1389/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1389/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, "πράγμα", η λήψη ή μη του οποίου ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, αποτελεί και η βάση της αγωγής, καθώς και τα προς θεμελίωση αυτής περιστατικά, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Full text
Απόφαση 1389 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1389/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Μ. συζ. Σ. Κ., το γένος Ι. Ν., 2)Δ. Κ. του Σ., και 3)Φ. Κ. του Σ., κατοίκων .... Η 1η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Παπασωτηρίου και οι 2ος και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. συζ. Χ. Κ., το γένος Γεωργίου Πηλιχού, κατοίκου Αχαρνών, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Καλαμίτση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις: 1)από 14/12/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και των Κ. Π., Χ. Γ. και Χ. Π., που δεν είναι διάδικοι στην δίκη αυτή και 2)από 21/1/2008 ανταγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, οι οποίες κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1384/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 6169/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17/4/2013 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 8/1/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.2, 118 αρ.4 και 216 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για τη νομική της θεμελίωση, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, δηλαδή η αοριστία της αγωγής, συνιστά έλλειψη της με ποινή απαραδέκτου επιβαλλόμενης προδικασίας, η οποία, ως αναγόμενη στη δημόσια τάξη, εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως.
Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Η διάταξη του άρθρου 224 εδ.β'του ΚΠολΔ παρέχει την ευχέρεια στον ενάγοντα να συμπληρώσει, να διευκρινίσει και να διορθώσει τους περιεχόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς, όχι όμως και να αναπληρώσει τους ελλείποντες και μάλιστα εκείνους που αποτελούν στοιχεία του αγωγικού δικαιώματος.
Μπορεί, δηλαδή, ο ενάγων, βάσει της πιο πάνω διάταξης (σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 236 ΚΠολΔ) να συμπληρώσει με τις προτάσεις του κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης την ατελή έκθεση των πραγματικών ισχυρισμών του, θεραπεύοντας, έτσι, την ποσοτική ή ποιοτική αορίστια της αγωγής, που αναφέρεται στην εξειδίκευση των θεμελιωτικών της αγωγής γεγονότων, δεν μπορεί, όμως, να αναπληρώσει τη νομική αοριστία της αγωγής, η οποία συνίσταται στη μη έκθεση αυτού τούτου του περιστατικού που απαιτείται κατά το νόμο για την παραγωγή του αγωγικού δικαιώματος.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία. Κατά δε τα άρθρα 974, 976 έως 979 ΑΚ, άσκηση νομής επί ακινήτου, που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις επάνω σ'αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη θέληση να το έχει δικό του.
Τις υλικές αυτές πράξεις πρέπει να αναφέρει στην αγωγή του ο ενάγων που επικαλείται τη χρησικτησία και εφόσον αμφισβητούνται αποδεικνύονται από αυτόν και δεν αρκεί η έκφραση ότι ο ενάγων νεμόταν το ακίνητο με διάνοια κυρίου χωρίς αναφορά των υλικών πράξεων που ενήργησε στο ακίνητο. Μπορεί, όμως, να συμπληρώσει παραδεκτά την αγωγή με τις προτάσεις του κατά την πρώτη συζήτηση στον πρώτο βαθμό όσον αφορά τις υλικές πράξεις που ενήργησε στο ακίνητο, θεραπεύοντας, έτσι, την (ποσοτική - ποιοτική) αοριστία αυτής.
Τέλος, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, "πράγμα", η λήψη ή μη του οποίου ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, αποτελεί και η βάση της αγωγής, καθώς και τα προς θεμελίωση αυτής περιστατικά, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της ένδικης - από 14.12.2007 - αγωγής και την από 24.3.2008 προτάσεων των εναγόντων της πρώτης συζήτησης στον πρώτο βαθμό, με τις οποίες παραδεκτά συμπληρώθηκε η αγωγή ως προς τις υλικές πράξεις που ενεργήθηκαν στα επίδικα πιο κάτω δύο ακίνητα (βλ.
