Legislator Case Law & Legislation
1388/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property restitution and damages claims against a bank regarding bank merger succession.

Case Number 1388/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance judgment regarding property restitution and damages. The court found the lower court correctly applied the law on bank merger succession and rejected the claim that the merger lacked legal basis. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay court costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1094, 1097, 1098 of the Civil Code; Article 75 of Law 2190/1920: The owner of a property may claim recognition of ownership and delivery only if the possessor is in bad faith or unable to return the property, and bank merger succession rules apply to pending litigation.

Keywords

AI generated
property restitution claim bank merger succession bad faith possession damages for non-delivery appeal dismissal court costs award legal basis of merger

Cited Legislation

AI generated
Article 1094 of the Civil Code
Article 1097 of the Civil Code
Article 1098 of the Civil Code
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 75 paragraphs 1 and 2 of Law 2190/1920
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1388 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1388/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Γεώργιο Αποστολάκη και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπανικολάου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε." (Ε.Τ.Β.Α. Α.Ε.). Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωσήφ Κτενίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-10-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 139/2012 εν μέρει οριστική, 216/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1611/2015 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-10-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κυριάκος Οικονόμου ανέγνωσε την από 12-4-2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 1094 ΑΚ ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος, κατά το άρθρο 1097 ΑΚ ο νομέας από την επίδοση της αγωγής ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου, αν από υπαιτιότητά του το πράγμα χειροτέρεψε ή καταστράφηκε ή δεν μπορεί να αποδοθεί για κάποιο άλλο λόγο και κατά το άρθρο 1098 εδαφ.

α' ΑΚ, αν ο νομέας ήταν κακόπιστος κατά το χρόνο που κατέλαβε το πράγμα ή αν έμαθε αργότερα ότι δεν έχει δικαίωμα νομής, υπέχει από τότε, ως προς το πράγμα και τα ωφελήματα του πράγματος, την ίδια ευθύνη που έχει και για το χρόνο μετά την επίδοση της αγωγής. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητας αυτού και την απόδοση του πράγματος και μόνον αν συντρέχουν οι όροι των άρθρων 1097 και 1098 ΑΚ, μεταξύ των οποίων είναι και η αδυναμία προς απόδοση του πράγματος, αποζημίωση ίση προς την αξία αυτού (πράγματος).

Η αξίωση αυτή του κυρίου για αποζημίωση, λόγω αδυναμίας προς απόδοση του πράγματος γεννιέται από τότε που βεβαιώνεται στην απόφαση του δικαστηρίου ότι δεν είναι δυνατή η αυτούσια απόδοση του διεκδικούμενου πράγματος( ΑΠ 1927/2014, 1435/2010). Η ευθύνη του κακόπιστου νομέα επιτείνεται αν καταστεί υπερήμερος ως προς την απόδοση του πράγματος (ΑΚ 1098 εδ. 2).

Τότε ευθύνεται για κάθε ζημιά που προξενήθηκε κατά τη διάρκεια της υπερημερίας, εντεύθεν και για την αδυναμία αποδόσεως του πράγματος. Ο κακόπιστος νομέας γίνεται υπερήμερος υπό τις προϋποθέσεις των ΑΚ 340 - 342. Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 340 και 345 παρ. 1 ΑΚ προκύπτει ότι ο οφειλέτης χρηματικής παροχής γίνεται υπερήμερος και εντεύθεν οφείλει στον δανειστή τον τόκο υπερημερίας που ορίζεται στο νόμο ή τη δικαιοπραξία, αν προηγήθηκε εκ μέρους του δανειστή δικαστική (δηλ.

να ασκηθεί αγωγή) ή εξώδικη όχληση, που αποτελεί μονομερή και ανακοινωτέα σε άλλον δήλωση βουλήσεως, έχει ισχύ και παράγει τα αποτελέσματά της, μόνον εφόσον γίνει όπως την εννοεί και απαιτεί ο νόμος. Έτσι, η όχληση πρέπει κατά το περιεχόμενό της να είναι ακριβής ορισμένη και σαφής, δηλαδή να προκύπτει από αυτή κατά τρόπο αναμφίβολο το είδος, το ποσό και άλλα προσδιοριστικά στοιχεία της απαιτήσεως, επιπλέον δε να είναι απαλλαγμένη από αίρεση ή άλλο όρο και να απαιτεί ακριβώς την οφειλόμενη παροχή.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν παρεβιάσθη κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως (ΟλΑΠ 11/2017).

Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση: α) "παρέλειψε να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 934 ΑΚ, καθ' όσον η δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης είναι από το χρόνο της αφαιρέσεως των ένδικων πραγμάτων από τη σφαίρα νομής και κατοχής του (13.1.1997) υπερήμερη, χωρίς να απαιτείται όχληση και ως εκ τούτου οφείλει από το χρόνο αυτό τόκους υπερημερίας και β) μολονότι δέχθηκε τις επανειλημμένες οχλήσεις προς την δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης και προς την αναιρεσίβλητη κατά τα έτη 1997, 1998, 2000, 2006 και 2007 και κατά τις άνω ρητά αναφερόμενες ημεροχρονολογίες, με περιεχόμενο την απόδοση των ένδικων κινητών πραγμάτων, άλλως την αξία τους, ως υπαρκτές και αποδεδειγμένες κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 341 και 346 ΑΚ και περαιτέρω εσφαλμένη μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 340 και 347 ΑΚ, έκρινε ότι οι ανωτέρω εξώδικες οχλήσεις δεν παράγουν έννομες συνέπειες επειδή δεν είναι σαφείς και ορισμένες, ως προς την ένδικη αξίωση αποζημιώσεως, δεδομένου ότι δεν περιγράφονται σε καμία απ' αυτές τα κινητά, κατά είδος και ποσότητα, για τα οποία κατέστη αδύνατη η αναγκαστική εκτέλεση, ούτε η αξία αυτών κατά μονάδα.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Ο ενάγων έχει απαίτηση κατά της εναγόμενης τραπεζικής εταιρίας από 328.606,00 ευρώ, λόγω αδυναμίας, για τους προαναφερθέντες λόγους, απόδοσης από την τελευταία αυτούσιων των ως άνω κινητών πραγμάτων, που ανήκουν στην κυριότητα του ενάγοντος, και υποχρεώθηκε να αποδώσει σ' αυτόν με τη με αριθμ. 6414/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών...

Με την επίδοση της ανωτέρω διεκδικητικής αγωγής, η δικαιοπάροχος της εναγόμενης κατέστη κακόπιστη νομέας, καθώς πληροφορήθηκε ότι δεν είχε δικαίωμα νομής ούτε χρήσης των ένδικων κινητών. Παρά τη γνώση της αυτή, η δικαιοπάροχος της εναγόμενης επέτρεψε τη χρήση αυτών στην εταιρία "... Α.Ε." και οπωσδήποτε ανέχθηκε τη χρήση αυτών από την τελευταία.

Συνεπώς, από την επίδοση της ανωτέρω διεκδικητικής αγωγής, η δικαιοπάροχος της εναγόμενης, και στη συνέχεια η εναγόμενη, ως κακόπιστη νομέας των ένδικων κινητών υπόχρεη της αξίας αυτών, χωρίς να λαμβάνεται υπ' όψη η μεταγενέστερη μείωση της λειτουργικής ή τεχνολογικής αξίας τους... Η απαίτηση αυτή του ενάγοντος, από 328.606,00 ευρώ είναι τοκοφόρα από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής, καθώς δεν οχλήθηκε για την αποζημιωτική αξία των κινητών του για τα οποία δεν κατέστη εφικτή η αναγκαστική εκτέλεση σε χρόνο προγενέστερο της επίδοσης αυτής.

Συνεπώς, αβάσιμος είναι ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η ως άνω απαίτησή του είναι τοκοφόρα σε χρόνο προγενέστερο, και ειδικότερα, από την 13.1.1997, ως χρόνο αποβολής του από τη νομή των κινητών, 3.7.1998, οπότε επιδόθηκε στην Ε.Τ.Β.Α., δικαιοπάροχο της εναγόμενης, η από 30.7.1998 εξώδικη δήλωσή του με την οποία καλούσε αυτόν να του αποδώσει μέσα σε σαράντα πέντε ημέρες τα κινητά πράγματα ιδιοκτησίας του, της 10.3.2000, οπότε επιδόθηκε η από 8.3.2000 εξώδικη δήλωσή του, με την οποία καλούσε τη δικαιοπάροχο της εναγόμενης να του αποδώσει τα κινητά του, ήτοι χρόνους προγενέστερους της διαταχθείσας με τη με αριθμ. 6414/24.9.2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι η εναγόμενη έχει υποχρέωση αυτούσιας απόδοσης των κινητών, διότι αφορούν σε χρόνο προγενέστερο της γένεσης της ένδικης αποζημιωτικής αξίωσής του, για την απόδοση της αξίας τους, λόγω αδυναμίας αναγκαστικής εκτέλεσης.

