Supreme Court dismisses appeal on lawyer fees, ruling no abuse of right occurred despite long-term cooperation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Citibank International plc appeal against a Thessaloniki Court of First Instance judgment. The appellants argued that the lawyers' fees were abusive due to years of cooperation and the subsequent withdrawal of the case, while the respondents claimed the fees were justified by the long-standing relationship and the lawyers' conduct. The court held that the lawyers' actions did not constitute an abuse of right under Article 281 of the Civil Code because the fees were reasonable given the context of the prolonged legal engagement and the parties' prior agreement on terms.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 and 559 of the Civil Code; The exercise of a right to claim legal fees does not constitute abuse of right merely because of long-term cooperation or the eventual withdrawal of the case, provided the fees remain within reasonable limits and do not violate public order or good morals.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1388 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1388/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πάσσο Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο τμήμα), Ασπασία Καρέλλου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "CITIBANK INTERNATIONAL plc" που εδρεύει στο ..., είναι εγκαταστημένη στην Ελλάδα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σύρμα, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατάθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. χήρας Π. Π., το γένος Δ. Ν., κατοίκου ..., ως κληρονόμου του Π. Π. και 2)Ζ. Π. του Π., κατοίκου ..., ατομικά και ως κληρονόμου του Π. Π., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Παπαζήση, που κατάθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/11/2010 αγωγή της 2ης αναιρεσίβλητης και του αρχικού διαδίκου Π. Π., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29540/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 415/2014 του Μονομελές Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/5/2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου ανέγνωσε την από 23/12/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 558 ΚΠολΔ, η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων που ήταν διάδικοι στην δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Εξάλλου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2017, 2020, 2025 και 2026 ΑΚ, καθώς και εκείνη του άρθρου 327 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ο εκτελεστής διαθήκης έχει τη διαχείριση της κληρονομίας και μπορεί να ασκήσει τις απ` αυτή απορρέουσες αξιώσεις, όπως και να παρεμβαίνει σε άλλες δίκες (ΑΠ 109/2010, ΑΠ 1928/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα εξής: Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, παρέστησαν ως εκκαλούντες οι ενάγοντες, 1) Π. Π. και 2) Ζ.
Π. του Π.. Η αναιρεσιβαλλόμενη 415/2014 απόφαση του Εφετείου με την από 16-4-2014 επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκε από τις αναιρεσίβλητες νόμιμα στην αναιρεσείουσα (εφεσίβλητη-εναγομένη) την 25-4-2014. Ο πρώτος εκκαλών-ενάγων Π. Π. απεβίωσε την 18-1-2014. Στην εν λόγω επιταγή, αντίγραφο της οποίας προσκομίζει η αναιρεσείουσα με νόμιμη επίκληση, οι ήδη αναιρεσίβλητες, γνωστοποίησαν στην αναιρεσείουσα, αφενός μεν το θάνατο του Π.
Π., αφετέρου δε το κληρονομικό τους δικαίωμα, χωρίς όμως να γίνεται κάποια αναφορά για την ύπαρξη εκτελεστή διαθήκης και κυρίως για την εκ μέρους του αποδοχή των καθηκόντων του. Η κρινόμενη από 22-5-2014 αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατά των δύο αναιρεσιβλήτων, ήτοι 1) της Α. χήρας Π. Π., υπό την ιδιότητά της ως κληρονόμου του αποβιώσαντος ως άνω Π.
Π., δυνάμει (α) της από 17-12-2013 ιδιόγραφης διαθήκης που δημοσιεύθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών στις 28-2-2014 με τα υπ’ αριθμ. 306/2014 Πρακτικά και κηρύχθηκε κύρια με την υπ’ αριθμ. 58/2014 Πράξη του Ειρηνοδικείου Αθηνών και (β) της υπ’ αριθμ. .../2014 έκθεσης δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς με το ευεργέτημα της απογραφής, και 2) της Ζ.
Π. του Π., τόσο ατομικά για την ίδια όσο και υπό την ιδιότητά της ως κληρονόμου του ίδιου ως άνω αποβιώσαντος Π. Π., δυνάμει (α) της ίδιας ως άνω ιδιόγραφης διαθήκης και (β) της υπ’ αριθμ. .../2014 έκθεσης δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς με το ευεργέτημα της απογραφής.
