Supreme Court allows appeal against labor court ruling on director status and remands case for further examination.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece joined two reciprocal appeals challenging a single-labor court decision regarding an employee's status as a 'managing officer.' The appellant argued the lower court failed to properly apply labor law exemptions for directors, while the respondent contended the employee's benefits did not disqualify him. The court found the lower court's reasoning insufficient and contradictory, ruling that the distinction between a director and a regular employee depends on the value of benefits rather than their nature. Consequently, the appeal was allowed, the decision was annulled, and the case was remanded for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 2 of Law 2269/1920; Article 559 of the Code of Civil and Administrative Procedure: The exemption from labor law provisions for a 'managing officer' is determined by the value of benefits received, not their nature; a ruling is annulled if its reasoning is insufficient or contradictory regarding this status.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1388 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1388/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου: Ε. Δ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βερβεσό, που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, για την οποία εμφανίσθηκε ο νόμιμος της εκπρόσωπος Σ. Μ., ο οποίος διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο της για την από 17/7/2018 αίτηση αναίρεσης τον Ηλία Αρβανιτόπουλο και για την από 2/8/2018 αίτηση τον Νικόλαο Μουσά, που κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 30-10-2014 και από 24/11/2014 αγωγές του Ε. Δ., που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 762/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 2378/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17/7/2018 αίτησή του και η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 2/8/2018 αίτηση της. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν την παραδοχή της δικιά τους αίτησης και την απόρριψη της αιτήσεως του αντιδίκου μέρους, καθώς και την καταδίκη του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 182/2015, ΑΠ 293/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης α) της από 18.07.2018 και με αριθ. κατ. 614/2018 αίτησης αναίρεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Ε. Δ. κατά της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και β) της από 02.08.2018 και με αριθ. κατ. 615/2018 αντίθετης αίτησης αναίρεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας Ανωνυμης Εταιρείας με την επωνυμία ""..." κατά του Ε. Δ., με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή υπ' αριθμό 2378/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (4ου Τμήματος), επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης.
Με τις ως άνω από 18.07.2018 και 02.08.2018 αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης προσβάλλεται η 2378/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (4ου Τμήματος), που εκδόθηκε κατόπιν άσκησης α) της από 01.06.2016 έφεσης της εναγόμενης και β) της από 27.05.2018 έφεσης του ενάγοντος κατά της 762/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία είχε απορριφθεί η από 24.11.2014 αγωγή του ενάγοντος και είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή η από 30.10.2014 αγωγή αυτού.
Με την προσβαλλομένη απόφαση, αφού έγινε δεκτή η έφεση και εξαφανίστηκε η εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, ως άνω απόφαση του Πρωτοδικείου, ακολούθως διακρατήθηκε η υπόθεση, και απορρίφθηκε η από 30.10.2014 αγωγή ενώ έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η από 24.11.2014 αγωγή.
Οι ως άνω αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 147 παρ. 7 και 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθρ. 577 §1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ). Α) Επί των επί μέρους λόγων της από 17.07.2018 (αριθ. καταθ. 614/2018) αίτησης αναίρεσης του Ε.
Δ.. Από τις διατάξεις των άρθρων 656 Α.Κ. 1 και 5 παρ. 1 v. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 5 και 7 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου έχει το χαρακτήρα μονομερούς αναιτιώδους δικαιοπραξίας και χωρεί ελεύθερα, εκτός αν περιοριστεί με συμφωνία των μερών ή με διάταξη νόμου.
Η άσκηση όμως του σχετικού δικαιώματος είτε του εργοδότη είτε του εργαζομένου δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη αλλά υπόκειται στους περιορισμούς που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., της οποίας η παράβαση επάγεται απόλυτη ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης, που θεωρείται σαν να μην έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 174 και 180 Α.Κ.
Στην περίπτωση αυτή ο καταγγέλλων εργοδότης που αρνείται να δεχτεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του εργαζομένου καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτόν το μισθό του κατά τα άρθρα 349, 350 και 656 Α.Κ. Η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ.
και είναι άκυρη όταν έγινε από εκδίκηση του εργοδότη ή εξαιτίας εχθρότητας προς το μισθωτό λόγω συνδικαλιστικής του δράσης. Εξ άλλου επί απόλυσης που οφείλεται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, όπως μεταξύ άλλων είναι η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της επιχείρησης και η μείωση του προσωπικού για λόγους οικονομικούς που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες τις οποίες αντιμετωπίζει η επιχείρηση, η απόφαση του εργοδότη να ανταπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχείρησης δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.
Ελέγχεται όμως αφενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και η καταγγελία της σύμβασης εργασίας συγκεκριμένου εργαζομένου ως έσχατο μέσο αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησης και αφετέρου ο τρόπος επιλογής προς απόλυση του εν λόγω εργαζομένου, η οποία πρέπει να πραγματοποιείται βάσει των αντικειμενικών κριτηρίων του άρθρου 281 Α.Κ.
Ειδικότερα ο εργοδότης οφείλει κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ίδιου επιπέδου από απόψεως ικανότητας, προσόντων και απόδοσης, να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητας, της ηλικίας, της οικογενειακής και οικονομικής κατάστασης κάθε μισθωτού και της δυνατότητας εξεύρεσης από αυτόν άλλης εργασίας ή ακόμη να προτείνει στο μισθωτό που πρόκειται να απολύσει την απασχόλησή του σε άλλη θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σε αυτήν (ΑΠ 1033/2017, Α.Π. 2243/2013).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 482/2019).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Εξάλλου, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ.2 του ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή οσάκις υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 573/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων με την από 30.10.2014 αγωγή του ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε από την εναγόμενη κατά την 03.04.2002 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπό την ειδικότητα του Οικονομικού Διευθυντή. Ότι κατά την 31-7-2014 η εναγόμενη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, καταβάλλοντάς του τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης σε δόσεις.
Ότι η καταγγελία είναι άκυρη ως καταχρηστική, επειδή έγινε κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, καθόσον η εναγόμενη -πριν προβεί στην απόλυσή του- δεν εφάρμοσε άλλα ηπιότερα μέτρα, όπως μείωση αποδοχών, εκ περιτροπής απασχόληση ή τοποθέτησή του σε άλλη θέση εργασίας, με αποτέλεσμα να καταστεί αυτή υπερήμερη.
Ενόψει αυτών, ο ενάγων ζήτησε, κατ' επιτρεπτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, α) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 66.493,73 ευρώ και ν' αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη του οφείλει των 19.344 ευρώ, για μισθούς υπερημερίας, συμπεριλαμβανομένων επιδομάτων εορτών και αδείας, για το χρονικό διάστημα από την επομένη της απόλυσης (1-8-2014) μέχρι την πιθανή ημερομηνία συζήτησης της αγωγής (30-11-2015), με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους μισθολογική του αξίωση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, επικουρικά δε από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και β) ν' αναγνωρισθεί ότι του οφείλει το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την καταχρηστική απόλυση, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Εξάλλου, ο ενάγων με την από 24.11.2014 αγωγή του ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε από την εναγόμενη κατά την 03.04.2002 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως Οικονομικός Διευθυντής για να εργαστεί επί πενθήμερο εβδομαδιαίως και οκτάωρο ημερησίως, με ωράριο από 9 π.μ. έως 5 μ.μ., αμειβόμενος με μηνιαίες μικτές αποδοχές ύφους 6.240 ευρώ, οι οποίες από 1-4-2012 μειώθηκαν στο ποσό των 4.836 ευρώ.
