Appeals against a final indictment decision are inadmissible for crimes under the Public Misappropriation Law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed seven appeals filed by defendants against a final indictment decision from the Court of Appeal in Corfu. The defendants argued for the review of the indictment's legal characterization, but the prosecution contended that the decision was final and non-appealable. The court ruled that because the prosecution was initiated under the Public Misappropriation Law, the indictment decision is legally final and cannot be appealed.
Legislator headnote
AI generatedArt. 308(1)(3), (4) C.P.D.; Art. 1 Law 1608/1950; Art. 476(1) C.P.D.: For crimes under the Public Misappropriation Law, the indictment decision is final and non-appealable, rendering any appeal against it inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1389 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1389/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα – Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη Κων/νου Βαρδαβάκη και των αρχαιοτέρων του Αρεοπαγιτών), Μιχαήλ Δέτση – Εισηγητή και Κωνσταντίνο Κούκλη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ελευθερίου Βορτσέλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Μαϊου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων – κατηγορουμένων: 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., που δεν παρέστησαν στο συμβούλιο, 5) ..., 6) ... και 7) ..., που δεν παρέστησαν στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 6/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) ..., 2) ..., 3) ... και 4) ... Το Συμβούλιο Εφετών Κερκύρας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και οι αναιρεσείοντες – κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 24.2.2006, 20.2.2006, 13.2.2006, 1.3.2006, 17.3.2006, 2.3.2006 και 13.2.2006 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 489/2006.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ελευθέριος Βορτσέλας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 196/18.4.06, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω στο Δικαστήριό σας την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής:
Ι. Το Συμβούλιο Εφετών Κέρκυρας με το 6/2006 βούλευμα παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κέρκυρας, μεταξύ άλλων κατηγορουμένων και τους: 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., 5) ..., 6) ..., και 7) ..., για να δικαστούν όλοι μεν για απάτη κατ΄ εξακολούθηση και κατ΄ επάγγελμα με όφελος ή ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. και επί πλέον ο 4ος και για κακουργηματική πλαστογραφία. Με το ίδιο βούλευμα έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής η ποινική δίωξη που είχε ασκηθεί κατά των κατηγορουμένων για την πράξη της κατ΄ εξακολούθηση απιστίας (βλ. βούλευμα).
ΙΙ. Κατά του βουλεύματος αυτού μόνον οι παραπάνω κατηγορούμενοι άσκησαν με δήλωση στον αρμόδιο Γραμματέα του Εφετείου Κέρκυρας τις με αριθμό 4/20-2-2006 ο 1ος, 2/13-2-2006 ο 2ος, 5/24-2-2006 ο 3ος, 3/13-2-2006 ο 4ος , 6/1-3-2006 ο 5ος, 7/2-3-2006 η 6η και 9/17-3-2006 η 7η, αιτήσεις αναιρέσεως (βλ. σχετικές εκθέσεις).
ΙΙΙ. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 308 παρ. 1 εδ. 3 και 4 του Κ.Π.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 5 παρ. 7 του ν. 1738/1987, «στα εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 του ν. 1608/1950 («για τους καταχραστές του δημοσίου»), η περάτωση της κύριας ανάκρισης κηρύσσεται από το συμβούλιο των εφετών. Για το σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρότασή του στο συμβούλιο εφετών, που αποφαίνεται αμετακλήτως ακόμη και για τα συναφή πλημμελήματα''.
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η αρμοδιότητα του Συμβουλίου Εφετών, να αποφαίνεται σε μία τέτοια περίπτωση αμετακλήτως, προσδιορίζεται από το χαρακτήρα της αξιόποινης πράξης, που της δόθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, με την άσκηση της ποινικής δίωξης και από τον ανακριτή με την απαγγελία της σχετικής κατηγορίας, υφίσταται δε και όταν το Συμβούλιο, κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης κρίνει, ότι δεν θεμελιώνεται προβλεπόμενο από το άρθρο 1 του ν. 1608/1950 έγκλημα, αλλά άλλο έγκλημα, υπαγόμενο στις κοινές ποινικές διατάξεις, όπως όταν κριθεί, ότι η αξιόποινη πράξη δεν στρέφεται κατά του Δημοσίου ή άλλων νομικών προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 1 του ν. 1608/1950.
