Legislator Case Law & Legislation
1388/2006 AI generated

Supreme Court allows appeal against second instance acquittal in fraud case due to misapplication of Article 386 of Criminal Code.

Case Number 1388/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision to acquit him of fraud. The appellant argued that the lower courts incorrectly applied Article 386 of the Criminal Code, which requires a total loss exceeding 5 million drachms for fraud to be classified as a felony. The court agreed, noting that the total loss from the continuous fraud exceeded this threshold, making the lower court's application of the law erroneous and requiring a new trial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 386, 379, 393 of the Criminal Code; The Supreme Court held that for continuous fraud to constitute a felony under Article 386, the total loss must exceed 5 million drachms, and a lower court's failure to apply this cumulative threshold constitutes a ground for appeal.

Keywords

AI generated
continuous fraud felony classification total loss threshold Criminal Code Article 386 second instance acquittal retroactive application Supreme Court appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 386 of the Criminal Code
Article 379 of the Criminal Code
Article 393 of the Criminal Code
Article 485 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 519 of the Code of Civil and Administrative Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1388 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1388/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ – ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης (κωλυομένου του Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Βαρδαβάκη και των αρχαιοτέρων Αρεοπαγιτών), Μιχαήλ Δέτση-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Κούκλη, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ελευθερίου Βορτσέλα, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου: Ζ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1795/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενους τους: 1. Χ1 και 2. Χ2. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιανουαρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 155/2006.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ελευθέριος Βορτσέλας, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημοσθένη Κορδοπάτη, με αριθμό 176/12-4-2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

«Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 ΚΠΔ την υπ' αριθ. 1/9-1-2006 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένουΖ, κατά του υπ' αριθ. 1795/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, και εκθέτω τα εξής:

Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, μετά από ένωση και συνεκδίκαση των υπ' αριθ. Δ2002/Εγχ/595 και Γ2003/Εγχ/432 δικογραφιών, με το υπ' αριθ. 745/2005 βούλευμά του παρέπεμψε τον ανωτέρω κατηγορούμενο Ζ ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου «Α' Βαθμού» Θεσσαλονίκης για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση, και από κοινού τελεσθείσα μετά των Χ1 και Χ2, από την οποία το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000,00 Ευρώ), ενώ και οι τρεις ως άνω συναυτουργοί είναι άτομα που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια (άρθρα 45, 98, 386 § 1, 3α Π.Κ. – Κακούργημα). Την πράξη αυτή φέρεται ότι τέλεσε ο ανωτέρω κατηγορούμενος, μετά των δύο συναυτουργών του, στην ..., ..., ..., ..., ... και ..., τον Νοέμβριο 1998, Δεκέμβριο 1998, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 1-3-1999, την 13-10-1998, το έτος 1999 και τον Σεπτέμβριο 1998, αντιστοίχως, σε βάρος των εγκαλούντων, Ψ1, της περιουσίας της εταιρείας Νίκος Ι. ΜΑΤΣΟΣ ΑΕ – ΒΥΡΣΟΔΕΨΙΑ ΚΟΖΑΝΗΣ νομίμως εκπροσωπουμένης, Ψ3, Ψ4, Ψ5 και Ψ6 αντιστοίχως.

Κατά του ως άνω πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, ο κατηγορούμενοςΖ, άσκησε έφεση και, κατόπιν τούτου, εκδόθηκε το υπ' αριθ. 1795/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με το οποίο απερρίφθη στην ουσία της η έφεση αυτού και επικυρώθηκε το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. Κατά του τελευταίου αυτού βουλεύματος (υπ' αριθ. 1795/2005) στρέφεται ήδη ο αναρεσείων, Ζ.

Η, υπό κρίση, αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί επιτρεπτώς κατ' άρθρα 463, 482 § 12, 2 ΚΠΔ, από τον αναιρεσείοντα, αφού στρέφεται κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, που απέρριψε έφεση αυτού κατά πρωτοδίκου βουλεύματος, με το οποίο παραπέμπεται ούτος στο ακροατήριο για κακούργημα, και, επιπλέον, είναι νομότυπη και εμπρόθεσμη (άρθρα 473 § 1, 474 § 1 ΚΠΔ), αφού ασκήθηκε την 2-1-2006, ημέρα της εβδομάδας Δευτέρα, με δήλωσή του, εξουσιοδοτουμένου, προς τούτο, πληρεξουσίου δικηγόρου αυτού, Αλέξανδρου – Τιμοθέου Καζανά, δικηγόρου Θεσσαλονίκης, ενώπιον της αρμοδίας Γραμματέως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, (συνταχθείσης προς τούτο της υπ' αριθ. 1/2006 Εκθέσεως Αναιρέσεως), και το προσβαλλόμενο βούλευμα είχε επιδοθεί στον αναιρεσείοντα την 28-12-2005. Τέλος, περιέχει συγκεκριμένους λόγους αναιρέσεως, ήτοι αυτούς της Υπερβάσεως Εξουσίας, της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, και της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 484 § 1 περίπτ. β, δ, και στ΄ ΚΠΔ).

Συνεπώς η, υπό κρίση, αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.