Συνεπώς, ενόψει του ότι, δεν προκύπτει από οποιοδήποτε στοιχείο της δικογραφίας, ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε την αποδοχή των καθηκόντων του εκτελεστή διαθήκης, η αναίρεση είναι έγκυρη και ισχυρή απευθυνόμενη και κατά των δύο αναιρεσιβλήτων, αφενός μεν ως κληρονόμων του αποβιώσαντος Π. Π., αφετέρου δε κατά δεύτερης εξ αυτών και ατομικά ως αρχικής διαδίκου. Επομένως ο σχετικός ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησής τους στην αναιρετική δίκη είναι αβάσιμος.
2. Επειδή, κατά το άρθρο 91 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), που εφαρμόζεται εν προκειμένω λόγω του χρόνου γενέσεως των επιδίκων αξιώσεων, "ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει παρά του εντολέως αυτού, πλην της δαπάνης, δικαστηριακής ή άλλης, την οποίαν εξ ιδίων κατέβαλε, και αμοιβήν δια πάσαν εργασίαν αυτού δικαστικήν ή εξώδικον." Περαιτέρω, κατά το άρθρο 92 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "τα της αμοιβής του δικηγόρου κανονίζονται κατά συμφωνίαν μετά του εντολέως αυτού, εν ουδεμιά όμως περιπτώσει επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των εν άρθρω 98 και επόμενα ελαχίστων ορίων".
Σύμφωνα δε με το εδ. β` της τελευταίας αυτής διατάξεως, που είχε προστεθεί με την παρ. 3 του άρθρου 5 ν.δ. 4272/1962 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 ν. 1093/1980, "πάσα συμφωνία περί λήψεως μικροτέρας αμοιβής είναι άκυρος ανεξαρτήτως χρόνου συνάψεώς της". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, οι οποίες αποσκοπούν όχι μόνο στην προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος του δικηγόρου ως εργαζομένου, αλλά και στην κατοχύρωση του κύρους του δικηγορικού λειτουργήματος ως θεράποντος του δημοσίου συμφέροντος, προκύπτει ότι η αμοιβή του δικηγόρου κανονίζεται με συμφωνία αυτού και του εντολέως του, η οποία μπορεί να αφορά μία μόνο κατ` ιδίαν πράξη ή το σύνολο των πράξεων που αφορούν συγκεκριμένη υπόθεση.
Και, αν δεν καταρτίστηκε συμφωνία για την αμοιβή, ο δικηγόρος δικαιούται ως αμοιβή τα ελάχιστα όρια αυτής, που ορίζονται από τα άρθρα 98 και επ` του Κώδικα περί Δικηγόρων Η σύμβαση μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του, με την οποία ο δεύτερος αναθέτει στον πρώτο το δικαστικό ή εξώδικο χειρισμό μιας υπόθεσής του και αναλαμβάνει την υποχρέωση να του καταβάλει για το σύνολο των ενεργειών του ορισμένη αμοιβή είναι καθαρά, και δεν τελεί υπό την αίρεση της επιτυχούς εκβάσεως της δίκης (άρθρο 92 παρ. 3, 4 και 5 Κώδικα περί Δικηγόρων).
Κάθε συμφωνία για λήψη κατώτερης αμοιβής από τα ανωτέρω καθοριζόμενα όρια είναι άκυρη, ανεξάρτητα από το χρόνο συνάψεώς της (πριν ή μετά την εκτέλεση της συμφωνημένης εργασίας) και της μορφής υπό την οποία συνάπτεται (αφέσεως χρέους του άρθρου 454 ΑΚ ή άλλης συμφωνίας), και θεωρείται, κατά τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ, ως μη γενομένη (ΑΠ 957/2014, ΑΠ 1213/2013.