τις σελίδες 7 στοιχ.κη'και 8 στοιχ.λστ'των προτάσεων αυτών), ο πέμπτος των εναγόντων και ήδη δεύτερος των αναιρεσειόντων ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος, πέραν των άλλων, και α)ενός ακινήτου, εμβαδού 900,80 τ.μ., που βρίσκεται εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλης του Δήμου Αχαρνών Αττικής και στη θέση "..." και β)ενός ακινήτου, εμβαδού 238,66 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ...' της περιφέρειας του Δήμου Αχαρνών Αττικής, όπως τα όριά του περιγράφονται στην αγωγή, διότι, όπως ισχυρίστηκε, από το έτος 1985 που περιήλθαν σ'αυτόν τα παραπάνω ακίνητα, με άτυπη δωρεά από τον παππού του Ι.
Ν., στον οποίο είχαν περιέλθει με αγορά δυνάμει των υπ'αριθμ.... και ... συμβολαίων των συμβολαιογράφων Αχαρνών Νικόλαου Αποστολάκη και Αθηνών Αθανάσιου Ανδρίτσου, αντίστοιχα, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί, κατείχε και νεμόταν αυτά με τη βοήθεια των γονέων του με διάνοια κυρίου, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα και ειδικότερα, όσον αφορά το πρώτο από αυτά "το καλλιεργούσ(ε) με κριθάρι μέχρι και το έτος 1998 και (τ)ου το προσέβαλαν οι Γ.
και Α. Μ. και που μετά από δικαστικό αγώνα κέρδισε τις σχετικές δίκες", όσον αφορά δε το δεύτερο από αυτά ασκούσε "όλες τις πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του" και μάλιστα "οι γονείς του αφ'ης περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα και νομή (τ)ου το παραχώρησαν προς καλλιέργεια στους Ι.
και Σ. Σ. που το καλλιέργησαν μέχρι το έτος 1993", γενόμενος, έτσι, κύριος των ακινήτων αυτών με έκτακτη χρησικτησία, με την προσμέτρηση στη νομή του και της νομής του δικαιοπαρόχου του. Με το περιεχόμενο αυτό η ένδικη αγωγή ως προς το μέρος της αυτό που αφορά στα δύο αυτά ακίνητα, είναι, σύμφωνα με τα παραπάνω επαρκώς ορισμένη, και, συνεπώς, το Εφετείο, με το να μη λάβει υπόψη τις υλικές πράξεις που αναφέρονταν στις παραπάνω προτάσεις που παραδεκτά συμπληρώθηκε η αγωγή και να κρίνει την αγωγή, ως προς το μέρος της αυτό αόριστη και ως τέτοια να την απορρίψει ως απαράδεκτη, παρά το νόμο παρέλειψε να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και κήρυξε την αγωγή απαράδεκτη, κατά τους βάσιμους λόγους αναίρεσης, πρώτο και δεύτερο, από τους αριθμούς 14 και 8 περ.β'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, οι οποίοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 994 ΑΚ, αν νέμονται περισσότεροι το ίδιο πράγμα κατ' ιδανικά μέρη, καθένας απ' αυτούς έχει κατά τρίτων τα δικαιώματα από την προσβολή της νομής. Στις μεταξύ τους σχέσεις δεν παρέχεται η προστασία από τη νομή εφόσον πρόκειται για τα όρια της χρήσης του πράγματος που αρμόζει στον καθένα.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι είναι δυνατό η νομή να ανήκει από κοινού σε περισσοτέρους, με την έννοια ότι η φυσική εξουσία του καθενός δεν περιορίζεται σ' ένα διακριτό μέρος του πράγματος, αλλά ολόκληρο το πράγμα υπόκειται στον καθένα από αυτούς κατά ένα ιδανικό μερίδιο, ήτοι μαθηματικό ποσοστό (σύννομη).
Στην περίπτωση αυτή, εφόσον πρόκειται για ακίνητο, ως πράξεις φυσικής εξουσιάσεως με διάνοια κυρίου των συννομέων επί του όλου πράγματος, οι οποίες μετά την πάροδο εικοσαετίας, επιφέρουν την από κοινού κτήση κυριότητας αυτού από τους συννομείς εξ αδιαιρέτου και κατά το ποσοστό της μερίδας εκάστου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1113, 1045, 974, 980, 994, 785 επ.
ΑΚ, είναι ενδεικτικά η επίβλεψη ή η φύλαξη όλου του ακινήτου από έκαστο των συννομέων για λογαριασμό όλων, η συνεκμίσθωση ή η από κοινού παραχώρηση της χρήσεως αυτού από όλους τους συννομείς σε τρίτο, η συλλογή των καρπών από κάποιο συννομέα και η διανομή τους μεταξύ των συννομέων, η καταβολή δαπανών για όλο το ακίνητο από τους συννομείς κατά το ποσοστό της μερίδας εκάστου κλπ.