Ότι η εναγομένη τον υποχρέωνε να εργάζεται καθημερινά καθ' υπέρβαση του νομίμου ωραρίου του και συγκεκριμένα κατά μεν τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο, Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο κάθε έτους επί 10 ώρες ημερησίως (από 9 π.μ. έως 7 μ.μ.), κατά δε τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο κάθε έτους επί 11 ώρες ημερησίως (από 9 π.μ.
έως 8 μ.μ.). Ότι, καθ' απαίτηση της εναγομένης, απασχολήθηκε τα Σάββατα και τις Κυριακές που ειδικά αναφέρει στην αγωγή του επί 8ωρο ημερησίως (από 9 π.μ. έως 5 μ.μ.). Ενόψει αυτών, ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει: α) το ποσό των 50.958,35 ευρώ για υπερεργασία που πραγματοποίησε κατά το χρονικό διάστημα από 1-1- 2009 έως 30-7-2014, με το νόμιμο τόκο κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, β) το ποσό των 110.323,66 ευρώ για την κατ' εξαίρεση/παράνομη υπερωριακή απασχόληση που πραγματοποίησε κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, γ) το ποσό των 7.308,91 ευρώ για την εργασία του τα Σάββατα, νομιμοτόκως από το τέλος κάθε μήνα εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία του, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και δ) το ποσό των 3.297,84 ευρώ για την εργασία του τις Κυριακές, νομιμοτόκως από το τέλος κάθε μήνα εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία του και επικουρικά από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Επί των αγωγών αυτών, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η 762/2016 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και κατόπιν άσκησης α) της από 01.06.2016 έφεσης της εναγόμενης και β) της από 27.05.2018 έφεσης του ενάγοντος εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και κράτησε την υπόθεση, απέρριψε την από 30.10.2014 αγωγή και δέχθηκε κατά ένα μέρος την από 24.11.2014 αγωγή.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατ' ανέλεγκτη κρίση τα ακολουθα περιστατικά σε σχέση με τους ερευνώμενους λόγους της αναίρεσης: " Η εναγόμενη είναι ανώνυμη εμπορική εταιρεία με έδρα την ... και με αντικείμενο δραστηριότητας την εισαγωγή και εμπορία οφθαλμολογικού εξοπλισμού και οπτικών ειδών.
Ο ενάγων είναι πτυχιούχος του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του ... και διαθέτει άδεια άσκησης επαγγέλματος λογιστή - φοροτεχνικού Α', ότι δεν διέθετε την εξουσία να προβαίνει ο ίδιος σε προσλήψεις και απολύσεις, καθώς αποκλειστικά αρμόδιος προς τούτο ήταν ο Γενικός Διευθυντής της εταιρείας. Ο ενάγων είχε ρόλο εισηγητή σε όσες υποθέσεις είχαν σχέση με την Οικονομική Διεύθυνση.
Αποδεικτικό αυτού είναι το γεγονός της απόλυσης της Προϊσταμένης Λογιστηρίου .. Δ. Κ., (τον Οκτώβριο του 2010 δύο μόλις χρόνια πριν την συνταξιοδότησή της), παρά την εκπεφρασμένη εντόνως αντίθεση του ενάγοντα, γεγονός που είχε σαν συνέπεια να επωμισθεί ο τελευταίος επί 1,5 περίπου έτος επιπλέον τα καθήκοντά της και να αυξηθεί σε υπερβολικό βαθμό η απασχόλησή του.
Επιπλέον οι ετήσιες άδειες όλου του προσωπικού, συμπεριλαμβανομένης και του ενάγοντα, εγκρίνονταν υποχρεωτικά από τον Γενικό Διευθυντή ο οποίος είχε κάθε δυνατότητα τροποποίησής τους, και όχι από τον ενάγοντα. Εξάλλου, η οποιαδήποτε αναφορά του στο αρμόδιο ως άνω όργανο (Γεν. Διευθυντή), στα πλαίσια της θέσης του ως προϊσταμένου, για την ικανότητά αποδοτικότητα του προσωπικού του τομέα ή για την ανάγκη πρόσληψης προσωπικού δεν συνιστά αρμοδιότητα του ενάγοντος για προσλήψεις ή απολύσεις προσωπικού.
Επίσης αποδείχθηκε ότι υφίστατο πάγια τακτική οι κατέχοντες θέσεις ευθύνης (όπως και η μάρτυρας αποδείξεως ως υπάλληλος Προϊστάμενη Λογιστηρίου) να μην διαθέτουν την κάρτα ωροχτύπησης των λοιπών υπαλλήλων της εταιρείας, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι είναι διευθύνοντες υπάλληλοι χωρίς υποχρέωση τήρησης ωραρίου.
Ενισχυτικό της άποψης ότι η περίπτωση του ενάγοντα δεν εμπίπτει στην ως άνω έννοια του διευθύνοντα υπαλλήλου είναι ότι ελάμβανε όπως όλοι οι απλοί εργαζόμενοι της εναγομένης κανονικές άδειες μετ' αποδοχών τις οποίες μάλιστα ενέκρινε το Γραφείο Προσωπικού. Αποδείχθηκε επίσης ότι ο ενάγων δεν εκλέχθηκε ποτέ μέλος του ΔΣ της εναγομένης, ούτε εντεταλμένος ή διευθύνων σύμβουλος αυτής, ούτε απέκτησε ουδέποτε δικαίωμα δέσμευσης της εταιρείας με την υπογραφή του για εταιρικές υποθέσεις.
Το δικαίωμα υπογραφής είναι καθοριστικό κριτήριο χαρακτηρισμού ενός εργαζομένου ως διευθύνοντος υπαλλήλου, διότι δεσμεύει την εταιρεία έναντι τρίτων και με τον τρόπο αυτό καθορίζει ουσιαστικά την πορεία της, εν αντιθέσει με τον εργαζόμενο που στερείται υπογραφής, ο οποίος ανεξάρτητα των εισηγήσεών του, δεν μπορεί να παρέμβει και να επηρεάσει, με ουσιώδη τρόπο την πορεία και την εξέλιξη μιας εταιρείας όπως συνέβη στην ένδικη περίπτωση του ενάγοντα.
Από το κατατεθέν οργανόγραμμα της εταιρείας που προσκομίστηκε πρωτοδίκως αποδείχθηκε ότι στην εταιρεία λειτουργούσαν έξι διευθύνσεις. Η Διεύθυνση Πωλήσεων, η Διεύθυνση Προϊόντων Optics, η Διεύθυνση Προϊόντων Eyewear, η Διεύθυνση Προϊόντων Medical, η Οικονομική Διεύθυνση και η Διεύθυνση Ανθρωπίνου Δυναμικού, όλες ισότιμες μεταξύ τους και αναφερόμενες στο Διευθύνοντα Σύμβουλο και Γενικό Διευθυντή κο Σ.
Μ.. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την χορήγηση στον ενάγοντα αυτοκινήτου και κινητού τηλεφώνου και δεν μεταβάλλουν την προδιαληφθείσα άποψη αφού αποδείχθηκε ότι η εταιρεία κατά επιχειρησιακή πρακτική χορηγούσε και αυτοκίνητο και κινητό τηλέφωνο σε πλήθος ανωτέρων υπαλλήλων της προς εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών της.