ΑΠ 439/2013). Για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία ο δικηγόρος ζητεί την επιδίκαση της αμοιβής, που συμφωνήθηκε με τον εντολέα του για δικαστικές και εξώδικες ενέργειες, συναφείς με το δικηγορικό επάγγελμα, μετά την εκτέλεση τούτων, αρκεί στο δικόγραφο αυτής να μνημονεύονται: α) η συμφωνία περί εντολής και του ύψους της αμοιβής και β) η εκτέλεση της εντολής αυτής με την ενέργεια των αναγκαίων για τη διεκπεραίωση της ανατεθείσας υπόθεσης δικαστικών και εξώδικων πράξεων.
Και δεν απαιτείται να αναφέρονται αναλυτικώς οι επιμέρους πράξεις του δικηγόρου, η επιτυχής έκβαση της δίκης, και ότι ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να δικαιούται να λάβει αμοιβή, αφού τα δύο τελευταία στοιχεία απαιτούνται μόνο επί συμφωνίας περί εργολαβίας δίκης (ΑΠ 556/2009, ΑΠ 556/2009, ΑΠ 374/2007, ΑΠ 57/2005).
Εξάλλου, το δικαίωμα του εντολέα να άρει την εμπιστοσύνη του από τον εντολοδόχο δικηγόρο και να αφαιρέσει από αυτόν υπόθεση ασκείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 167 και 724 του ΑΚ, με μονομερή και απευθυντέα στον αντισυμβαλλόμενο δήλωση βουλήσεως, η δε λύση της εντολής επέρχεται με την περιέλευση αυτής στο πρόσωπο που απευθύνεται.
Η ανάκληση της εντολής μπορεί να γίνει και σιωπηρά, αρκεί ο εντολέας να καταστήσει γνωστή τη βούλησή του αυτή στον εντολοδόχο και στο δικαστήριο της ουσίας απόκειται κάθε φορά να κρίνει πότε υπάρχει ή όχι ανάκληση της εντολής (ΑΠ 1309/2012, ΑΠ 1278/2010, ΑΠ 193/2008). Πάντως, από τη διάταξη του άρθρου 1 του Κώδικα Δικηγόρων συνάγεται ότι ο εντολέας, ενόψει της απόλυτης προσωπικής σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ αυτού και του δικηγόρου του, δύναται κατά πάντα χρόνο να ανακαλέσει την εντολή είτε υφίστανται λόγοι που δικαιολογούν την ανάκληση είτε όχι.
Σε καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές γεννώνται οι αντίστοιχες υποχρεώσεις του εντολέα, που προβλέπει η εν λόγω διάταξη. Στην περίπτωση αυτή, εάν δηλαδή ο εντολέας ανακάλεσε την εντολή και αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του εντολοδόχου του δικηγόρου, δεν μπορεί να γίνει λόγος ούτε για παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του δικηγόρου κατ’ άρθρο 57 του ΑΚ ούτε για αδικοπραξία κατά την έννοια άρθρων 914 και 932 του ΑΚ.
Εκτός εάν η ανάκληση έγινε με πρόθεση και υπό περιστάσεις προσβολής της προσωπικότητας του δικηγόρου ή σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις κατά κατάχρηση δικαιώματος κατ’ άρθρο 281 ΑΚ (ΑΠ 328/2003), όπως όταν η ανάκληση γίνεται χωρίς οποιοδήποτε συμφέρον του δικαιούχου, αυθαίρετα και αδικαιολόγητα από καθαρή κακοβουλία και επιφέρει βλάβη στα συμφέροντα του εντολοδόχου δικηγόρου.
Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο του δικογράφου της ένδικης αγωγής, το οποίο εκτιμάται, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ ,ως διαδικαστικό έγγραφο, σ’ αυτό εκτίθενται τα εξής: Οι ενάγοντες είναι δικηγόροι, εγγεγραμμένοι ως μέλη στο Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης.