Προκειμένου για παραπεμπτικό βούλευμα υπάρχει η, από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, επιβαλλομένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, σύμφωνα με το άρθρο 484 § 1 δ΄ ΚΠΔ, όταν σε αυτό αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και οι αποδείξεις από τις οποίες το δικαστικό συμβούλιο κατέληξε στην κρίση ότι προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις προς στήριξη κατηγορίας για την αποδιδομένη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, και την παραπομπή του γι' αυτήν στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου (ΑΠ 646/2000).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 484 § 1 β΄ ΚΠΔ, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της, όταν το συμβούλιο δεν υπαγάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό, ή στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό, και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος, από τον Άρειο Πάγο, της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου (Α.Π. 418/1999).

Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 § 1, στ΄ ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, υπάρχει όταν το συμβούλιο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 § 1 Π.Κ., εξάλλου, ορίζεται ότι, «όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών, και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών».

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος, και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, κατά το αστικό δίκαιο, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλήψεις του δράστη (ΑΠ 935/2003).

Για την κακουργηματική μορφή της απάτης (απειλουμένη με ποινή καθείρξεως μέχρι δέκα ετών) απαιτείται κατά την παράγραφο 3 εδαφ. α΄ του ιδίου άρθρου 386 Π.Κ., όπως η παράγραφος 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 § 4 Ν. 2721/1999, ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, και το συνολικό όφελος αυτού, ή η συνολική ζημία του παθόντος να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000,00 Ευρώ).

Προ της τοιαύτης αντικαταστάσεως (με το άρθρο 14 § 4 Ν. 2721/1999), η διάταξη είχε και πάλι αντικατασταθεί με το άρθρο 1 § 11 του νόμου 2408/1996, που όριζε απλώς ότι: «επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια». Από τη σύγκριση των δύο τούτων διατάξεων, είναι φανερό ότι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο (άρθ. 2 Π.Κ.), είναι η διάταξη η επελθούσα με την αντικατάσταση δια του νεοτέρου νόμου 2721/1999, διότι, ενώ μέχρι τότε (με τον νόμο 2408/1996), για την κακουργηματική απάτη, απαιτείτο, απλώς, ο δράστης να θεωρηθεί ότι ενήργησε απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με τη νεότερη αντικατάστασή της (με τον νόμο 2721/1999), απαιτείται, επιπλέον, να συντρέχει και το γεγονός της επιδιώξεως συνολικού οφέλους ή της προκλήσεως στον παθόντα συνολικής ζημίας, που υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδάφ. στ΄ Π.Κ. (όπως το εδάφιο αυτό προσετέθη με άρθρο 1 § 1 Ν. 2408/1996), κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. 1795/2005 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης που το εξέδωσε, έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστικό συμβούλιο ορθώς παρέπεμψε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα Ζ, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, για να δικασθεί για την ανωτέρω πράξη της απάτης κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, σε βαθμό κακουργήματος.

Δέχθηκε δηλαδή το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμά του, και, υιοθετηθείσα από αυτό, εισαγγελική πρόταση (ΑΠ 535/2002, ΑΠ 787/2005), ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται και προσδιορίζονται, κατ' είδος, στο βούλευμα, και συγκεκριμένως από το περιεχόμενο των εγκλήσεων, τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, σε συνδυασμό προς τις απολογίες και τα υπομνήματα των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο (αναιρεσείων τώρα) κατηγορούμενος, Ζ και ο συγκατηγορούμενός του Χ2, όντας από κοινού διαχειριστές και νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρίας «ΔΟΥΡΟΣ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΕΠΕ» συναποφάσισαν, ύστερα από συνεννόηση με τον τρίτο κατηγορούμενο να αγοράζουν δέρματα από εμπόρους για τις δικές τους εμπορικές δραστηριότητες.

Για το σκοπό αυτό παρίσταναν ψευδώς στους πωλητές – εμπόρους ότι διατηρούν φερέγγυες επιχειρήσεις, ότι διακινούν εμπορεύματα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και ότι κατέχουν σημαντική προσωπική περιουσία. Με τα παραπάνω ψευδή γεγονότα έπειθαν τους πωλητές να δέχονται αντί καταβολής τιμήματος, επιταγές, τις οποίες εξέδιδε είτε η εταιρεία του αναιρεσείοντος σε διαταγή της εταιρείας του Χ1, η οποία στη συνέχεια τις μεταβίβαζε με οπισθογράφηση στους πωλητές, είτε παρέδιδαν επιταγές που είχαν εκδώσει τρίτα πρόσωπα σε διαταγή της εταιρείας του αναιρεσείοντος, η οποία στη συνέχεια τις μεταβίβαζε στην εταιρεία του Χ1 «ΚΟΠΤΗΣ ΕΠΕ», ο οποίος με τη σειρά του τις μεταβίβαζε στους πωλητές – εμπόρους δερμάτων, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται ψευδώς περισσότεροι οπισθογράφοι στον τίτλο, ως ενεχόμενοι από αυτόν προσωπικώς:

Ο αναιρεσείων όμως γνώριζε ότι τόσο κατά το χρόνο έκδοσης των επιταγών, όσο και κατά το χρόνο πληρωμής τους, δεν είχε διαθέσιμα χρήματα στις πληρώτριες Τράπεζες, με αποτέλεσμα οι πωλητές – έμποροι να μην μπορούν να εισπράξουν τα χρήματά τους και να επέρχεται έτσι ζημία στην περιουσία τους, με ισόποση ωφέλεια του ιδίου (αναιρεσείοντος) εκδότη των επιταγών, ο οποίος αυτόν ακριβώς το σκοπό επεδίωκε.

