Supreme Court dismisses National Bank's appeal regarding interpretation of credit agreement terms and security obligations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the National Bank of Greece's request to overturn the Patras Court of Appeal's judgment. The bank argued the lower court failed to interpret the credit agreement regarding the return of third-party checks used as collateral. The court found the appeal baseless because the lower court correctly applied the contract terms and the bank's loss resulted from its own employees' illegal conduct.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173 and 200 of the Civil Code; The court must interpret declarations of will according to specific rules, but factual findings regarding evidence assessment are not subject to appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1388 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1388/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Προεδρεύουσα, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Δημητρίου Δαλιάνη), Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαΐου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ψ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ και ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΞΥΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους, Αναστάσιο Καλυβά και Ιάσωνα Καχριμάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-5-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 779/2005 του Εφετείου Πατρών. Μετά την άσκηση αναίρεσης εκδόθηκε η 1452/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την απόφαση του Eφετείου και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο. Κατόπιν το Εφετείο Πατρών εξέδωσε την 594/2008 απόφαση την αναίρεση της οποίας ζητά η αναιρεσείουσα με την από 8-10-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 27-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ως πράγματα, τα οποία, αν παρά το νόμο, δεν ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, νοούνται οι ουσιώδεις, νόμιμοι και παραδεκτώς προταθέντες, πραγματικοί ισχυρισμοί του διαδίκου, που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης κλπ και γι' αυτό ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Δεν αποτελούν πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής οι αρνητικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι αποκρούονται με την παραδοχή των αντιθέτων, ούτε τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 Α.Κ. προκύπτει, ότι προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση για τη ζημία, που προήλθε από παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη του υπόχρεου προς αποζημίωση, είναι και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και του επιζήμιου αποτελέσματος.
Υπάρχει δε η αιτιώδης αυτή συνάφεια, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (αρθρ. 336 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (άρθρ. 298 ΑΚ) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του εάν τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από αυτό πραγματικά περιστατικά, γενικά και αφηρημένα λαμβανόμενα, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι η πράξη ή παράλειψη εκείνη μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, αφού σχηματίζεται με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 519 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.
για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Αντιθέτως, η περαιτέρω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή παράλειψη εκείνης αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος από τα άρθρα 297, 298, 330, 1224 εδ. α, 1235 αριθ. 1, 1243 αριθ. 1 και 1256 ΑΚ συνάγεται ότι ο ενεχυρούχος δανειστής έχει υποχρέωση να διαφυλάσσει την ενοχική απαίτηση του ενεχυραστή κατά τρίτου, στην οποία έχει συσταθεί το ενέχυρο, έτσι ώστε να μην επέλθει μερική ή ολική απόσβεση ή αποδυνάμωση αυτής, αν δε από πταίσμα του προκαλέσει την εν λόγω απόσβεση ή αποδυνάμωση και εντεύθεν ζημία στον ενεχυραστή, αυτός δικαιούται αποζημιώσεως, σύμφωνα με τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (ΑΠ 852/2002, 204/91).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εξής κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Με την υπ' αριθμ. ... αρχική σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και τις υπ' αριθμ. ... αυξητικές συμβάσεις, που, καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων, χορηγήθηκε στην ενάγουσα από την εναγομένη τράπεζα πίστωση μέχρι του ποσού των 115.000.000 δραχμών για την εξυπηρέτηση της οποίας τηρήθηκαν από την πιστώτρια εναγομένη οι υπ' αριθμ. ...
λογαριασμοί του καταστήματός της στην Αμαλιάδα μέσω του οποίου χορηγήθηκε η πίστωση. Την 30.9.1996 η εναγομένη έκλεισε οριστικά τους λογαριασμούς αυτούς, οι οποίοι εμφάνιζαν χρεωστικό εις βάρος της ενάγουσας κατάλοιπο 73.894.695 δρχ. (αντίστοιχο 216.858,86 ευρώ) και, αφού την 2.10.1996 γνωστοποίησε στην πρωτοφειλέτη πιστούχο και τους εγγυητές το κλείσιμο των λογαριασμών και το κατάλοιπο, εκδόθηκε μετ' αίτησή της η υπ' αριθμ.37/1997 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας.
Κατά την πιστωτική σύμβαση η πιστούχος, προς εξασφάλιση της πίστωσης, παρέδιδε στην πιστώτρια με οπισθογράφηση, λόγω ενεχύρου, επιταγές πελατών της, καταρτιζόμενης κάθε φορά σύμβασης ενεχύρου επιταγών. Κατά τη συμφωνία των διαδίκων, αν οι επιταγές αυτές που παραδίδονταν στην εναγομένη λόγω ενεχύρου, δεν πληρώνονταν στην πιστώτρια, κατά τη νόμιμη από αυτή εμφάνισή τους προς πληρωμή, εδικαιούτο να τις επιστρέψει στην πιστούχο, ελεύθερες ενεχύρου, αφού διαγράψει, χωρίς την συγκατάθεση των εγγυητών, την οπισθογράφησή της και τις μεταγενέστερες αυτής οπισθογραφήσεις, τις επιστρεφόμενες δε αυτές επιταγές υποχρεούτο η πιστούχος είτε να τις εξοφλήσει αμέσως στην ενεχυρούχο πιστώτρια είτε να τις αντικαταστήσει με άλλες.