Επίσης αποδείχθηκε ότι η ηλεκτρονική κάρτα εισόδου που χτυπούσε κατά την είσοδό του δεν ήταν η ίδια με την κάρτα ωρομέτρησης του λοιπού προσωπικού. Επομένως η κάρτα που ο ενάγων χτυπούσε δεν αφορούσε τον έλεγχο του ωραρίου του σε αντίθεση "με τους λοιπούς υπαλλήλους που όφειλαν να χτυπούν κάρτα, προκειμένου να αποδεικνύουν το ωράριο εργασίας τους με την καταγραφή της ώρας εισόδου και εξόδου τους από την επιχείρηση (βλ.
κατάθεση μάρτυρα που εξετάστηκε με την επιμέλεια του ενάγοντος)...". Και πάλι το εν λόγω στοιχείο δεν έπρεπε να κριθεί ως ουσιώδες από το Πρωτόδικο Δικαστήριο, καθώς αποδείχθηκε από την ίδια μάρτυρα ότι υφίστατο πάγια τακτική οι κατέχοντες θέσεις ευθύνης (όπως και η μάρτυρας αποδείξεως ως υπάλληλος Προϊσταμένη Λογιστηρίου) να μην διαθέτουν την κάρτα ωροχτύπησης των λοιπών υπαλλήλων της εταιρείας, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι είναι διευθύνοντες υπάλληλοι χωρίς υποχρέωση τήρησης ωραρίου.
Επίσης τ' ανωτέρω δεν αναιρούνται από το ότι ο ενάγων είχε τον υψηλότερο μισθό (6.240 ευρώ) μετά τον Διευθυντή της επιχείρησης, Σ. Μ.. Το έτος 2012, εξαιτίας των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η εναγομένη, με την από 27-3-2012 τροποποιητική της αρχικής σύμβασης ο ενάγων συμφώνησε στη μείωση του μηνιαίου μικτού μισθού του, ο οποίος από 1-4- 2012 ανήλθε στο ποσό των 4.836 ευρώ.
Ο εν λόγω μισθός ήταν σε αντιστοιχία με τα καθήκοντά του και την χρησιμότητα στην εναγομένη εταιρεία αφού με βάση τα παραπάνω καθήκοντα και αρμοδιότητες του ενάγοντος καθόλη τη διάρκεια της επαγγελματικής συνεργασίας των διαδίκων είχε την αρμοδιότητα να εισηγείται αποφάσεις και να αναπτύσσει πρωτοβουλίες για τη φροντίδα της ομαλής λειτουργίας του κρίσιμου τομέα της οικονομικής πολιτικής της Οικονομικής Διεύθυνσης.
Από την έναρξη της εργασιακής σχέσης του ενάγοντα ήταν υποχρεωμένος να απασχολείται κατά τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο, Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο ημερησίως δύο (2) ώρες πέραν του νομίμου ως άνω 8ωρου του (9.00 πμ έως 19.00 μμ), ενώ τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο εκάστου έτους εργαζόταν τουλάχιστον τρεις (3) επιπλέον πέραν του νομίμου οχταώρου του και δη από τις 9.00 πμ έως 20.00 μμ.
χωρίς η εναγόμενη να του καταβάλει τις νόμιμες αξιώσεις για την εν λόγω πρόσθετη απασχόλησή του.............. Περαιτέρω, αποδείχθηκε από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού ότι ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του προσηκόντως στην εναγόμενη έως και τις 31-7-2014, οπότε η τελευταία προέβη στην έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, καταβάλλοντάς του συγχρόνως τη νόμιμη αποζημίωσή του σε δόσεις.
Η απόλυση αυτή - όσο και άλλων εργαζομένων της εναγομένης. που έλαβαν χώρα σταδιακά από τον Απρίλιο του έτους 2012 και εφεξής - οφειλόταν στο γεγονός ότι από το 2012 δημιουργήθηκε ανάγκη για τη μείωση του προσωπικού της εναγόμενης, που επιβαλλόταν από τις δυσμενείς οικονομικές συνθήκες που αντιμετώπιζε. Για τον ίδιο λόγο, κατά το ίδιο ως άνω έτος, μειώθηκαν οι μισθοί όλων των εργαζομένων της.
Ειδικότερα ο ενάγων, με την από 27-3- 2012 τροποποιητική της αρχικής σύμβαση εργασίας του, συναίνεσε εγγράφως στη μείωση των αποδοχών του κατά 22% περίπου, οι οποίες αναπροσαρμόστηκαν..... στο ποσό των 4.836 ευρώ. Έτσι μετά τη μείωση των μισθών που πραγματοποιήθηκε σε συμφωνία με τους εργαζομένους το Μάρτιο 2012, κι ενώ ήδη από το 2009 ως το 2011 ο κύκλος εργασιών είχε μειωθεί από τα 32.177.241,76 ευρώ στα 18.689.570,76 ευρώ αποχώρησαν μέσα στο έτος 2012 από την εταιρεία 12 εργαζόμενοι (με καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους ή με οικειοθελή αποχώρηση), και συγκεκριμένα οι Ν.
Γ., Ά. Β., Α. Μ., Ι. Π., Κ. Δ., Ι. Κ., Π. Μ., Κ. Θ., Α. Π., Γ. Λ., Δ. Τ., Ε. Π., όπως αποδεικνύεται από τον σχετικό πίνακα με τις αποχωρήσεις εργαζομένων από 1.1.2012 έως 12.11.2015. Στα τέλη του 2012 η ραγδαία πτώση του κύκλου εργασιών της εταιρείας συνεχίστηκε, καθώς ο κύκλος εργασιών έπεσε στα 12.580.171,66 ευρώ, οι πληρωμές από πελάτες της εταιρείας μειώθηκαν πολύ και αυξήθηκαν οι επισφάλειες, ενώ η πτωτική πορεία συνεχίστηκε με αποτέλεσμα ο τζίρος το 2013 να πέσει στα 9.286.289,63 ευρώ και κατά το 2014 να μειωθεί ακόμη περισσότερο στα 8.713.328,48 ευρώ.
Εξαιτίας της μειούμενης δραστηριότητας στον τομέα των πωλήσεων κρίθηκε απαραίτητη και η λήψη άλλων μέτρων αναδιάρθρωσης και εξορθολογισμού των οικονομικών, προκειμένου να προσαρμοσθεί το μέγεθος του εργατικού δυναμικού στις πραγματικές ανάγκες της εκμετάλλευσης. Λόγω δε της διαρκούς επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης της εταιρείας αλλά και της μείωσης του τζίρου, κρίθηκε ότι η οικονομική κατάσταση της εταιρείας δεν δικαιολογούσε πια τη θέση οικονομικού διευθυντή, ενώ για τους ίδιους σοβαρούς οικονομοτεχνικούς λόγους κατά τη διετία 2013 - 2014 εκτός του ενάγοντα αποχώρησαν άλλοι δέκα (10) εργαζόμενοι, και συγκεκριμένα οι Ν.
Π., Σ. - Ε. Κ., Ι. Μ., Μ. Μ., Ά. Π., Μ. Π., Ι. Π., Χ. Α., Δ. Π. και Ε. Μ.. Κατά συνέπεια η απόλυση τόσο του ενάγοντα όσο και των υπολοιπων εργαζομένων που απελύθησαν από το 2012 κι εφεξής, οφειλόταν στο γεγονός ότι από το έτος 2012 δημιουργήθηκε ανάγκη για τη μείωση του προσωπικού της της εναγόμενης, που επιβαλλόταν από τις δυσμενείς οικονομικές συνθήκες που αντιμετώπιζε.
