Supreme Court dismisses appeal for procedural error in filing venue and substantive lack of grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn two lower court decisions regarding a debt dispute. The primary procedural flaw was filing the appeal only at the second-instance court instead of both courts as required by law. Substantively, the appellate court found the lower court's findings on contract performance and evidence evaluation correct and free from error.
Legislator headnote
AI generatedArt. 566 para. 2 KPolD; Art. 534 para. 3 KPolD: An appeal filed against multiple judgments must be lodged at each respective court; failure to file at the first-instance court renders the appeal inadmissible regarding that judgment, and appeals lacking sufficient grounds for retrial must be rejected.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1389 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1389/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Χ1 κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Παγώνα.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., κατοίκου..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωστή Διασίτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-3-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3147/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 7625/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 15-3-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 16-5-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Επειδή, κατά το άρθρο 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παράβαση της διατάξεως αυτής, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τον τρόπο ασκήσεως των ένδικων μέσων, επάγεται την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης αναφορικά με εκείνη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, ως προς την οποία το αναιρετήριο δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την απόφαση αυτή.
Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 15.3.2007 αίτηση ζητείται η αναίρεση και της υπ' αριθμ.3147/2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η κατά της οποίας έφεση του ήδη αναιρεσείοντος απορρίφθηκε με την επίσης συμπροσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 7625/2006 απόφαση του Εφετείου, λόγω ερημοδικίας του τότε εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος.
Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι το δικόγραφο της εν λόγω αίτησης κατατέθηκε μόνο στη γραμματεία του εκδώσαντος την επίσης προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, συνταγείσας της υπ' αριθμ.332/16.3.2007 πράξης κατάθεσης, δεν προκύπτει όμως ούτε ο αναιρεσείων επικαλείται ότι η ίδια αίτηση κατατέθηκε και στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ.3147/2005 οριστική απόφαση Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση, καθόσον με αυτή ζητείται η αναίρεση της άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είναι απαράδεκτη.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 534 παρ. 3 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της έφεσης ερημοδικεί ο εκκαλών που επισπεύδει τη συζήτηση ή αν αυτός έχει κληθεί νομίμως και εμπροθέσμως από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση της έφεσης εφεσίβλητο, η έφεση απορρίπτεται. Η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους, διότι, μολονότι στην πραγματικότητα δεν εξετάζονται οι λόγοι έφεσης για να κριθεί το παραδεκτό και βάσιμο αυτών, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι κατ' ουσίαν και ως εκ τούτου πάντοτε απορριπτέοι, δεν παρέχεται δε εξουσία στο εφετείο να ερευνήσει το παραδεκτό και βάσιμο αυτών και να εκδώσει απόφαση με την οποία να δέχεται την έφεση.
Στην περίπτωση αυτή προσβλητή με αναίρεση, αφότου γίνει τελεσίδικη, είναι μόνο η απόφαση του εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι, σφάλματα της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου θεωρούνται και σφάλματα της απόφασης του εφετείου, τόσο δε τα σφάλματα του πρώτου όσο και εκείνα του εφετείου, εφόσον στοιχειοθετούν αναιρετικές πλημμέλειες, μπορεί να προταθούν ως λόγοι αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 16/1990).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 παρ.1β' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη και δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Η τελεσιδικία κρίνεται κατά τον χρόνο ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι δε τελεσίδικη και άρα προσβλητή με αναίρεση και η απόφαση του εφετείου, που εκδόθηκε ερήμην του εκκαλούντος, αν έχει προηγηθεί παραίτηση από του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ερημοδικίας κατ' αυτής, με δήλωση στα πρακτικά ή δι' επιδόσεως δικογράφου (ΚΠολΔ 297).
Εξάλλου, αντιθέτως προς την παραίτηση από ασκηθέν ένδικο μέσο, η παραίτηση από του δικαιώματος προς άσκηση αυτού είναι επιτρεπτή και χωρίς την τήρηση του κατά το άρθρο 297 ΚΠολΔ τύπου, μπορεί δε να συνάγεται και σιωπηρώς εκ της ασκήσεως αναιρέσεως κατά παράλειψη της ανακοπής ερημοδικίας, πλην όμως για την ισχύ της παραιτήσεως απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναιρέσεως δικηγόρου (ΚΠολΔ 98β'), έλλειψη που μπορεί να καλυφθεί με έγκριση εκ των υστέρων του παραιτούμενου διαδίκου (Ολ.ΑΠ. 626/1980 και 1408/1984).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 7.624/2006 απόφαση του Εφετείου απορρίφθηκε λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος (ήδη αναιρεσείοντος) έφεση αυτού κατά της υπ' αριθμ.3.147/2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος.