Στην περίπτωση αυτή, το Συμβούλιο Εφετών οφείλει, αφού δώσει με βάση τα περιστατικά που κατά την κυριαρχική εκτίμησή του προέκυψαν, τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της πράξης, υπό την προϋπόθεση ότι δεν επέρχεται ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, να παραπέμψει στο αρμόδιο δικαστήριο τον κατηγορούμενο, για να δικαστεί για την πράξη αυτή, όπως ορθά χαρακτηρίσθηκε από τούτο, το σχετικό δε βούλευμά του, δεν υπόκειται σε αναίρεση.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, μεταξύ άλλων περιπτώσεων για τις οποίες δεν πρόκειται και εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται, όπως είναι και το αμετάκλητο βούλευμα, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο σε Συμβούλιο, το κηρύσσει απαράδεκτο (βλ.
ΑΠ 1040/2005).
ΙV. Στην προκείμενη περίπτωση, το προσβαλλόμενο υπ' αριθμό 6/2006 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας, εκδόθηκε μετά την άσκηση σε βάρος όλων των αναιρεσειόντων και άλλων, ποινικής διώξεως για την πράξη της απάτης κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση, σε βάρος της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ, η επελθούσα ζημία του οποίου ήταν μεγαλύτερη του ποσού των 50.000.000 δρχ., και επί πλέον κατά του 4ου για κακουργηματική πλαστογραφία σε βάρος της ίδιας Τράπεζας με τη συνδρομή δηλαδή του ν. 1608/1950, μετά δε την περάτωση της κύριας ανάκρισης που ενεργήθηκε σχετικά και περατώθηκε νομίμως, η υπόθεση εισήχθη από τον Εισαγγελέα Εφετών στο Συμβούλιο Εφετών, το οποίο και παρέπεμψε τους αναιρεσείοντες και άλλους, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, προκειμένου να δικαστούν για τις αναφερόμενες κακουργηματικές πράξεις, χωρίς τις επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 1 του Ν. 1608/1950, γιατί θεώρησε από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού ότι δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση, οι προϋποθέσεις του άρθρου 1 του ν. 1608/1950.
Η δυνατότητα αναιρέσεως του βουλεύματος αυτού, δηλαδή το αμετάκλητο ή μη του βουλεύματος, θα κριθεί, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, εκ των πράξεων για τις οποίες ασκήθηκε η ποινική δίωξη και όχι εκ των πράξεων για τις οποίες παραπέμπονται οι κατηγορούμενοι. Και εφόσον η ποινική δίωξη ασκήθηκε με τη συνδρομή του ν. 1608/1950, το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι αμετάκλητο, μη υποκείμενο σε αναίρεση.
Επομένως οι επτά (7) αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορούμενων, στρεφόμενες κατά του παραπάνω αμετάκλητου βουλεύματος, είναι απαράδεκτες. V. Μετά από αυτά από αυτά, οι κρινόμενες επτά (7) αιτήσεις αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούςΠ ρ ο τ ε ί ν ω
Ι. Να απορριφθούν ως απαράδεκτες οι με αριθμό 4/20-2-2006, 2/13-2-2006, 5/24-2-2006, 3/13-2-2006, 6/1-3-2006, 7/2-3-2006 και 9/17-3-2006 αιτήσεις αναιρέσεως, που ασκήθηκαν αντιστοίχως από τους κατηγορουμένους ..., ..., ..., ..., ..., ... και ... κατά του 6/2006 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας και
ΙΙ. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους αναιρεσείοντες.
Αθήνα 17-3-2006
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 308 παρ. 1 εδ. 3 και 4 του ΚΠΔ, που προστέθηκαν με το άρθρο 5 παρ. 7 του Ν. 1738/1987, «στα εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 του Ν. 1608/1950 («για τους καταχραστές του δημοσίου»), η περάτωση της κύριας ανάκρισης κηρύσσεται από το συμβούλιο των εφετών. Για το σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρότασή του στο συμβούλιο εφετών, που αποφαίνεται αμετακλήτως ακόμη και για τα συναφή πλημμελήματα».
