Legislator Case Law & Legislation
1389/2013 AI generated

1389/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1389/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: ης αναιρεσίβλητης: Ι. Μ. του Ι. Σ., συζύγου Κ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πολίτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Legislator headnote

AI generated

1389/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Στις 16.1.2002, δυνάµει εγγράφου συµβάσεως εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου, ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) προσελήφθη από την εναγοµένη (ήδη αναιρεσίβλητη), η οποία διατηρούσε ατοµική επιχείρηση ειδών θέρµανσης, κλιµατισµού και πισίνας, µε έδρα την περιοχή ...

Keywords

AI generated
non-occupational work work subject to authorization fixed-term work homework contract temporary work incapacity weather-related loss of work
AI generated
314/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
63/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
668/2015
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-2-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1937/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2699/2010 μη οριστική και 7331/2013 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-3-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Αναστασάκος ανέγνωσε την από 8-12-2014 έκθεσή του κωλυομένου να συμμετάσχει Αρεοπαγίτη Μιχαήλ Αυγουλέα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των 8ου και 12ου λόγου της κρινόμενης αίτησης και την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, για αντίστοιχα κεφάλαιά της καθώς και για τα συνεχόμενα αναγκαίως με αυτά, και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
1394/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
569/2009
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1389 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1389/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα, Δημήτριο Κόμη (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Αγγελικής Αλειφεροπούλου) και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Γ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Τριαλώνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Τα

ης αναιρεσίβλητης: Ι. Μ. του Ι. Σ., συζύγου Κ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πολίτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/12/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 137/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 130/2009 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/3/2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 15/2/2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Χριστόφορου Κοσμίδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 14-3-2011 αίτηση του Α. Γ. κατά της Ι. Μ. συζύγου Κ. Κ., περί αναιρέσεως της 130/2009 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 1-3-2012 κλήση του αναιρεσείοντος, μετά τη ματαίωση της συζήτησης κατά τη δικάσιμο της 28-2-2012. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 622/1983). Έλλειψη νόμιμης βάσεως, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία ή έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 260/2011, ΑΠ 502/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Στις 16.1.2002, δυνάµει εγγράφου συµβάσεως εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου, ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) προσελήφθη από την εναγοµένη (ήδη αναιρεσίβλητη), η οποία διατηρούσε ατοµική επιχείρηση ειδών θέρµανσης, κλιµατισµού και πισίνας, µε έδρα την περιοχή ...

Νοµού Κέρκυρας, προκειµένου να εργασθεί σ' αυτήν µε την ειδικότητα του βοηθού θερµοϋδραυλικού. Το ωράριο εργασίας του ορίσθηκε από 9.00 π.µ. έως 13.00 µ.µ. και το ηµεροµίσθιό του στο ποσό των 7.268 δρχ. ή 21,33 ευρώ. Στην εναγοµένη, ως οµόρρυθµο µέλος της οµόρρυθµης εταιρίας µε την επωνυµία "Μ. Ι. - Λ. Θ. ΟΕ" µε τον διακριτικό τίτλο "ΕΡΓΟΔΟΜΗ" και το ίδιο αντικείµενο εργασιών, ο ενάγων είχε εργασθεί προηγουµένως από τις 21.12.1999, αµέσως µετά την αποφοίτησή του από τη σχολή του ΟΑΕΔ, ως µαθητευόµενος θερµοϋδραυλικός και για οκτώ µήνες µέχρι τις 30.6.2000.

Στην ίδια εταιρία εξακολούθησε να εργάζεται και µετά το πέρας της µαθητείας του, µε σύµβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ως βοηθός θερµοϋδραυλικός, µε ωράριο εργασίας από 9.00 π.µ. έως 13.00 µ.µ. και µε ηµεροµίσθιο 7.268 δρχ. ή 21,33 ευρώ. Η πρόσληψή του αυτή είχε αναγγελθεί εµπροθέσµως στον ΟΑΕΔ και εξακολούθησε να εργάζεται σ' αυτήν (οµόρρυθµη εταιρία) µέχρι τη διακοπή των εργασιών της στις 28.12.2001, οπότε και απολύθηκε.

Μετά την ανωτέρω πρόσληψή του (που έλαβε χώρα στις 16-1-2002) στην ατοµική επιχείρηση της εναγοµένης, η τελευταία αvήγγειλε αυτήν στις 23.1.2002 στον ΟΑΕΔ, ακόµη δε υπέβαλε στη συνέχεια την προβλεπόµενη από το ν.2238/1994 οριστική δήλωση εκκαθάρισης των ποσών φόρου, τελών χαρτοσήµου και εισφοράς ΟΓΑ, τα οποία οφείλονται σε εισοδήµατα από µισθωτές υπηρεσίες, βάσει των οποίων ο ενάγων φέρεται να έλαβε για τα έτη 2002, 2003 και µέχρι 30.6.2004 τα ποσά των 7.293,76, 7.565,04 και 3.948,95 ευρώ, αντίστοιχα.