Η άσκηση της νομής από έναν ή περισσότερους συννομείς επί διαιρετού τμήματος του όλου ακινήτου αναλόγου προς το μερίδιο του (των), κατ' αποκλεισμό των λοιπών συννομέων, δεν οδηγεί στην κτήση συγκυριότητας επί του όλου πράγματος κατά το λόγο της ιδανικής μερίδας του εν λόγω συννομέα (συννομέων) με έκτακτη χρησικτησία.
Για να συμβεί τούτο απαιτείται, κατ' εφαρμογή των άρθρων 974, 980, 994 και 785-788 ΑΚ όπως, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ όλων των συννομέων, ο νομέας ή οι συννομείς που ασκούν, κατ' αποκλεισμό των λοιπών, πράξεις φυσικής εξουσιάσεως επί του διαιρετού τμήματος του όλου ακινήτου αναλόγου προς το μερίδιο του (των), να ασκούν αυτές όχι μόνο για λογαριασμό τους, αλλά καν ως αντιπρόσωποι των λοιπών συννομέων ως προς το ιδανικό τους μερίδιο, οι δε λοιποί συννομείς, βάσει της άνω κοινής συμφωνίας, να ασκούν πράξεις νομής στα λοιπά διαιρετά τμήματα του όλου ακινήτου, όχι μόνο για λογαριασμό τους, αλλά και ως αντιπρόσωποι του πρώτου (πρώτων).
Τελείως διάφορη των ανωτέρω είναι η περίπτωση της κτήσεως αποκλειστικής κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία επί διαιρετού τμήματος του όλου ακινήτου από κάποιον ή κάποιους συννομείς, μετά την πάροδο εικοσαετίας στην αποκλειστική νομή του τμήματος αυτού, κατόπιν άτυπης διανομής του κοινού πράγματος μεταξύ όλων των συννομέων ή συγκυρίων αυτού ή γνώσεως από τους λοιπούς συννομείς της προθέσεως του χρησιδεσπόζοντος να νέμεται το διαιρετό τμήμα του ακινήτου αποκλειστικά για τον εαυτό του.
Στην προκείμενη περίπτωση όπως δέχτηκε το Εφετείο και προκύπτει από την παραδεκτή (561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της αγωγής, οι πέμπτος και έκτη των εναγόντων και ήδη δεύτερος και τρίτη των αναιρεσειόντων Δ. Κ. και Φ. Κ. ζήτησαν την αναγνώριση του δικαιώματος συγκυριότητας τους, κατά ποσοστό 12,50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, μεταξύ άλλων, και επί δέκα (10) συνολικά ακινήτων, εκτάσεως 309,39 τ.μ.
το πρώτο, 1.510,18 τ.μ. το δεύτερο, 2.958,44 τ.μ. το τρίτο, 2.601,74 τ.μ. το τέταρτο, 2.751,36 τ.μ. το πέμπτο, 2.022,39 τ.μ. το έκτο, 5.630,68 τ.μ. το έβδομο, 2.369,10 τ.μ. το όγδοο, 6.184,92 τ.μ. το ένατο και 930,95 τ.μ. το δέκατο, ήτοι συνολικής εκτάσεως 27.269,15 τ.μ., τα οποία βρίσκονται στη θέση "..." του Δήμου Αχαρνών Αττικής, όπως τα όρια αυτών προσδιορίζονται στην αγωγή.
Εκθέτουν δε ότι τα δέκα (10) παραπάνω ακίνητα περιήλθαν σ' αυτούς, καθώς και στους τρίτη και τέταρτο των εναγόντων Χ. Γ. και Χ. Π. (οι οποίοι δεν εξεκάλεσαν την πρωτόδικη απόφαση), κατά ποσοστό 12,50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα τους, ως ενιαία έκταση δέκα (10) στρεμμάτων κατά το έτος 1980, με άτυπη δωρεά από τον παππού τους Ι.
