Legislator Case Law & Legislation
1388/2011 AI generated

1388/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1388/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Έννοια άρθρου 436 ΑΚ, 437 παρ. 1 ΑΚ. Αντικατάσταση παλαιάς επιταγής με νέα. Πότε θεωρείται ανανέωση και πότε δίδεται αντί καταβολής. Όροι άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1388/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 436 ΑΚ, η ενοχή αποσβήνεται, αν με σύμβαση αντικατασταθεί, με σκοπό κατάργησης, με νέα ενοχή που περιλαμβάνει, είτε τα ίδια πρόσωπα, είτε άλλο οφειλέτη, είτε άλλο δανειστή. Κατά δε το άρθρο 437 παρ. 1 ΑΚ, αν η παλιά ενοχή είναι άκυρη, είναι άκυρη και η ανανέωση, εκτός αν προκύπτει απ' αυτήν, ότι περιέχει επικύρωση της άκυρης ενοχής.

Keywords

AI generated
fraud on creditors dismissal of fraud charges non-implementation of the offending agreements fraudulent insurance claim payment service provider economic offence
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1388 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Έννοια άρθρου 436 ΑΚ, 437 παρ. 1 ΑΚ. Αντικατάσταση παλαιάς επιταγής με νέα. Πότε θεωρείται ανανέωση και πότε δίδεται αντί καταβολής. Όροι άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.

Αριθμός 1388/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Γ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κατρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Χ. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Φραντζεσκάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-10-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4892/2003 μη οριστική, 4737/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3789/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 5-9-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 6 -5-2010 έκθεση, της ήδη προαχθείσας σε Αντιπρόεδρο Ρένας Ασημακοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Κατά το άρθρο 436 ΑΚ, η ενοχή αποσβήνεται, αν με σύμβαση αντικατασταθεί, με σκοπό κατάργησης, με νέα ενοχή που περιλαμβάνει, είτε τα ίδια πρόσωπα, είτε άλλο οφειλέτη, είτε άλλο δανειστή. Κατά δε το άρθρο 437 παρ. 1 ΑΚ, αν η παλιά ενοχή είναι άκυρη, είναι άκυρη και η ανανέωση, εκτός αν προκύπτει απ' αυτήν, ότι περιέχει επικύρωση της άκυρης ενοχής.

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών από τη θέση σε ισχύ της νέας ενοχής αυτομάτως επέρχεται απόσβεση της παλαιάς ενοχής και δεν μπορεί να προβληθούν ενστάσεις από την παλαιά ενοχική σχέση Εξ άλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 22, 28 και 2 Ν 5960/1933 "περί επιταγής" ο κομιστής, εν ασκώντας την αγωγή εκ του τίτλου, δεν έχει υποχρέωση να επικαλείται και αποδεικνύει την ύπαρξη έγκυρης αιτίας.

Ο εναγόμενος, όμως, μπορεί να προτείνει εναντίον του κομιστή κατ' ένσταση και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδεικνύει την ελαττωματικότητα της αιτίας ή και της βασικής σχέσης. Αυτά ισχύουν και στην περίπτωση της προβολής από τον οφειλέτη της επιταγής της ένστασης, ότι αυτή καλύπτει εν όλω ή εν μέρει τοκογλυφικούς τόκους.

Ειδικότερα, στην περίπτωση έκδοσης της επιταγής με σκοπό την ανανέωση της απαίτησης του δανειστού από τη βασική σχέση, η απόσβεση της απαίτησης του δανειστή από τη βασική σχέση επέρχεται αυτομάτως με την παράδοση της επιταγής κατά τη συμφωνία των μερών για την αιτία της. Η δε μεταγενέστερη, κατά τις διατάξεις του συμβατικού δικαίου, αναδρομή στη βασική σχέση είναι αδύνατη.

Στη συνηθισμένη στις συναλλαγές περίπτωση κατά την οποία η πληρωμή του κομιστή επιταγής, γίνεται με την έκδοση και παράδοση σε αυτόν μιας άλλης επιταγής, η σχέση μεταξύ της παλαιάς και της νέας εξ επιταγής ενοχής καθορίζεται από τη βούληση των συμβαλλομένων στη συμφωνία για την παράδοση της νέας επιταγής, από την οποία κρίνεται, αν η νέα επιταγή δίδεται προς ανανέωση ή αντί καταβολής.

Η έκδοση δε νέας τραπεζικής επιταγής προς κάλυψη αξιώσεων από προγενέστερες επιταγές συνιστά ανανέωση της παλαιάς ενοχής με νέα ενοχή, με σκοπό την κατάργηση και απόσβεση της προηγούμενης ενοχής (ΑΠ 68/2001). Περαιτέρω, ο κατ' άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο σε σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου.