Με τον τρόπο αυτό, κατά τα έτη 1998 και 1999 έπεισαν πολλούς εμπόρους να πωλήσουν εις αυτούς δέρματα, και, αντί τιμήματος, να δεχθούν μεταχρονολογημένες επιταγές οι οποίες τελικά δεν πληρώθηκαν αφού δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στις πληρώτριες Τράπεζες. Συγκεκριμένα 1) αγόρασαν δέρματα αξίας 9.230.000 δραχμών από τον Ψ1 και αντί τιμήματος παρέδωσαν εις αυτόν τρεις επιταγές ισόποσης αξίας, οι οποίες όμως δεν πληρώθηκαν κατά την εμφάνισή τους στην πληρώτρια Τράπεζα, αποκομίζοντες έτσι παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας την περιουσία του Ψ1 κατά το ανωτέρω ποσό. 2) Με το ίδιο απατηλό τρόπο αγόρασαν από την εταιρία ΝΙΚΟΣ Ι ΜΑΤΣΟΣ Α.Ε.

– ΒΥΡΣΟΔΕΨΙΑ ΚΟΖΑΝΗΣ δέρματα αξίας συνολικά 4.300.000 δραχμών, με πίστωση του τιμήματος και αντί αυτού να λάβει επιταγή ίσης αξίας η οποία εμφανισθείσα στην πληρώτρια Τράπεζα δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων, αποκομίσαντες παράνομο περιουσιακό όφελος ίσο με το παραπάνω ποσό με αντίστοιχη ισόποση βλάβη του εμπόρου πωλητή. 3) Αγόρασαν, με τον ίδιο ως άνω τρόπο, δέρματα από την Ψ3 συνολικής αξίας 5.500.000 δραχμών στην οποία παρέδωσαν δύο επιταγές 2.500.000 και 3.000.000 δραχμών, οι οποίες όμως δεν πληρώθηκαν κατά την εμφάνισή τους στην πληρώτρια Τράπεζα, αποκομίσαντες έτσι παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας αυτής, κατά το άνω ποσό. 4) Αγόρασαν από τον Ψ4, δέρματα, με τις ίδιες πάντοτε ψευδείς παραστάσεις, αξίας συνολικά 7.000.000 δραχμές και αντί τιμήματος παρέδωσαν εις αυτόν δύο επιταγές οι οποίες δεν πληρώθηκαν κατά την εμφάνισή τους στην πληρώτρια Τράπεζα ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων, αποκομίσαντες έτσι παράνομο περιουσιακό όφελος ισόποσο του άνω ποσού με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του Ψ4. 5) Αγόρασαν από τον έμπορο ..., δέρματα συνολικής αξίας 10.000.000 δραχμών πείθοντας αυτόν να δεχθεί αντί τιμήματος δύο επιταγές οι οποίες δεν πληρώθηκαν κατά την εμφάνισή τους στην πληρώτρια Τράπεζα ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων, αποκομίζοντας έτσι ισόποσο παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη ζημία του άνω παθόντος. 6) Τέλος έπεισαν τον Ψ6, με τις ίδιες ως άνω ψευδείς παραστάσεις, να καταστεί εταίρος στην εταιρεία «ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΕΠΕ», αγοράζοντας 320 εταιρικά μερίδια έναντι του ποσού των 3.200.000 δραχμών το οποίο κατέβαλε, τον έπεισαν δε, στη συνέχεια, να εκδώσει επιταγή ποσού 2.885.000 δραχμών εις διαταγή της εταιρείας «ΚΟΠΤΗΣ ΕΠΕ», η οποία την μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην εταιρεία «ΜΥΤΟΥΛΑΣ – ΠΑΣΧΟΣ ΕΠΕ», πλην όμως δεν πληρώθηκε από τον Ψ6, γιατί είχε υποσχεθεί να την πληρώσει οΧ1, και στη συνέχεια να κατασχεθεί η περιουσία αυτού στο ...

και στην ... και έτσι ζημιώθηκε η περιουσία αυτού κατά το ποσό των 7.000.000 δραχμών και απεκόμισαν αντίστοιχα παράνομο περιουσιακό όφελος ο εκκαλών και οι συγκατηγορούμενοί του. Οι ανωτέρω κατηγορούμενοι προέβησαν, όπως προαναφέρθηκε, στις παραπάνω ενέργειες τους από κοινού, ενεργώντες όλοι μαζί και άλλοτε κατά μόνας, είτε αυτοπροσώπως είτε διαμέσου τρίτου προσώπου, με σκοπό, όμως πάντοτε, να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο συνολικά ανέρχεται σε 43.230.000 δραχμές ή 126.495,97 ευρώ, δηλαδή ποσό που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή των 14.631,00 ευρώ, με αντίστοιχη βλάβη των παθόντων, αποτέλεσμα το οποίο σκόπευαν με κάθε μία από τις μερικότερες πράξεις τους.

Αποδείχθηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος, κατέβαλε στους παθόντες αποκαθιστώντας μερικώς την ζημίαν που τους προκάλεσε το ποσό των 50.960,00 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο που απομένει υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή το ποσό των 14.631,00 ευρώ.

Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στην εισαγγελική πρόταση, και με περαιτέρω επιτρεπτή αναφορά, προς συμπλήρωση αυτών, στο πρωτόδικο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, έκρινε ότι έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία η έφεση του αναιρεσείοντος, τώρα,Ζ, και να επικυρωθεί το πρωτόδικο βούλευμα, ως προς όλες τις διατάξεις αυτού.

Κατά του βουλεύματος τούτου ο αναιρεσείων προβάλλει τους εξής λόγους αναιρέσεως:

Α) Ότι, καθ' υπέρβαση της εξουσίας του, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, αποφάσισε την παραπομπή αυτού στο ακροατήριο για τις πράξεις της απάτης κατ' εξακολούθηση, τα πραγματικά περιστατικά των οποίων ανάγονται σε έκδοση ακαλύπτων επιταγών από τις οποίες οι εγκαλούντες φέρονται ότι υπέστησαν αντίστοιχη περιουσιακή ζημία, ενώ, σε κάθε περίπτωση, υφίσταται εν προκειμένω φαινομένη κατ' ιδέαν συρροή μεταξύ του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής και του εγκλήματος της απάτης. Περαιτέρω, επειδή για όλες τις φερόμενες ως εκδοθείσες, από αυτόν, ακάλυπτες επιταγές (όπως αυτές προσδιορίζονται επακριβώς στο διατακτικό του επικυρωθέντος πρωτοδίκου βουλεύματος) έχει ασκηθεί ποινική δίωξη κατ' αυτού, για παράβαση του άρθ. 79 Ν. 5960/1933, έπεται ότι υφίσταται εκκρεμοδικία, και η δεύτερη ποινική δίωξη (για απάτη) έπρεπε να είχε κηρυχθεί απαράδεκτη από το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών.

Την ανωτέρω ένσταση έχει υποβάλει ο αναιρεσείων τόσον πρωτοδίκως, όσον και κατ' έφεση, και τα αντίστοιχα Συμβούλια έχουν απαντήσει επ' αυτής, απορριπτικώς, με την νομική σκέψη (με την οποίαν συμφωνούμε) ότι μεταξύ του εγκλήματος της απάτης (αρθ. 386 Π.Κ.) και της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής (αρθ. 79 § 1 Ν. 5960/33), όταν, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση η ακάλυπτη επιταγή χρησιμοποιήθηκε από τον εκδότη της για τη διάπραξη της απάτης, υφίσταται αληθής συρροή, ακόμη και μετά τον Νόμο 2408/1996, ο οποίος όρισε ότι το αδίκημα του άρθρου 79 § 1 Ν. 5960/33 διώκεται κατ' έγκληση, για τον λόγο ότι με το πρώτο προστατεύεται το έννομο αγαθό της περιουσίας, ενώ με το δεύτερο το έννομο αγαθό της ασφαλείας των συναλλαγών (ΑΠ 1596/2004, ΑΠ 1250/2004). Επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Β) Έλλειψη ειδικής αιτιολογίας του βουλεύματος, καθ' όσον α) το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δεν έλαβε υπ' όψιν του τα υποβληθέντα δύο υπομνήματα των πολιτικώς εναγόντων με ημερομηνία 15-6-2005, με τα οποία διευκρινίζουν και «ομολογούν» την ανυπαρξία παραπλανητικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος προς αυτούς και β) το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν εξειδικεύει τις συγκεκριμένες απατηλές ενέργειες του αναιρεσείοντος και των φερομένων ως συναυτουργών του προς τους παθόντες, κάτι το οποίο είναι απαραίτητο για την κατάφαση του εγκλήματος της απάτης.