Το έτος 1996 ο πρώτος εξ αυτών ανέλαβε, υπογράφοντας το από 30-3-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό, με σύμβαση εντολής ετήσιας διάρκειας, η οποία ανανεώθηκε αυτοδικαίως στη λήξη της και ίσχυσε μέχρι την 31-12-2000 και με τους ειδικότερους όρους που αναγράφονταν στο παραπάνω συμφωνητικό, τη διεξαγωγή υποθέσεων της εναγόμενης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, που συνίστατο στην είσπραξη με εξώδικες ή δικαστικές ενέργειες των ληξιπρόθεσμων χρηματικών απαιτήσεων που είχε αυτή κατά οφειλετών της, οι οποίες προέρχονταν από προσωπικά δάνεια και (από τις αρχές του έτους 2002) και από πιστωτικές κάρτες CITIBANK VISA και ΜΑSTERCARD τις οποίες διακινούσε στην αγορά η εναγομένη, αντί της οριζόμενης αμοιβής που συνίστατο σε συγκεκριμένο ποσοστό (15%) επί των εκάστοτε πραγματοποιούμενων εισπράξεων και ανεξαρτήτως του χρόνου είσπραξης, ενώ επί των ανατιθέμενων υποθέσεων θα καταβαλλόταν εφάπαξ σε αυτόν (πρώτο ενάγοντα) ποσό 20.000 δραχμών για κάθε απαίτηση (υπόθεση) προς κάλυψη των δαπανών και των δικαστικών εξόδων του και, επίσης, συμφωνήθηκε ότι, σε περίπτωση που δεν επιτυγχανόταν η είσπραξη της απαίτησης από τον πρώτο ενάγοντα, δεν θα εδικαιούτο αυτός να ζητήσει και να λάβει από την εναγομένη, πλην του προκαταβληθέντος ως άνω ποσού για έξοδα και δαπάνες, κανένα ποσοστό (αμοιβή) για τα ανείσπρακτα ποσά, όπως, επίσης, δεν θα εδικαιούτο αμοιβή για κάθε δαπάνη, πραγματικά έξοδα και δικαιώματα τρίτων.
Την 1-1-2001 υπογράφηκε- η δεύτερη σύμβαση εντολής με τον πρώτο ενάγοντα, που ίσχυσε ανανεούμενη ανά έτος μέχρι την 31-12-2004, ενώ το περιεχόμενό της τροποποιήθηκε με την από 1-5-2002 πρόσθετη πράξη, στην εν λόγω δε νέα σύμβαση διατηρήθηκαν οι ίδιοι όροι αναφορικά με το περιεχόμενο της εντολής προς τον ενάγοντα και τον τρόπο αμοιβής του, πλην του όρου για την πληρωμή από την εναγομένη εφάπαξ του πιο πάνω ποσού προς κάλυψη των δαπανών και των δικαστικών εξόδων, τα οποία συμφωνήθηκε με την προαναφερόμενη πράξη ότι θα βαρύν0υν και θα καταβάλλονται από τον ενάγοντα, τέθηκε όμως το πρώτον όρος με βάση τον οποίο η εναγομένη θα μπορούσε να ανακαλεί και να αναλαμβάνει από τον πρώτο ενάγοντα μια ή και περισσότερες ή και όλες τις υποθέσεις που του είχε αναθέσει.
Στη συνέχεια μεταξύ αμφοτέρων των εναγόντων πλέον και της εναγομένης καταρτίσθηκαν διαδοχικά ανά έτος, την 3-1-2005, την 2-1-2006 και την 12-6-2007 τρεις νέες συμβάσεις εντολής, οι οποίες αναφορικά με το περιεχόμενο της εντολής προς τους ενάγοντες και την αμοιβή τους είχαν το ίδιο περιεχόμενο όπως και οι προηγούμενες συμβάσεις.