Η απόρριψη της έφεσης έγινε κατ' ουσίαν και επομένως προσβλητή με αναίρεση είναι η απόφαση του Εφετείου, αφότου έγινε τελεσίδικη. Ο αναιρεσείων, με το δικόγραφο της κρινόμενης αναιρετικής αίτησης, που υπογράφεται από τον νομίμως παριστάμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο αυτού Σωτήριο Παγώνα, διορισθέντα με το υπ' αριθμ. ...
συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο έγγραφο της συμβολαιογράφου Αθηνών 'Αννας Παγκράτη, δήλωσε ότι παραιτείται του δικαιώματος να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας κατά της ερήμην του εκδοθείσας ως άνω απόφασης του Εφετείου. Από πληρεξούσιο αυτό προκύπτει ότι ο αναιρεσείων ενέκρινε την περιεχόμενη στο αναιρετήριο δήλωση του εν λόγω πληρεξουσίου του δικηγόρου, περί παραιτήσεως από του δικαιώματος να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας.
Επομένως η προσβαλλόμενη ερήμην του αναιρεσείοντος εκδοθείσα απόφαση του Εφετείου κατέστη τελεσίδικη, και ως εκ τούτου η αίτηση αυτή, καθόσον ζητείται η αναίρεση της εν λόγω απόφασης στην οποία ενσωματώθηκε και η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, είναι παραδεκτή.
ΙΙΙ.. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.6 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάστηκε ερήμην. Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 118, 237 παρ.1, 271 παρ.2, 524 παρ. 1-3, και 498 και 524 ΚΠολΔ προκύπτουν τα εξής: α) ενώπιον του εφετείου κατά τη συζήτηση της έφεσης, οι διάδικοι υποχρεούνται να καταθέσουν έγγραφες προτάσεις έως την έναρξη της συζήτησης, ο δε εκκαλών, που δεν κατέθεσε ή κατέθεσε εκπροθέσμως προτάσεις, δεν συμμετέχει κανονικά στη δίκη, θεωρούμενος ως μη εμφανιζόμενος, και το δικαστήριο ερευνά αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση ή αν έχει κληθεί νομίμως και εμπροθέσμως από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση εφεσίβλητο.
Αν από την έρευνα αυτή αποδεικνύεται ότι τη συζήτηση της έφεσης επισπεύδει ο εκκαλών ή αυτός έχει κληθεί νομίμως και εμπροθέσμως από τον εφεσίβλητο, η έφεση απορρίπτεται, β) το δικόγραφο των προτάσεων που κατατίθεται από τον διάδικο στο δικαστήριο πρέπει να περιέχει τα αναφερόμενα στο άρθρο 118 ΚΠολΔ στοιχεία, μεταξύ των οποίων το όνομα, επώνυμο και τη διεύθυνση κατοικίας, όλων των διαδίκων, κατά τρόπο ώστε να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητα αυτών, ελλείψεις δε ως προς τα προαναφερόμενα στοιχεία των εγγράφων προτάσεων δεν συνεπάγεται ακυρότητα του σχετικού δικογράφου, εφόσον εξ αυτών δεν δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητα των διαδίκων.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση και την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα εξής: Κατά τη συζήτηση της έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος την 02.03.2006, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αυτός εκπροσωπήθηκε από τον υπογράφοντα την έφεσή του πληρεξούσιο δικηγόρο Σωτήριο Παγώνα, στο δικόγραφο όμως των από 2.3.2006 εγγράφων προτάσεων που κατέθεσε την ίδια ημέρα δεν αναφέρεται το ονοματεπώνυμό του (Χ1), αλλά η επωνυμία της ομόρρυθμης εταιρίας "...