Αλλά, η πρώτη εκ των ανωτέρω αιτιάσεων ανάγεται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των πραγμάτων εκ μέρους του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο έλαβε ασφαλώς υπ' όψιν και τα νεότερα αυτά υπομνήματα των πολιτικώς εναγόντων, και τα συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων της συγκεκριμένης υποθέσεως, ενώ η δευτέρα αιτίαση (ως έλλειψη του αιτιολογικού του προσβαλλομένου βουλεύματος), θεραπεύεται δια της παραπομπής η οποία γίνεται νομίμως (σελ. 12 του προσβαλλομένου βουλεύματος) στο ιστορικό, αλλά και στο διατακτικό του πρωτοδίκου βουλεύματος, όπου με κάθε δυνατή λεπτομέρεια περιγράφεται η φερομένη ως απατηλή συμπεριφορά, κατά τις συναλλαγές του αναιρεσείοντος και των συγκατηγορουμένων του, προς τους εγκαλούντες. Κατά συνέπεια και ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά του βουλεύματος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Γ) Ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 386 Π.Κ., έκρινε ότι πληρούται η νομοτυπική μορφή της απάτης ως προς το ποσό των 7.000.000 δραχμών που φέρεται ότι ζημιώθηκε ο πολιτικώς ενάγων Ψ6 (ανωτέρω υπό στοιχ. 6). Επί της περιπτώσεως αυτής πρέπει να λεχθούν τα εξής: Ο ανωτέρω εγκαλών Ψ6, πέραν της ζημίας την οποίαν φέρεται ότι υπέστη από την αγορά των 320 εταιρικών μεριδίων της ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΕΠΕ έναντι του ποσού των 3.200.000 δραχμών, φέρεται ότι, κατά τρόπον απατηλό, επείσθη επίσης, επί ζημία του, να εκδώσει επιταγή ποσού 2.885.000 δραχμών, εις διαταγή της εταιρείας ΚΟΠΤΗΣ ΕΠΕ, με αποτέλεσμα λόγω μη πληρωμής αυτής, να κατασχεθεί η περιουσία του, και να ζημιωθεί ούτος κατά το ποσό των 7.000.000 δραχμών. Και ενώ η ζημία του ανωτέρω Ψ6, εκ της αιτίας αυτής, μπορεί να ανήλθε πράγματι στο ποσό των 7.000.000 δραχμών, το προσβαλλόμενο βούλευμα, αλλά και το διατακτικό του πρωτοδίκου τοιούτου, (το οποίον το προσβαλλόμενο επικύρωσε), αναφέρει ότι ο αναιρεσείων και οι συγκατηγορούμενοί του, απεκόμισαν εκ της πράξεως αυτής αντίστοιχο περιουσιακό όφελος (7.000.000 δραχμών), χωρίς ουδόλως να εξηγείται και να αιτιολογείται, πώς κατέστη δυνατόν ούτοι, από επιταγή ποσού 2.885.000 δραχμών, να αποκομίσουν παράνομο όφελος 7.000.000 δραχμών, σε βάρος της περιουσίας του ανωτέρω εγκαλούντος.

Υπό την έννοια αυτή, ο λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 386 Π.Κ. (άρθ. 484 § 1 στοιχ. β΄ Κ.Π.Δ).

Δ) Ενώ, τόσον το πρωτόδικο, όσον και το κατ' έφεση εκδοθέν βούλευμα δέχονται στο αιτιολογικό αυτών, συνδρομή υπέρ αυτού της διατάξεως του άρθρου 393 § 1 σε συνδυασμό προς άρθρο 379 § 1 Π.Κ., ήτοι μερική απόδοση και ικανοποίηση των παθόντων, και κατά συνέπεια μερική εξάλειψη του αξιοποίνου της απάτης κατά το αντίστοιχο αυτό μέρος της αποδόσεως, εντούτοις, κατά τρόπο αντιφατικό, στο τέλος του διατακτικού του πρωτοδίκου βουλεύματος (το οποίο επικυρώθηκε από το προσβαλλόμενο τοιούτο), γίνεται λόγος για τα συνολικά ποσά της ζημίας των εγκαλούντων, χωρίς την αφαίρεση των καταβολών, σε τρόπον ώστε να μην είναι σαφές για ποια ποσά παραπέμπεται τελικώς ο κατηγορούμενος, και η αντίφαση αυτή αποτελεί εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων του ποινικού νόμου, που εφήρμοσε το Συμβούλιο.

Πράγματι, στο επικυρωθέν διατακτικό του πρωτοδίκου βουλεύματος, κατά την ανάπτυξη των μερικοτέρων πράξεων της απάτης, γίνεται σαφώς λόγος ότι οι κατηγορούμενοι αποκόμισαν παράνομο περιουσιακό όφελος, τελικώς: 1) σε βάρος του εγκαλούντος Ψ1, ανερχόμενο στο ποσό των 3.007,60 ευρώ (αφαιρουμένων των επιμέρους καταβολών ποσού συνολικώς 11.830 ευρώ), 2) σε βάρος της περιουσίας της εταιρείας ΝΙΚΟΣ Ι.

ΜΑΤΣΟΣ ΑΕ – ΒΥΡΣΟΔΕΨΙΑ ΚΟΖΑΝΗΣ, ανερχόμενο στο ποσό των 6.019,20 ευρώ (αφού αφαιρεθούν οι επί μέρους καταβολές), 3) σε βάρος της Ψ3, ανερχόμενο στο ποσό των 5.540,84 ευρώ (αφού αφαιρεθούν οι επιμέρους καταβολές), 4) σε βάρος του Ψ4, ανερχόμενο στο ποσό των 8.212,92 ευρώ (αφού αφαιρεθούν οι επιμέρους καταβολές), και 5) σε βάρος του εγκαλούντος Ψ5, ανερχόμενο στο ποσό των 19.747,03 ευρώ (αφού αφαιρεθούν οι επιμέρους καταβολές).

Πρέπει να σημειωθεί ότι από το αιτιολογικό του επικυρωθέντος πρωτοδίκου βουλεύματος (σελ. 46), προκύπτει ότι οι, ως άνω, επί μέρους καταβολές, προς την εταιρεία ΝΙΚΟΣ Ι. ΜΑΤΣΟΣ ΑΕ – ΒΥΡΣΟΔΕΨΙΑ ΚΟΖΑΝΗΣ, Ψ3, Ψ4 και Ψ5 (οι οποίες δεν αναφέρονται στο διατακτικό) ανέρχονται σε 6.600, 10.600, 12.330 και 9.600 ευρώ, αντιστοίχως.

