2 του Π.Δ/τος 266/1989 και 12 παρ. 1 του Ν. 2071/1992 και επεκτατικά την συνταγματική αρχή της ισότητας, καθότι το ανωτέρω νοσοκομειακό επίδομα δικαιούνται μόνο οι ιατροί του ΙΚΑ που απασχολούνται σε μονάδες κλειστής ή δευτεροβάθμιας περίθαλψης (νοσοκομεία) και όχι οι ιατροί που απασχολούνται σε μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης, όπως οι αναιρεσίβλητοι, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. περαιτέρω προβάλλει ως επιχείρημα υπέρ των απόψεών του στον ίδιο αναιρετικό λόγο ότι τυχόν επιδίκαση του ένδικου νοσοκομειακού επιδόματος (ύψους 176,08 ευρώ μηνιαίως από 1.7.2002 δυνάμει της με αριθ. 2/27895/022/2.7.2002 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των συναρμόδιων Υπουργών, εκδοθείσας κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 παρ. 1 του Ν. 3016/2002 και ήδη αναπροσαρμοσθέντος σε 240 ευρώ μηνιαίως από 1.1.2004 με το άρθρο 8 - Α παρ. 5 του Ν. 3205/2003) θα είχε ως συνέπεια να βρεθούν σε ευμενέστερη θέση οι αναιρεσίβλητοι ιατροί των μονάδων πρωτοβάθμιας περίθαλψης του ΙΚΑ σε σχέση με τους νοσοκομειακούς ιατρούς (του Δημοσίου), μέλη της ΠΟΕΔΗΝ.

Και τούτο διότι στους ιατρούς του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, στους οποίους περιλαμβάνονται οι αναιρεσίβλητοι, είχε επεκταθεί με απόφαση του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ για λόγους ίσης μεταχείρισης και το προβλεπόμενο από το Ν. 2956/2001 για το μόνιμο και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλληλικό προσωπικό των Ασφαλιστικών Οργανισμών ειδικό επίδομα εξομάλυνσης ύψους 176 ευρώ μηνιαίως (άρθ. 49 παρ. 2 του νόμου αυτού).

Κατά συνέπεια η επιδίκαση και του νοσοκομειακού επιδόματος στους αναιρεσίβλητους θα είχε ως αποτέλεσμα οι εν λόγω ιατροί να λαμβάνουν δύο επιδόματα (το επίδομα εξομάλυνσης ύψους 176 ευρώ και το νοσοκομειακό επίδομα ύψους - αρχικά - 176,08 ευρώ), ενώ οι νοσοκομειακοί ιατροί του Δημοσίου (μέλη της ΠΟΕΔΗΝ) να λαμβάνουν μόνο το ένα επίδομα (το νοσοκομειακό), πράγμα που αντιβαίνει στην αρχή της ισότητας και που δεν μπορεί να ήθελε ο νομοθέτης.

Οι εν λόγω ισχυρισμοί όμως δεν μπορούν να οδηγήσουν σε αντίθετο συμπέρασμα. Πέραν του ότι και τα δύο επιδόματα (εξομάλυνσης και νοσοκομειακό) λαμβάνουν κατά νόμο ήδη οι υπηρετούντες στα πέντε νοσοκομεία του Ιδρύματος ιατροί (κλειστής νοσηλείας), η εκ του νόμου επέκταση της καταβολής του νοσοκομειακού επιδόματος στους υπηρετούντες σε μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ προκύπτει από το γεγονός της εξομοίωσης με μεταγενέστερο νόμο (Ν. 3235/2004) των εν λόγω μονάδων με κέντρα υγείας, στο απασχολούμενο προσωπικό των οποίων προβλέπεται ήδη η χωρίς εξαιρέσεις καταβολή του εν λόγω (νοσοκομειακού) επιδόματος κατά τις διακρίσεις του νόμου (Ν. 3205/2003).

Τέλος δεν συντρέχει δε στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. έννομο συμφέρον αποτροπής δεδικασμένου, ούτως ώστε να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση μόνο ως προς τις νομικές αιτιολογίες της, καθόσον η εφαρμογή διαφορετικών διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας που άγουν στο ίδιο αποτέλεσμα δεν είναι δυσμενέστερη για τον αναιρεσείοντα.

Με το άρθρο μόνο του Π.Δ/τος 437/1977 (ΦΕΚ Α 134), εξαιρέθηκαν από την εφαρμογή του Ν.Δ/τος 496/1974 "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (ΦΕΚ Α 204), οι υπαγόμενοι στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών ασφαλιστικοί οργανισμοί, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το ΙΚΑ (άρθρο 11 του Α.Ν. 1846/1951).

Κατόπιν αυτού, δεν έχουν εφαρμογή επί των κατά του ΙΚΑ απαιτήσεων οι περί παραγραφής διατάξεις του ως άνω Ν.Δ/τος 496/1974 και ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 48 παρ.3 αυτού, που προβλέπει διετή παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων κατά νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Και τούτο διότι η παραγραφή ρυθμίζεται από την ειδική διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 40 του Α.Ν. 1846/1951 "Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (ΦΕΚ Α 179), όπως η παράγραφος 6 αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 15 του Ν. 4476/1965 και στη συνέχεια με το άρθρο 7 του Ν. 825/1978, η οποία στο τελευταίο εδάφιό της ορίζει ότι "πάσα άλλη (εκτός ορισμένων απαιτήσεων περί των οποίων δεν πρόκειται ενταύθα) οιαδήποτε κατά του ΙΚΑ απαίτησις παραγράφεται μετά πενταετίαν".