Εις εκτέλεση της ανωτέρω συµβάσεως εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου ο ενάγων αναλάµβανε, µαζί µε τους λοιπούς εργαζόµενους της εναγοµένης, την εκτέλεση έργων που της ανέθεταν πελάτες της (εγκατάσταση μηχανημάτων λεβητοστασίου και καλολιφέρ, τοποθέτηση σωληνώσεων ύδρευσης, θέρμανσης και πισίνας και άλλες παρεμφερείς εργασίες), μετά από συμφωνία είτε με την ίδια είτε με το σύζυγό της, Κ.

Κ., ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό της και τη βοηθούσε στην οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησης της, λόγω της ιδιότητάς του, ως µηχανολόγου µηχανικού. Έτσι ο ενάγων για την εκτέλεση των ανατεθειµένων σ' αυτόν εργασιών από την εναγοµένη, µετέβαινε στον εκάστοτε τόπο εργασίας του, χρησιµοποιώντας το ...

ΙΦΧ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της, το οποίο αυτή του είχε παραχωρήσει προς τούτο και για το οποίο η ίδια επιβαρυνόταν µε τα έξοδα συντήρησης και λειτουργίας του, χρησιµοποιούσε δε υλικά και εργαλεία της. Ο χρόνος εκτέλεσης των εκάστοτε εργασιών διαµορφωνόταν ανάλογα µε τη φύση τους και τη συµφωνία που είχε συνάψει η εναγοµένη µε τον συγκεκριµένο πελάτη κι έτσι ο ενάγων πολλές φορές αναγκαζόταν να εργάζεται πέραν του ανωτέρω συµφωνηθέντος ωραρίου εργασίας.

Για την τήρηση των συγκεκριµένων υποδείξεων και εντολών της η εναγοµένη ασκούσε έλεγχο και εποπτεία στον ενάγοντα, ως προς τον τρόπο εκτέλεσης κάθε έργου, επενέβαινε και τον καθοδηγούσε και, τέλος, επέβλεπε την διόρθωση τυχόν κακοτεχνιών από µέρους του. Ακόµη η εναγοµένη είχε εγγράψει τον ενάγοντα, από της προσλήψεώς του, στις καταστάσεις ασφαλίσεως προσωπικού στο ΙΚΑ µέχρι και τις 30.6.2004, οπότε ο τελευταίος αποχώρησε από την ατοµική επιχείρησή της, συνυπογράφοντας την σχετική αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης στον ΟΑΕΔ.

Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγµατικά περιστατικά (συνεχίζει το Εφετείο), η σχέση που συνέδεε τον ενάγοντα µε την εναγοµένη ήταν παροχή εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι σύµβασης έργου, όπως αυτός αβάσιµα ισχυρίστηκε µε το δικόγραφο της αγωγής του. Και τούτο, διότι η εναγοµένη ατοµικά ή ο σύζυγός της, για λογαριασµό της, συνήπταν συµφωνίες εκτελέσεως έργων, συναφών µε το αντικείµενο της επιχείρησής της, µετά την έγκριση της προηγούµενης προσφοράς της στους υποψήφιους πελάτες, ο δε ενάγων, ως µισθωτός και έναντι προκαθορισµένου και συµφωνηµένου µεταξύ των διαδίκων ηµεροµισθίου, εκτελούσε το ανατεθειµένο σ' αυτόν από την εναγοµένη έργο, τελώντας σε νοµική εξάρτηση από αυτήν (εναγοµένη), αφού υποβαλλόταν στον έλεγχο και την εποπτεία αυτής, ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας του".

Σύµφωνα µε τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι ο αναιρεσείων συνδεόταν µε την αναιρεσίβλητη µε σχέση παροχής εξαρτηµένης εργασίας και απέρριψε ως αβάσιµη την έφεση κατά της τότε εκκαλουµένης 137/2008 αποφάσεως του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας, που µε την ίδια αιτιολογία είχε απορρίψει ως ουσιαστικώς αβάσιµη την ένδικη, από 24-12-2007 αγωγή, η οποία είχε ως βάση την κατάρτιση διαδοχικών συµβάσεων έργου.

Με την κρίση αυτή, το Εφετείο διέλαβε πλήρη και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία περί του ουσιώδους περιστατικού εάν µεταξύ των διαδίκων είχε καταρτισθεί και λειτουργήσει σύµβαση έργου, όπως υποστήριζε ο αναιρεσείων ή σύµβαση εργασίας, όπως αντέλεγε η αναιρεσίβλητη. Εποµένως, ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, µε τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλοµένη απόφαση η αναιρετική πληµµέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιµος.