Περαιτέρω το Εφετείο δέχεται, ότι σε εκτέλεση της σύμβασης παροχής πίστωσης, η πιστούχος, εκτός των άλλων, μεταβίβασε και παράδωσε στην πιστώτρια, λόγω ενεχύρου στις ... επιταγή με αριθμό ... ποσού 5.500.000 δρχ. εκδόσεως ... και στις 17.1.1996 την υπ' αριθμ.... επιταγή ποσού 3.000.000 δρχ. εκδόσεως .... Οι επιταγές αυτές δεν εμφανίστηκαν από την πιστώτρια προς πληρωμή εντός της νόμιμης προθεσμίας πληρωμής τους, όπως υποχρεούτο από την μεταξύ των διαδίκων πιστωτική σύμβαση, ούτε τα σχετικά κονδύλια αυτών καταχωρήθηκαν στους τηρούμενους λογαριασμούς ως πίστωση της πιστώτριας, ούτε τέλος επεστράφησαν στην πιστώτρια, αλλά οι αρμόδιοι προστηθέντες υπάλληλοι της πιστώτριας, οι οποίοι κατά παράβαση των συμφωνηθέντων εμφάνιζαν προς πληρωμή επιλεκτικά ορισμένες και όχι όλες τις επιταγές που μεταβίβαζε η πιστούχος στην πιστώτρια, λόγω ενεχύρου, ενεργώντας εν γνώσει ότι βλάπτουν τα συμφέροντα της πιστούχου ενάγουσας, και προς εξυπηρέτηση των εκδοτών των επιταγών αυτών, τις παρακράτησαν και αχρήστευσαν και έτσι αφ'ενός μεν τα ποσά των επιταγών αυτών δεν καταχωρήθηκαν στους λογαριασμούς της πίστωσης, με συνέπεια, το χρεωστικό κατάλοιπο του λογαριασμού να είναι κατά τα ποσά αυτά αυξημένο, αφ' ετέρου δε λόγω του ότι τα σώματα αυτών δεν επεστράφησαν στην πιστούχο η τελευταία δεν μπόρεσε να ασκήσει το δικαίωμά της προς είσπραξη έναντι των υπόχρεων προς πληρωμή τους η δε σχετική αξίωση της ενάγουσας έναντι αυτών προς πληρωμή των επιταγών έχει παραγραφεί.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι από την υπαίτια και παράνομη αυτή πράξη των αρμοδίων υπαλλήλων της εναγομένης, οι οποίοι, ενεργώντας, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο με πρόθεση, ματαίωσαν και δεν εξασφάλισαν, όπως υποχρεούντο την από τις επιταγές αυτές απαίτηση της πιστούχου έναντι των εξ αυτών υποχρέων, η ενεχυράστρια πιστούχος αφ' ενός υπέστη περιουσιακή ζημία ισόποση με τα ποσά των εν λόγω δύο επιταγών, αφετέρου δε υπέστη και ηθική βλάβη, λόγω προσβολής της φήμης της και της εξ αυτής μείωσης της πελατείας, προς αποκατάσταση της οποίας επιδίκασε εύλογη αποζημίωση 3.000 ευρώ.
Από τις παραδοχές αυτές του Εφετείου προκύπτει ότι: α) αυτό έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, ότι τις επιταγές που η πιστούχος μεταβίβαζε, λόγω ενεχύρου, στην πιστώτρια, υποχρεούτο η τελευταία να επιστρέψει στην ενεχυράστρια, εάν αυτές δεν επληρώνοντο κατά την νόμιμη εμφάνισή τους προς πληρωμή από την ενεχυρούχο, η δε τελευταία λαμβάνοντας αυτές υποχρεούτο είτε να εξοφλήσει τις επιστρεφόμενες επιταγές αμέσως είτε με τη δόση άλλων επιταγών, δεχόμενο σαφώς το Εφετείο ότι οι άνω δύο επιταγές ουδέποτε εμφανίστηκα προς πληρωμή από την εναγομένη, ούτε επιστράφηκαν στην ενάγουσα, αλλά οι αρμόδιοι υπάλληλοι της εναγομένης τις παρακράτησαν και τις αχρήστευσαν με πρόθεση και επομένως η πιστούχος δεν υποχρεούτο στην πληρωμή αυτών ή την αντικατάστασή τους με άλλες, αφού, όπως σαφώς δέχεται το Εφετείο, οι επιταγές αυτές ουδέποτε επιστράφηκαν ή έστω προσφέρθηκαν στην πιστούχο, ώστε η τελευταία να υποχρεούται στην άμεση εξόφλησή τους.
