1389/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Νικήτα Χριστόπουλο, Πέτρο Σαλίχο - Εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1389/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αφαίρεση αυτή απαιτείται να έγινε αυτογνωμόνως και χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου του πράγματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1389 / 2016 (Β Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1389/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Νικήτα Χριστόπουλο, Πέτρο Σαλίχο - Εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Μ. Π. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αλετρά, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1426/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Mε πολιτικώς ενάγοντα τον Δ. Ζ. του Μ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Απριλίου 2016 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 591/2016.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1 του Π.Κ., όποιος αφαιρεί ξένο, (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια, από την κατοχή άλλου, ξένο, ολικά ή εν μέρει, κινητό πράγμα, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα.
Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της ξένης κατοχής, η οποία υφίσταται στο κινητό πράγμα και στη θεμελίωση νέας σ’ αυτό κατοχής από το δράστη ή τρίτο, με το σκοπό της παράνομης ιδιοποιήσεώς του, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε τελικά, όπως και το κίνητρο της κλοπής. Στην έννοια της κατοχής περιλαμβάνεται τόσο η πραγματική εξουσία επί του πράγματος, όσο και η βούληση για την εξουσίασή του, δηλαδή να το έχει δικό του και να το χρησιμοποιεί.
Η αφαίρεση αυτή απαιτείται να έγινε αυτογνωμόνως και χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου του πράγματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόσθηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ούτε να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια στοιχεία αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.
Περαιτέρω, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διάφορων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, διότι στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Ειδικά, στην περίπτωση του εγκλήματος της κλοπής, όπως προκύπτει από την ως άνω διάταξη του άρθρου 372 του Π.Κ., δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία του δόλου, εφόσον ο νόμος δεν συνδέει την ύπαρξή του με ορισμένα πρόσθετα περιστατικά, και δεν εμφανίζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση και η μορφή ενδεχομένου δόλου, αφού αυτός (δόλος), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 εδ.
α’ και 27 παρ.1 του Π.Κ., ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την έννοια της κλοπής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμ. 1426/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε, σε δεύτερο βαθμό, ένοχος κλοπής αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, ανασταλείσα επί τριετία.
Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά ακριβή μεταφορά τα εξής: "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και όλων των εγγράφων, που αναφέρονται στα πρακτικά της παρούσας, την απολογία του κατηγορουμένου και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι:
Ο κατηγορούμενος στον Τύρναβο Λάρισας, την 20η Οκτωβρίου 2008, αφαίρεσε ξένο ολικά πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Ειδικότερα, εισήλθε στο κατάστημα ηλεκτρικών ειδών του Δ. Ζ. επί της οδού ... και προσποιούμενος τον πελάτη, με τη μέθοδο της απασχόλησης, αφαίρεσε το χρηματικό ποσό των 50.439 ευρώ, το οποίο είχε τοποθετηθεί από τον παθόντα κάτω από το γραφείο σε χαρτόκουτο και εντός φακέλου, ιδιοποιούμενος αυτό παρανόμως, το δε αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.
Τα παραπάνω αποδείχθηκαν πλήρως και δεν αντικρούονται από κανένα στοιχείο της δικογραφίας, η δε κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Μ. Ζ., ο οποίος ανασκεύασε την κατάθεσή του και δήλωσε ότι "...τώρα που τον βλέπω εδώ (τον κατηγορούμενο) λέω ότι δεν είναι αυτός" καθώς και ότι "... μπορεί να μπερδεύτηκα, ήταν αθίγγανος, μοιάζουν μεταξύ τους" δεν κρίνεται πειστική, διότι ο ως άνω μάρτυρας, τόσο κατά την προανάκριση, όσο και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εμφανιζόταν βέβαιος ως προς την ταυτότητα του κατηγορουμένου ως δράστη της εις βάρος του κλοπής, μάλιστα δε στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου κατέθεσε "(με τον κατηγορούμενο) ήρθαμε πρόσωπο με πρόσωπο.
Δεν μπήκε άλλος στο μαγαζί. Πήγαμε στην αστυνομία στη Λάρισα, μου έδειξαν φωτογραφίες και τον αναγνώρισα". Κατ’ ακολουθία αυτών, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ.
απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος της κλοπής για το οποίο κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α’ , 27 και 372 παρ.1 εδ.
α’ του Π.Κ., που ορθώς εφάρμοσε. Περαιτέρω, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού η καταδίκη του για την ως άνω πράξη της κλοπής αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας στηρίχθηκε σε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της αποφάσεως και ιδίως από την εκτεταμένη αναφορά της, μάλιστα και κατ’ είδος, στα ληφθέντα υπόψη συνεκτιμηθέντα αποδεικτικά στοιχεία.
Σύμφωνα δε με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διάφορων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Επίσης, αιτιολογείται επαρκώς ο τρόπος με τον οποίο έδρασε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος στην τέλεση της ως άνω πράξεως της κλοπής με την παράθεση των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος, ενώ αιτιολογείται επαρκώς ο δόλος αυτού και δη η αφαίρεση, με τη μέθοδο της απασχόλησης, του χρηματικού ποσού των 50.439 ευρώ από τον παθόντα Δ.
Ζ., η γνώση ότι το αντικείμενο της κλοπής, ήτοι το εν λόγω χρηματικό ποσό, ήταν ξένο και ο σκοπός της παράνομης ιδιοποίησης αυτού από τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα. Τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα είναι αβάσιμα. Ακόμη, αβάσιμη είναι και η αιτίαση ότι δεν αιτιολογείται η κρίση του ως άνω Δικαστηρίου περί του αντικειμένου της κλοπής ως "ιδιαίτερα μεγάλης αξίας", καθόσον εναπόκειται στην εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, αν η πράξη της κλοπής έχει αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντα περί εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδεικτικών μέσων, ότι δηλαδή τα γενόμενα δεκτά από το Δικαστήριο της ουσίας δεν προκύπτουν από κανένα αποδεικτικό στοιχείο (μαρτυρικές καταθέσεις κλπ), οι δε συλλογισμοί που στήριξαν την καταδικαστική κρίση ήταν εσφαλμένοι, είναι απαράδεκτες, γιατί με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Ενόψει όλων των ανωτέρω, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ. μοναδικός λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι αβάσιμος και κατ’ ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ.).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Απριλίου 2016 (με αριθμ. πρωτ. …/2016) αίτηση (δήλωση) του Μ. Π. του Δ., για αναίρεση της με αριθμό 1426/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250)ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Σεπτεμβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2016.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