Ενώ ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, δεν συνιστά ανεπαρκή αιτιολογία, όταν το πόρισμα διατυπώνεται με σαφήνεια (ΟλΑΠ 1/1999,270, Ολ.ΑΠ 24/1992 ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 562/2000).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων, πού ασχολείται με μεσιτικές και οικοδομικές εργασίες, δανειζόταν κατά τα έτη 1988 έως 1996 από την αναιρεσίβλητη διάφορα χρηματικά ποσά, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων δανείων, που είχαν καταρτιστεί προφορικά μεταξύ τους.

Ο αναιρεσείων, χάριν εξοφλήσεως των ως άνω δανείων, εξέδιδε σε διαταγή της αναιρεσίβλητης επιταγές και κάθε φορά που η τελευταία του δάνειζε κάποιο ποσό, αυτό προστίθετο στο ποσό της προηγούμενης ανεξόφλητης επιταγής, η οποία αντικαθίστατο με νέα για το συνολικό ποσό. Μέχρι το τέλος του έτους 1996, το ύψος των ως άνω δανεισθέντων ποσών είχε ανέλθει σε 29.480.000 δρχ.

Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντα, ότι έχει λάβει από την αναιρεσίβλητη με διαδοχικές συμβάσεις δανείων, το ποσό των 17.280.000 δρχ., δεν αποδείχθηκε από τα προσκομιζόμενα από αυτόν αποδεικτικά μέσα και πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του. Ο αναιρεσείων, ο οποίος κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη κατά διαστήματα μόνο τόκους, δεν επέστρεψε στην τελευταία το ως άνω οφειλόμενο ποσό μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου 1998, όπως είχε συμφωνηθεί και κατόπιν τούτου οι διάδικοι συμφώνησαν, την ανανέωση του παραπάνω χρέους του αναιρεσείοντος και την εξόφληση του σε τρεις δόσεις, ήτοι καταβολή ποσού 7.480.000 δρχ.

στις 15-3-1998, 10.000.000 δρχ. στις 29-7-1998 και 12.000.000 δρχ. στις 30-10-1998. Για το σκοπό αυτό ο αναιρεσείων ήτοι σε ανανέωση της προϋφισταμενης ως άνω συνολικής οφειλής του προς την αναιρεσίβλητη και προς εξασφάλιση επιστροφής του οφειλόμενου ποσού στις ορισθείσες ημερομηνίες, εξέδωσε σε διαταγή του τελευταίου τις υπ' αριθμ. ..., ...

και ... μεταχρονολογημένες δίγραμμες επιταγές, πληρωτέες από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, Υποκατάστημα Ερμιόνης, από τον ... λογαριασμό του, με ημερομηνίες εκδόσεως 15-3-1998, 29-7-1998 και 30-10-1998 αντίστοιχα, ποσού 7.480.000, 10.000.000 και 12.000.000 δρχ. αντίστοιχα. Παρά τα ως άνω συμφωνηθέντα ο αναιρεσείων δεν επέστρεψε στην αναιρεσίβλητη τα παραπάνω ποσά στις αντίστοιχες ημερομηνίες και έτσι η αναιρεσίβλητη εμφάνισε εμπρόθεσμα προς πληρωμή τις επιταγές, οι οποίες δεν πληρώθηκαν λόγω ανακλήσεως, εκ μέρους του πρώτου, του υπολοίπου του λογαριασμού του.

Με βάση την πρώτη από τις ως άνω επιταγές ποσού 7.480.000 δρχ., εκδόθηκε η 7747/98 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της οποίας ο αναιρεσείων άσκησε την από 29-6-1998 ανακοπή του, η οποία απορρίφθηκε τελεσίδικα με την 4351/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και επικυρώθηκε η διαταγή πληρωμής.

Κατόπιν τούτου με το από 12-10-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων η εξόφληση του επιδικασθέντος, με την άνω διαταγή πληρωμής, ποσού πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, κατά τ' αναφερόμενα ειδικότερα σ' αυτό σε δόσεις, για τις οποίες ο αναιρεσείων εξέδωσε ισόποσες αντίστοιχης λήξης επιταγές.

Επίσης με τον όρο 2 του εν λόγω συμφωνητικού συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, ότι η αναιρεσίβλητη διατηρεί κάθε δικαίωμα της για επιδίωξη των λοιπών ευρισκομένων στα χέρια της επιταγών, έκδοσης του αναιρεσείοντα με κάθε νόμιμο μέσο, δοθέντος ότι η δια του συμφωνητικού ρύθμιση αφορά μόνον την από την ως άνω διαταγή πληρωμής απαίτηση της.

Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ότι έχει καταβάλει στην αναιρεσίβλητη εξόφληση των ληφθέντων από αυτόν δανείων, συνολικού ποσού 17.280.000 δρχ. εκτός του κεφαλαίου αυτού το ποσό των 8.540.272 δρχ., για νόμιμους τόκους και 9.479.506 δρχ. για τοκογλυφικούς τόκους (ποσό το οποίο προτείνει σε συμψηφισμό, ως αχρεωστήτως καταβληθέν) και συνολικά 35.299.778 δρχ.

και ότι η έκδοση των ως άνω επιταγών, συνολικού ποσού 29.480.000 δρχ. σε διαταγή της αναιρεσίβλητης παρά την εξόφληση της οφειλής του προς αυτήν, οφείλεται στο ότι έπεσε θύμα της τυφλής εμπιστοσύνης που είχε στον τότε λογιστή του Α. Α., ο οποίος διαχειριζόταν τα δάνεια του με την αναιρεσίβλητη και τον ενημέρωνε σε σχέση με τις υποχρεώσεις του με τον ως άνω δανεισμό, χωρίς ο ίδιος να ελέγχει τα σχετικά στοιχεία και ο οποίος (λογιστής), καταχράστηκε τεράστια χρηματικά ποσά σε βάρος του και για το λόγο αυτό καταδικάστηκε, με την 493-568-607/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, σε κάθειρξη πέντε ετών.

Πλην όμως οι ισχυρισμοί αυτοί του αναιρεσείοντα δεν αποδείχθηκαν. Αντίθετα αποδείχθηκε, ότι το ποσό των προαναφερομένων τριών επιταγών, που εκδόθηκαν σε ανανέωση του προϋφισταμένου χρέους του αναιρεσείοντα προς την αναιρεσίβλητη αποτελεί ανεξόφλητο κεφάλαιο των δανείων που δόθηκαν διαδοχικά στον αναιρεσείοντα.

Ειδικότερα, ας σημειωθεί εν πρώτοις, ότι η καταβολή των 11.839.780 δρχ., πραγματοποιήθηκε από τον αναιρεσείοντα στην αναιρεσίβλητη βάσει του από 12/10/2000 ιδιωτικού συμφωνητικού που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων και ρύθμιζε την εξόφληση του κεφαλαίου (7.480.000 δρχ.) των τόκων (3.756.474 δρχ.) και των δικαστικών εξόδων (603.306 δρχ.) της ως άνω 7747/98 διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε με βάση την πρώτη επιταγή και ενώ είχε εκδοθεί η ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που επικύρωσε αυτή (διαταγή πληρωμής).

Εξάλλου αποδείχθηκε, ότι ο αναιρεσείων έχει καταβάλει στην αναιρεσίβλητη συνολικά το ποσό των 8.540.272 δρχ. με επιταγές που πληρώθηκαν και με μετρητά, που κατέθεσε στο λογαριασμό της. Το ποσό αυτό αφορά νομίμους τόκους των δανείων που χορηγήθηκαν στον αναιρεσείοντα κατά το διάστημα 1988-1996. Άλλα ποσά δεν αποδείχθηκε ότι κατέβαλε ο τελευταίος και ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι όλα τα ποσά των καταθέσεων που αναγράφονται στα βιβλιάρια καταθέσεων της αναιρεσίβλητης, αντίγραφα των οποίων προσκομίζονται από τον αναιρεσείοντα, χωρίς όνομα καταθέτη, αφορούν χρήματα που κατέβαλε ο αναιρεσείων.

Εάν αυτό συνέβαινε θα προσκόμιζε ο τελευταίος αντίστοιχα παραστατικά της Τράπεζας. Ούτε επιπλέον οι επικαλούμενες από αυτόν καταβολές που είναι, κατά τους ισχυρισμούς του, προϊόν λήψης τοκογλυφικών ωφελημάτων, συνοδεύονται με την επιστροφή σ' αυτόν κάποιων αξιόγραφων (επιταγών ή συναλλαγματικών) που θα είχαν εκδοθεί για να καλύψουν το κεφάλαιο του δανείου και τους υπερβαίνοντες το νόμιμο τόκους και που το ποσό καθενός από αυτά θ' αντιστοιχούσε στο άθροισμα των καταβολών του αναιρεσείοντα.

