Legislator Case Law & Legislation
1388/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appealability grounds, citing clear lower court reasoning and lack of procedural defects.

Case Number 1388/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment ordering a declaration of will regarding the transfer of shares. The appellant argued for the appeal's admissibility, but the Court found the lower court's decision was based on clear facts and sufficient reasoning derived from the donation agreement. Consequently, the Court ruled that the appeal lacked grounds for admissibility and ordered the costs to be borne by the appellant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576, 280 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court's decision is based on clear facts and sufficient reasoning that does not require further examination by the Supreme Court.

Keywords

AI generated
appeal admissibility declaration of will donation agreement transfer of shares costs of appeal clear reasoning sufficient motivation

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576, 280 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 183, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1388 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1388/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδων Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Σ. του Κ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Δεβελάσκα και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Σ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Γεώργιο Μπακλώρη, ο οποίος, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης. Στη συνέχεια, ο ανωτέρω δικηγόρος αποχώρησε χωρίς να συμμετάσχει στην συζήτηση της υπόθεσης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/6/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16962/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2397/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/1/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην περίπτωση δε που ο αντίδικός του επέσπευσε τη συζήτηση της υπόθεσης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο δικονομικώς απών διάδικος και, εφόσον διαπιστωθεί ότι έγινε νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία του.

Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 280 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την οποία "θεωρείται ότι δεν εμφανίζεται, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, ο διάδικος που ζητεί μόνο αναβολή, η οποία δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο", και στη συνέχεια αποχώρησε χωρίς να εισέλθει στην επί της ουσίας έρευνα της υπόθεσης, εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, αν και δεν αναφέρεται στις διατάξεις στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι η με αυτό παραπομπή σε ορισμένες διατάξεις του ΚΠολΔ δεν είναι περιοριστική, ενόψει και του ότι ούτε χρήση του της λέξης "μόνο" γίνεται με το εν λόγω άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, ούτε η εφαρμογή της παραπάνω διάταξης του άρθρου 280 παρ. 2 είναι ασυμβίβαστη προς την ενώπιον του Αρείου Πάγου διαδικασία, αφού στο άρθρο 575 ΚΠολΔ προβλέπεται η δυνατότητα αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης, όπως και κατά τη διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας (241 ΚΠολΔ), ούτε η ρύθμιση εκείνης προσκρούει στις περί ερημοδικίας διατάξεις ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΑΠ 187/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα εισάγεται προς συζήτηση η από 25-1-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2397/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσ/κης, το δικόγραφο της οποίας με κλήση προς συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο έχει επιδοθεί στον αναιρεσίβλητο νόμιμα και εμπρόθεσμα (βλ.

την υπ' αριθμ. 730γ/31-8-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσ/κης Β. Σ.). Κατά την εκφώνηση, όμως, της υπόθεσης με τη σειρά του οικείου πινακίου στη σημερινή δικάσιμο, ο τελευταίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, ο οποίος παραστάθηκε μόνο για να ζητήσει από το Δικαστήριο τούτο την αναβολή της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης.

Το εν λόγω αίτημα δεν έγινε δεκτό και γι' αυτό στη συνέχεια αποχώρησε, χωρίς να συμμετάσχει στην επί της ουσίας έρευνα της υπόθεσης. Επομένως ο αναιρεσίβλητος θεωρείται ότι δεν εμφανίστηκε, ωστόσο το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της ένδικης αναίρεσης παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Με την από 25-1-2020 αίτηση ζητείται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 2397/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσ/κης. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η από 27-12-2017 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 16962/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/κης, η οποία δέχθηκε την από 21-6-2016 αγωγή του ενάγοντος ήδη αναιρεσίβλητου για καταδίκη σε δήλωση βούλησης.

Η ως άνω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 3 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος είναι αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ιδρύεται δηλ. ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο μικρότερη ή μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη απ' όση δεσμευτικά γι'αυτό ορίζει ο νόμος (ΑΠ 1023/2019, 175/2019), ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ' ένα απ' αυτά. Δεν ιδρύεται ο λόγος αν το δικαστήριο θεωρήσει πιο αξιόπιστο κάποιο από τα πολλά ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 200/2018, 775/2017). Εξ άλλου δεσμευτική αποδεικτική δύναμη κατά το άρθρο 352 ΚΠολΔ αποδίδεται στην ομολογία, είτε είναι ρητή είτε σιωπηρή δηλ. έμμεση κατά το άρθρο 261 εδ. β ΚΠολΔ. Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος πρέπει να αναφέρεται, μεταξύ των άλλων, ο ουσιώδης ισχυρισμός σε απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησίμευσε και η επίδρασή του στην έκβαση της δίκης, η αποδεικτική δύναμη που του αποδόθηκε και εκείνη που έχει κατά νόμο καιν το σχετικό σφάλμα της προσβαλλομένης (ΑΠ 462/2019, 126/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το εφετείο κατά την αναφορά των αποδεικτικών μέσων στα οποία βάσισε το αποδεικτικό το πόρισμα περιέλαβε τη φράση " και από όσα ρητώς ή εμμέσως συνομολογούνται από τους διαδίκους με τις έγγραφες προτάσεις τους (άρθρα 261 και 352 ΚΠολΔ) με συνέπεια να δημιουργείται αβεβαιότητα σε ποια από τα γεγονότα προσδίδει αυξημένη αποδεικτική δύναμη καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί του εάν υφίσταται ομολογία ή συναγόμενη ομολογία".