Ο ενάγων διατείνεται ότι ήταν ένας κοινός υπάλληλος, χωρίς υψηλές διοικητικές αρμοδιότητες ελέγχου και εποπτείας, και αυτός είναι ο λόγος που προτείνει ότι εναλλακτικώς θα μπορούσε η εταιρεία πριν τον απολύσει να του μειώσει ακόμη περισσότερο τις αποδοχές του, ή να εργαστεί σε καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας κατά την οποία και η μείωση των αποδοχών για δεύτερη φορά και η εκ περιτροπής εργασία ως ηπιότερο μέτρο για να αποφευχθεί η απόλυσή του, η οποία θα οδηγούσε σε μεγαλύτερη μείωση των αποδοχών του έως και 80% , δεν συνάδουν με την υψηλή θέση με εισηγήσεις κρίσιμες για την οικονομική πολιτική της εναγομένης.
Σημειωτέον ότι ο Γενικός Διευθυντής παρείχε μόνο σ' αυτόν την εξουσία να συναλλάσσεται με τις Τράπεζες και τις φορολογικές αρχές, καθώς και να συνάπτει συμφωνίες με τους προμηθευτές της εταιρίας εφόσον ο Γενικός Διευθυντής τις ενέκρινε. Τα ανωτέρω καθήκοντα δεν μπορούσαν να εκτελεσθούν από υπάλληλο με εκ περιτροπής εργασία.
Άλλωστε η εναγομένη, καθ' ομολογίαν της, αμέσως μετά την απόλυση του ενάγοντος, τοποθέτησε σ' αυτή τον μέχρι τότε προϊστάμενο του λογιστηρίου Ι. Α. για μέρος των αρμοδιοτήτων του ενάγοντα, ήτοι καθαρώς λογιστικά θέματα, τα δε λοιπά (εισηγήσεις σε φορολογικά και θέματα οικονομικής πολιτικής, εισηγήσεις από ποια τράπεζα θα χρηματοδοτηθεί η εταιρεία σε συνεννόηση και συνεργασία και με τον διευθύνοντα σύμβουλο), τα ανέλαβε ο ίδιος ο γενικός Διευθυντής σε συνεργασία με τον διευθυντή πωλήσεων κ.
Κ.. Κατά συνέπεια ο Ι. Α. που ήταν 42 ετών, διέθετε πτυχίο Α.Ε.Ι. και άδεια λογιστή Α' τάξης, είχε συνολική προϋπηρεσία στην εναγόμενη 2,5 ετών , δεν προσελήφθη σε αντικατάσταση του ενάγοντα για να γίνει σύγκριση των προσόντων του με τον ενάγοντα (πχ ότι ο ενάγων ήταν μεν ισοδύναμος στα τυπικά προσόντα, υπερτερούσε όμως σε αρχαιότητα και εμπειρία έναντι εκείνου, ήταν μεγαλύτερος σε ηλικία, έχοντας περισσότερες οικονομικές αλλά λιγότερες οικογενειακές υποχρεώσεις).
Εξάλλου η σύναψη από τον ενάγοντα έγκυρης συμβάσεώς εξαρτημένης εργασίας με άλλον εργοδότη (ο ίδιος εδήλωσε στο ακροατήριο ότι από 9.1.2015 ήδη εργάζεται στην εταιρεία ... με μηνιαίο μισθό 2000 ευρώ) και η διατήρησή της σε ισχύ μέχρι και την άσκηση των αγωγών σε κάθε περίπτωση αποδεικνύει ότι ο ενάγων δεν είχε καμία δυσκολία να ανεύρει εργασία, η ηλικία του δεν τον εμπόδισε καθόλου στο να ανεύρει αλλού εργασία (τουναντίον κατά την αναζήτηση εργασίας από μέρους του ήταν προφανώς υπέρ του η εμπειρία του και η αρχαιότητά του) και συνεπώς δεν υπερτερούσε στο κοινωνικό κριτήριο έναντι του κου Α..
Σημειωτέον ότι σε κανέναν εργαζόμενο δεν πρότεινε η εναγομένη εταιρεία νέα - δεύτερη - μείωση αποδοχών. Κι αυτό, η μοναδική βιώσιμη λύση ήταν η μείωση του προσωπικού. Αντίθετη εκδοχή θα οδηγούσε στην ουσία σε απαγόρευση της εναγομένης της δυνατότητας απόλυσης εργαζομένου χωρίς κανένα στοιχείο καταχρηστικότητας καθώς συνέτρεχαν σοβαρότατοι οικονομοτεχνικοί λόγοι που την υποχρέωναν να προβεί στη λύση των συμβάσεων εργασίας μεταξύ άλλων και του ενάγοντα προκειμένου να περιοριστεί το λειτουργικό κόστος και να μπορέσει η εταιρεία να επιβιώσει.
Κατά συνέπεια μετά τη μείωση του μισθού του οι προταθείσες ως άνω λύσεις από τον ενάγοντα (αόριστη νέα μείωση μισθού χωρίς να αναφέρει μέχρι ποιου ποσού και εκ περιτροπής εργασία) δεν ήταν εφικτές, αφού το αντικείμενο εργασίας του ενάγοντα είχε μεγάλες ως προαναφέρθηκε ευθύνες και αρμοδιότητες, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν να αντικατασταθεί από άλλον κατά το χρόνο της υποχρεωτικής απουσίας του, θα συνεπαγόταν δε βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του και υποβιβασμό του ενάγοντα η δε ένδικη καταγγελία ήταν επιβεβλημένη από τα πράγματα, προς προστασία των καλώς νοουμένων συμφερόντων της επιχείρησης της εναγομένης και, άρα, δεν ήταν καταχρηστική.Κατά συνέπεια η εναγομένη εταιρεία τήρησε την αρχή της ultima ratio, καθ' ο προτού καταγγείλει τη σύμβαση της εργασίας του προέβη σε ηπιότερο μέσο και συγκεκριμένα του πρότεινε και συμφώνησε μαζί του μια πρώτη σοβαρή μείωση των αποδοχών του από 6.200 ευρώ σε 4.836 ευρώ, δηλαδή μείωση των αποδοχών του κατά 1.364 ευρώ μηνιαίως και κατά (14 X 1364) 19.096 ευρώ σε ετήσια βάση όπως απεδείχθη.
Η μείωση αυτή ήταν ένα ηπιότερο και εφικτό μέτρο. Η αρχή της ultima ratio δεν υπαγορεύει ή υποχρεώνει τον εργοδότη να λάβει όλα τα διαθέσιμα μέτρα, ενώ άλλα ως προαναφέρθηκε δεν ήταν εφικτά, κατά συνέπεια τηρήθηκε η αρχή της ultima ratio.... Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων υπέστη καμία ηθική βλάβη εξ αυτής. Ας σημειωθεί ότι σχετικά με τον ισχυρισμό περί τροποποιητικής καταγγελίας και τυχόν αποδοχής αυτής, δεν κάνει λόγο με σαφήνεια ο ενάγων στην από 30/10/2014 αγωγή του.
Ακολούθως κατά το έτος 2015 (όταν και συζητήθηκε σε πρώτο βαθμό η αγωγή) που η κατάσταση είχε επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο μετά τους περιορισμούς κεφαλαίων (τραπεζική αργία, capital controls) του Ιουνίου 2015, αποχώρησαν από την εταιρεία άλλοι 18 εργαζόμενοι (όπως απεδείχθη από την σχετική κατάσταση που προσκόμισε η εναγομένη κατά τη συζήτηση σε πρώτο βαθμό με τις προτάσεις).