ΟΕ", δηλαδή η επωνυμία νομικού προσώπου, το οποίο στην εν λόγω δίκη δεν είχε την ιδιότητα διαδίκου. Το Εφετείο κρίναν ότι ο εκκαλών δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση της έφεσης κανονικά λόγω μη κατάθεσης προτάσεων, δίκασε την υπόθεση ερήμην του και, αφού δέχθηκε ότι αυτός είχε κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως από τον εφεσίβλητο, που επέσπευδε τη συζήτηση, απέρριψε την έφεση.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν δίκασε παρά το νόμο ερήμην τον αναιρεσείοντα, αφού από το δικόγραφο των εν λόγω προτάσεων δεν δημιουργούνται απλώς αμφιβολίες ως προς την ταυτότητα του καταθέσαντος διαδίκου, αλλά με βεβαιότητα προκύπτει ότι καταθέσασα είναι η ρητώς κατονομαζόμενη σ' αυτό (δικόγραφο) ως άνω ομόρρυθμη εταιρία, που δεν ήταν διάδικος.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 559 αρ. 6 Κ.Πολ.Δ., απορρέων πρώτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.
IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 216 ΚΠολΔ και 513 ΑΚ προκύπτει, ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή του πωλητή κατά του αγοραστή, με την οποία διώκεται η καταβολή του συμφωνηθέντος για την πώληση τιμήματος, αρκεί και πρέπει να αναφέρονται σ' αυτή το αντικείμενο της πώλησης (πράγμα ή δικαίωμα), το τίμημα και η σχετική με αυτά, συμφωνία των μερών.
Ως εκ τούτου, επί πωλήσεως επιχειρήσεως αντί συμφωνημένου συνολικού τιμήματος, αρκεί, για τη διαδικαστική πληρότητα του αγωγικού δικογράφου, να αναφέρονται σ' αυτό η επιχείρηση και το συμφωνηθέν συνολικό τίμημα, χωρίς να απαιτείται ο προσδιορισμός των επί μέρους στοιχείων της επιχειρήσεως και της αξίας του καθενός από αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την αγωγή του επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσίβλητος εκθέτει, ότι με έγγραφη σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και του αναιρεσείοντος στο ...την 13.08.2001 επώλησε και παρέδωσε στον τελευταίο τη λειτουργούσα στο ... επιχείρηση κατασκευής και τοποθέτησης κουφωμάτων αλουμινίου, με τον εξοπλισμό της, αποτελούμενο από έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή, δύο τηλεφωνικές συνδέσεις και δύο επαγγελματικής χρήσης αυτοκίνητα, αντί συμφωνηθέντος τιμήματος 30.000.000 δρχ., πλέον του νομίμου ποσού Φ.Π.Α.
επί του εκδοθησομένου τιμολογίου, έναντι του οποίου ο αναιρεσείων αγοραστής κατέβαλε σε εκείνον κατά την κατάρτιση της σύμβασης το ποσό των 10.000.000 δρχ., το δε υπόλοιπο συμφωνήθηκε ότι θα κατεβάλλετο τμηματικά, μέχρι τις 30.9.2003. 'Ότι ο αναιρεσείων του κατέβαλε επίσης κατά τα συμφωνηθέντα και τις τρείς πρώτες δόσεις του τιμήματος εκ δραχμών συνολικώς 5.000.000, αρνείται όμως να του καταβάλει, παρά τις οχλήσεις του, το υπόλοιπο του οφειλόμενου τμήματος και το αναλογούν ποσό Φ.Π.Α.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ίδιος, επικαλούμενος και τις περί αδικοπραξιών και αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις του ΑΚ, ζήτησε, κατόπιν μετατροπής του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι ο αναιρεσείων, υποχρεούται να του πληρώσει το εκ δραχμών 15.000.000 υπόλοιπο του οφειλομένου τιμήματος και το ποσό του ΦΠΑ, πλέον ποσού 3.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, νομιμοτόκως.
Υπό το εκτεθέν περιεχόμενο, η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη και δεν υπήρχε προς τούτο ανάγκη αναφοράς των επί μέρους στοιχείων της επιχειρήσεως και της αξίας του καθενός από αυτά. Επομένως, το Εφετείο, που, μέσω της ενσωματωθείσας στην απόφασή του πρωτόδικης αποφάσεως, έκρινε ομοίως, δεν προέβη σε παράνομη μη κήρυξη απαραδέκτου, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο η προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.
V. O από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται αν, εν όψει των ανελέγκτως γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας, αυτό δεν εφαρμόσει τον εφαρμοστέο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσει αυτόν ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόσει τον κανόνα εσφαλμένα, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2005).