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ανεξάρτητα από την αοριστία του, διότι δεν αναφέρει τον ουσιώδη ισχυρισμό σε απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησίμευσε και η επίδρασή του στη δίκη, κατά τα προαναφερθέντα, είναι και αβάσιμος, διότι η αποδεικτική δύναμη της ρητής κατά το άρθρο 352 ΚΠολΔ ή της σιωπηρής (έμμεσης) ομολογίας είναι ίδια.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8(β) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από την ήδη αναιρεσείουσα (ΑΠ 354/2011) γιατί διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας, δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (Ολ.

ΑΠ 2/2001). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1933/2006), και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 760/2004, ΑΠ 539/2003), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (Ολ.

ΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο. Αντίθετα, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΑΠ 2166/2009).

Συνακόλουθα, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμη ή αλυσιτελή (Ολ ΑΠ 2/1989, 14/2004), ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.

Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997, 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (Ολ.

ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1363/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της το νομίμως προβληθέντα ουσιώδη ισχυρισμό της που έχει επιρροή στην έκβαση της δίκης συνιστάμενο στο ότι ο πατέρας του δεν είχε την πρόθεση να μεταβιβάσει τις επίδικες μετοχές στον αναιρεσίβλητο εγγονό του και να προβεί στη σύνταξη του ένδικου προσυμφώνου, αλλά θα προέβαινε στη σύνταξη οριστικού συμβολαίου σε εκτέλεση του αρχικού προσυμφώνου προς τον έτερο γιό του Κ.

Σ.. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι ο ως άνω ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων προβάλλεται ως επιχείρημα προς απόδειξη της ιστορικής βάσης της ένστασης εικονικότητας του ως άνω προσυμφώνου, την οποίαν προέβαλε ο αναιρεσείων και την οποίαν απέρριψε κατ' ουσίαν η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, και δεν συνιστά πράγμα, κατά τα προαναφερθέντα.

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27, 28/1998). Κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης.

Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 255/2010).

Εξάλλου, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 74/2016). Τέλος κατά το άρθρο 138 εδ. α ΑΚ δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) δέχθηκε κατ' ουσίαν τα εξής : "Δυνάμει του υπ' αριθ. …/…-7-2005 προσυμφώνου δωρεάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Σ. Α. - Κ., ο παππούς του ενάγοντος, Κ. Σ. του Β., κάτοικος εν ζωή Ν. ..., προσυμφώνησε και υποσχέθηκε να μεταβιβάσει κατά πλήρη κυριότητα στον ενάγοντα με δωρεά εν ζωή, τρεις χιλιάδες (3.000) ονομαστικές μετοχές της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ".

Ειδικότερα, προσυμφωνήθηκε μεταξύ των ανωτέρω να μεταβιβάσει ο άνω Κ. Σ. τις μετοχές με αρίθμηση … έως …. της εταιρίας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "Κ.Τ.Ε.Λ. ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Α.Ε.", για τις οποίες είχε εκδοθεί ο υπ' αριθ. … οριστικός τίτλος, πού τις ενσωματώνει, ελεύθερες από κάθε βάρος, χρέος, κατάσχεση συντηρητική ή αναγκαστική, από προίκα και κληρονομικό δικαίωμα, οφειλή τελών, δασμών και οποιονδήποτε γενικά φόρο.

Σύμφωνα δε με το ανωτέρω προσύμφωνο συμφωνήθηκε μεταξύ των ως άνω μερών το οριστικό συμβόλαιο της δωρεάς σε εκτέλεση του προσυμφώνου να συνταχθεί και υπογράφει οποτεδήποτε θελήσουν τα συμβαλλόμενα μέρη, με απώτατο χρόνο την ενηλικίωση του ενάγοντος (15-4-2016), όπως τούτο προκύπτει από τις υπ' αριθ. 2168/7-11-2016 ένορκες βεβαιώσεις της Α.