Στις εν λόγω απαιτήσεις περιλαμβάνονται επομένως και οι απαιτήσεις εκ καθυστερουμένων αποδοχών των υπαλλήλων του ΙΚΑ κατ` αυτού. Η πενταετία αυτή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, κατά τον κανόνα του άρθρου 251 ΑΚ (ΑΠ 382/2018, ΑΠ 696/2015, ΑΠ 341/1990). Επισημαίνεται ότι η διάταξη του άρθρου 90 παρ 3 του Ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 247) που προβλέπει διετή παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου από τη γέννησή τους (ανεξαρτήτως της αιτίας γέννησης αυτών) δεν τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής, διότι με αυτήν ρυθμίζεται η παραγραφή των πιο πάνω αξιώσεων κατά του Ελληνικού Δημοσίου μόνο και δεν αφορά την παραγραφή των αξιώσεων κατά του ΙΚΑ, καθότι όπου ο νομοθέτης θέλησε να εξομοιώσει το ΙΚΑ με το Δημόσιο το έπραξε με ρητές διατάξεις (ΑΠ 25/2018, ΑΠ 121/2016, ΑΠ 296/2013, ΑΠ 1655/2010, ΑΠ 341/1990, ΣτΕ 1297/2011, ΣτΕ 199/2007).

Τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται από τη διάταξη του άρθρου 19 παρ.1 του ΑΝ 1846/1951 με την οποία προβλέπεται ότι το ΙΚΑ απολαμβάνει όλων των ατελειών και προνομίων, δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών, σαν να είναι το ίδιο το Δημόσιο, αφού έναντι αυτής υπερισχύει η ειδική ρύθμιση του άρθρου 40 παρ.6 του ιδίου νόμου (ΑΝ 1846/1951) που ρυθμίζει ειδικά τα της παραγραφής αξιώσεων κατά του ΙΚΑ ή από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 3210/1955, με την οποία προβλέπεται ότι το ΙΚΑ απολαύει όλων των διαδικαστικών προνομίων του Δημοσίου και επ' αυτού ως ενάγοντος ή εναγομένου εφαρμόζονται όλες οι εκάστοτε ισχύουσες για το Δημόσιο διαδικαστικές διατάξεις του Κώδικα περί δικών του Δημοσίου και της πολιτικής δικονομίας, η οποία ως εκ του περιεχομένου της δεν αφορά ουσιαστικά προνόμια, όπως η συντομότερη παραγραφή (ΑΠ 25/2018).

Με το δεύτερο και τελευταίο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ιδίου Κώδικα, εφόσον πρόκειται για απόφαση Ειρηνοδικείου) το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε ότι οι κατά του ΙΚΑ μισθολογικές αξιώσεις των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων υπόκεινται σε πενταετή και όχι σε διετή παραγραφή και απέρριψε τον προβληθέντα ενώπιον του Ειρηνοδικείου ισχυρισμό περί συμπληρώσεως της διετούς παραγραφής των αξιώσεων των αναιρεσίβλητων του χρονικού διαστήματος από 1.1.2006 έως 24.7.2010.

Ειδικότερα με τον αναιρετικό λόγο το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. υποστηρίζει ότι, εφόσον το ΙΚΑ εξομοιώνεται με το Δημόσιο ως προς τα οικονομικά και δικονομικά του προνόμια (άρθρα 19 παρ.1 του Α.Ν 1846/1951 και 5 του Ν. 3210/ 1955), εξυπακούεται ότι απολαμβάνει και του (οικονομικού) προνομίου της διετούς παραγραφής των κατά του Δημοσίου εξ αποδοχών αξιώσεων των υπαλλήλων του, που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του Ν. 2362/1995.

Κατά τους ισχυρισμούς του, η τελευταία αυτή διάταξη είναι ειδικότερη, αφού ρυθμίζει παραγραφή αξιώσεων εξ απολαβών, σε σχέση με εκείνη της παρ.6 του άρθρου 40 του Α.Ν. 1846/1951, όπως αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 15 παρ.2 του Ν. 4476/1965 και στη συνέχεια, με το άρθρο 7 παρ.1 του Ν. 825/1978, που είναι γενική και ρυθμίζει τα της παραγραφής γενικά οποιασδήποτε απαίτησης κατά του ΙΚΑ και ως εκ τούτου, κατισχύει της τελευταίας.

Ο λόγος αυτός, με βάση τα ήδη προαναφερθέντα, είναι αβάσιμος. Επομένως το Ειρηνοδικείο, που με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε με την ίδια ως άνω αιτιολογία ότι οι επίδικες μισθολογικές αξιώσεις των αναιρεσίβλητων υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή κατά τη διάταξη του άρθρου 40 παρ. 6 εδ. τελ. του Α.Ν. 1846/1951 και όχι σε διετή παραγραφή και συνακόλουθα δέχθηκε την ένσταση παραγραφής μόνο για τις πέραν της πενταετίας αξιώσεις των αναιρεσίβλητων του χρονικού διαστήματος από 1.1.2006 έως 23.7.2007, ορθώς εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις.

Συνεπώς ο δεύτερος και τελευταίος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση ως προς τους παραστάντες αναιρεσιβλήτους και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης, όσον αφορά τους 1η, 2ος, 3η, 4ος, 5ος, 6η, 7ος, 39η, 40η, 41ος, 42ος και 43η των αναιρεσίβλητων Σ. Χ. του Δ., Β. Θ. του Ι., Α. Φ. του Β., Δ. Μ., Χ. Π. του Μ., Ε. Κ. του Α., Ι. Κ. του Β., Χ. Κ., Ε. Ρ., Π. Κ., Κ. Σ. και Ε. Μ. - Π..

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τους αναιρεσίβλητους αυτούς.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 2.3.2018 και με αριθ. κατάθ. 19241/9/2018 αίτηση αναίρεσης της με αριθ. 1112/24.6.2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παραστάντων αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων oκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 26 Νοεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