Ν., συγκύριο κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου των ακινήτων αυτών και ότι από την περιέλευση της ενιαίας πιο πάνω έκτασης σ' αυτούς, οι γονείς τους, ενεργώντας για λογαριασμό τους, άσκησαν (αποκλειστικά) τις αναφερόμενες στην αγωγή πράξεις νομής, ήτοι παραχώρηση της ενιαίας αυτής έκτασης με σύμβαση χρησιδανείου σε τρίτο για καλλιέργεια ανθέων, άσκηση ενδίκων μέσων για αύξηση του ποσού της αποζημίωσης για την επίταξη της εν λόγω έκτασης προς στέγαση σεισμοπαθών μετά τους σεισμούς του έτους 1999, με συνέπεια αυτοί να καταστούν συγκύριοι, κατά το ως άνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους των δέκα (10) πιο πάνω ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία.
Έκρινε δε το Εφετείο, ότι "με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, κατά το μέρος που αφορά τα δέκα (10) αυτά ακίνητα, είναι μη νόμιμη και απορριπτέα, διότι η από τους πέμπτο και έκτη των εναγόντων αποκλειστική άσκηση νομής, από κοινού με τους τρίτη και τέταρτο τούτων (εναγόντων), επί διαιρετού τμήματος δέκα (10) στρεμμάτων, του οποίου, σημειωτέον, η θέση και τα όρια δεν προσδιορίζονται στην αγωγή, δεν μπορεί, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, να οδηγήσει στην κτήση της συγκυριότητας από τους παραπάνω ενάγοντες κατ' ιδανικά μέρη, ήτοι κατά ποσοστό 12,50% εξ αδιαιρέτου από τον καθένα, επί συνολικής εκτάσεως 27.269,15 τμ, που καταλαμβάνουν, όπως προεκτέθηκε, τα δέκα (10) επίδικα ακίνητα".
Κρίνοντας, έτσι, το Δικαστήριο της ουσίας, δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 980, 994, 785-788, 1045 και 1113 του ΑΚ, ενώ έλαβε υπόψη τα ανωτέρω περιστατικά τα οποία οι ήδη αναιρεσείοντες ενάγοντες επικαλέστηκαν με την αγωγή προς θεμελίωση της βάσης της από την έκτακτη χρησικτησία, και, συνεπώς, ο ένατος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, κατ'ορθή εκτίμησή του (όχι μόνο) από τον αριθμό 8 περ.β'(αλλά ) και τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο, υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙΙ. Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ.γ'του ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμά του και καταλήξει στην κρίση του περί ουσιαστικής αβασιμότητας της ένδικης - με βάση τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας - αγωγής τους, όσον αφορά τα λοιπά επίδικα ακίνητα που ερεύνησε αυτήν (αγωγή) κατ'ουσίαν ήτοι πλην εκείνων που αναφέρονται στις υπό στοιχεία Ι και
ΙΙ σκέψεις της παρούσας αποφάσης - αφορούν δε μόνο στους ήδη αναιρεσείοντες (πρώτη, πέμπτο και έκτη από τους) ενάγοντες και δέχτηκε ειδικότερα, ότι δεν αποδείχθηκε, ότι οι εν λόγω αναιρεσείοντες ενάγοντες νεμήθηκαν αυτά για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας (ΑΚ 1045), αλλά απεναντίας, ότι "ο Ι. Ν. (πατέρας της πρώτης και παππούς των δύο άλλων αναιρεσειόντων) διατήρησε μέχρι και το χρόνο του θανάτου του στις 9.1.2001 τη νομή επί των παραπάνω επίδικων ακινήτων (πλήν του υπό στοιχείο Γ-6), των οποίων ήταν κύριος, την οποία ασκούσε μέσω της πρώτης ενάγουσας και του συζύγου αυτής Σ.
Κ., ως βοηθών νομής αυτού (άρθρο 980 ΑΚ)...λόγω του προχωρημένου της ηλικίας του, αφού στα τέλη της δεκαετίας του 1980 πλησίαζε το ογδοηκοστό έτος της ηλικίας του (και) δεν ήταν πλέον σε θέση να ασχολείται αυτοπροσώπως με τη διαχείριση της περιουσίας του...(ενώ) τη νομή του ανωτέρω (υπό στοιχείο Γ-6) ακινήτου δεν αποδείχθηκε ότι ο Ι.
