1389/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαϊου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1389/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αποζημίωση ορίζεται με πρωτόκολλο το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο. Εντός μηνός δικαιούται αυτός να ασκήσει ανακοπή ενώπιον του Ειρηνοδικείου ή του Προέδρου Πρωτοδικών, αναλόγως του ποσού της αποζημίωσης, οι οποίοι, κρίνοντες εκ των ενόντων ακυρώνουν ή επικυρώνουν το πρωτόκολλο ή περιορίζουν την αποζημίωση.
Full text
Απόφαση 1389 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1389/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Προεδρεύουσα, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Δημητρίου Δαλιάνη), Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο, και Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαϊου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και τον προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας ..., που κατοικοεδρεύει στην ... και ..., αντίστοιχα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον ...., πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου κοινότητας ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 17-9-2001 δύο ανακοπές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Κέρκυρας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2002του ίδιου Δικαστηρίου και 1647/2002 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 18-12-2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 18-3-2008 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Ελένης Σπίτσα, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή του τρίτου λόγου αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αριθμ. ... έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κερκύρας ... ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 31-3-2008 επιδόθηκε με επίσπευση του αναιρεσείοντος, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στον αναιρεσίβλητο. Κατά την ανωτέρω δικάσιμο ματαιώθηκε η συζήτηση της υποθέσεως. Με την από 14-10-2008 κλήση του αναιρεσείοντος προσδιορίστηκε νέα δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας. Ακριβές αντίγραφο της κλήσεως αυτής με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο (βλ. την υπ' αριθ. ... έκθεση της ίδιας ως άνω επιμελήτριας), ο οποίος δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Συνακόλουθα πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (αρθρ. 576 πρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Η ένσταση της καθ' ύλην αναρμοδιότητος του δικαστηρίου που δικάζει την αγωγή, εκτός των περιπτώσεων του άρθρου 47 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίες δεν ενδιαφέρουν την προκειμένη δίκη, αναγόμενη στη δημόσια τάξη και αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενη από το Δικαστήριο, προτείνεται κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 42, 46, 559 αρ. 5, 560 αρ. 3 και 562 παρ. 2 περίπτωση γ του Κ.Πολ.Δ. σε κάθε στάση της δίκης και ενώπιον του Αρείου Πάγου για πρώτη φορά, εφόσον κατά την τελευταία αυτή περίπτωση τα πραγματικά περιστατικά που τη συγκροτούν, προκύπτουν από αυτή την προσβαλλόμενη απόφαση ή έχουν τεθεί νομίμως υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 42, 46, 559 αρ. 5 και 562 παρ 2 περ. β' και γ' Κ.Πολ.Δ.
Περαιτέρω, κατά τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 115 του από 11/12-11-1929 Δ/τος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4266/1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν.5895/33 όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 20 αν.ν. 1540/38, 19 αν.ν. 1919/39, 2 αν.ν. 1925/51 και 5 παρ. 4 του αν.ν. 263/1968 σε βάρος εκείνων, που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημόσιων κτημάτων, βεβαιώνεται αποζημίωση για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση (παρ. 1).
Η αποζημίωση ορίζεται με πρωτόκολλο το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο. Εντός μηνός δικαιούται αυτός να ασκήσει ανακοπή ενώπιον του Ειρηνοδικείου ή του Προέδρου Πρωτοδικών, αναλόγως του ποσού της αποζημίωσης, οι οποίοι, κρίνοντες εκ των ενόντων ακυρώνουν ή επικυρώνουν το πρωτόκολλο ή περιορίζουν την αποζημίωση.
Κατά της αποφάσεως αυτής ουδέν ένδικο μέσο επιτρέπεται. Αν όμως αμφισβητείται με την ανακοπή το δικαίωμα του Δημοσίου, η απόφαση του Ειρηνοδικείου ή του Προέδρου ουδεμία ασκεί επιρροή στη δίκη για το δικαίωμα, η οποία ήθελε κινηθεί ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου. Το πρωτόκολλο αποζημίωσης, εφόσον δεν ανακοπεί εμπροθέσμως ή εφόσον επικυρωθεί ή τροποποιηθεί, αποτελεί τίτλο διοικητικής εκτέλεσης κατά το νόμο περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων, κατά της οποίας ουδεμία ανακοπή χωρεί από τις διατάξεις του νόμου αυτού (παρ. 2).
Εξάλλου κατά το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δικ. στις περιπτώσεις που ειδικοί νόμοι παραπέμπουν σε διατάξεις οι οποίες καταργούνται με το νόμο αυτό, από την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δ. εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις του, ενώ στις περιπτώσεις που διατάξεις του αστικού Κώδικα ή άλλου νόμου παραπέμπουν στην αρμοδιότητα και στην επ' αναφορά διαδικασία γενικά του Προέδρου Πρωτοδικών, από την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δ είναι αρμόδιο το Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ.
Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν ορίζεται διαφορετικά. Τέλος, κατά το άρθρο 699 Κ.Πολ.Δ., αποφάσεις που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων ή αιτήσεις για ανάκληση ή για μεταρρύθμιση των μέτρων αυτών, δεν προσβάλλονται με κανένα ένδικο μέσο, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά. Από τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1 εδ.
ε' και στ' και 4 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δικ., κατά τις οποίες καταργούνται όλες οι διατάξεις που αφορούν θέματα που ρυθμίζει ο Κ.Πολ.Δικονομίας, εφόσον δεν συμβιβάζονται με τις διατάξεις αυτού, ή καθιερώνουν ειδικές διαδικασίες ή ειδικούς κανόνες για ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων, προκύπτει ότι από την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δ.
αρμόδιο καθ' ύλην δικαστήριο για την εκδίκαση των ως άνω διαφορών από τη βεβαίωση με πρωτόκολλο της αποζημίωσης που οφείλει στο Δημόσιο εκείνος ο οποίος καρπώνεται ή κάνει χρήση αυθαίρετα δημόσιου κτήματος, είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Η προβλεπόμενη από τη διάταξη της ως άνω παρ. 2 του άρθρου 115 του Δ/τος της 11/12.11.1929 απαγόρευση άσκησης ένδικων μέσων κατά της αντίστοιχης απόφασης του Ειρηνοδικείου ή του Προέδρου Πρωτοδικών καταργήθηκε κατά το μέρος αυτό, αφού έτσι καθιερωνόταν ειδικός κανόνας για την ορισμένη αυτή υπόθεση, η οποία υπάγεται στα πολιτικά Δικαστήρια, και ρυθμιζόταν θέμα, το οποίο δεν συμβιβάζεται με τις διατάξεις του Κ.Πολ.
Δικονομίας. Περαιτέρω, οι ως άνω διαφορές δεν αποτελούν ασφαλιστικά μέτρα με την έννοια του άρθρου 682 Κ.Πολ.Δ., όπως είναι τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 704 - 738, ούτε ρυθμιστικά κατάστασης, εξομοιούμενα με αυτά, όπως είναι τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 632 παρ. 2, 644 παρ. 2, 912 παρ. 2, 918 παρ. 5, 929 παρ. 3, 938 παρ. 3, 994, 1019 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Απλώς στις διαφορές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο για την ταχύτερη εκδίκαση τους δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και, χωρίς να διατάσσει με την απόφαση του τέτοια μέτρα, τέμνει οριστικώς τις διαφορές αυτές, αφού με την οριστική του κρίση επί της σχετικής ανακοπής καθορίζει οριστικά την υποχρέωση ή μη προς αποζημίωση καθώς και το ποσό αυτής από εκείνον που καρπώθηκε ή έκανε χρήση αυθαίρετα δημόσιου κτήματος.
Κατά συνέπεια η παραπομπή για την εκδίκαση των διαφορών αυτών στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δεν νοείται και σε εκείνες τις διατάξεις που προσιδιάζουν αποκλειστικώς στα ως άνω ασφαλιστικά μέτρα, όπως είναι και η διάταξη του άρθρου 699 Κ.Πολ.Δικ., η οποία δεν αφορά τη διαδικασία, ήτοι την πορεία της δίκης μέχρι την έκδοση της απόφασης, αλλά τα κατά της τελευταίας ένδικα μέσα.
Το μη επιτρεπτό των ένδικων μέσων που καθιερώνεται με την τελευταία αυτή διάταξη καταλαμβάνει μόνο τις αποφάσεις που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις για ασφαλιστικά μέτρα ή αιτήσεις για ανάκληση ή μεταρρύθμιση αποφάσεων περί αυτών, δηλαδή τις περιπτώσεις που η απόφαση έχει πράγματι χαρακτήρα προσωρινού, εξασφαλιστικού ή ρυθμιστικού μέτρου με προσωρινή ισχύ και δεν επηρεάζει την κύρια υπόθεση (άρθρο 695 Κ.Πολ.Δικ.), οπότε μπορεί να ανακληθεί ή να μεταρρυθμιστεί κατά τα άρθρα 696 και 697 Κ.Πολ.Δ.
