Legislator Case Law & Legislation
1389/2007 AI generated

1389/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1389/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Σεπτεμβρίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3632/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8331/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2 Ιανουαρίου 2006 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

1389/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): του ισογείου του με στοιχείο Δ' βοηθητικού κτιρίου του επί των οδών .... και .... στη ..... οικοδομικού συγκροτήματος (εμπορικού κέντρου "....."), προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από τη μισθώτρια (εναγομένη), κατά τον υπ΄ αριθμό 5ο όρο του μισθωτηρίου, ως αποθηκευτικός χώρος "δηλαδή ως αποθήκη για την εξυπηρέτηση του αντικειμένου δραστηριότητας της μισθώτριας που είναι η αντιπροσωπεία, εισαγωγή και εμπορία ενδυμάτων".

Keywords

AI generated
warehouse keeper commercial use commercial lessee storage cost private storage aid commercial matter
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1389 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1389/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ......, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο - Ευάγγελο Καλαβρό.

Της αναιρεσίβλητης: Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "..... Μονοπρόσωπος Ε.Π.Ε.", και τον διακριτικό τίτλο "......", που εδρεύει στη ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ΄Αγγελο Σκιαδά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Σεπτεμβρίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3632/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8331/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2 Ιανουαρίου 2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πλαστήρας Αναστασάκης ανέγνωσε την από 5 Ιανουαρίου 2007 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών αναζητείται η αληθής βούληση των δικαιοπρακτούντων χωρίς προσήλωση στις λέξεις, με βάση τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών. Το δικαστήριο δε της ουσίας όταν διαγιγνώσκει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στην ερμηνευόμενη σύμβαση και εν γένει δικαιοπραξία, δεν υπόκειται μεν κατά τούτο στον ακυρωτικό έλεγχο, παραλείποντας όμως να προσφύγει στους ανωτέρω κανόνες για την ανεύρεση της αληθούς βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων ή να παραθέσει τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των, ελέγχεται για παράβαση των ανωτέρω άρθρων του ΑΚ.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχτηκε ανελέγκτως τα εξής : Δυνάμει του από 30.4.2002 ιδιωτικού μισθωτηρίου συμφωνητικού, ο και δικαιοπάροχος της ενάγουσας ..... εξεμίσθωσε, για μια εξαετία από της 1.5.2002 και αντί μηνιαίου μισθώματος 410 ευρώ για το πρώτο μισθωτικό έτος, στην εναγομένη μονοπρόσωπη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης την κυριότητά του με στοιχεία Β-1 αίθουσα, επιφάνειας 30,88 τμ.

του ισογείου του με στοιχείο Δ' βοηθητικού κτιρίου του επί των οδών .... και .... στη ..... οικοδομικού συγκροτήματος (εμπορικού κέντρου "....."), προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από τη μισθώτρια (εναγομένη), κατά τον υπ΄ αριθμό 5ο όρο του μισθωτηρίου, ως αποθηκευτικός χώρος "δηλαδή ως αποθήκη για την εξυπηρέτηση του αντικειμένου δραστηριότητας της μισθώτριας που είναι η αντιπροσωπεία, εισαγωγή και εμπορία ενδυμάτων".

Η τελευταία (επιχείρηση της εναγομένης εμπορίας ετοίμων γυναικείων ενδυμάτων και συναφών ειδών) είναι εγκατεστημένη στο κατέναντι αυτού (μισθίου) εμπορικό ισόγειο (με υπόγειο και πατάρι) κατάστημα και συγκεκριμένα στο με στοιχεία .... του κύριου κτιρίου (του ίδιου εμπορικού κέντρου), μισθωμένου για το σκοπό αυτό (από την ...., την οποία έχει από τις αρχές του 2002 νομίμως διαδεχθεί ως μισθώτρια η εναγομένη εταιρία) την 09-04-2001 από τρίτους εκμισθωτές και επί εννιαετία.

Εξάλλου δυνάμει του νομίμως την 13-09-2004 μεταγραμμένου υπ΄ αριθμό .....συμβολαίου της συμ/φου Αθηνών Στυλιανής Δημητρέλλου ο ανωτέρω αρχικός εκμισθωτής (και κύριος) μεταβίβασε κατά κυριότητα, λόγω πωλήσεως, το (ένδικο) μίσθιο στην ενάγουσα, η οποία (από και με την ως άνω μεταγραφή του τίτλου) υπεισήλθε αυτοδικαίως ως εκμισθώτρια στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μισθώσεως, δοθέντος του εμπορικού κατ' άρθρο 1 παρ. 1 περ.