Αβάσιμος είναι ο λόγος έφεσης του ενάγοντος ότι η ως άνω απαίτησή του είναι τοκοφόρα τουλάχιστον σ ' έναν από κατά τους παρακάτω χρόνους, και πάντως σε χρόνο προγενέστερο της επίδοσης της αγωγής ως έλασσον εμπεριεχόμενο στον μείζονα απαιτούμενο χρόνο, και συγκεκριμένα, από την επίδοση της από 9.9.2006 εξώδικης δήλωσης του ενάγοντος, με την οποία καλούσε την εναγόμενη για εξώδικη επίλυση της διαφοράς απόδοσης των κινητών πραγμάτων του, από την επίδοση της από 12.9.2006 εξώδικης δήλωσης του ενάγοντος, με την οποία καλούσε την εναγόμενη για εξώδικη επίλυση της διαφοράς, από την επίδοση της από 11.9.2006 εξώδικης δήλωσής του στην εναγόμενη, με την οποία εξέθετε ότι κατέστη αδύνατη η εξ ολοκλήρου αναγκαστική εκτέλεση των κινητών πραγμάτων του, χωρίς μνεία αυτών, και καλούσε την εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 943.419,50 ευρώ ως αποζημιωτική αξία αυτών, χωρίς ρητή αναφορά της αξίας ενός εκάστου αυτών, από την επίδοση της από 22.12.2006 εξώδικης δήλωσης του ενάγοντος, με την οποία καλούσε την εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό του 1.243.419,50 ευρώ ως αποζημιωτική αξία των μη ανευρεθέντων και των χειροτερευσάντων κινητών του, χωρίς ρητή αναφορά των επιμέρους κινητών και της αξίας ενός εκάστου, από την επίδοση της από 30.1.2007 εξώδικης δήλωσής του, με την οποία καλούσε την εναγόμενη να του γνωστοποιήσει τον εντεταλμένο εκπρόσωπό της για τη διευθέτηση της διαφοράς τους, ως προς την απόδοση της αιτούμενης απ' αυτόν αποζημιωτικής αξίας του 1.243.419,50 ευρώ, για το λόγο ότι όλες οι ανωτέρω εξώδικες οχλήσεις δεν παράγουν έννομες συνέπειες επειδή δεν είναι σαφείς και ορισμένες, ως προς την ένδικη αξίωση αποζημίωσης, δεδομένου ότι δεν περιγράφονται σε καμία απ' αυτές τα κινητά, κατά είδος και ποσότητα, για τα οποία κατέστη αδύνατη η αναγκαστική εκτέλεση, ούτε η αξία αυτών κατά μονάδα, ενώ μόνη η όχληση της εναγόμενης για επίλυση της διαφοράς ή όχληση για την καταβολή αποζημίωσης, είτε από 943.419,50 ευρώ είτε από 1.243.419,50 ευρώ, ως συνολικής αξίας κινητών που δεν ανευρέθηκαν ή χειροτέρευσαν δεν αρκεί...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το αγωγικό περί τοκοδοσίας αίτημα δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1097,1098,340,346 του ΑΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, εν όψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη προηγηθείσα νομική πρόταση και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού.

Η διάταξη του άρθρου 934 του ΑΚ, κατά την οποία όποιος οφείλει πράγμα που αφαιρέθηκε με παράνομη πράξη, είναι υπερήμερος από το χρόνο της αφαίρεσης, δεν ήταν εφαρμοστέα στη συγκεκριμένη περίπτωση, εφ' όσον η αγωγική αξίωση, ως προς την εναγομένη αναιρεσίβλητη δεν θεμελιωνόταν σε παράνομη αφαίρεση πράγματος, αλλά αφορούσε σε αξίωση κυρίου κατά κακόπιστου νομέως προς αποζημίωση, λόγω αδυναμίας προς απόδοση του πράγματος, συμφώνως και προς τα εκτεθέντα στην μείζονα πρόταση.

Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 934 ΑΚ έχει την έννοια, ότι από το χρόνο της αφαιρέσεως του πράγματος ο αφαιρέτης ευθύνεται για την τυχαία καταστροφή του πράγματος και υφίσταται γενικώς όλες τις συνέπειες της υπερημερίας, χωρίς να είναι ανάγκη να τεθεί αυτός σε υπερημερία με όχληση. Δεν έχει, όμως, εφαρμογή και δεν δύναται να γίνει λόγος για υπερημερία, χωρίς προηγούμενη όχληση, όταν με την αγωγή ζητείται η επιδίκαση χρηματικής αποζημιώσεως λόγω αδυναμίας αυτούσιας αποδόσεως του αφαιρεθέντος πράγματος.

Επίσης, δεν έχουν εφαρμογή ούτε οι διατάξεις των άρθρων 343 και 347 του ίδιου Κώδικα, καθ' όσον αυτές αναφέρονται στην περίπτωση οφειλέτη που είναι υπόχρεος στην απόδοση του πράγματος από συμβατική σχέση και επομένως ο δράστης θα υποχρεούται να καταβάλει τόκους επί του ζητούμενου ποσού αποζημιώσεως, μόνο από την όχλησή του από τον παθόντα ( ΑΠ 555/2005, 340/1995).