Ν. το έτος 1985 παραχώρησε με άτυπη δωρεά στην εγγονή του Φ. Κ. (τρίτη αναιρεσείουσα) ...(αλλά) αντίθετα αποδείχθηκε ότι την περίοδο εκείνη την παρέδωσε στο γαμβρό του Σ. Κ., με την προοπτική δημιουργίας στο μέλλον επιχείρησης πρατηρίου υγρών καυσίμων στο ακίνητο αυτό στο όνομα της πρώτης ενάγουσας....και ο τελευταίος το παραχώρησε κατά τις αρχές του έτους 2002 ατύπως στην έκτη ενάγουσα (και ήδη τρίτη αναιρεσείουσα) θυγατέρα του ...(η οποία) και έκτοτε το νεμόταν με διάνοια κυρίου μέχρι και την άσκηση της ένδικης αγωγής, γενόμενη, έτσι, κυρία του εν λόγω ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία με την προσμέτρηση στο χρόνο της δικής της νομής και του χρόνου της νομής των δικαιοπαρόχων της ...(χωρίς) όμως αναφορικά με το επίδικο αυτό ακίνητο να διαλαμβάνεται στην ένδικη αγωγή τέτοια ιστορική βάση", δεν έλαβε - το Εφετείο - υπόψη τα παρακάτω έγγραφα, που - οι αναιρεσείοντες - προσκόμισαν νόμιμα με επίκληση με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα: 1)το από 8.1.1990 μισθωτήριο αγροτικού κτήματος μετά στάβλου και δύο φρεάτων μεταξύ της πρώτης αναιρεσείουσας και του Ε.
Μ. του Β. ως μισθωτή 2) την από 2.2.1994 σύμβαση χρησιδανείου, που καταχωρήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία Αχαρνών υπ'αριθμ...., 3)την από 3.3.1995 δήλωση (έντυπο Ε9) στοιχείων ακινήτων της πρώτης αναιρεσείουσας, 4)την υπ'αριθμ.πρωτ.... βεβαίωση του Δήμου Αχαρνών, 5)την υπ'αριθμ.πρωτ....
αναφορά της πρώτης αναιρεσείουσας προς τον Εισαγγελέα πρωτοδικών Αθηνών, 6)την υπ'αριθμ.πρωτ.857/30.3.1994 αναφορά της πρώτης αναιρεσείουσας προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, 7)το υπ'αριθμ.65/1994 βούλευμα του Τριμελούς Συμβουλίου Πρωτοδικών Αθηνών, 8)την υπ'αριθμ.69378/1995 καταδικαστική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, 9)την υπ'αριθμ.72964/1996 απαλλακτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, 10)την υπ'αριθμ.3497/2011 αμετάκλητη απόφαση και τα ταυτάριθμα πρακτικά του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 11)τα πρακτικά της 237/2002 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών και της 3497/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στα οποία περιλαμβάνονται οι καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης Σ.
Κ. και Ι. Σ., αντίστοιχα,. 12)των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος οικονομικών ετών 1997-2005 της πρώτης αναιρεσείουσας, 13)τα πρακτικά της υπ'αριθμ.387/2002 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, στα οποία περιλαμβάνεται η κατάθεση του μάρτυρα Ι. Π., 14)την από 12.12.1986 σύμβαση χρησιδανείου μεταξύ της πρώτης αναιρεσείουσας και του Κ.
Ρ. ως χρησαμένου, 15)τα πρακτικά της υπ'αριθμ.5653/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στα οποία περιλαμβάνεται η κατάθεση του μάρτυρα Ε. Μ., 16)την υπ'αριθμ.734/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 17)τα πρακτικά της υπ'αριθμ.734/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στα οποία περιλαμβάνεται η κατάθεση του μάρτυρα Σ.
Κ., 18)την υπ'αριθμ.4030/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, 19)την υπ'αριθμ.... πράξη σύστασης κάθετων ιδιοκτησιών της συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνας παπακωστοπούλου, 20)την υπ'αριθμ.6750/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, 21)το υπ'αριθμ.646/2007 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Α
θηνών, 22)την από 22.7.1994 αγωγή των μισθωτών Ι. και Σ. Σ. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 23)τη συναφή υπ'αριθμ.11311/1997 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, 24)την από 13.4.2005 τεχνική έκθεση του αρχιτέκτονος μηχανικού Κ.Δ., 25)τα πρακτικά της υπ'αριθμ.320/2005 απόφασης, στα οποία περιλαμβάνεται η κατάθεση του μάρτυρος Ι.