Εξ άλλου ο από τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "ζήτημα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται ο ουσιώδης για την έκβαση της δίκης ισχυρισμός, δηλαδή ο νόμιμος και παραδεκτώς προταθείς πραγματικός ισχυρισμός, θεμελιωτικός αγωγής, ανταγωγής, ένστασης , αντένστασης κλπ, όχι δε και οι αρνητικοί αυτών ισχυρισμοί του διαδίκου, ούτε τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα του δικαστηρίου από την ανάλυση και στάθμιση των αποδείξεων, αρκεί το εξαχθέν από αυτές πόρισμα να εκτίθεται σαφώς. 'Ελλειψη έτσι νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν τα αναφερόμενα στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού πραγματικά περιστατικά εκτίθενται τόσο ασαφώς ή ατελώς, ώστε να μη μπορεί να διαπιστωθεί αν αυτά ανταποκρίνονται ή όχι στο πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ή αποκρούστηκε η εφαρμογή του.
Στην προκειμένη περίπτωση, μέσω της πρωτόδικης αποφάσεως, το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων, την αναφερόμενη σ' αυτή ένορκη βεβαίωσης και όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα τα εξής κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:
Με το από 13.8.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίσθηκε και υπογράφηκε από τους διαδίκους, ο αναιρεσίβλητος πώλησε στον αναιρεσείοντα τη λειτουργούσα στο ... επιχείρησή του κατασκευής κουφωμάτων αλουμινίου και τον εξοπλισμό της, αποτελούμενο από τα υπ' αριθμ. ... και ... επαγγελματικά αυτοκίνητα τύπου ΤΟΥΟΤΑ και SCODA, αντιστοίχως, ένα ηλεκτρονικό υπολογιστή και δύο τηλεφωνικές συνδέσεις, επιπλέον δε ο ίδιος (αναιρεσίβλητος) ανέλαβε την υποχρέωση να μη ασκεί το επάγγελμα του κατασκευαστή κουφωμάτων αλουμινίου, στην περιοχή του νομού ..., εκτός των σχετικών με τις οικοδομές εργασιών που ευρίσκοντο, κατά τον χρόνο κατάρτισης της άνω σύμβασης, σε εξέλιξη και οι οποίες αναφέροντο στο σχετικό παράρτημα του άνω ιδιωτικού συμφωνητικού.
Το τίμημα ορίσθηκε στο συνολικό ποσό των 30.000.000 δραχμών, έναντι του οποίου ο αναιρεσείων είχε καταβάλει την 02.07.2001 το ποσό των 1.000.000 δρχ., κατά την ημέρα δε που καταρτίστηκε το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό κατέβαλε και ποσό 9.000.000 δρχ. Το υπόλοιπο των 20.000.000 δρχ. ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει τμηματικά σε δόσεις και ειδικότερα:
α) δρχ. 2.000.000 την 30.10.2001, β)δρχ.1.000.000 την 30.11.2001, γ)δρχ. 2.000.000 την 31.12.2001, δ) δρχ. 700.000 στο τέλος ενός εκάστου των επομένων μηνών αρχής γενομένης από 30.1.2002 μέχρι 30.8.2003 και ε) δρχ. 1.000.000 την 30.9.2003, για την εξασφάλιση δε καταβολής του πιστωθέντος τιμήματος κατά τους άνω χρόνους συμφωνήθηκε ότι θα εξέδιδε και θα παρέδιδε στον αναιρεσίβλητο ισόποσες μεταχρονολογημένες επιταγές.
Αφότου καταρτίσθηκε το άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, ο αναιρεσίβλητος παρέδωσε τα πωληθέντα πράγματα στον αναιρεσείοντα, μεταξύ των οποίων και τα παραπάνω αναφερόμενα αυτοκίνητα, καθώς και τους χώρους της επιχείρησής του, για τη λειτουργία της οποίας δεν απαιτούνταν σχετική άδεια, ο δε αναιρεσείων παρέλαβε αυτά και συνέχισε τη λειτουργία της επιχείρησης, απασχολώντας σε αυτή ως υπάλληλο την Υ1, η οποία και προηγουμένως εργαζόταν στην ίδια επιχείρηση.
Ο αναιρεσείων εξέδωσε και παρέδωσε στον αναιρεσίβλητο τρείς τραπεζικές επιταγές συνολικού ποσού 5.000.000 δρχ., οι οποίες και πληρώθηκαν κατά τους συμφωνημένους χρόνους, και έτσι ο αναιρεσείων κατέβαλε συνολικώς έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος το ποσό των 15.000.000 δρχ., ο δε αναιρεσίβλητος, με τα υπ' αριθμ. ...