Παρά τις επί μέρους αυτές καταβολές προς τους ανωτέρω πέντε εγκαλούντες (προς τον, εξ αυτών, έκτον, Ψ6, ο οποίος φέρεται ότι υπέστη ζημία 3.200.000 και 7.000.000 δραχμών, ουδεμία καταβολή έγινε), η, κατά του αναιρεσείοντος κατηγορία, στο επικυρωθέν διατακτικό του πρωτοδίκου βουλεύματος, περατούται ως εξής: «Ο κατηγορούμενος Ζ προέβη, όπως ήδη προαναφέρθηκε, στις παραπάνω ενέργειες του από κοινού με τους Χ2 και Χ1 ενεργώντας όλοι μαζί και άλλοτε, είτε ο Χ1 μόνος του, είτε μαζί με έναν από τους Ζ και Χ2, και άλλοτε δια μέσου τρίτων προσώπων, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος τόσο οι ίδιοι όσο και οι δύο προαναφερόμενες ΕΠΕ, το οποίο συνολικά ανέρχεται σε 43.230.000 δραχμές (6.230.000 + 4.300.000 + 5.500.000 + 7.000.000 + 10.000.000 + 3.200.000 + 7.000.000), δηλαδή υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 5.000.000 δραχμών, ή των 15.000 ευρώ, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας των παθόντων, αποτέλεσμα στο οποίο σκόπευαν με κάθε μία από τις μερικότερες πράξεις τους …».

Η τοιαύτη επισήμανση στο τέλος της αποδιδομένης στον αναιρεσείοντα κατηγορίας, εγένετο ουχί ορθώς, κατά τη γνώμη μου, για τους εξής λόγους: τόσον το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, όσον και το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, στο αιτιολογικό των βουλευμάτων τους, δέχθηκαν για τον αναιρεσείοντα, μερική εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως της απάτης σε βάρος των ανωτέρω πέντε εγκαλούντων, συνεπεία των ως άνω μερικών καταβολών, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 379 § 1 και 393 § 1 εδαφ. δεύτερο Π.Κ., με τις οποίες, αντιστοίχως, ορίζεται ότι: «Το αξιόποινο της κλοπής και της υπεξαίρεσης εξαλείφεται αν ο υπαίτιος με δική του θέληση και πριν ακόμη εξεταστεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές, απέδωσε χωρίς παράνομη βλάβη κάποιου τρίτου το πράγμα ή ικανοποίησε εντελώς τον ζημιωμένο. Η μερική μόνο απόδοση ή ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μέρος», και ότι «… οι διατάξεις του άρθρου 379 [εφαρμόζονται αναλόγως] και για τις πράξεις των άρθρων 386, 387, 389, 390, 391 και 392».

Η τοιαύτη, από τις ανωτέρω διατάξεις, καθιερωμένη έμπρακτη μετάνοια, η οποία αποτελεί προσωπικό λόγο εξαλείψεως του αξιοποίνου της απάτης, ήτοι λόγον που εξαλείφει την ποινική αξίωση της πολιτείας για το αδίκημα τούτο που τελέστηκε, ή σε περίπτωση μη εντελούς ικανοποιήσεως την εξάλειψη του αξιοποίνου κατά το αντίστοιχο μόνο μέρος, περιορίζει κατ' ανάγκη την πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση, που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα ως προς τη συνολική ζημία που προκάλεσε ούτος στους εγκαλούντες, κατά το ανωτέρω ποσό των μερικών αποδόσεων προς αυτούς (οι οποίες ανέρχονται συνολικώς στο ποσό των 50.960 ευρώ) και κατά συνέπεια η, εις το τέλος της κατηγορίας (στο διατακτικό του παραπεμπτικού βουλεύματος) επισημαινομένη βλάβη της περιουσίας των εγκαλούντων, (στο συνολικό ποσό των 43.230.000 δραχμών ή 128.291 ευρώ), εγένετο ουχί ορθώς, και δημιουργεί, πράγματι, σύγχυση ως προς το ποίο ακριβώς συνολικό ποσό οφέλους ή συνολικής ζημίας (αρθ. 386 § 3 α΄ Π.Κ.), πρέπει να ληφθεί υπ' όψιν για τη συγκρότηση της του εγκλήματος της κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση.

Επομένως, ο προβαλλόμενος αυτός λόγος αναιρέσεως, της εκ πλαγίου παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 379 § 1 και 393 § 1 α΄ Π.Κ. που εφαρμόσθηκαν, ο οποίος ιδρύει τον, από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β ΚΠΔ, λόγον αναιρέσεως της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα, πρέπει να γίνει δεκτός. Ο αναιρεσείων, επίσης, στον αυτόν ως άνω λόγο αναιρέσεως, συμπεριλαμβάνει και την αντίφαση που δημιουργεί η αναφορά στην 9η σελίδα του προσβαλλομένου βουλεύματος, ως 5ου παθόντος, του ... (ο οποίος ήταν απλώς ο λήπτης των τριών επιταγών, συνολικού ποσού 10.000.000 δραχμών – οράτε διατακτικό του παραπεμπτικού βουλεύματος σελ. 61), αντί του ορθού, Ψ5 (εγκαλούντος), αλλά αυτό οφείλεται αποκλειστικώς σε παραδρομή που εμφιλοχώρησε στην εισαγγελική πρόταση του προσβαλλομένου βουλεύματος, και δεν επηρεάζει κατά τη γνώμη μου, την πληρότητα του αιτιολογικού του προσβαλλομένου βουλεύματος.