Ειδικότερα, η παραδοχή ότι υπήρχε συµφωνηµένο, µειωµένο ωράριο εργασίας, δεν αντιφάσκει προς την παραδοχή ότι περιστασιακά ο αναιρεσείων υποχρεωνόταν να εργάζεται πέραν αυτού, η δε διευκρίνιση περί του αν αυτός για την πρόσθετη εργασία του λάµβανε ή δεν λάµβανε πρόσθετη αµοιβή, περί της οποίας δεν υπάρχει ειδική παραδοχή, δεν είναι ουσιώδης εν προκειµένω.

Κατά τα λοιπά με τον ίδιο λόγο πλήττεται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και έτσι ο λόγος αυτός, υπό την αντίστοιχη αυτή αιτίαση, είναι απαράδεκτος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο, για να σχηµατίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιµότητα ή µη των προβαλλοµένων από τους διαδίκους πραγµατικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαµβάνει υπ' όψη όλα τα νόµιµα αποδεικτικά µέσα που επικαλούνται και προσκοµίζουν οι διάδικοι για άµεση και έµµεση απόδειξη.

Το δικαστήριο της ουσίας έχει την ευχέρεια να µνηµονεύει ειδικώς ή και να εξαίρει ορισµένα από τα αποδεικτικά µέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, µεγαλύτερης σηµασίας αυτών. Εκ τούτου, δεν έπεται ότι αγνοήθηκαν κάποια άλλα αποδεικτικά µέσα, αρκεί από το όλο περιεχόµενο της απόφασης να καθίσταται αδίστακτα βέβαιο ότι συνεκτιµήθηκαν όλα τα αποδεικτικά µέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόµισαν νόµιµα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το αποδεικτικό µέσο, το οποίο προβάλλεται ως µη ληφθέν υπ' όψη, απέβλεπε, σύµφωνα µε τους ισχυρισµούς του αναιρεσείοντος, στην απόδειξη πραγµατικού γεγονότος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκφραση της δίκης, διότι µόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείµενο αποδείξεως και δηµιουργεί στο δικαστήριο της ουσίας την υποχρέωση να αξιολογήσει τα αποδεικτικά µέσα που ο διάδικος επικαλείται και προσκοµίζει προς απόδειξή του (ΟλΑΠ 14/2005 και 212008).

Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 671 παρ.1 εδ. δ' ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η ένορκη βεβαίωση στον ειρηνοδίκη ή στο συµβολαιογράφο αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό µέσο, διαφορετικό από τους µάρτυρες και τα έγγραφα και γι' αυτό όταν προσκοµίζεται τέτοιο αποδεικτικό µέσο στο δικαστήριο της ουσίας, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισµού, πρέπει να αναφέρεται ειδικά στην απόφαση ότι αυτό αφ' ενός δηµιουργήθηκε ύστερα από προηγούµενη κλήτευση του αντιδίκου και αφ' ετέρου έχει ληφθεί υπ' όψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1009/2010, ΑΠ 605/2001).

Στην προκειµένη περίπτωση, από την προσβαλλοµένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσµατος, έλαβε υπ' όψη και αξιολόγησε, εκτός των καταθέσεων των µαρτύρων και των εγγράφων, τις ... και .../12-3-2009 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συµβολαιογράφου Κερκύρας Αναστασίας Κωνσταντάρα, οι οποίες είχαν προσκοµισθεί από την εναγοµένη (ήδη αναιρεσίβλητη) και ληφθεί µετά από προηγούµενη κλήτευση του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος).

Ο τελευταίος, όµως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεών του ενώπιον του Εφετείου, είχε επικαλεσθεί τις .../21-3-2008 και .../28-3-2008 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του συµβολαιογράφου Κερκύρας Φιλήµονος Παϊπέτη, που είχαν δοθεί ύστερα από κλήτευση της εναγοµένης για την πιστοποίηση της οποίας ο ενάγων επικαλείτο, αντιστοίχως, την 8763/17-3-2008 έκθεση επιδόσεως του αρµόδιου δικαστικού επιµελητή ...

και την περί τούτου δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτού ενώπιον του πρωτοβαθµίου δικαστηρίου, καταχωρηµένη στα πρακτικά της δηµόσιας συνεδρίασης. Από κανένα σηµείο της προσβαλλοµένης απόφασης, όµως, δεν προκύπτει ότι λήφθηκαν υπ' όψη και αξιολογήθηκαν οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις, το περιεχόμενο των οποίων, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, επρόκειτο να συμβάλει στην απόδειξη των περιστατικών που θα οδηγούσαν στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της συμβάσεως που είχε καταρτισθεί και λειτουργήσει μεταξύ των διαδίκων, ήτοι ουσιώδους ισχυρισμού από τον οποίο εξαρτάτο η ευδοκίμηση της ένδικης αγωγής, διότι περί αυτών ούτε ρητή μνεία γίνεται από το Εφετείο ούτε έμμεση αναφορά.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η ως άνω παράλειψη και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε αυτήν, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 130/2009 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