και ... πληρεξούσια συμβόλαια του συμβολαιογράφου Κρανιδίου Κων/νου Βασαγιάννη, έδωσε την εντολή στην προαναφερόμενη υπάλληλο Υ1 να μεταβιβάσει τα παραδοθέντα στον αναιρεσείοντα δύο αυτοκίνητα σε οποιονδήποτε. Ο αναιρεσείων όμως, μολονότι παρέλαβε την επιχείρηση και τα άνω πωληθέντα πράγματα και άρχισε να λειτουργεί αυτή στο όνομά του από τη 13.8.2001, δεν τήρησε την υποχρέωσή του να παραδώσει στον αναιρεσίβλητο επιταγές εκδόσεώς του για την εξασφάλιση καταβολής των δόσεων του τιμήματος, που, κατά τα συμφωνηθέντα, ήσαν καταβλητέες από 30.1.2002 μέχρι 30.9.2003, γι' αυτό ο τελευταίος με εξώδικη πρόσκλησή του που επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα την 29.1.2002, εκτός των άλλων, κάλεσε αυτόν να του παραδώσει τις επιταγές, καθώς και τα πιστοποιητικά για την μεταβίβαση των αυτοκινήτων, για την οποία, όπως προαναφέρθηκε, είχε χορηγήσει την άνω πληρεξουσιότητα στην υπάλληλο του αναιρεσείοντος.
Ο τελευταίος όμως δεν παρέδωσε τις εν λόγω επιταγές, ούτε κατέβαλε το υπόλοιπο τίμημα εκ δραχμών 15.000.000 δρχ., μη αποδεικνυομένου του ισχυρισμού του, ότι πλέον του καταβληθέντος ποσού των 15.000.000 δρχ. κατέβαλε και ποσό 1.000.000 δρχ. και ότι πώλησε σ'αυτόν διάφορα πράγματα (μοτέρ, κρεμαγιέρα, μπράτσα ανοιγόμενα και πίνακα δίφυλο), με τη συμφωνία όπως το συμφωνηθέν για την πώληση αυτή τίμημα εκ δραχμών 1.468.224 συμψηφισθεί στο οφειλόμενο από τον ίδιο τίμημα.
Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή εν μέρει και αναγνώρισε ότι ο αναιρεσείων υποχρεούται να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 44.020,54 ευρώ, που αντιστοιχεί στο οφειλόμενο τίμημα εκ δραχμών 15.000.000, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, απέρριψε δε, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, την ένσταση του εναγομένου (αναιρεσείοντος) από το άρθρο 374 ΑΚ (μη εκπλήρωσης της σύμβασης), καθώς και ένσταση μερικής εξόφλησης.
Με την κρίση του αυτή (μέσω της πρωτόδικης απόφασης) το Εφετείο δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 361, 513, 374, 416 και 440 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής αυτών των διατάξεων, ενώ εξάλλου την αποδεικτική του κρίση, ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου, σχημάτισε από τα αναφερόμενα στην πρωτόδικη απόφαση αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 559 αρ.1, 10 και 19 Κ.Πολ.Δ., απορρέοντες τρίτος, τέταρτος και έβδομος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Αλλά και οι πέμπτος και έκτος λόγοι, με τους οποίους προσάπτεται στο Εφετείο α) ότι δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, ούτε την υπ' αριθμ. 18.239/2004 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και β) ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περί μη μεταβιβάσεως σ' αυτόν των άνω αυτοκινήτων από τον αναιρεσίβλητο και περί επιπρόσθετης καταβολής στον τελευταίο του ποσού των 1.468.224 δραχμών, είναι αβάσιμοι.
Και τούτο, διότι, αφενός μεν, από την υπάρχουσα στην πρωτόδικη απόφαση ρητή βεβαίωση, ότι μεταξύ άλλων λήφθηκαν υπόψη οι άνω μαρτυρική κατάθεση και ένορκη βεβαίωση, καθώς και από όλο το περιεχόμενο της εν λόγω αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία για την εκ μέρους του Εφετείου συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, αφετέρου δε, όπως προκύπτει από την ίδια απόφαση, οι ανωτέρω ισχυρισμοί, ο πρώτος εκ των οποίων άλλωστε είναι αρνητικός του αντίθετου συναφώς αγωγικού ισχυρισμού, λήφθηκαν υπόψη και απορρίφθηκαν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Μαρτίου 2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση των υπ' αριθμ.3.147/2005 και 7625/2006 αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών, αντιστοίχως.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από ευρώ χίλια οκτακόσια (1.800).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