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφ' όσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 24/1992, ΟλΑΠ 1/1999,ΑΠ 133/2017).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 319/2017, 59/2017).

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο τής ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του λόγου αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Τούτο δε διότι περιέχει εντελώς αντιφατικές, ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες καθ' όσον διαλαμβάνει δύο εντελώς διαφορετικούς χρόνους, κατά τους οποίους η δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης γνώριζε, άλλως πληροφορήθηκε, ότι δεν έχει δικαίωμα νομής των ένδικων κινητών πραγμάτων, και δη αφ' ενός την 13-1-1997, χρόνο της βίαιης αποβολής του αναιρεσείοντος από την ξενοδοχειακή μονάδα, και αφ' ετέρου την 29-07-2003 ημερομηνία επιδόσεως προς την δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης της διεκδικητικής αγωγής τούτου. Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης εφετειακής αποφάσεως προκύπτει ότι, το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτώς επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε ως προς την ουσία της υποθέσεως τα ακόλουθα: "...

Επειδή ο ενάγων δεν τήρησε την, από την ως άνω σύμβαση, υποχρέωσή του για εμπρόθεσμη εξόφληση των παραπάνω τοκοχρεωλυτικών δόσεων του τιμήματος, η πωλήτρια ... Α.Ε. με το από 26.10.1995 έγγραφό της, που του κοινοποιήθηκε στις 2.11.1995, δήλωσε ότι θεωρεί την τεθείσα στη σύμβαση ως άνω διαλυτική αίρεση ως αυτοδικαίως πληρωθείσα και ότι, λόγω ανατροπής των αποτελεσμάτων της σύμβασης, επανήλθε σ' αυτήν η κυριότητα του πωληθέντος ακινήτου...

Ακολούθως, με εκτελεστό τίτλο την ως άνω συμβ/φική πράξη, με τη αριθμ. 1026β/13.1.1997 έκθεση βίαιης αποβολής του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κατερίνης Σ. Α., αποβλήθηκε ο ενάγων από το ως άνω ξενοδοχειακό συγκρότημα και εγκαταστάθηκε η πωλήτρια τράπεζα. Κατά την αποβολή του ενάγοντος από το ανωτέρω ακίνητο, ούτε ο ενάγων ούτε κάποιο άλλο μέλος της οικογένειάς του, ήταν παρόντες, έτσι ώστε να παραλάβουν τα ευρεθέντα στον τόπο εκτέλεσης κινητά της κυριότητας τους.

Τα κινητά αυτά καταγράφηκαν στην ανωτέρω έκθεση αποβολής και αφέθηκαν στο ξενοδοχειακά χώρο, ο οποίος παραδόθηκε στην επισπεύδουσα την εκτέλεση ... Α.Ε... Η κυρία ... Α.Ε., μεταβίβασε την κυριότητα με το με αριθμ. …/27.12.2001 οριστικό συμβόλαιο του συμβ/φου Θεσσαλονίκης Ε. Β., που μεταγράφηκε νόμιμα, στην εταιρία με την επωνυμία "...

Α.Ε.". Η πωλήτρια του ξενοδοχειακού συγκροτήματος, από το χρόνο κατάρτισης του προσυμφώνου, παρέδωσε στην αγοράστρια τη νομή και κατοχή αυτού, με τα συστατικά αυτού ενώ για τα παρακολουθήματα και λοιπά αυτοτελή κινητά όρισε όπως φυλάξει για λογαριασμό της σε αποθηκευτικούς χώρους του ξενοδοχείου, προκειμένου να είναι σε θέση να παραδώσει αυτά στον υπερήμερο για ανάληψή τους ενάγοντα.

Η τραπεζική εταιρία προσπάθησε, άτυπα, να ανεύρει τον ενάγοντα στις μέχρι τότε γνωστές διευθύνσεις του, όμως, χωρίς αποτέλεσμα, και, τελικά, με την από 15.12.1997 εξώδικη πρόσκληση κάλεσε αυτόν να παραλάβει τα κινητά του. Η επίδοση αυτής κατέστη αδύνατη, καθώς η δικαστική επιμελήτρια στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ..., διαπίστωσε, με την από? 17.12.1997 βεβαίωσή της, ότι δεν ανευρέθηκε στην κατοικία του ....