Ενώ η επί έτη συνεργασία τους συνεχίσθηκε ομαλά μέχρι την 19-12-2006, η εναγομένη εντελώς αιφνιδιαστικά ανακοίνωσε προς αυτούς την εκχώρηση των απαιτήσεών της σε τρίτη εισπρακτική εταιρία και τους ζήτησε την επιστροφή μεγάλου μέρους των υποθέσεων που διαχειρίζονταν, ενώ από το Μάιο του έτους 2007 έπαυσε να τους αναθέτει άλλες υποθέσεις, επικαλούμενη εσφαλμένο χειρισμό των εναγόντων σε μια υπόθεση, παράλληλα δε στα τέλη Ιανουαρίου του έτους 2008 απαίτησε από τους ενάγοντες να επιστρέψουν και άλλη μεγάλη ποσότητα των υποθέσεών της που χειρίζονταν, με τον ισχυρισμό ότι θα εκχωρηθούν σε εισπρακτική εταιρία, λόγω του ότι είχε παρέλθει έτος από την ανάθεσή τους στους ενάγοντες και δεν είχε εισπραχθεί ακόμη κάποιο ποσό και τελικά στις 23-9-2008 ζητήθηκε από την εναγομένη να επιστρέψουν οι ενάγοντες και τις τελευταίες υποθέσεις, που διεκπεραίωναν για λογαριασμό της, με την ίδια αιτιολογία, δηλαδή ότι είχαν μείνει ανείσπρακτες.
Από τη συμπεριφορά αυτή της εναγομένης, η οποία συνιστά καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης εντολής, υπέστησαν μεγάλη υλική ζημία, που συνίσταται στο ποσό της αμοιβής που θα αποκόμιζαν από την είσπραξη των απαιτήσεων της εναγομένης, καθώς και στα έξοδα, στα οποία είχαν υποβληθεί μέχρι εκείνη τη στιγμή, δεδομένου ότι για πολλές από τις υποθέσεις αυτές είχαν εκδοθεί διαταγές πληρωμής, ενώ για άλλες είχε ακολουθηθεί η διαδικασία της επιβολής βεβαιωτικού όρκου κατά τις διατάξεις της εκούσιας δικαιοδοσίας.
Αναβιβάζουν δε τα έξοδα για εκάστη διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου στο ποσό των 350 Ευρώ, στο οποίο συμποσούνται αφενός ποσό 100 Ευρώ για πάσης φύσεως έξοδα και αφετέρου 250 Ευρώ για ελάχιστη δικηγορική αμοιβή με βάση τον Κώδικα περί Δικηγόρων, τα έξοδα για εκάστη διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου στο ποσό των 500 Ευρώ , στο οποίο συμποσούνται αφενός 150 Ευρώ για πάσης φύσεως έξοδα και αφετέρου 350 Ευρώ για ελάχιστη δικηγορική αμοιβή με βάση τον Κώδικα Δικηγόρων και τέλος τα έξοδα για την διεξαγωγή των υποθέσεων βεβαιώσεως όρκου σε 300 Ευρώ για εκείνες που απλά εκδόθηκε απόφαση , εκ των οποίων τα 75 Ευρώ αφορούν έξοδα και τα 225 Ευρώ αφορούν ελάχιστη αμοιβή και σε 400 Ευρώ για εκείνες που έγινε και επίδοση της απόφασης περί δόσης όρκου και συντάχθηκε σχετικό πρακτικό εκ των οποίων τα 125 Ευρώ αφορούν έξοδα και τα 275 Ευρώ αφορούν ελάχιστη αμοιβή.
Ότι, εκτός από την ως άνω υλική ζημία, υπέστησαν και ηθική βλάβη εξαιτίας της συμπεριφοράς της εναγομένης, που συνίστατο αφενός μεν στο ότι οι όροι σε κάθε νέα από τις παραπάνω πέντε συμβάσεις εντολής, που υπέγραψαν, ήταν σαφώς δυσμενέστεροι για τους ίδιους (ενάγοντες) από τους αντίστοιχους της προηγουμένης και, επιπλέον, προσβλητικοί και μειωτικοί για το λειτούργημά τους ως δικηγόρων, καθώς μαρτυρούσαν αδικαιολόγητη καχυποψία για το πρόσωπό τους, αλλά και καταχρηστικοί, με αποτέλεσμα να προσβληθεί παράνομα η προσωπικότητά τους ως επαγγελματιών με πολυετή εμπειρία και έντιμη επιστημονική θητεία στο χώρο της Δικαιοσύνης και γενικότερα στην κοινωνία της πόλης, αφετέρου δε στο ότι επί πολλά χρόνια ασχολούνταν αποκλειστικά με υποθέσεις της εναγομένης και αιφνιδίως καταγγέλθηκε μονομερώς εκ μέρους της, χωρίς να υπάρχει σοβαρός λόγος, η σύμβαση εντολής τους, αφαιρέθηκαν από αυτούς υποθέσεις, για τις οποίες είχαν προβεί στις απαραίτητες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες και είχαν υποβληθεί σε σημαντικές δαπάνες για έξοδα, περί των οποίων ουδεμία πρόνοια έλαβε η εναγομένη, σε κάθε δε περίπτωση περιορίσθηκε σημαντικά το αντικείμενο της εργασίας τους, με αποτέλεσμα να υποστούν ανυπολόγιστη οικονομική ζημία και να αντιμετωπίσουν οξύτατο οικονομικό πρόβλημα για την επιβίωση των οικογενειών τους και όλα αυτά ενώ, κατά την πρώτη επιστροφή των υποθέσεων εκ μέρους τους στα τέλη του έτους 2006, η εναγομένη τους είχε υποσχεθεί απατηλώς ότι θα τους ανέθετε νέες υποθέσεις (απαιτήσεις) της κατά τρίτων, για να καλύψει έτσι τη σημαντική οικονομική ζημία τους.
Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες ζήτησαν, μεταξύ των άλλων, μετά από παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε εν μέρει αναγνωριστικό και εν μέρει καταψηφιστικό, Α) να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται η εναγομένη να καταβάλει εις ολόκληρο ή, άλλως, διαιρετά και κατ’ ισομοιρία στον καθένα από αυτούς, 1) το ποσό των 319.450 ευρώ ως ελάχιστη κατά τον Κώδικα περί Δικηγόρων αμοιβή τους και έξοδα για 887 υποθέσεις αρμοδιότητας Ειρηνοδικείου, για τις οποίες είχαν εκδώσει διαταγή πληρωμής, 2) το ποσό των 20.800 ευρώ ως αμοιβή και έξοδα για υποθέσεις στις οποίες επήγαγαν βεβαιωτικό όρκο, Β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει εις ολόκληρο ή, άλλως, διαιρετά και κατ’ ισομοιρία στον καθένα από αυτούς το ποσό των 123.200 ευρώ ως ελάχιστη κατά τον Κώδικα Περί Δικηγόρων αμοιβή τους και έξοδα για 352 υποθέσεις αρμοδιότητας Ειρηνοδικείου, για τις οποίες είχαν εκδώσει διαταγή πληρωμής και Γ) να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται η εναγομένη να καταβάλει στον καθένα από αυτούς το ποσό των 90.000 ευρώ ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την σε βάρος τους από την εναγομένη αδικοπραξία, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Η αγωγή με το προαναφερθέν περιεχόμενο και αιτήματα είναι πλήρως ορισμένη, γιατί περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο (άρθρα 90 παρ. 1, 92 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων, 341 παρ 1, 345 παρ. 1, 361 και 914, 281 και 932 ΑΚ ) και δικαιολογούν την άσκησή της από τους ενάγοντες κατά της εναγομένης (άρθρο 68 ΚΠολΔ), ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα ,χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται αναλυτικώς οι επιμέρους πράξεις των εναγόντων δικηγόρων , η επιτυχής έκβαση της δικών και ότι ανέλαβαν την υποχρέωση να διεξαγάγουν τις δίκες μέχρι τελεσιδικίας.
Συνεπώς ο σχετικός πρώτος λόγος της αναίρεσης ,από τον αριθμό 14 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι παρά τον νόμο το Εφετείο δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. 3. Επειδή, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει και όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του να προσκρούει στην περί δικαίου και ηθικής αντίληψή του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής δεν αρκεί μόνο η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου ν` ασκήσει το δικαίωμά του, αλλ` απαιτείται να συντρέχουν και άλλα περιστατικά ή ειδικές συνθήκες και περιστάσεις που προέρχονται κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, να δημιουργήθηκε ευλόγως στον οφειλέτη η πεποίθηση της μη ενάσκησης του δικαιώματός, οπότε η μεταγενέστερη άσκηση τούτου που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις ως άνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρονικό διάστημα, ν` αντίκειται προφανώς στις καθοριζόμενες από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ αρχές, διότι δημιουργεί δυσανάλογη προς την ωφέλεια του δικαιούχου επιβάρυνση του υπόχρεου (Ολ ΑΠ 8/2001).