δ' Π.δ. 34/95 χαρακτήρα της (μισθώσεως), κατά τα κατωτέρω αποδειχθέντα. Προέκυψε περαιτέρω ότι το μίσθιο χρησιμοποιείται από την έναρξη της μισθωτικής συμβάσεως (1-5-2002) από την εναγόμενη μισθώτρια εταιρία ως αναγκαίος συμπληρωματικός - βοηθητικός χώρος του κείμενου απέναντι (στο ίδιο εμπορικό κέντρο) παραπάνω (κύριου) εμπορικού καταστήματός της, στο οποίο, ως προελέχθη, έχει (εναγομένη) εγκατεστημένη την επιχείρηση της εμπορίας ετοίμων γυναικείων ενδυμάτων με το διακριτικό τίτλο ".....", συγκεκριμένα δε χρησιμοποιείται (μίσθιο) για την εναπόθεση, φύλαξη, αλλά και έκθεση - επίδειξη προς το κοινό των αποκλειστικώς από το ως άνω εμπορικό κατάστημά της πωλούμενων ομοειδών κατά κανόνα ενδυμάτων, με την αναρτημένη στην πρόσοψή του (μισθίου) ονομασία ".....".

Η τελευταία αυτή χρήση (της έκθεσης - επίδειξης) γίνεται με την τοποθέτηση των ενδυμάτων σε ράφια ή σε κούκλες ή και στη βιτρίνα του μισθίου, η οποία και υπήρχε (βιτρίνα) ήδη κατά την σ' αυτό (μίσθιο) εγκατάσταση της εναγόμενης. Η ειδική αυτή χρήση (και της έκθεσης επίδειξης των ενδυμάτων στο μίσθιο) δεν εξέρχεται της με τον υπ΄ αριθμό 5ο σαφή και αναμφίβολο και με ευρύτητα από τα συμβληθέντα μέρη διατυπωμένο όρο του μισθωτηρίου συμφωνημένης χρήσεως, τούτο δε, όπως άλλωστε και η όλη εσωτερική και εξωτερική εμφάνιση, αλλά και η όλη συγκεκριμένη λειτουργία του μισθίου, ήταν εν γνώσει και είχαν γίνει αποδεκτά και ρητώς εγκριθεί και από τον αρχικό ως άνω και επί διετία και πλέον εκμισθωτή - δικαιοπάροχο της ενάγουσας.

Συνεπώς η συμβατική χρήση του μισθίου δεν ήταν η συνήθης και καθιερωμένη στις συναλλαγές εκείνη της αποθήκης (με τη στενή έννοια της εναπόθεσης και φύλαξης πραγμάτων και μόνο), αλλά ευρύτερη τέτοια, εκτεινόμενη και στην επίδειξη (των ενδυμάτων) στο κοινό, μη αποκλειόμενης συνακόλουθα και της για το σκοπό αυτό εισόδου πελατών στο εσωτερικό του (μισθίου).

Αντιθέτως από κανένα ουσιώδες αποδεικτικό στοιχείο προέκυψε ότι από την έναρξη της μισθώσεως και μέχρις τον κρίσιμο χρόνο της άσκησης της ένδικης κατά την 22-9-2004 πλασματικής κατ' άρθρο 662 ΚΠολΔ αγωγικής καταγγελίας (ότε και κρίνεται η συνδρομή και του στοιχείου της κατ' άρθρο 594 και 361 ΑΚ αντισυμβατικής συμπεριφοράς του μισθωτή), έλαβαν χώρα και ολοκληρωμένες συναλλαγές - πωλήσεις στο μίσθιο, με την εντός αυτού πληρωμή του τιμήματος και την παράδοση του πράγματος στον αγοραστή, πράξεις που διενεργούνται αποκλειστικώς στο ως άνω εμπορικό κατάστημα της εναγόμενης, το οποίο και μόνο διαθέτει ταμειακή μηχανή για την έκδοση των από το φορολογικό νόμο προβλεπόμενων αποδείξεων λιανικής πώλησης.

Με τα δεδομένα αυτά συνεχίζει το Εφετείο δεν υπόκειται περίπτωση μετατροπής από την εναγόμενη της συμφωνημένης χρήσεως του μισθίου, κατά παραβίαση της υπ΄ αριθμό 5 εδ. 2 απαγορευτικής συμβατικής ρήτρας του μισθωτηρίου, αφού τούτο καθόλη την παραπάνω κρίσιμη περίοδο χρησιμοποιήθηκε εντός των ορίων της σύμβασης ως δευτερεύων, με την ως άνω έννοια, χώρος και δεν αποτέλεσε είτε έδρα αυτοτελούς εμπορικής επιχείρησης, είτε εμπορικό παράρτημα του κύριου καταστήματος της εναγόμενης.

Συνεπώς για τον παραπάνω δικαιοπάροχο της ενάγουσας, στο πρόσωπο του οποίου ως εκμισθωτή και διανύθηκε ουσιωδώς η κρίσιμη μέχρι την καταγγελία περίοδος (σημειώνεται ότι από την 13-9-2004, ότε η ενάγουσα υπεισήλθε στη μίσθωση ως εκμισθώτρια και έγινε φορέας του δικαιώματος καταγγελίας, και μέχρις την 22-9-2004, ότε επιδόθηκε στην εναγόμενη η εμπεριέχουσα την πλασματική καταγγελία ένδικη αγωγή, παρήλθε διάστημα μόνο εννέα ημερών), δεν συνέτρεχαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις και όροι για την για το λόγο τούτο άσκηση έγκυρης (από ουσιαστική άποψη) καταγγελίας.