Ο ενάγων, με την από 30.7.1998 εξώδικη δήλωσή του που επιδόθηκε στην εναγόμενη στις 31.7.1998, ζήτησε τα κινητά πράγματα, ιδιοκτησίας του, που βρίσκονταν στο ξενοδοχείο, ενώ η "... Α.Ε.", με σχετική δήλωσή της, με τη με αριθμ. 11898/2.11.1999 έκθεση επίδοσης της ιδίας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας, που επέδωσε στον ενάγοντα, ως άγνωστης διαμονής, κάλεσε αυτόν να παραλάβει τα κινητά που δεν αποτελούσαν αντικείμενο της εκτέλεσης.

Στη συνέχεια, ο ενάγων, με την από 8.3.2000 εξώδικη δήλωσή του, που επιδόθηκε, στις 10.3.2000, δήλωσε, ότι επρόκειτο να παραλάβει τα κινητά του πράγματα στις 14.3.2000, και την καλούσε να παρευρίσκεται. Η ... Α.Ε. με την από 14.3.2000 εξώδικη πρόσκλησή της, που επιδόθηκε στον ενάγοντα, στις 16.3.2000, κάλεσε αυτόν να παραλάβει τα κινητά πράγματά του.

Ο ενάγων, με το από 22.5.2000 έγγραφό του, προς την ... Α.Ε. δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε την απόδοση των κινητών πραγμάτων του, αλλά την αξία τους, αναβιβάζοντας αυτήν σε 638.547.400 δρχ., ενώ η ... Α.Ε. θεωρούσε ότι η αξία αυτών ανέρχονταν σε 33.720.000 δρχ.. Παρά την ανωτέρω υπερημερία του ενάγοντος για την ανάληψη των κινητών του, δεν αποσβέστηκε η υποχρέωση της ...

Α.Ε. για απόδοσή τους, αφού δεν προχώρησε σε πώλησή τους με δημόσιο πλειστηριασμό και δημόσια κατάθεση του πλειστηριάσματος (άρθρ. 428 ΑΚ και 945 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Τα παρακάτω κινητά βρίσκονταν είτε σε χώρους αποθήκευσης της ξενοδοχειακής μονάδας είτε σε χώρους αυτής και χρησιμοποιούνταν από το βοηθό εκπλήρωσης στη φύλαξή τους α.ε.

με την επωνυμία "... Α.Ε.". Ο ενάγων άσκησε, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά της ... Α.Ε., την από 29.3.2003 και με αριθμ. έκθ. κατ. 115285/30.7.2003 αγωγή, με την οποία ζητούσε την αναγνώριση της κυριότητάς του επί των κινητών και την απόδοσή τους άλλως ζητούσε να υποχρεωθεί η ... Α.Ε. να του καταβάλει το ποσό των 627.492.551 δρχ.

ή 1.841.504 ευρώ, ως φερόμενη αποζημίωσή του, στο οποίο φέρονταν ότι συμποσούνταν: Α. κινητά πράγματα, τα οποία φέρονταν ότι εισκόμισε αμέσως μετά την αγορά του ξενοδοχείου, για τον εξοπλισμό αυτού, ως προκύπτοντα από 655 τιμολόγια ύψους 186.916.151 δρχ. ήδη 548.543,00 ευρώ, στο οποίο συμποσούνται : 1. παραρτήματα συνολικού ύψους 65.326.081 δρχ.

ήδη 191.712,63 ευρώ, συστατικά συνολικού ύψους 11 6.778.423 δρχ. και ήδη 342.709,97 ευρώ, και δαπάνες συνολικού ύψους 4.811.647 δρχ. και ήδη 14.120,75 ευρώ, Β. προσωπικά αντικείμενα, που χρησιμοποιούσε ο ίδιος και οικογένειά του, ως παραμείναντα μετά την αποβολή του, μέσα στο ξενοδοχείο, συνολικού ύψους 260.576.400 δρχ. και ήδη 746.714,00 ευρώ, και Γ.

κινητά πράγματα για τον εξοπλισμό του ξενοδοχείου ως προκύπτοντα από προτιμολόγια ύψους συνολικού ύψους 180.000.000 δρχ. και ήδη 528.246,00 ευρώ, άλλως ως αδικαιολόγητο πλουτισμό, με το νόμιμο τόκο από την 13.1.1997, ως χρόνο αποβολής του από τη νομή των κινητών του, το οποίο μετέτρεψε σε αναγνωριστικό για το πλέον του ποσού των 293.740,00 ευρώ, και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό του 1.471.773 ευρώ ως ωφελήματα από τη χρήση των κινητών πραγμάτων του, για τα έτη 1997 έως Ιούλιο 2003, με το νόμιμο τόκο.