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η αρμοδιότητα του Συμβουλίου Εφετών, να αποφαίνεται σε μία τέτοια περίπτωση αμετακλήτως, προσδιορίζεται από το χαρακτήρα της αξιόποινης πράξης, που της δόθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, με την άσκηση της ποινικής δίωξης και από τον ανακριτή με την απαγγελία της σχετικής κατηγορίας, υφίσταται δε και όταν το Συμβούλιο, κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης κρίνει, ότι δεν θεμελιώνεται προβλεπόμενο από το άρθρο 1 του Ν. 1608/1950 έγκλημα, αλλά άλλο έγκλημα, υπαγόμενο στις κοινές ποινικές διατάξεις, όπως όταν κριθεί, ότι η αξιόποινη πράξη δεν στρέφεται κατά του Δημοσίου ή άλλων νομικών προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 1 του Ν. 1608/1950.
Στην περίπτωση αυτή, το Συμβούλιο Εφετών οφείλει, αφού δώσει με βάση τα περιστατικά, που κατά την κυριαρχική εκτίμησή του προέκυψαν, τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της πράξης, υπό την προϋπόθεση ότι δεν επέρχεται ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, να παραπέμψει στο αρμόδιο δικαστήριο τον κατηγορούμενο, για να δικαστεί για την πράξη αυτή, όπως ορθά χαρακτηρίσθηκε από τούτο, το σχετικό δε βούλευμά του, δεν υπόκειται σε αναίρεση.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, για τις οποίες εδώ δεν πρόκειται και εναντίον βουλεύματος, για το οποίο δεν προβλέπεται, όπως είναι και το αμετάκλητο βούλευμα, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο σε Συμβούλιο, το κηρύσσει απαράδεκτο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 6/2006 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας, εκδόθηκε μετά την άσκηση σε βάρος όλων των αναιρεσειόντων και άλλων κατηγορουμένων, ποινικής διώξεως για την πράξη της απάτης κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση, σε βάρος της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ, η επελθούσα ζημία της οποίας ήταν μεγαλύτερη του ποσού των 50.000.000 δρχ., και επιπλέον, κατά του 4ου για κακουργηματική πλαστογραφία σε βάρος της ίδιας Τράπεζας, με τη συνδρομή του Ν. 1608/1950, μετά δε την περάτωση της κύριας ανάκρισης που ενεργήθηκε σχετικά και περατώθηκε νομίμως, η υπόθεση εισήχθη από τον Εισαγγελέα Εφετών στο Συμβούλιο Εφετών, το οποίο και παρέπεμψε τους αναιρεσείοντες και άλλους, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, προκειμένου να δικαστούν για τις αναφερόμενες κακουργηματικές πράξεις, χωρίς τις επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου του Ν. 1608/1950, γιατί θεώρησε από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, ότι δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση, οι προϋποθέσεις του άρθρου 1 του Ν. 1608/1950.
Η δυνατότητα αναιρέσεως του βουλεύματος αυτού, δηλαδή το αμετάκλητο ή μη του βουλεύματος, θα κριθεί, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, από το χαρακτηρισμό των πράξεων, ο οποίος τους δόθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών κατά την άσκηση της ποινικής διώξεως και από τον Ανακριτή, κατά την απαγγελία της κατηγορίας και όχι από τον χαρακτηρισμό που τους δόθηκε με το παραπεμπτικό βούλευμα.
Και εφόσον η ποινική δίωξη ασκήθηκε με τη συνδρομή του Ν. 1608/1950 και απαγγέλθηκε από τον Ανακριτή κατηγορία με το νόμο αυτό, το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι αμετάκλητο, μη υποκείμενο σε αναίρεση. Επομένως, οι επτά (7) αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων, στρεφόμενες κατά του παραπάνω αμετάκλητου βουλεύματος, είναι απαράδεκτες.
Μετά από αυτά, οι κρινόμενες επτά (7) αιτήσεις αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις με αριθ. 4/20.2.2006, 2/13.2.2006, 5/24.2.2006, 3/13.2.2006, 6/1.3.2006, 7/2.3.2006 και 9/17.3.2006 αιτήσεις των ..., ..., ..., ..., ..., ... και ..., αντιστοίχως, για αναίρεση του υπ' αριθ. 6/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων δέκα (210) ευρώ τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Μαϊου 2006. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2006.-Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