Συνακόλουθα και η ερειδόμενη σε προγενέστερα της υπεισελεύσεως της ενάγουσας στη μισθωτική σχέση περιστατικά - στοιχεία (που δεν θεμελιώνουν, κατά τα αποδειχθέντα, μετατροπή της συμβατικής χρήσεως του μισθίου) ένδικη (αγωγική) καταγγελία της χώρησε ακύρως, δοθέντος και του ότι υπεισήλθε (ενάγουσα) στην νομική και πραγματική (μισθωτική) κατάσταση του δικαιοπαρόχου της.

Από τις αιτιολογίες αυτές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο συνήγαγε ερμηνευτικώς την κρίση του σχετικά με το κρίσιμο εν προκειμένω θέμα αν η αναιρεσίβλητη - μισθώτρια μετέτρεψε, κατά παράβαση του σχετικού όρου του άρθρου 5 του μισθωτηρίου, τη χρήση του μισθίου από αποθήκη σε κατάστημα, εμμέσως δεχθέν την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας αφού, ενώ δέχεται ότι το μίσθιο εκμισθώθηκε στην εναγομένη προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από αυτήν, κατά τον υπ΄ αριθ. 5 όρο του μισθωτηρίου ως αποθηκευτικός χώρος "δηλαδή ως αποθήκη για την εξυπηρέτηση του αντικειμένου της δραστηριότητάς της που είναι η αντιπροσωπεία, εισαγωγή και εμπορία ενδυμάτων", στη συνέχεια προβαίνει σε ερμηνεία του όρου "αποθήκη" στον οποίο προσδίδει ευρύτερο του συνήθους περιεχόμενο (επίδειξη ενδυμάτων στο κοινό, μη αποκλειομένης και της για το σκοπό αυτό εισόδου πελατών στο εσωτερικό του μισθίου) χωρίς εν τούτοις να προσφεύγει στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.

Επομένως ο πρώτος λόγος της αιτήσεως με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ εκ του λόγου ότι παραβίασε τους κανόνες αυτούς (173, 200 ΑΚ), είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχτηκε επί της επικουρικής προβληθείσης ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας (για την περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό από το δικαστήριο της ουσίας ότι κάνει μεταβολή της χρήσεως του μισθίου, ήταν αντίθετη στον εν λόγω συμβατικό όρο), τα ακόλουθα :

Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι σε κάθε περίπτωση, κι αν ήθελε δηλαδή υποτεθεί ότι έλαβε χώρα μετατροπή της συμβατικής χρήσεως και το μίσθιο χρησιμοποιήθηκε και ως εμπορικό κατάστημα, η εν λόγω χρήση ούτε επαχθέστερη είναι, ούτε και είχε κάποια δυσμενή για το μίσθιο επίδραση, δεν έθιξε δε, κατά τις αρχές της καλής πίστεως (288 ΑΚ) οποιοδήποτε άξιο προστασίας δικαίωμα του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας και συνακόλουθα της ίδιας (ο ισχυρισμός της ότι το καταβαλλόμενο μίσθωμα είναι πολύ χαμηλό και αναντίστοιχο με την πράγματι ασκούμενη στο μίσθιο κύρια χρήση δεν ασκεί νομική επιρροή στην κρίση για καταχρηστικότητα, αφού της παρέχεται το δικαίωμα της κατ΄ άρθρο 288 ΑΚ αναπροσαρμογής του μισθώματος.

Βασίμως επομένως η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η καταγγελία είναι καταχρηστική και συνεπώς και για τον επικουρικό αυτό λόγο είναι άκυρη η καταγγελία. ΄Ετσι όμως που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα δεν διευκρινίζεται στην απόφαση γιατί κι αν ήθελε υποτεθεί ότι έλαβε χώρα μετατροπή της συμβατικής χρήσεως του μισθίου από αποθήκη σε κατάστημα, η εν λόγω χρήση δεν είναι επαχθέστερη ούτε είχε κάποια δυσμενή για το μίσθιο επίδραση και δεν έθιξε κατά τις αρχές της καλής πίστεως οποιοδήποτε άξιο προστασίας δικαίωμα της ενάγουσας ενόψει του ότι και το μίσθωμα που αναφέρεται σε αποθήκη είναι χαμηλώτερο (η δε τυχόν αναπροσαρμογή του θα αφορά μίσθωμα και πάλιν αποθήκης), η δε χρήση του μισθίου ως αποθήκης είναι από πραγματικής και αισθητικής απόψεως επαχθέστερη για οποιοδήποτε μίσθιο.

Συνεπώς κρίνεται βάσιμος ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ απορρέων σχετικός δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.

Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 8331/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