Επομένως οι επιταγές ενσωματώνουν ανεξόφλητο κεφάλαιο δανείων, λαμβανομένου υπόψη και του ότι δεν μπορεί να εξηγηθεί αλλιώς το γεγονός ότι ο αναιρεσείων ενώ δεν απειλείτο από την εμφάνιση προς πληρωμή αξιόγραφων έκδοσης του, κατέβαλε αχρεώστητα στην αναιρεσίβλητη σημαντικά ποσά και μάλιστα για χρονικό διάστημα οκτώ ετών και τέλος εξέδωσε τις τρεις επιταγές, παρότι είχε εξοφλήσει, ως ισχυρίζεται, την οφειλή του.

Ας σημειωθεί τέλος ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι τα επίδικα δάνεια καταρτίστηκαν από το λογιστή του αναιρεσείοντα Α. Α., ώστε ο ίδιος, έμπειρος επιχειρηματίας, να μην γνωρίζει ποια ακριβώς ποσά δανειζόταν και στη συνέχεια κατέβαλε στους δανειστές του, άλλωστε όλες οι επιταγές, που εκδόθηκαν από αυτόν επ' ευκαιρία των δανείων φέρουν την υπογραφή του και επομένως ο ισχυρισμός του ότι εξέδωσε τις τρεις επιταγές, χωρίς να γνωρίζει αν οφείλει ή όχι στην αναιρεσίβλητη, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του.

Η κρίση του Δικαστηρίου ότι οι τρεις προαναφερόμενες επιταγές εκδόθηκαν σε ανανέωση της προϋφισταμενης οφειλής του αναιρεσείοντα προς την αναιρεσίβλητη από διαδοχικά δάνεια και ενσωματώνουν ανεξόφλητο κεφάλαιο, στηρίζεται και στο γεγονός ότι αμετάκλητα απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντα ότι οι επιταγές αυτές ενσωμάτωναν τοκογλυφικούς τόκους, δυνάμει του 1171/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, το οποίο έχει καταστεί αμετάκλητο και με το οποίο απαλλάχθηκε η αναιρεσίβλητη από την κατηγορία της τοκογλυφίας σε βάρος του αναιρεσείοντα.

Επίσης στο γεγονός ότι απορρίφθηκε δυνάμει της με αριθ. 4351/2000 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που έχει καταστεί αμετάκλητη, αφού ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι έχει ασκήσει αναίρεση κατ' αυτής άλλα αντίθετα ότι έχει εξοφλήσει την οφειλή του από τη διαταγή πληρωμής, η από 29.6.1998 ανακοπή του αναιρεσείοντα κατά της 7747/1998 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε με βάση την πρώτη από τις τρεις προαναφερόμενες επιταγές και με την οποία απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντα ότι οι επιταγές αυτές είχαν εκδοθεί σε διαταγή της αναιρεσίβλητης ως εγγύηση για την πλήρη εξόφληση κατά κεφάλαιο και τόκους δανείων, που του είχε χορηγήσει και τα οποία είχε πλήρως εξοφλήσει κατά κεφάλαιο και τόκους, πριν την εμφάνιση προς πληρωμή των εν λόγω επιταγών.

Εξάλλου, ας σημειωθεί, ότι αν και ο αναιρεσείων είχε ασκήσει εναντίον της αναιρεσίβλητης την από 15-6-1998 αρνητική αναγνωριστική αγωγή, με την οποία, μεταξύ των άλλων, ζητούσε ν' αναγνωριστεί ότι δεν οφείλει στην τελευταία το ποσό των τριών παραπάνω αναφερομένων επιταγών, εν συνεχεία παραιτήθηκε από αυτή.

Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο και να απορρίψει ως αβάσιμες στην ουσία τους, τις ενστάσεις του αναιρεσείοντα περί εξοφλήσεως της ένδικης οφειλής και συμψηφισμού ποσού 9.479,506 δρχ., που κατά τους ισχυρισμούς του, είχε καταβληθεί αχρεωστήτως στην αναιρεσίβλητη για τοκογλυφικούς τόκους και κατόπιν να επιδικάσει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 22.000.000 δρχ. (ή 64.563,46 €), ήτοι τα ποσά των δεύτερης και τρίτης από τις προαναφερόμενες επιταγές, που αντιστοιχούσε στις δεύτερη και τρίτη ανεξόφλητες δόσεις της κατά τα ανωτέρω ανανεωθείσας οφειλής του αναιρεσείοντα προς την αναιρεσίβλητη από τις προηγούμενες μεταξύ τους διαδοχικές συμβάσεις δανείων, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη τον περί τοκογλυφικών τόκων ισχυρισμό του αναιρεσείοντα, τον οποίο ερεύνησε και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο, ούτε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση της νόμιμης βάσης με ελλιπείς αιτιολογίες, αφού από το αιτιολογικό της προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν.