Κατά συνέπεια, αποχώρησαν συνολικά κατά την τριετία 2012 - 2015 άλλοι 43 εργαζόμενοι λόγω των σοβαρότατων αληθών οικονομοτεχνικών λόγων και που έσφαλε καθ' ό δεν αξιολόγησε σωστά - αν και επί της ουσίας δέχθηκε ότι απεδείχθησαν - το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Άρα σε κάθε περίπτωση, καταρχάς η καταγγελία της σύμβασης εργασίας δεν ήταν καταχρηστική όπως εσφαλμένως κατέληξε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, τουναντίον παρέστη απολύτως αναγκαία και επιβεβλημένη, η μοναδική λύση προκειμένου η εταιρεία να παραμείνει βιώσιμη.
Συνεπεία των ανωτέρω πρέπει αφενός να γίνει δεκτή η έφεση του ενάγοντα σχετικά με τους λόγους αυτής που αφορούν την απόρριψη της από 24-11-2014 αγωγής του αναφορικά με τις αξιώσεις του για υπερεργασία, παράνομη/κατ' εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση και την παραδοχή της εκκαλουμένης ότι ήταν διευθύνων υπάλληλος, αφετέρου δε να γίνει δεκτή η έφεση της εναγομένης ως προς τον τρίτο λόγο αυτής ότι δηλαδή η καταγγελία ουδόλως αντιβαίνει στην αρχή της καλής πίστης και την απαγόρευση κατάχρησης δικαιώματος (ΑΚ 281) όπως εσφαλμένως εδέχθη το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο διά της εκκαλουμένης όπως επίσης ότι η ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας οφειλόταν σε συνδυασμό παραγόντων που πάντως όλοι ανάγονταν σε σοβαρούς και αληθείς οικονομοτεχνικούς λόγους της εναγομένης εταιρείας, τηρήθηκε δε και η αρχή της ultima ratio σε όποιο βαθμό επιβάλλει η αρχή της καλής πίστης και ήταν εφικτό.
Πρέπει λοιπόν να γίνουν εν " μέρει δεκτές οι εφέσεις και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη. Περαιτέρω το δικαστήριο πρέπει να κρατήσει την υπόθεση και να δικάσει την ουσία της και ...να κάνει εν μέρει δεκτή την από 24/11/2014 ένδικη αγωγή ως βάσιμη κατά ένα μέρος, όπως ορίζεται στο διατακτικό και να απορρίψει την από 30/10/2014 ένδικη αγωγή του ενάγοντα..." O αναιρεσείων με τον μεν πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο με εσφαλμένη ερμηνεία παραβίασε τις διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ακυρότητας της καταγγελίας ως καταχρηστικής, λόγω μη τήρησης της αρχής Ultima ratio, με το δε δεύτερο λόγο προσάπτει την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι η προσβαλλόμενη περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την μη καταχρηστικότητα της καταγγελίας λόγω επίσης τήρησης της παραπάνω αρχής.
Με τις άνω παραδοχές, το Εφετείο ορθά έκρινε ότι η καταγγελία της σύμβασης δεν ήταν καταχρηστική και ως τούτου δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ., κατέληξε δε ακολούθως στο αποδεικτικό του πόρισμα διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα διέλαβε στην απόφασή του ότι, λόγω της διαρκούς επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης της αναιρεσιβλητης, η οικονομική κατάσταση της εταιρείας δεν δικαιολογούσε πλέον τη θέση του οικονομικού διευθυντή, ότι η απόλυσή του οφειλόταν στο ότι από το έτος 2012 δημιουργήθηκε ανάγκη για τη μείωση του προσωπικού της εναγόμενης, που επιβάλλονταν από τις δυσμενείς οικονομικές συνθήκες που αντιμετώπιζε, (για οικονομοτεχνικούς λόγους,), ότι τηρήθηκε η αρχή της ultima ratio (έσχατο μέσο) και ότι δεν υπήρξε καταχρηστική η καταγγελία της συμβάσεως δεδομένου ότι η αναιρεσίβλητη εξήντλησε κάθε δυνατό μέσο λαμβανομένης της υψηλής θέσης του αναιρεσείοντος, που ασκούσε έλεγχο και εποπτεία.
Επομένως οι ως άνω πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΑΚ και 1 και 5 παρ. 1 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1, 5 και 7 του 3198/1955, προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου έχει το χαρακτήρα μονομερούς αναιτιώδους δικαιοπραξίας, αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του μισθωτού και χωρεί ελευθέρως οποτεδήποτε, εκτός αν περιορίζεται από την ατομική σύμβαση εργασίας ή από διάταξη νόμου.
Η άσκηση όμως του σχετικού δικαιώματος, είτε του εργοδότη είτε του εργαζόμενου, δεν είναι απεριόριστη και ανεξέλεγκτη, αλλ` υπόκειται, όπως η άσκηση κάθε άλλου δικαιώματος στους περιορισμούς που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ. Πρέπει δηλαδή να μην υπερβαίνει προφανώς τα τιθέμενα από το άρθρο αυτό όρια, δηλαδή τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Σε περίπτωση προφανούς υπερβάσεως των ορίων αυτών η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας είναι καταχρηστική κατά το ως άνω άρθρο 281 ΑΚ και γι` αυτό άκυρη, θεωρούμενη έτσι σαν να μην έγινε (άρθρα 174 και 180 ίδιου Κώδικα). Στην περίπτωση αυτήν ο εργοδότης που κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, εφόσον αρνείται να δεχτεί τις προσηκόντως προαναφερόμενες υπηρεσίες του εργαζομένου, καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται να καταβάλει σ` αυτόν το μισθό του κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ.
Παρέχεται δε στον τελευταίο (μισθωτό) το δικαίωμα να ζητήσει την επιδίκαση υπέρ τούτου και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης του εξαιτίας της εις βάρος του παράνομης και υπαίτιας πράξεως (αδικοπραξίας λόγω της καταχρήσεως του δικαιώματος) κατά τα άρθρα 57, 59, 281 914, 299 και 932 του ΑΚ (ΑΠ 876/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο απέρριψε το αίτημα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης χωρίς την ύπαρξη αιτιολογίας.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος γιατί, όπως προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών,το Εφετείο δέχθηκε ότι η καταγγελία δεν υπήρξε καταχρηστική και συνεπώς λόγω της έλλειψης αδικοπραξίας δεν υπήρξε επέλευση ηθικής βλάβης στον αναιρεσείοντα.
Ο αναιρεσείων ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο απέρριψε εσφαλμένα το αίτημα για επιδίκαση χρηματικών ποσών για υπερεργασία- κατ' εξαιρεση υπερωριακή απασχοληση για Σαββατα και Κυριακές χωρίς επαρκή αιτιολογία. Ο λόγος αυτός, είναι απαράδεκτος γιατί ο ενάγων υπό την επίφαση του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ πλήττει την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ` του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 774/1996 ) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρισίμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 42/2002), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο) κατά τις παραπάνω διακρίσεις. Για την ίδρυση πάντως του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993).
Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθησαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005).
Για τη πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρισίμου κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 54/2015).
Ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.11 γ ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα που επικαλέσθηκε νόμιμα στο δικαστήριο ουσίας και ειδικότερα α) τον πίνακα προσωπικού της εταιρείας, από τον οποίο προκύπτει ότι ήταν δηλωμένος υπάλληλος με ωράριο εργασίας και ότι ο τοποθετήθηκε μετά την απόλυσή του στη θέση του ο Ι.