Σ., 26)το από 1.1.1987 μισθωτήριο που υπέγραψε για λογαριασμό του δεύτερου αναιρεσείοντος ο πατέρας του Σ.ς Κ.ς, 27)το από 1.6.1992 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο αναπροσαρμόσθηκαν οι όροι της άνω από 1.1.987 μισθώσεως, 28)την υπ'αριθμ.... σύμβαση ασφάλισης από κινδύνου πυρός, 29)την υπ'αριθμ.... απόδειξη πληρωμής ασφαλίστρων, 30)την υπ'αριθμ.2599/1991 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του Π.
Γ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αχαρνών Ελευθερίας Κονταξούδα, 31)το υπ'αριθμ.... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αχαρνών Ελευθερίας Κονταξούδα, 32)το προσαρτώμενο στο άνω ...- συμβόλαιο από Οκτωβρίου 1991 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Χ. Τ., 33)το από 24.9.1996 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπεγράφη από την πρώτη για λογαριασμό της τρίτης αναιρεσείουσας με το Μ.
Κ., 34)την υπ'αριθμ.πρωτ.3155681/20.9.2002 ανακοίνωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτων για την κατασκευή συμπληρωματικών έργων στη Χ.Θ.... της σιδηροδρομικής γραμμής Αθηνών-Οινόης, 35)της από 4.3.2004 αίτησης της "ΕΡΓΟΣΕ ΑΕ" ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 36)τα πρακτικά της υπ'αριθμ.1000/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στα οποία περιλαμβάνεται η ένορκη κατάθεση του Β.
Κ., 37)την υπ'αριθμ.77/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 38)την υπ'αριθμ.35564β/23.2.2006 βεβαίωση του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων. Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου, ότι λήφτηκαν υπόψη και "όλα ανεξαιρέτως τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων από αυτά", καθώς και από το σύνολο των σκέψεων αυτού, γίνεται φανερό και αναμφισβήτητο ότι τούτο έλαβε υπόψη του τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία του καθενός, και ο περί του αντιθέτου λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
IV. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ'αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη η μικρότερη βαρύτητα σ'ένα από αυτά.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 75 ΚΠολΔ, επί απλής ομοδικίας, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της οικονομίας της δίκης, η μεταξύ των πλειόνων σχέση είναι απλώς δικονομική, έχει δε σκοπό την εκδίκαση πλειόνων διαφορών σε μία δίκη, χωρίς να επηρεάζονται τα δικαιώματα του ενός των ομοδίκων από τη δικαιολογική σχέση του ετέρου, ούτε από τη στη δίκη ενέργεια εκείνου.
Συνεκτιμώνται, όμως, οι αποδείξεις που διατάχθηκαν ως προς ομόδικο σε άλλη δίκη, κατ'εφαρμογή της άνω διάταξης του άρθρου 340 ΚΠολΔ, ως δικαστικά τεκμήρια μετά των λοιπών αποδείξεων, ως προς όλους τους ομοδίκους (βλ.ΑΠ 594/1985 ΕλλΔνη 27.200). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ως αποδειχθέντα τα προεκτεθέντα, ήτοι, ότι "Ο Ι.
Ν. διατήρησε μέχρι και το χρόνο του θανάτου του στις 9.1.2001 τη νομή επί των παραπάνω επίδικων ακινήτων (πλην του υπό στοιχείο Γ-6), των οποίων ήταν κύριος, την οποία ασκούσε μέσω της πρώτης ενάγουσας (και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας) και του συζύγου αυτής Σ. Κ., ως βοηθών νομής αυτού (άρθρο 980 ΑΚ)...", κάνοντας μνεία, ότι "χαρακτηριστική στο σημείο αυτό είναι η κατάθεση του μάρτυρα Ι.