χήρας Δ. Μ., Χ. Μ. και Β. Σ., που δόθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο Κ. Σ., έχοντας ο ίδιος προβεί εν ζωή στη διανομή της ακίνητης και κινητής περιουσίας που διέθετε στους δύο υιούς του, Ν. Σ. (εναγόμενο) και Β. Σ. (πατέρα του ενάγοντος), δια γονικών παροχών και δωρεών, που έλαβαν χώρα, είχε την πρόθεση να μεταβιβάσει δια δωρεάς τις ανωτέρω ονομαστικές μετοχές στον προαναφερόμενο υιό του, Β.

Σ., πλην όμως, ο τελευταίος τύγχανε τραπεζικός υπάλληλος και, ως εκ τούτου ήδη ασφαλισμένος στο Ι.Κ.Α. και θα έπρεπε, σε περίπτωση απόκτησης των εν λόγω μετοχών, να ασφαλιστεί και στον ΟΑΕΕ. Για το λόγο δε αυτό αποφασίστηκε από τον άνω Κ. Σ. να μεταβιβαστούν οι επίδικες μετοχές στον ενάγοντα - υιό του Β. Σ.. Όλα τα ανωτέρω προκύπτουν ρητώς από τις υπ' αριθ.

…/…-11-2016 ένορκες βεβαιώσεις της Α. χήρας Δ. Μ., Χ. Μ. και Β. Σ., που δόθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, για την αξιοπιστία των οποίων το Δικαστήριο δεν έχει λόγο να αμφιβάλλει. Αντιθέτως, ουδόλως αποδείχθηκε ως βάσιμος ο ισχυρισμός που προβλήθηκε από τον εναγόμενο και κατέθεσαν σχετικά ο Α. Π., Π. Σ.

και Κ. Σ. στις υπ' αριθ. …/…- 11-2016 ένορκες βεβαιώσεις τους, ότι δηλαδή το συγκεκριμένο προσύμφωνο δωρεάς ήταν εικονικό και ότι έγινε αποκλειστικά για λόγους αποφυγής της μείωσης της σύνταξης του Κ. Σ. και των ασφαλιστικών του εισφορών, δεδομένου ότι το σχετικό νομοθετικό καθεστώς είχε ήδη τροποποιηθεί από το έτος 2011 (Ν. 3996/2011) και έκτοτε ο Κ.

Σ. σε ουδεμία ενέργεια προέβη ώστε να ανακαλέσει είτε να τροποποιήσει το προαναφερόμενο προσύμφωνο. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ο Κ. Σ. από τη σύνταξη του ανωτέρω αναφερομένου προσυμφώνου έως και το θάνατό του, που επήλθε στις 19-1-2016 κατείχε τον ανωτέρω αναφερόμενο υπ' αριθ. … οριστικό τίτλο, που ενσωμάτωνε τις επίδικες μετοχές, εισέπραττε τα μερίσματα που αναλογούσαν σε αυτές και συμμετείχε και ψήφιζε ως μέτοχος στις Γενικές Συνελεύσεις, παρά το γεγονός ότι στο προαναφερόμενο προσύμφωνο αναφέρεται ότι ο ενάγων - δια των νομίμων εκπροσώπων γονέων του, λόγω της ανηλικότητας αυτού - παρέλαβε στη νομή, κατοχή, χρήση και εκμετάλλευσή του τις ονομαστικές μετοχές.

Τα ανωτέρω προκύπτουν με σαφήνεια από το ενιαίο εκκαθαριστικό σημείωμα για το έτος 2013 του Κ. Σ. και τη σχετική πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου για το οικονομικό έτος 2014 (βλ. σχ. προσκομιζόμενα από τον ενάγοντα), από τα οποία φαίνεται ότι ο ίδιος ο ανωτέρω δωρητής δήλωνε κανονικά στις αρμόδιες φορολογικές αρχές τα εισοδήματά του από τα μερίσματα που λάμβανε από τις επίδικες μετοχές.

Το γεγονός αυτό, ήτοι ότι ο Κ. Σ. απολάμβανε τα οφέλη των επιδίκων μετοχών, ουδόλως αναιρεί την προαναφερθείσα βούληση των μερών, που συμπεριλήφθηκε στο υπ' αριθ. …/…-7-2005 προσύμφωνο δωρεάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Σ. Α. - Κ. και συνακόλουθα ουδόλως επιρρωνύει τον ισχυρισμό του εναγομένου περί εικονικότητας των σχετικών δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών στο ανωτέρω προσύμφωνο.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ανωτέρω, Κ. Σ., κατόπιν σοβαρού τραυματισμού του σε ατύχημα, απεβίωσε στις 19-1-2016 στη Θεσσαλονίκη, λίγους μήνες πριν την ενηλικίωση του ενάγοντας και ως εκ τούτου δεν κατέστη δυνατό να προβεί σε οριστικό συμβόλαιο μεταβίβασης των επίδικων μετοχών στον ενάγοντα, σε εκτέλεση του προαναφερομένου προσυμφώνου δωρεάς.