Α. που προσλήφθηκε στην εταιρεία στις 5-12-2011, ήτοι 9 έτη αργότερα από τον ίδιο, με μηνιαίες αποδοχές το ποσό των 2.400,00 ευρώ μεικτά β) Ο Ισολογισμός της αναιρεσίβλητης της 31-12-2014 23η ΕΤΑΙΡΙΚΗ ΧΡΗΣΗ (1η ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2014 - 31η ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2014), τον οποίο υπογράφουν ο Πρόεδρος του Δ.Σ. και Διευθύνων Σύμβουλος Σ. Μ., το μέλος του Δ.Σ.
Χ. Β. και ο Οικονομικός Διευθυντής και Προϊστάμενος Λογιστηρίου Ι. Α., και από τον οποίο φέρεται ότι την θέση του Οικονομικού Διευθυντή αναπλήρωσε ο Ι. Α., ο οποίος είχε προσληφθεί στην εταιρεία μόλις τον Δεκέμβριο 2011 γ) το Οργανόγραμμα της εταιρείας με ημερομηνία 11-11-2015 από το οποίο φέρεται ότι τη θέση του Οικονομικού Διευθυντή καλύπτει από τον απόλυσή του και εφ' εξής ο Ι.
Α. δ) Το με αριθμό ...0/8-1-2018 έγγραφο της Επιθεώρησης Εργασίας ... από το οποίο φέρεται ότι σε χρόνο μεταγενέστερο της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του τόσο ο νέος Οικονομικός Διευθυντής Ι. Α., όσο και ο Εμπορικός Διευθυντής Κ. Κ. τέθηκαν σε εκ περιτροπής εργασία. Ο παραπάνω αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 παρ. 11 γ`του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, το Εφετείο, την εκ της ουσίας κρίση του σχημάτισε με βάση τα λεπτομερώς αναφερόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα και δη τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τις ομολογίες αυτών και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και συνεπώς και (με βάση) τα αναφερόμενα στον πέμπτο λόγο της αναίρεσης λεπτομερώς αναφερόμενα έγγραφα, όπως τούτο καθίσταται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης παρά την μη ειδική μνεία των προαναφερομένων εγγράφων στην προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 802/2014).
Παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό. Δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.
Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης, δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του.
Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξάλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 2/2008, 1/1999, ΑΠ 447/2015, 1056/2014, 1663/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραμόρφωσε το περιεχόμενο των παραπάνω υπό στοιχεία α - δ εγγράφων από τα οποία προκύπτει η καταχρηστική καταγγελία της συμβάσεως λόγω της μη τήρησης της αρχής Ultima ratio Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος, γιατί από τα όσα έγιναν δεκτά προκύπτει ότι το Εφετείο, εκτιμώντας και αξιολογώντας όλα τα έγγραφα μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα απλά κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό, ενώ εξάλλου την σχετική του κρίση του το Εφετείο δεν στήριξε αποκλειστικά ή κύρια στα έγγραφα αυτά (ΑΠ 670/2018).
Συνεπώς, o έκτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατόπιν όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει ν' απορριφθεί η από 18.07.2018 αναίρεση του Ε. Δ. και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
B) Επί των επί μέρους λόγων της από 08.08.2018 (αριθ. καταθ. 615/2018) αίτησης αναίρεσης της Ανωνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." Κατά την έννοια του άρθρου 2 εδ. α` της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσιγκτον "περί περιορισμού των ωρών εργασίας στις βιομηχανικές επιχειρήσεις", που κυρώθηκε με το ν.2269/1920, ως πρόσωπα που κατέχουν θέσεις εποπτείας ή διεύθυνσης ή εμπιστοσύνης, επί των οποίων κατά την σύμβαση αυτή δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της που αναφέρονται στο νόμιμο ημερήσιο ή εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας των μισθωτών, θεωρούνται εκείνα στα οποία, λόγω του ότι διαθέτουν εξαιρετικά προσόντα ή τους έχει ιδιαίτερη εμπιστοσύνη ο εργοδότης, ανατίθενται καθήκοντα γενικότερης διεύθυνσης της επιχείρησης ή τομέα αυτής και εποπτεία του προσωπικού, έτσι ώστε, όχι μόνο επηρεάζουν αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχείρησης, αλλά και διακρίνονται εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους, γιατί ασκούν δικαιώματα του εργοδότη ταυτιζόμενα με αυτόν σε μεγάλο βαθμό, τόσο ως προς τις προς τρίτους σχέσεις, εκπροσωπώντας αυτόν σε συναλλαγές, όσο και σε σχέση με τους υπόλοιπους μισθωτούς αυτού, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η πρόσληψη ή η απόλυση προσωπικού, η ανάληψη ποινικών ευθυνών σε σχέση με την τήρηση της νομοθεσίας στην επιχείρηση για το συμφέρον των εργαζομένων και η λήψη σημαντικών αποφάσεων για την επίτευξη του σκοπού, στον οποίο αποβλέπει ο εργοδότης, και τα οποία συνήθως αμείβονται με αποδοχές που υπερβαίνουν κατά πολύ τα ελάχιστα όρια ή τις καταβαλλόμενες στους άλλους μισθωτούς αποδοχές.
Δεν είναι, όμως, αναγκαίο να συντρέχουν όλες οι παραπάνω ή και άλλες περιστάσεις για να χαρακτηρισθεί κάποιος μισθωτός ως διευθύνων υπάλληλος, αφού η έννοια του διευθύνοντος υπαλλήλου, ανεξάρτητα του αν ο εργαζόμενος έχει ή όχι τον τίτλο του κατόχου αυτής, αποδίδεται με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστης και της κοινής πείρας και λογικής από την φύση των παρεχόμενων υπηρεσιών, που κρίνονται ενιαία, καθώς και από την ιδιάζουσα θέση εκείνου που τις παρέχει, τόσο προς τον εργοδότη, όσο και προς τους λοιπούς εργαζομένους.
Γι` αυτό τα πρόσωπα αυτά, αν και δεν παύουν να είναι μισθωτοί, συνδεόμενοι με τον εργοδότη με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εξαιρούνται της εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί χρονικών ορίων εργασίας, περί εβδομαδιαίας ανάπαυσης, περί αποζημίωσης ή προσαύξησης για την υπερωριακή ή κατά Κυριακές και εορτές εργασία, καθώς και περί χορήγησης ετήσιας άδειας αναψυχής, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες προς την εξέχουσα θέση τους και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβαν με τη σύμβασή τους ( ΑΠ 1891/2017,ΑΠ 935/2017, ΑΠ 767/2017, ΑΠ 478/2014, 980/2013, ΑΠ 978/2009).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 7 παρ.1 του ΠΔ 88/1999 (που μετέφερε στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 7 της Οδηγίας 93/104/ΕΚ, το οποίο επαναδιατυπώθηκε με ίδιο περιεχόμενο με το άρθρο 7 της Οδηγίας 2003/88), "Στους εργαζόμενους μετά από συνεχή απασχόληση τουλάχιστον δώδεκα (12)μηνών παρέχεται Ετήσια άδεια μετά αποδοχών τεσσάρων εβδομάδων τουλάχιστον, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας".
Μετά την Οδηγία 2003/88 θεσπίστηκε ο Ν. 3144/2003 ο οποίος με το άρθρο 22 παρ.1 κατήργησε το πρώτο εδάφιο του άρθρου 7 του ΠΔ 88/1999 και όρισε στο άρθρο 6 ότι " Ο εργαζόμενος δικαιούται κατά τον πρώτο χρόνο εργασίας του σε συγκεκριμένο εργοδότη να λάβει από την έναρξη της απασχόλησής του ποσοστό της ετήσιας κανονικής άδειας με αποδοχές, που προβλέπεται κατά τις κείμενες διατάξεις ότι δικαιούται μετά από συνεχή απασχόληση τουλάχιστον δώδεκα (12) μηνών σύμφωνα με το άρθρο 2 του α.ν. 539/1945, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1346/1983 και όπως εκάστοτε ισχύει, κατ` αναλογία με το χρόνο εργασίας, που έχει συμπληρώσει στον ίδιο εργοδότη.