Επομένως ο πρώτος λόγος, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της εναγομένης, πως αυτή υποχρεούτο στην επιστροφή των επιταγών με την άμεση εξόφληση από την πιστούχου των ποσών αυτών ή την δόση άλλων επιταγών, είναι αβάσιμος, β) δεχόμενο το Εφετείο ότι οι αρμόδιοι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγομένης με πρόθεση παρακράτησαν και αχρήστευσαν τις άνω δύο επιταγές, τις οποίες και δεν εμφάνισαν προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, εντός της νομίμου προθεσμίας, ούτε παρέδωσαν στην ενάγουσα, ώστε η τελευταία να ασκήσει τις εξ' αυτών αξιώσεις της έναντι των υπόχρεων προς πληρωμή τους, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 και 1224 εδ. 1 ΑΚ, και ειδικότερα ως προς τη συνδρομή αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης και της επελθούσας στην ενάγουσα ζημίας.
Επομένως ο περί του αντιθέτου 2ος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώσει ρητώς ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στην δικαιοπραξία, ως προς την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, καθώς και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων αυτών ιδρύει τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ευθεία παραβίαση ουσιαστικών διατάξεων) ενώ η μη παράθεση στην απόφαση του των πραγματικών εκείνων στοιχείων από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών ιδρύει τον από τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου λόγο αναίρεσης, για εκ πλαγίου παραβίαση (ΑΠ 1028/08).
Για το ορισμένο όμως των λόγων αυτών αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι μολονότι το δικαστήριο της ουσίας διαπίστωσε έστω και εμμέσως κενό ή αμφιβολία, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άνω άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 1564/01). Αντικείμενο της ερμηνείας από το δικαστήριο, σύμφωνα με τους κανόνες των διατάξεων αυτών είναι οι σχετικές δηλώσεις βουλήσεως στην "κανονιστική" μόνο διάστασή τους ως φορέων ενός νομικώς κρίσιμου νοήματος, και όχι οι πραγματικές διαπιστώσεις του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς τις οποίες η κρίση του δικαστηρίου είναι οντολογική και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 16/09).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, προσάπτονται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι μολονότι μετ' ερμηνεία της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης παροχής πίστωσης ορθώς δέχεται πως η πιστώτρια εναγομένη υποχρεούτο να επιστρέψει στην ενάγουσα πιστούχο τις επιταγές τρίτων που ελάμβανε ως ενέχυρο, οι οποίες εμφανίζονταν από την πιστώτρια προς πληρωμή και δεν πληρώνονταν, παραλείπει να αποφανθεί ερμηνευτικά ότι το δικαίωμα της πιστούχου προς επιστροφή των επιταγών αυτών τελούσε υπό την αντίστοιχη υποχρέωσή της να εξοφλήσει αμέσως αυτές ή με παράδοση άλλων.
Ο λόγος αυτός από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, διότι, από τις άνω παραδοχές του Εφετείου προκύπτει, ότι αυτό δεν προσέφυγε σε ερμηνεία, δεχόμενο ότι από την πιστωτική σύμβαση ευθέως προκύπτει υποχρέωση της πιστούχου προς καταβολή του ποσού των επιστρεφομένων σ' αυτή από την πιστώτρια επιταγών που δεν πληρώθηκαν από τον υπόχρεο κατά τη νόμιμη εμφάνισή τους για πληρωμή, οι άνω δε δύο επιταγές δεν εμφανίστηκα προς πληρωμή ούτε επιστράφηκαν στην πιστούχο, αλλά παρακρατήθηκαν και αχρηστεύθηκαν από τους αρμοδίους υπαλλήλους της εναγομένης, αφ' ετέρου δε ότι η περιουσιακή ζημία της πιστούχου ενάγουσας, που είναι ισόποση με τις άνω δύο επιταγές προκλήθηκε από την υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των εν λόγω υπαλλήλων, όχι μόνο διότι αυτοί δεν πίστωσαν τον λογαριασμό με τα ποσά των εν λόγω επιταγών, αλλά και διότι οι επιταγές αυτές που παρακρατήθηκαν και αχρηστεύθηκαν από την εναγομένη, ουδέποτε επιστράφηκαν στην ενάγουσα, με αποτέλεσμα η τελευταία να στερηθεί του δικαιώματός της να προσφύγει εναντίον των υπόχρεων εξ αυτών προς πληρωμή τους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 08.10.2008 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 594/2008 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Ιουλίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