Η εναγόμενη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία "... Α.Ε." είναι οιονεί καθολική διάδοχος της ... Α.Ε., λόγω συγχώνευσης αυτής, όπως ομολογείται και από τον ήδη ενάγοντα. Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθμ. 6414/26.10.2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, αναγνωρίστηκε ο ενάγων κύριος των κινητών πραγμάτων που αναφέρονται στη με αριθμ. 102β/13.1.1997 έκθεση βίαιης αποβολής του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κ.

Σ. Α., ως μη εμπίπτοντα στο πεδίο της οικείας αναγκαστικής εκτέλεσης, πλην εκείνων που αναγράφονται στη με αριθμ. 1091/19.5.1997 έκθεση αφαίρεσης του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή, τα οποία χαρακτήρισε ως παραρτήματα, υποχρέωσε την εναγόμενη, ως οιονεί καθολική διάδοχο της ... Α.Ε. να αποδώσει τη νομή των κινητών αυτών, ....

Περαιτέρω, με επιμέλεια του ενάγοντος, εκτελέστηκε η ανωτέρω προσωρινώς εκτελεστή με αριθμ. 6414/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ως προς τη διάταξη απόδοσης κινητών. Στα πλαίσια αυτά συντάχθηκε η από 7.9.2006 έκθεση αφαίρεσης και παράδοσης νομής κινητών του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Δ.

Β.... Η απόδοση των παρακάτω κινητών, που συμπεριλαμβάνονται στη με αριθμ. 1026/13.1.1997 έκθεση βίαιης αποβολής ήταν αδύνατη, επειδή είτε δεν ανευρέθηκαν σε χώρους φύλαξης της α.ε. "... Α.Ε.", όπου η δικαιοπάροχος της εναγόμενης όρισε να φυλαχθούν για λογαριασμό της, είτε τα ανευρεθέντα αχρηστεύτηκαν λόγω κακής φύλαξής τους ή χρήσης τους από την α.ε.

με την επωνυμία "... Α.Ε.", για τους ξενοδοχειακούς σκοπούς της... Επομένως, παραδεκτά ο ενάγων με την κρινόμενη αγωγή στρέφεται κατά της εναγόμενης, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ... Α.Ε., με επιμέλεια της οποίας επισπεύστηκε η αποβολή του ενάγοντος από το ξενοδοχειακό συγκρότημα και η εγκατάστασή της σ' αυτό, και στην οποία από τον δικαστικό επιμελητή αφέθηκαν, προς φύλαξη, τα ανωτέρω κινητά του ενάγοντος.

Έτσι, ο ενάγων έχει απαίτηση κατά της εναγόμενης τραπεζικής εταιρίας από 328.606,00 ευρώ, λόγω αδυναμίας, για τους προαναφερθέντες λόγους, απόδοσης από την τελευταία αυτούσιων των ως άνω κινητών πραγμάτων, που ανήκουν στην κυριότητα του ενάγοντος, και υποχρεώθηκε να αποδώσει σ' αυτόν με τη με αριθμ. 6414/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών...

Περαιτέρω, ο προβληθείς από?την εναγόμενη ισχυρισμός ότι η αδυναμία απόδοσης αυτούσιων των ένδικων κινητών δημιουργήθηκε σε χρόνο προγενέστερο της επίδοσης της από 29.3.2003 και με αριθμ. έκθ. κατ. 115285/30.7.2003 διεκδικητικής αγωγής, κατά τον οποίο ο ενάγων ήταν υπερήμερος για την ανάληψή τους, καν συνεπώς, δεν υπέχει ευθύνη για την απώλειά τους, αποδεικνύεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.

Δεν αποδείχθηκε ότι τα ένδικα κινητά ήταν ανύπαρκτα κατά τον ως άνω προγενέστερο χρόνο. Για το λόγο αυτό η και τότε εναγόμενη δεν προέβαλε σχετικό ισχυρισμό στη δίκη που έγινε για την απόδοση των κινητών αυτούσιων... Με την επίδοση της ανωτέρω διεκδικητικής αγωγής, η δικαιοπάροχος της εναγόμενης κατέστη κακόπιστη νομέας, καθώς πληροφορήθηκε δεν είχε δικαίωμα νομής ούτε χρήσης των ένδικων κινητών.

Παρά τη γνώση της αυτή, η δικαιοπάροχος της εναγόμενης επέτρεψε τη χρήση αυτών στην εταιρία "... Α.Ε." και οπωσδήποτε ανέχθηκε τη χρήση αυτών από την τελευταία.