Π., αγρότη, σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων νομής, που αφορούσε το υπό στοιχείο Α-4 ακίνητο, ότι η πρώτη ενάγουσα (και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, απλή δε ομόδικος των λοιπών αναιρεσειόντων) καλλιεργούσε το ακίνητο αυτό "γιατί ο πατέρας της ήταν υπερήλικος και δεν μπορούσε". Δηλαδή - το Εφετείο - εκτίμησε την προεκτεθείσα μαρτυρική κατάθεση σε άλλη δίκη της πρώτης ενάγουσας ελεύθερα, κατ'άρθρο 340 εδ.α'ΚΠολΔ, ως δικαστικό τεκμήριο μετά των λοιπών αποδείξεων, χωρίς να προσδώσει σ'αυτή μικρότερη ή μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ο νόμος ορίζει, και, συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ, με τον οποίο, υπό την επίκληση της πλημμέλειας αυτής, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 270 εδ. γ'ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει μετά την αντικατάστασή του με τα άρθρα 12 του ν.2915/2001 και 28 του ν. 3994/2011, έχει δε εφαρμογή και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνον αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή.
Από τη διάταξη αυτή, σύμφωνα με την οποία επιτρέπεται η λήψη από το δικαστήριο τριών κατ' ανώτατο όριο ενόρκων βεβαιώσεων για κάθε διάδικη πλευρά, προκύπτει, ότι ο περιορισμός αυτός των ένορκων βεβαιώσεων ισχύει και στην περίπτωση που περισσότεροι έχουν ασκήσει αγωγή ή έχουν εναχθεί από κοινού ως ομόδικοι (άρθρο 74 ΚΠολΔ) και συνεπώς κάθε διάδικη πλευρά μπορεί και στην περίπτωση αυτή να προσκομίσει και το δικαστήριο να λάβει υπόψη τρεις κατ' ανώτατο όριο ένορκες βεβαιώσεις.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, προκειμένου να σχηματίσει το αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε, πλην άλλων, υπόψη και "τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους ενάγοντες-εκκαλούντες (ήδη αναιρεσείοντες) τρεις (3) πρώτες, κατά σειρά επικλήσεώς τους από αυτούς, υπ' αριθμ. 233, 234 και 235/20.3.2008 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αχαρνών, οι οποίες λήφτηκαν μετά από προηγούμενη, προ δύο (2) εργάσιμων ημερών, νομότυπη κλήτευση της εναγομένης (ήδη αναιρεσιβλήτου) .. (όχι όμως και) τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους ενάγοντες-εκκαλούντες επιπλέον των τριών πιο πάνω ένορκων βεβαιώσεων, υπ'αριθμ. 243 και 244/21.3.2008 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αχαρνών, οι οποίες δεν λαμβάνονται υπόψη ...
αφού με τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ επιτρέπεται η λήψη από το Δικαστήριο τριών (3) κατ' ανώτατο όριο ένορκων βεβαιώσεων για κάθε διάδικη πλευρά". 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο και δεν έλαβε υπόψη τις πέραν των τριών ένορκες αυτές - 243 και 244/21.3.2008 - βεβαιώσεις δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.
γ' ΚΠολΔ και επομένως ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, και την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. VI. Με τους έκτο και έβδομο λόγους αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμησή τους, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 περ.
β'(και όχι και από τον αριθμό 9 περ. γ') του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο απέρριψε την αγωγή τους χωρίς να λάβει υπόψη την αντένστασή τους από την ΑΚ 281 κατά της ένστασης της αναιρεσιβλήτου (εναγομένης) ιδίας αυτής κυριότητας επί των επίδικων ακινήτων, την οποία και απέκτησε "με παράγωγο τρόπο και δη με κληρονομική εξ αδιαθέτου διαδοχή". 'Όμως, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την ένδικη αγωγή - στο μέτρο που ερεύνησε αυτήν κατ' ουσία - όχι κατά παραδοχή της ανωτέρω ένστασης ιδίας κυριότητας της αναιρεσιβλήτου (εναγομένης), αλλά διότι δέχτηκε, ότι δεν αποδείχθηκε η βάση της από την έκτακτη χρησικτησία, και, συνεπώς, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, ως ερειδόμενοι επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Τέλος, το Εφετείο, με το να δεχθεί τα προεκτεθέντα, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1α του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 17 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος και ο περί του αντιθέτου όγδοος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προεκτεθέν μέρος της που αφορά στα δύο ακίνητα που κρίθηκε η αγωγή αόριστη για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6169/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αλλά μόνο κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό και αφορά στα δύο ακίνητα που κρίθηκε η αγωγή αόριστη.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος της αυτό στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, το οποίο ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 18η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