Η ετήσια κανονική άδεια, η οποία θα χορηγείται σύμφωνα με τη διαδικασία του προηγούμενου εδαφίου, καθώς και το επίδομα αδείας, διέπονται κατά τα λοιπά από τις οικείες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας". Η διάταξη αυτή του ΠΔ, όπως αυτό ισχύει, όπως και εκείνη του άρθρου 6 του Ν.3144/2003 καθώς και αυτή του άρθρου 2 παρ.1 της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας 52/1936 που κυρώθηκε με το Ν.2081/1952 είναι γενικές έναντι των ειδικών διατάξεων της ως άνω Διεθνούς Σύμβασης, η οποία προβλέπει ειδικά για τα πρόσωπα που κατέχουν θέσεις εποπτείας ή διεύθυνσης ή εμπιστοσύνης (βλ.
ΑΠ 447/2015, ΑΠ 935/2017, ΑΠ 1891/2017). Τελος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι το γεγονός ότι στην εργασιακή σύμβαση του Διευθύνοντος υπαλλήλου συνυπάρχει και το στοιχείο της εξάρτησης του μισθωτού από τον εργοδότη του, δεν αναιρεί την έννοια του διευθύνοντος υπαλλήλου, εξ αιτίας των διευθυντικών του δικαιωμάτων, της αυξημένης πρωτοβουλίας που διαθέτει και της υψηλής θέσης του στην υπαλληλική ιεραρχία ( ΑΠ 869/2018).
Ο ιδιαιτέρως υψηλός μισθός είναι αποφασιστικής σημασίας στοιχείο για τον χαρακτηρισμό μισθωτού ως διευθύνοντος υπαλλήλου. Ο μισθός αυτός θα πρέπει να υπερβαίνει σημαντικά, τόσο τα εκάστοτε ελάχιστα όρια μισθών των ιδιωτικών υπαλλήλων της κατηγορίας του, όσο και τον μισθό που ο εργοδότης καταβάλλει στους υπόλοιπους εργαζομένους της επιχείρησης του.
Το ανωτέρω στοιχείο απορρέει από την ιδιαίτερη ευθύνη, την οποία υπέχουν οι διευθύνοντες υπάλληλοι, λόγω της καίριας θέσης τους στην επιχείρηση, καθώς και από τη δυνατότητα λήψης σημαντικών αποφάσεων στην εκτέλεση των προγραμμάτων, ικανών να επηρεάσουν την πορεία της επιχείρησης και αποφάσεων που αφορούν μέτρα για το προσωπικό, την ομαλή διεξαγωγή της εργασίας και έλεγχο της τήρησης τους ( ΑΠ 336/2018, ΑΠ 802/2014).
Στη προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ειδικότερα παραπάνω, κατά την έρευνα της από 17.07.2018 αναίρεσης του Ε. Δ. (υπο στοιχ Α) δέχθηκε -μεταξύ των άλλων- ανελέγκτως ότι: α) Ο αναιρεσίβλητος είναι πτυχιούχος του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του ..., και διαθέτει άδεια άσκησης επαγγέλματος λογιστή - φοροτεχνικού A', β) είχε ρόλο εισηγητή σε όσες υποθέσεις είχαν σχέση με την Οικονομική Διεύθυνση, γ) στα πλαίσια της θέσης του ως προϊσταμένου, ο αναιρεσίβλητος έκανε αναφορές στο Γενικό Διευθυντή για την ικανότητα ή αποδοτικότητα του προσωπικού του τομέα ή για την ανάγκη πρόσληψης προσωπικού, δ) είχε τον υψηλότερο μισθό (6.240 ευρώ) μετά τον Διευθυντή της επιχείρησης, Σ.
Μ.. Ο εν λόγω μισθός ήταν σε αντιστοιχία με τα καθήκοντα του και την χρησιμότητα στην εναγόμενη εταιρεία, αφού με βάση τα παραπάνω καθήκοντα και αρμοδιότητες του ενάγοντος καθ' όλη τη διάρκεια της επαγγελματικής συνεργασίας των διαδίκων είχε την αρμοδιότητα να εισηγείται αποφάσεις και, να αναπτύσσει πρωτοβουλίες για τη φροντίδα της ομαλής λειτουργίας του κρίσιμου τομέα της οικονομικής πολιτικής της Οικονομικής Διεύθυνσης.
ε) είχαν χορηγηθεί σ'αυτόν αυτοκίνητο και κινητό τηλέφωνο, ζ) είχε ηλεκτρονική κάρτα εισόδου που χτυπούσε κατά την είσοδό του διαφορετική με την κάρτα ωρομέτρησης του λοιπού προσωπικού, η) είχε μόνο αυτός την εξουσία να συναλλάσσεται με τις Τράπεζες και τις φορολογικές αρχές καθώς και να συνάπτει συμφωνίες με τους προμηθευτές της εταιρίας με την έγκριση του Γενικού Διευθυντή.
Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων δεν κατείχε θέση εποπτείας ή διευθύνσεως της επιχείρησης της εναγομένης κατά την έννοια του άρθρου 2 της Διεθνούς Διάσκεψης Εργασίας της Ουάσιγκτων, αλλά τοιαύτη υπαλλήλου και συνεπώς δεν εξαιρείται από την εφαρμογή των διατάξεων της εργασιακής νομοθεσίας περί χρονικού ορίων εργασίας, αμοιβής για υπερωριακή απασχόληση (νόμιμη και παράνομη), αποζημίωσης άδειας και επιδόματος άδειας και αποζημίωσης για παρασχεθείσα εργασία εκτός έδρας.
Ακολούθως δε, αφού δέχτηκε κατ` ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 762/2016 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί ότι ο αναιρεσίβλητος είχε την ιδιότητα του "Διευθύνοντος υπαλλήλου", και εξαφάνισε την τελευταία αυτή απόφαση, ύστερα από διακράτηση της υποθέσεως, απέρριψε κατά τα εκτεθέντα παραπανω, την από 30.12.2014 αγωγή του ενάγοντος, και δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος την ένδικη από 24-11-2014 αγωγή του και επιδίκασε σ` αυτόν τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά για υπερεργασία και για κατ' εξαίρεση/ παράνομη υπερωριακή απασχόληση.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ότι δηλαδή ο αναιρεσίβλητος δεν είχε την ιδιότητα του "Διευθύνοντος Υπαλλήλου", κατά την έννοια της προαναφερόμενης Διεθνούς Συμβάσεως, παραβίασε την διάταξη του άρθρου 2 του ν. 2269/1920 και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ` αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί του αμέσως ως άνω ζητήματος, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Και αυτό γιατί τα περιστατικά που δέχτηκε το Εφετείο αναφορικά με το ζήτημα τούτο δεν είναι ικανά, για να ελεγχθεί αν πράγματι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε την ιδιότητα του "διευθύνοντος υπαλλήλου", κατά την ως άνω έννοια, ώστε να εξαιρείται από την εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί χρονικών ορίων εργασίας, περί ετήσιας άδειας με αποδοχές κλπ, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 03.04.2002 και εφεξής μέχρι τις 31.07.2014 οπότε, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, η ένδικη σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου Ε.