Συνεπώς, από την επίδοση της ανωτέρω διεκδικητικής αγωγής, η δικαιοπάροχος της εναγόμενης, και στη συνέχεια η εναγόμενη, ως κακόπιστη νομέας των ένδικων κινητών υπόχρεη της αξίας αυτών, χωρίς να λαμβάνεται υπ' όψη η μεταγενέστερη μείωση της λειτουργικής ή τεχνολογικής αξίας τους..." Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσεως, εφ' όσον από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις προαπαιτηθείσες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, κατά την έρευνα του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, προκειμένης αξιώσεως προς αποζημίωση του κυρίου πραγμάτων των οποίων δεν είναι δυνατή η απόδοση από κακόπιστο νομέα, η αξίωση προς αποζημίωση, γεννιέται από τότε που βεβαιώνεται με δικαστική απόφαση ότι δεν είναι δυνατή η αυτούσια απόδοση του διεκδικούμενου πράγματος, και κατά συνέπεια δεν συνιστά αντίφαση, αλλά πλεοναστική απλώς κρίση του Εφετείου, η παραδοχή ότι η δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης κατέστη κακής πίστεως νομέας όταν παρέδωσε τα πράγματα προς φύλαξη στη νέα αγοράστρια του ξενοδοχείου, τα δ' αντιθέτως υποστηριζόμενα υπό της αναιρεσείουσας, είναι αβάσιμα.

Επομένως, ο πρώτος εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, είναι αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, κατά την οποία, αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό", προκύπτει ότι ως έγγραφα, των οποίων η παραμόρφωση ιδρύει το λόγο αυτό, θεωρούνται εκείνα που χρησιμεύουν, σύμφωνα με τα άρθρα 339 και 442 επ.

ΚΠολΔ ως αποδεικτικά μέσα, τα οποία περιέχουν δηλώσεις των διαδίκων ή και τρίτων που έγιναν πριν από τη δίκη και ανεξάρτητα από αυτήν. Υπό την έννοια αυτή, δεν αποτελούν έγγραφα και άρα δεν επιδέχονται παραμόρφωση οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας κατά το κανονιστικό τους μέρος καθώς και οι κατά εξουσιοδότηση νόμου εκδοθείσες υπουργικές αποφάσεις, ως αποτελούσες κανόνες δικαίου (ΑΠ 590/2007).

Εν προκειμένω, με το τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ., καθ' όσον το Εφετείο ".. παραμόρφωσε το περιεχόμενο των με αριθμ. Κ2- 7563/2000 και 7564 (δις)/14.6.2000 αποφάσεων του Υφυπουργού Ανάπτυξης... κρίνοντας ειδικότερα ότι η συγχώνευση ης ως άνω Τράπεζας ...

με την αναιρεσίβλητη καθιστά αυτήν αυτόχρημα δικαιούχο της προβαλλόμενης προς συμψηφισμό ως άνω ανταπαίτησης της πρώτης,... αφού προσέδωσε σ' αυτές περιεχόμενο που δεν έχουν, υπολαμβάνοντας ότι δήθεν από τα παραπάνω έγγραφα προκύπτει αυτόχρημα ότι η αναιρεσίβλητη με μόνη την διαδοχή καθίσταται άνευ ετέρου δικαιούχος της επίμαχης ως άνω απαίτησης.." Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Η εναγόμενη, κατά το χρόνο επίδοσης σ' αυτήν της κρινόμενης αγωγής, 30.10.2007, είχε ανταπαίτηση από 229.211,70 ευρώ.

Ειδικότερα, η Τράπεζα ..., με τις με αριθμ. Κ2- 7563/2000 και 7564 (δις)/14.6.2000 αποφάσεις του Υφυπουργού Ανάπτυξης (Φ.Ε.Κ. 5009 και 5010/2000), από την 16.6.2000 απορροφήθηκε, λόγω συγχώνευσης από την πρώτη εναγόμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την "...". Η ..., και ήδη η εναγόμενη ως οιονεί καθολική διάδοχος αυτής, έχει απαίτηση κατά του ενάγοντος ανερχόμενη στο ποσό των ευρώ 229.211,7 πλέον τόκων από 1.7.2006 μέχρι την εξόφληση.

Ειδικότερα, η ..., με τη με αριθμ. 338/15.5.1995 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό και τις από 15.5.1995 πρόσθετες πράξεις αυτής, χορήγησε στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε." και με το διακριτικό τίτλο "... S.A." πίστωση μέχρι το ποσό των 30.000.000 δρχ- την οποία εγγυήθηκε ο εναγόμενος ως αυτοφειλέτης, παραιτούμενος των ενστάσεων-από τα άρθρα 853 επ.

Α.Κ. Η κίνηση του λογαριασμού αυτού έκλεισε οριστικά στις 25.9.1997, με χρεωστικό υπόλοιπο από 37.099,691 δρχ., και μετά από αίτηση της τράπεζας εκδόθηκε η με αριθμ. 29673/7.11.1997 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο ενάγων υποχρεώθηκε να καταβάλει στην δικαιοπάροχο της εναγόμενης το ποσό των 37.099.691 δρχ.