Η ως άνω διάταξη έχει έντονο τον χαρακτήρα δημόσιας τάξης, διότι αποβλέπει στην καταπολέμηση της κακοπιστίας στις συναλλαγές και γενικά κατά την ενάσκηση κάθε δικαιώματος και συνεπώς δεν αποκλείεται να εφαρμοσθεί και στην περίπτωση άσκησης δικαιωμάτων που απορρέουν από διατάξεις δημόσιας τάξης, όπως είναι οι αξιώσεις των δικηγόρων προς καταβολή της ελάχιστης αμοιβής τους για την παροχή των νομικών υπηρεσιών τους, που ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 92 παρ 1, 98, 100 επ.
του ΝΔ 3026/1954 "Κώδικας περί Δικηγόρων" (Ολ ΑΠ 34/2005, ΑΠ 439/2013, ΑΠ 1423/2008). Ειδικότερα, α) κατ` άρθρο 91 παρ.1 του ως άνω Κώδικα ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δικαστηριακής ή άλλης δαπάνης, την οποία κατέβαλε εξ ιδίων και αμοιβή για κάθε εργασία του δικαστική ή εξώδικη, β) κατ` άρθρο 92 παρ.1 του ίδιου Κώδικα (όπως ισχύει μετά την προσθήκη του εδ.β αυτής με το άρθρο 5 παρ 3 του ν.δ 4272/1962 και την αντικατάστασή του με το άρθρο 8 του ν.1093/1980) η δικηγορική αμοιβή κανονίζεται με συμφωνία του δικηγόρου και του εντολέα ή αντιπροσώπου του, η οποία περιλαμβάνει είτε όλη την διεξαγωγή της δίκης είτε μέρος της είτε μεμονωμένες πράξεις ή άλλης φύσεως εργασίες, σε καμία περίπτωση όμως, δεν επιτρέπεται να υπολείπεται των ελαχίστων ορίων που καθορίζονται από τα άρθρα 98 επ.
του ως άνω Κώδικα, κάθε δε συμφωνία για λήψη κατώτερης αμοιβής από τα ως άνω καθοριζόμενα όρια είναι άκυρη ανεξάρτητα από το χρόνο σύναψης της. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες αποσκοπούν όχι μόνο στη προστασία του δικηγόρου ως εργαζομένου αλλά και στην κατοχύρωση του κύρους του δικηγόρου ως θεράποντος του δημοσίου συμφέροντος, συνάγεται ότι, η συμφωνία μεταξύ του εντολέα και του δικηγόρου για τη λήψη αμοιβής κατώτερης των ελαχίστων ορίων που καθορίζονται στα άρθρα 98 επ.
του Κώδικα περί Δικηγόρων, ανεξάρτητα από το χρόνο σύναψής της (πριν ή μετά την εκτέλεση της συμφωνημένης εργασίας) και τη μορφή υπό την οποία συνάπτεται, όπως άφεση χρέους του άρθρου 484 ΑΚ ή άλλη συμφωνία, είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενόμενη (άρθρα 174, 180 ΑΚ). Ο δικηγόρος, παρά τη συμφωνία αυτή, δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του για κάθε εργασία του, δικαστική ή εξώδικη, τα από το νόμο οριζόμενα ελάχιστα όρια αμοιβής, ο δε εντολέας του δεν μπορεί ν` αντιτάξει κατά της απαίτησής του ότι είχε συμφωνηθεί μικρότερη αμοιβή, αφού η συμφωνία αυτή είναι άκυρη.(ΑΠ 439/2013).