Δ. λύθηκε ύστερα από καταγγελία της συμβάσεως αυτής, αλλά και εμφανίζονται αντιφάσεις μεταξύ των περιστατικών που δέχτηκε το Εφετείο σχετικά με το εν λόγω ζήτημα. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, ενώ δέχεται ότι κατά το εν λόγω από 03.04.2002 και εφεξής μέχρι 31.07.2014 χρονικό διάστημα ο αναιρεσίβλητος κατείχε τη θέση του διευθυντή του Οικονομικού Τμήματος στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας και ήταν υποχρεωμένος να τηρεί συγκεκριμένο ωράριο και να ακολουθεί τις εντολές και οδηγίες των νόμιμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας μέσα στις γενικότερες επιχειρηματικές αρχές και κατευθύνσεις που αυτή είχε επιλέξει, παρά ταύτα δέχεται στη συνέχεια ότι ασκούσε τα σημαντικότατα καθήκοντα που ως άνω αναφέρονται παραπάνω στην προσβαλλόμενη και ακόμη συντόνιζε το προσωπικό που ανήκε στο τμήμα του και έκανε εισηγήσεις για προσλήψεις ή απολύσεις, έχοντας ουσιαστική συμβολή στην τήρηση της εμπορικής πολιτικής της αναιρεσείουσας και συμβάλλοντας σημαντικά με τις δραστηριότητές του στους οικονομικούς στόχους της, είχε μόνο αυτός την εξουσία να συναλλάσσεται με τις Τράπεζες και τις φορολογικές αρχές καθώς και να συνάπτει συμφωνίες με τους προμηθευτές της εταιρίας με την έγκριση του Γενικού Διευθυντή, καθήκοντα δηλαδή, που μπορούν να προσδώσουν την ιδιότητα του "διευθύνοντος υπαλλήλου", έστω και αν δεν είχε αποφασιστική πρωτοβουλία στη χάραξή της, ενεργώντας όμως πάντοτε σε στενή συνεργασία με τον Γενικό διευθυντή και υπό τις οδηγίες των νόμιμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας.
Δεν διευκρινίζει ακόμη το Εφετείο αν ο αναιρεσίβλητος ελεγχόταν με κάποιο τρόπο ως προς την ώρα προσελεύσεως στην αναιρεσείουσα και την ώρα αποχώρησής του από αυτήν, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν παρεχόταν σ` αυτόν ανεξαρτησία αναφορικά με το χρόνο εργασίας του και τα χρονικά πλαίσια μέσα στα οποία θα έπρεπε, κατά τη σύμβαση εργασίας, να παρέχεται η εργασία του αυτή, ως ένα πρόσθετο μερικότερο στοιχείο για τη διαπίστωση του αν πράγματι αυτός είχε ή δεν είχε την ιδιότητα του "διευθύνοντος υπαλλήλου".
Εξάλλου, δεν είναι αποφασιστικής σημασίας για το χαρακτηρισμό του αναιρεσιβλήτου ως υπαλλήλου που δεν είχε την ιδιότητα του "διευθύνοντος υπαλλήλου" το ότι δεν μετείχε στο Διοικητικό Συμβούλιο της αναιρεσείουσας (ΑΠ 1467/2012). Τέλος, παρά το γεγονός ότι το Εφετείο δέχεται ότι οι ως άνω μισθοί, που καταβάλλονταν στον αναιρεσίβλητο κατά το ένδικο (από 03.04.2002 μέχρι 31.07.2004) χρονικό διάστημα, κατά το οποίο είχε την ιδιότητα του Οικονομικού Διευθυντή, ήταν πολύ ανώτεροι για τους λοιπούς υπαλλήλους της αναιρεσείουσας και ότι χορηγούνταν αυτοκίνητο και κινητό τηλέφωνο εν τούτοις στη συνέχεια αντιφατικώς δέχεται ότι το ύψος των μισθών αυτών, και οι ως άνω παροχές (αυτοκινητο - κινητο τηλεφωνο) που καταβάλλονταν στον αναιρεσίβλητο, δεν μπορούν να αποτελέσπυν αποφασιστικό κριτήριό του για το χαρακτηρισμό του τελευταίου ως "Διευθύνοντος υπαλλήλου", επειδή ο ψηλότερος μισθός του (6.240 ευρώ) "ήταν σε αντιστοιχία με τα καθήκοντά του και την χρησιμότητά του στην εναγόμενη εταιρεία , αφού με βάση τα παραπάνω καθήκοντα και αρμοδιότητες του ενάγοντος καθόλη τη διάρκεια της επαγγελματικής συνεργασίας των διαδίκων είχε την αρμοδιότητα να εισηγείται αποφάσεις και να αναπτύσσει πρωτοβουλίες για τη φροντίδα της ομαλής λειτουργίας του κρίσιμου τομέα της οικονομικής πολιτικής της Οικονομικής Διεύθυνσης", αιτιολογία όμως η οποία, ενόψει των ως άνω λοιπών παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κρίνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση ως μη επαρκής και συγχρόνως και αντιφατική.
Εξαλλου, το Εφετείο με την προσβαλλομένη δέχθηκε ότι "ότι ελάμβανε όπως όλοι οι απλοί εργαζόμενοι της εναγόμενης κανονικές άδειες μετ' αποδοχών τις οποίες μάλιστα ενέκρινε το Γραφείο Προσωπικού".)Όμως, το γεγονός ότι ο διευθύνων υπάλληλος, καίτοι δεν δικαιούται λήψεως αδείας αναψυχής, εν τούτοις λαμβάνει αυτήν, καθώς και τις συναφείς με την άδεια παροχές του εργοδότη (αποδοχές και επίδομα αδείας), δεν εμποδίζει το χαρακτηρισμό του ως διευθύνοντος, αφού κριτήριο προς τούτο δεν αποτελεί η φύση των προς αυτόν παροχών του εργοδότη αλλά το ύψος τους (ΑΠ 1047/2007, ΑΠ 935/2017) Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυριζεται ότι προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε την διάταξη του άρθρου 2 του ν. 2269/1920 και με τον με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, επί του ως άνω ζητήματος, που αφορά το αν ο αναιρεσίβλητος είχε ή όχι την ιδιότητα του "διευθύνοντος υπαλλήλου", κατά την έννοια της ως άνω Διεθνούς Συμβάσεως, είναι βάσιμος.
Το ζήτημα αυτό είναι κρίσιμο, λαμβανομένου υπόψη ότι ο "Διευθύνων υπάλληλος" εξαιρείται από την εφαρμογή των διατάξεων της εργασιακής νομοθεσίας περί χρονικού ορίων εργασίας, αμοιβής για υπερωριακή απασχόληση (νόμιμη και παράνομη), αποζημίωσης άδειας και επιδόματος άδειας και αποζημίωσης για παρασχεθείσα εργασία εκτός έδρας, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω.
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρεπει λόγω της ήττας του να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ,κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 17.07.2018 (αρ 614/2018) αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ε. Δ. και την από 02.08.2018 (αρ.615/2018) αντίθετη αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας εταιρείας με την επωνυμία "..." Α)
Απορρίπτει την από 17.07.2018 και με αριθ. καταθ 614/2018 αίτηση αναίρεσης του Ε. Δ. κατά της υπ` αριθ. 2378/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Β) Δέχεται την από 02.08.2018 αιτηση και με αυξ αριθ. καταθ 615/2018 αναίρεση της εταιρείας με την επωνυμία "..."
Αναιρεί την 2378/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (4ου Τμήματος)
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Σεπτεμβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Νοεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