Ειδικότερα, δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης η αναφορά σε αυτήν των ποσών των δανείων που έλαβε ο αναιρεσείων από την αναιρεσίβλητη κατά τα έτη 1988-1996, ούτε αν τα δάνεια αυτά ήταν άτοκα ή έντοκα και ποιος ήταν ο συμφωνηθείς τόκος, αφού για το οφειλόμενο από τον αναιρεσείοντα στην αναιρεσίβλητη μέχρι την 10-9-1997 από προηγούμενες τραπεζικές επιταγές ποσό των 29.480.000 δραχ.

εχώρησε κατά τις παραδοχές του Εφετείου ανανέωση του χρέους αυτού με την έκδοση από τον αναιρεσείοντα και παράδοση στην αναιρεσίβλητη των με αριθ. ..., ... και ... επιταγών ποσού 7.480.000, 10.000.000 και 12.000.000 δραχ. αντίστοιχα από τις οποίες η πρώτη πληρώθηκε στην αναιρεσίβλητη και το ποσό των δεύτερης και τρίτης εκ δραχ. 10.000.000, 12.000.000, που δεν εισπράχθηκε από τον αναιρεσίβλητο, ζητήθηκε με την ένδικη αγωγή και επιδικάσθηκε στον αναιρεσίβλητο με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Η δε σκέψη της προσβαλλόμενης ότι " οι επιταγές ενσωματώνουν ανεξόφλητο κεφάλαιο δανείων λαμβανομένου υπόψη και του ότι δεν μπορεί να εξηγηθεί αλλιώς, το γεγονός ότι ο αναιρεσείων, ενώ, δεν απειλείτο από την εμφάνιση προς πληρωμή αξιόγραφων της έκδοσης του, κατέβαλε αχρεωστήτως στην αναιρεσίβλητη σημαντικά ποσά και μάλιστα για χρονικό διάστημα εννέα ετών και τέλος εξέδωσε τις τρεις επιταγές παρότι είχε εξόφλησε, ως ισχυρίζεται, την οφειλή του", αποτελεί επιχείρημα του Εφετείου προς στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος της μη ύπαρξης τοκογλυφικών τόκων, που διατυπώνεται με σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση και δεν ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔικ λόγο αναιρέσεως.

Δεν έρχεται δε η σκέψη αυτή του Εφετείου σε αντίθεση με την προηγούμενη σκέψη του, ότι "ο αναιρεσίβλητος δάνεισε στον αναιρεσείοντα κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1988 έως το έτος 1996 διάφορα χρηματικά ποσά, με διαδοχικές συμβάσεις δανείων που είχαν καταρτισθεί προφορικά μεταξύ τους. Ο δε αναιρεσείων εξέδιδε χάριν εξοφλήσεως των δανείων αυτών σε διαταγή του αναιρεσιβλήτου επιταγές και κάθε φορά που ο τελευταίος του δάνειζε κάποιο ποσό αυτό προστίθετο στο ποσό της προηγούμενης ανεξόφλητης επιταγής, η οποία αντικαθίστατο με νέα για το συνολικό ποσό".

Επομένως οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος από το άρθρο 559 αρθ. 19 ΚΠολΔικ λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο κατέληξε στο πόρισμα του για το ουσιαστικά αβάσιμο του περί τοκογλυφικών τόκων ισχυρισμού του αναιρεσείοντα από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσείοντα, την ανωμοτί κατάθεση του αναιρεσιβλήτου και από όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Μεταξύ δε των εγγράφων αυτών μνημονεύονται και το με αριθ. 2538/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, που επικυρώθηκε με το υπ' αριθ. 3029/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών και η με αριθ. 5474/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με τα οποία, βουλεύματα και απόφαση, απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντα περί τοκογλυφικών τόκων στις προαναφερόμενες δύο πρώτες με αριθ. ...

και ... επιταγές. Επομένως ο τρίτος από το άρθρο 559 αρ. 8, σε κάθε περίπτωση δε από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο απέρριψε τον περί τοκογλυφίας ισχυρισμό του αναιρεσείοντα χωρίς απόδειξη πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά απ' αυτά, αφού δεν υφίσταται λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της για τους λόγους που προαναφέρθηκαν.

Η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (αρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5.9.2008 αίτηση του Ε. Γ. προς αναίρεση της με αριθμό 3789/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και,

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και, δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 5 Σεπτεμβρίου 2011.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