Δεν καταλαμβάνει όμως η απαγόρευση αυτή και τις αποφάσεις οι οποίες εκδίδονται μεν κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, χάριν του ανωτέρω σκοπού, πλην όμως με αυτές τέμνεται οριστικώς η διαφορά. Ως εκ τούτου για τις αποφάσεις, που εκδίδονται επί ανακοπών κατά πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης για κάρπωση ή χρήση δημόσιου κτήματος χωρίς συμβατική σχέση δεν ισχύει η απαγόρευση από το άρθρο 699 Κ.Πολ.Δ.
της άσκησης ένδικων μέσων αλλ" υπόκεινται αυτές στα προβλεπόμενα από τον Κ.Πολ.Δ. ένδικα μέσα της έφεσης και της αναίρεσης (άρθρα 511 επ. και 552 επ. Κ.Πολ,Δ., αντίστοιχα. (βλ. Ολ. Α.Π. 21/2002 και 38/2002, Α.Π.245/2009. Α.Π. 1331/2008 ). Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 18 αριθ. 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στην αρμοδιότητα των πολυμελών πρωτοδικείων υπάγονται και οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων της περιφέρειας τους.
Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 3 Κ.Πολ.Δ. κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα (Α.Π.245/2009, Α.Π. 409/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση με το τρίτο λόγο της αναίρεσης διατυπώνεται κατά της προσβαλλομένης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας αιτίαση από την παρατεθείσα διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 3 Κ.Πολ.Δ. εγκείμενη στην καθ' ύλην αναρμοδιότητα του παραπάνω Μονομελούς Πρωτοδικείου για την εκδίκαση της από 28-3-2002 έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της εκκαλουμένης υπ' αριθ. 11/2002 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κερκύρας με την οποία ακυρώθηκε το υπ' αριθ.
ΚΥ/873/6-8-2001 πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης δημοσίου κτήματος (αιγιαλού) του προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας ... για το ποσό της καθορισθείσης αποζημιώσεως για το έτος 2000. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Κερκύρας που δίκασε την έφεση του αναιρεσείοντος και την απέρριψε κατ' ουσίαν δεν ήταν σύμφωνα με την παρατεθείσα διάταξη του άρθρου 18 αριθ. 2 Κ.Πολ.Δ.
καθ' ύλην αρμόδιο για την εκδίκασή της, αφού αρμόδιο καθ' ύλην δικαστήριο ήταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο. Επομένως, ο εξεταζόμενος τρίτος λόγος της, επιτρεπτά σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί, ασκηθείσης αναίρεσης, από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.3 ΚΠολΔ, ο οποίος είναι παραδεκτός παρά το γεγονός ότι η έφεση ασκήθηκε στο ως άνω Δικαστήριο από το αναιρεσείον, ως αφορών κατά τα προεκτεθέντα τη δημόσια τάξη, προκύπτει δε από την ίδια τη προσβαλλομένη απόφαση, πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη με αριθ. 1647/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας.
Από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. κατά την οποία, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα παραπέμπει την υπόθεση στο δικαστήριο που κρίνει αρμόδιο, ερμηνευόμενη τόσο με λήψη υπόψη της αρχής της οικονομίας της δίκης όσο και σε συνδυασμό με τη ρυθμιστική της κατάστασης των διαδίκων μετά την αναίρεση της απόφασης διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
συνάγεται ότι μαζί με την αναιρούμενη απόφαση του Δικαστηρίου που έκρινε εαυτό καθ' ύλην αρμόδιο για την εκδίκαση έφεσης, ενώ κατά τον, όπως στην προκειμένη περίπτωση, βάσιμο σχετικό λόγο αναίρεσης δεν ήταν, συναναιρείται και η απόφαση του δικαστηρίου που έκρινε σε πρώτο βαθμό ενώ και αυτό όπως σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί συνέβη στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν καθ' ύλην αρμόδιο, για να καταστεί έτσι εφικτή η παραπομπή της υπόθεσης στο δικαστήριο, που είναι αρμόδιο να την δικάσει σε πρώτο βαθμό (σχετ.
Ολ. Α.Π. 566/1986 Α.Π. 245/2009). Επομένως πρέπει να αναιρεθεί και η υπ' αριθ. 11/2002 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κερκύρας. Περαιτέρω η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για εκδίκαση στο καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο για την εκδίκαση της σε πρώτο βαθμό Μονομελές Πρωτοδικείο Κερκύρας. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η με αριθμ. 1647/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας, καθώς και η με αριθμ. 11/2002 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κερκύρας και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πρώτο Δικαστήριο ως καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή (αρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), παρελκούσης ύστερα από αυτά της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμ. 1647/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας, καθώς και την με αριθμ. 11/2002 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κερκύρας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κερκύρας, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια πενήντα (350) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 3 Σεπτεμβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