Ο ανωτέρω θανών δεν κατέλιπε διαθήκη και ως εκ τούτου μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του τυγχάνουν: α) η σύζυγος αυτού, Β. χήρα Κ. Σ., το γένος Ν. και Ε. Ρ. σε ποσοστό 2/8 της εξ αδιαθέτου κληρονομιάς του κληρονομουμένου, β) το τέκνο του, Β. Σ. του Κ., πατέρας του ενάγοντος, σε ποσοστό 3/8 της εξ αδιαθέτου κληρονομιάς του κληρονομουμένου και γ) το τέκνο του Ν.

Σ. του Κ. (εναγόμενος), σε ποσοστό 3/8 της εξ αδιαθέτου κληρονομιάς του κληρονομουμένου (βλ. σχ. το υπ' αριθ. …/…-1-2016 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Δέλτα). Όλοι οι ανωτέρω κληρονόμοι προέβησαν στην υπ' αριθ. 340/2016 δήλωση φόρου κληρονομιάς προς την Δ.Ο.Υ. Ιωνίας Θεσσαλονίκης, καθόσον αφορά το κληρονομικό τους μερίδιο σχετικά με τις επίδικες μετοχές και τη φορολόγησή τους, ενώ δεν προέβησαν σε αποποίηση της επαχθείσας σε αυτούς κληρονομιάς (βλ.

σχ. το υπ' αριθ. 21484/22-11-2016 πιστοποιητικό περί μη αποποίησης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης). Κατά συνέπεια, άπαντες οι ανωτέρω κληρονόμοι του Κ. Σ. ενέχονται με βάση το υπ' αριθ. …/…-7-2005 προσύμφωνο δωρεάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Σ. Α. - Κ. έναντι του ενάγοντος, κατά το λόγο του κληρονομικού ποσοστού εκάστου, να συνάψουν τη συγκεκριμένη οριστική σύμβαση και η οποία, σε περίπτωση αθέτησης της υποχρέωσης προς εκπλήρωση παρέχει στον ενάγοντα αγώγιμη αξίωση για καταδίκη τους σε δήλωση βουλήσεως για την κατάρτιση της προσυμφωνημένης δικαιοπραξίας.

Αποδείχθηκε ακόμη, ότι ο εναγόμενος, παρά την ως άνω υποχρέωσή του και τις επανειλημμένες προσκλήσεις του ενάγοντος, αρνείται να προβεί στην κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου μεταβίβασης, οπότε πρέπει να καταδικαστεί σε σχετική δήλωση βουλήσεως". Συνακόλουθα, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 16962/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/κης, η οποία δέχθηκε την από 21-6-2016 αγωγή του ενάγοντος ήδη αναιρεσίβλητου και καταδίκασε σε δήλωση βούλησης τον αναιρεσείοντα βάσει του ως άνω προσυμφώνου δωρεάς των μετοχών να προσέλθει ενώπιον συμβολαιογράφου, σε ημέρα και ώρα που θα ορίσει ο ενάγων για την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου μεταβίβασης στον τελευταίο ποσοστού 3/8 από την εξ αδιαθέτου κληρονομιά του Κ.

Σ. αναφορικά με τον υπ' αριθ. … οριστικό ονομαστικό τίτλο των τριών χιλιάδων (3.000) μετοχών που ενσωματώνει τις ονομαστικές μετοχές με αρίθμηση … έως … της εταιρίας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "Κ.Τ.Ε.Λ. ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Α.Ε.".

Έτσι το Εφετείο, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε και συνακόλουθα δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή καταδίκης σε δήλωση βούλησης, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για τη κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν ως προς τη σύναψη του ένδικου προσυμφώνου μεταβίβασης μετοχών λόγω δωρεάς ενώ έχει τις απαιτούμενες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς και πλήρεις και δεν αντιφάσκουν, κατά τρόπο που καθιστούν ευχερή τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερθεισών διατάξεων.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η άνω αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα στο Δημόσιο Ταμείο. Δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου δεν θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω έλλειψης αιτήματος από τον πρώτο λόγω της ερημοδικίας του (άρθρα 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 2397/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσ/κης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Νοεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