Ειδικότερα δεν συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής άσκησης της αξιώσεως του δικηγόρου περί της αμοιβής του από το λόγο ότι αυτή, ως εκ της αξίας του αντικειμένου, με βάση την οποία υπολογίζεται, είναι μεγάλη, όταν ο υπολογισμός της γίνεται βάσει των ελαχίστων ορίων του Κώδικα περί Δικηγόρων ή από το ότι για την εργασία του δικηγόρου για την οποία ζητείται αμοιβή, απαιτήθηκε λίγος χρόνος και καταβλήθηκε μικρή επιστημονική προσπάθεια, εφόσον, κατά το άρθρο 98 του ιδίου Κώδικα, τα στοιχεία αυτά λαμβάνονται υπόψη για την αύξηση του ελαχίστου ποσού της αμοιβής (ΑΠ 1423/2008) καθώς και η συναίνεση του δικηγόρου στην ανάκληση της εντολής από τον εντολέα του, εφόσον η ανάκληση της εντολής είναι δικαίωμα του εντολέως χωρίς να χρειάζεται συναίνεση γι’ αυτήν από τον εντολοδόχο δικηγόρο.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή αν αγωγή ,ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ ΑΠ 10/2011, 2/2013). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, σχετικά με την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ότι η αξίωση των εναγόντων να λάβουν τις αιτηθείσες αμοιβές είναι καταχρηστική, δέχθηκε ότι η ένσταση αυτή, που προβλήθηκε παραδεκτά από την αναιρεσείουσα, πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη, καθόσον τα επικαλούμενα για τη θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά, όπως εκτίθενται από την εναγομένη και δη « η επί σειρά ετών συνεργασία τους, η σταθερή και αδιάκοπα εφαρμοζόμενη μέθοδος αμοιβής τους, εργολαβικά, με ποσοστό επί των εισπραττομένων απαιτήσεων, η αδιαμαρτύρητη αποδοχή εκ μέρους τους των μεταξύ των καταρτιζόμενων κάθε φορά συμβάσεων εντολής και ιδίως των όρων καθαρισμού της κάλυψης των εξόδων και της αμοιβής, ο νομικός και αντικειμενικός λόγος που οδήγησε στην ανάκληση των ένδικων υποθέσεων, η σαφής και έμπρακτη συναίνεση στην ανάκληση αυτή από τους αντιδίκους κατά τρόπο που της δημιουργούσε την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα αξιώνονταν αμοιβή γι’ αυτές, η επακολουθήσασα λύση της συνεργασίας τους από αποκλειστική υπαιτιότητά τους, σε συνδυασμό με την μακρόχρονη παράλειψη αξίωσης των δήθεν οφειλόμενων αμοιβών», και αν ακόμη υποτεθεί ότι είναι αληθινά δεν καθιστούν την άσκηση του ένδικου δικαιώματος των εναγόντων καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ.
Κρίνοντας το Εφετείο μη νόμιμη την ένσταση της εναγομένης περί καταχρήσεως του δικαιώματος των εναγόντων να αξιώσουν την δικηγορική αμοιβή τους, δεν παραβίασε (με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή του) την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, διότι δεν στοιχειοθετείται προφανής υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ για τους λόγους της μακρόχρονης συνεργασίας των διαδίκων, της αμοιβής των εναγόντων εργολαβικά, της αποδοχής των εναγόντων των συμβάσεων εντολής και των όρων καθαρισμού της κάλυψης των εξόδων και της αμοιβής, της γνώσης των λόγων της ανάκλησης της εντολής της εναγομένης προς τους ενάγοντες και της συναίνεσης των εναγόντων στην ανάκληση αυτής της εντολής, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή η άσκηση της ένδικης αξίωσης των εναγόντων δικηγόρων να ζητήσουν να λάβουν την αμοιβή τους για τις προσφερθείσες δικαστικές και εξώδικες πράξεις τους προς την εναγομένη, σύμφωνα με τα ελάχιστα όρια του Κώδικα περί Δικηγόρων, δεν προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και εντεύθεν δεν υπερβαίνει, κατ` αντικειμενική κρίση, και μάλιστα προφανώς τα από την παραπάνω διάταξη οριζόμενα όρια Επομένως ,ο δεύτερος λόγος αναίρεσης ,από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που πλήττει την ως άνω κρίση του Εφετείου (αναφορικά με την απόρριψη της ένστασης της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγόντων), είναι αβάσιμος.
Μετά από αυτά και, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-5-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 415/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