με το ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο, από 26.9.1997, ανατοκιζόμενο, πλέον δικαστικής δαπάνης από 579.500 ευρώ. Απόγραφο εκτελεστό της ως άνω δ/γής πληρωμής επιδόθηκε στον ενάγοντα με τη με αριθμ. Β/10056/1 7.11.1997 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Α. Μ.. Η ανωτέρω απαίτηση της δικαιοπαρόχου της εναγόμενης ανερχόταν την 4.8.2004, ημερομηνία ισχύος του ν. 3259/2004, στο ποσό των 212.724,00 ευρώ, μειώθηκε, όμως, στο ποσό των 174.132,03 ευρώ μετά τον επανακαθορισμό της, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 ν. 3259/2004, δεδομένου ότι επρόκειτο για απαίτηση εγγύησης του καταλοίπου της ανωτέρω σύμβασης ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού, ότι η τελευταία εκταμίευση έγινε την 22.6.1995, οπότε το ύψος της πίστωσης ανήλθε στο ποσό των 70.754,61 ευρώ, ισότιμο των 24.109.633 δρχ., ποσό που λήφθηκε ως βάση υπολογισμού της και μετά την αφαίρεση των καταβολών, στις 4.8.2004 ανήλθε στο ποσό των 74.132,03 ευρώ την 4.8.2004, και εκτοκιζόμενη και ανατοκιζόμενη ανά εξάμηνο η απαίτηση σύμφωνα με το άρθρο 12 ν. 2601/1998 ανήλθε την 30.6.2006 στο ποσό των ευρώ 229.211,7 πλέον τόκων από 1.7.2006.

Επομένως, η ανωτέρω απαίτηση του ενάγοντος από 328.606,00 ευρώ συνυπήρξε, στις 30.10.2007, χρόνο επίδοσης της κρινόμενης αγωγής, με την ανταπαίτηση της εναγόμενης, ύψους 229.211,70 ευρώ, ως κεφάλαιο αυτής, κατά το οποίο μόνο μεταβιβάζεται η υπόθεση στο παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Επομένως, ως προς το ποσό των 229.211,70 ευρώ αποσβέστηκε η απαίτηση του ενάγοντος απομένοντας υπόλοιπο από 99.394,30 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 30.10.2007...." .

Από τη επισκόπηση των ανωτέρω Υπουργικών Αποφάσεων, οι οποίες, αποτελούν αποδεικτικά έγγραφα και όχι κανόνα δικαίου προκύπτει ότι η προσβαλλομένη ουδόλως παρεμόρφωσε το περιεχόμενό τους, αλλά ορθώς διέγνωσε αυτά, δεχθείσα την ως άνω δι' απορροφήσεως συγχώνευση των εν λόγω Τραπεζών. Τα εκ της συγχωνεύσεως αποτελέσματα δεν προκύπτουν από τα ανωτέρω έγγραφα, αλλά καθορίζονται υπό του νόμου, δοθέντος ότι η περιουσία κάθε απορροφουμένης εταιρείας, μεταβιβάζεται ταυτοχρόνως με καθολική διαδοχή στην απορροφούσα, η οποία υποκαθίσταται σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των απορροφουμένων, ενώ οι εκκρεμείς δίκες δεν διακόπτονται, αλλά συνεχίζονται από την απορροφούσα (άρθρο 75 §§ 1, 2 Κ.Ν 2190/1920, ως τροποποιηθείς ισχύει).

Επομένως, ο σχετικός λόγος, κατά ως άνω συναφές πρώτο τμήμα του, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, υπό τις ως άνω παραδοχές προκύπτει ότι η προσβαλλομένη έλαβε υπ' όψη της τον υπό του εφεσιβλήτου προβληθέντα ισχυρισμό περί ελλείψεως νομιμοποιήσεως της εφεσίβλητης - αναιρεσίβλητης ως δανείστριας της ανταπαιτήσεως που προεβλήθη προς συμψηφισμό και τον απέρριψε με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, χωρίς να είναι αναγκαία η παράθεση του όλου περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων.

Επομένως, ο ως άνω τρίτος λόγος, κατά συναφή δεύτερο και τρίτο τμήματά του, με τα οποία αποδίδεται στην προσβαλλομένη ότι υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 8 και 19 αντιστοίχως, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη, και να διαταχθεί η εισαγωγή των κατατεθέντων από τον αναιρεσείοντα παραβόλων, λόγω της ήττας του, στο Δημόσιο Ταμείο(άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί αυτός, ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15-10-2015 αίτηση του Γ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1611/2015 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή των κατατεθέντων από τον αναιρεσείοντα παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Σεπτεμβρίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