Ε) Ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (δια της καθολικής αναφοράς του στην εισαγγελική πρόταση) δέχθηκε ότι η απάτη, ως προς τον πρώτο των εγκαλούντων και πολιτικώς εναγόντων, Ψ1 αφορά το ποσό των 9.230.000 δραχμών (σελ. 8 του προσβαλλομένου βουλεύματος), αντί του ορθού ποσού των 7.730.000 δραχμών, το οποίο προκύπτει από την αφαίρεση καταβολής ποσού 1.500.000 δραχ., την 12-11-1998 και αφαιρείται από το αρχικό ποσό των 9.230.000 δραχμών, ακόμη και από τον ίδιο τον εγκαλούντα Ψ1, στην από 1-7-2002 έγκλησή του, αλλά αυτό ανάγεται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των πραγμάτων από το Συμβούλιο, και κατά συνέπεια ο προβαλλόμενος αυτός λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Το προσβαλλόμενο βούλευμα παραπέμπει, ως προελέχθη, στην ενσωματωμένη εις αυτό εισαγγελική πρόταση, η οποία με τη σειρά της, προς συμπλήρωσή της, παραπέμπει στο «εκκαλούμενο βούλευμα». Με βάση τα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά στο αιτιολογικό και το διατακτικό του τελευταίου τούτου βουλεύματος, προκύπτει ότι η συναλλαγή του αναιρεσείοντος με τον ανωτέρω εγκαλούντα Ψ1, αφορούσε αρχικώς αγορά δερμάτων συνολικής αξίας 9.230.000 δραχμών (27.087,31 ευρώ). Το πρωτόδικο βούλευμα στο αιτιολογικό αυτού (σελ. 46 αυτού), εδέχθη ότι ο αναιρεσείων, πριν εξετασθεί για την πράξη του, για πρώτη φορά, από τον Ανακριτή Θεσσαλονίκης στις 28-7-2003, είχε καταβάλει, ως προελέχθη, εις αυτόν 11.830 ευρώ. Κατά συνέπεια η ζημία του εγκαλούντος από την πράξη αυτή της απάτης σε βάρος του εγκαλούντος Ψ1, εκ μέρους του αναιρεσείοντος, ανέρχεται τελικώς στο ποσό των (27.087,31 – 11.830 = 15.257,31 ευρώ, και όχι στο ποσό των 3.007,60 ευρώ, το οποίο, εκ παραδρομής, προφανώς, αναφέρεται στην 53η σελίδα του διατακτικού του παραπεμπτικού βουλεύματος (και το οποίον αποτελεί το αξιόποινο απομένον μέρος της απάτης του αναιρεσείοντος προς τον παθόντα αυτόν).

ΣΤ) Ο αναιρεσείων, επίσης, αιτιάται ότι, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 386 § 3α Π.Κ., και καθ' υπέρβαση της εξουσίας του, έκρινε ότι οι μερικότερες πέντε πρώτες πράξεις του εγκλήματος της απάτης κατ' εξακολούθηση, φέρουν κακουργηματικό χαρακτήρα, αφού έχουν τελεσθεί προ της αντικαταστάσεως της παραγράφου 3 του άρθρου 386, δια του άρθρου 14 § 4 του νόμου 2721/3-6-1999 και επομένως, για τη συγκρότηση της κακουργηματικής απάτης, σύμφωνα με τη διατύπωση της περιπτώσεως α΄ του άρθρου αυτού, απαιτείται το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία, εκάστης μερικότερης πράξεως, να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών, πράγμα το οποίον δεν συμβαίνει εν προκειμένω, και επομένως ότι οι πράξεις αυτές φέρουν πλημμεληματικό χαρακτήρα, και έχουν ήδη παραγραφεί.

Το επιχείρημα, κατά τη γνώμη μου, στηρίζεται επί εσφαλμένης νομικής βάσεως: όπως ήδη αναφέραμε κατά την ανάπτυξη της νομικής εννοίας της απάτης, η πράξη αυτή, προ της τροποποιήσεως της παραγράφου 3 του άρθρου 386, με το άρθρο 14 § 4 Ν. 2721/3-6-1999, ετιμωρείτο σε βαθμό κακουργήματος, με μόνη την προϋπόθεση ότι ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια.

Με την επελθούσα κατά τα ανωτέρω αντικατάσταση, προσετέθη ακόμη η προϋπόθεση «α) και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία [να] υπερβαίνουν το ποσό 5.000.000 δραχμών [15.000 ευρώ]». Για τον λόγο αυτόν υποστηρίξαμε ότι η νεότερη αυτή διατύπωση του άρθρου 386 § 1 α Π.Κ. είναι ευμενέστερος νόμος για τον κατηγορούμενο και τυγχάνει αναδρομικής εφαρμογής:

διότι, για πράξεις απάτης τελεσθείσες προ της 3-6-1999, ο κατηγορούμενος θα εδιώκετο σε βαθμό κακουργήματος με μόνον τον χαρακτηρισμό αυτού ως δρώντος κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, ενώ τώρα, για τις ίδιες πράξεις απάτης (τελεσθείσες προ της 3-6-1999) πρέπει επί πλέον το συνολικό όφελος ή η ζημία εξ αυτών να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών.

Εξάλλου, η χρήση, υπό του νομοθέτου, της φράσεως «συνολικό όφελος ή συνολική ζημία» είναι φανερό ότι αναφέρεται σε έγκλημα κατ' εξακολούθηση διότι εάν επρόκειτο για μία πράξη μόνο απάτης, δεν θα ήταν αναγκαίος ο προσδιορισμός «συνολικού ποσού». Τούτο άλλωστε προκύπτει σαφέστατα και από την παράγραφο 2 του άρθρου 98 Π.Κ., όπως η παράγραφος αυτή προσετέθη με το άρθρο 14 § 1 Ν. 2721/1999, σύμφωνα με την οποία:

Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε».

Επειδή, στην υπό κρίση περίπτωση, ο αναιρεσείων κατηγορείται για απάτη κατ' εξακολούθηση, εκ της οποίας το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία (και μετά την επελθούσα μερική εξάλειψη του αξιοποίνου, συνεπεία των μερικών καταβολών αυτού προς τους εγκαλούντες), υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών, έπεται ότι ορθώς ούτος διώκεται ακόμη σε βαθμό κακουργήματος, και επομένως, ο προβαλλόμενος αυτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή, κατ' ακολουθία τούτων και δι' όσους λόγους ανέφερα ανωτέρω υπό στοιχ. Γ΄ και Δ΄, πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 386 § 1, 379 § 1 και 393 § 1 Π.Κ. που εφαρμόσθηκαν στο βούλευμα, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατ' αρθ. 485 § 1 και 519 ΚΠΔ, για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που αποφάνθηκαν προηγουμένως.

Για τους λόγους αυτούς ΠροτείνωΝα αναιρεθεί το υπ' αριθ. 1795/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.

Να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν το αναιρούμενο βούλευμα.»Αθήνα, 20-2-2006

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΔημοσθένης Κορδοπάτης

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της.

Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με άρθρο 1 παρ. 11 του Ν. 2408/1996 και την εκ νέου αντικατάστασή της με άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, αν ο δράστης διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ κατά το άρθρο 5 του Ν. 2943/2001).

Η τελευταία αυτή διάταξη, μετά την κατά τα προεκτεθέντα αντικατάστασή της, είναι, εν όψει του οριζομένου πλέον ελαχίστου ποσού του επιδιωκόμενου οφέλους ή της επελθούσας ζημίας, επιεικέστερη και εφαρμόζεται αναδρομικώς κατά το άρθρο 2 του ΠΚ, για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από το Ν. 2721/1999, του οποίου η ισχύς ήρχισε στις 3-6-1999.

Από τη διάταξη δε του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996 προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης του εν λόγω εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται, αντικειμενικώς, επανειλημμένη τέλεση αυτού, οία υπάρχει κι επί του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για επί μέρους εγκληματικές ομοειδείς πράξεις, οι οποίες έχουν αυτοτέλεια και συνδέονται μεταξύ τους με ταυτότητα της προς εκτέλεση αυτών αποφάσεως (ενότητα δόλου), υποκειμενικώς δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του εγκλήματος, της κατά συνήθειαν δε τέλεσης αυτού, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως να προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του .

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δυο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο «από κοινού» νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνην του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ειρημένου εγκλήματος.

Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ.

δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.

Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.

Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ.

β' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτή υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση.

Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. στ' του ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το συμβούλιο ήσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτόν κατά νόμον όροι.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. 1795/2005 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης που το εξέδωσε, έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστικό συμβούλιο ορθώς παρέπεμψε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα Ζ, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, σε βαθμό κακουργήματος.

Δέχθηκε δηλαδή το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμά του, και, υιοθετηθείσα από αυτό, εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται και προσδιορίζονται, κατ' είδος, στο βούλευμα, και συγκεκριμένως από το περιεχόμενο των εγκλήσεων, τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, σε συνδυασμό προς τις απολογίες και τα υπομνήματα των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, Ζ και ο συγκατηγορούμενός τουΧ2, όντας από κοινού διαχειριστές και νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρίας «ΔΟΥΡΟΣ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΕΠΕ» συναποφάσισαν, ύστερα από συνεννόηση με τον τρίτο κατηγορούμενο Χ1, να αγοράζουν δέρματα από εμπόρους για τις δικές τους εμπορικές δραστηριότητες.

Για το σκοπό αυτό παρίσταναν ψευδώς στους πωλητές – εμπόρους ότι διατηρούν φερέγγυες επιχειρήσεις, ότι διακινούν εμπορεύματα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και ότι κατέχουν σημαντική προσωπική περιουσία. Με τα παραπάνω ψευδή γεγονότα έπειθαν τους πωλητές να δέχονται αντί καταβολής τιμήματος, επιταγές, τις οποίες εξέδιδε είτε η εταιρεία του αναιρεσείοντος σε διαταγή της εταιρείας του Χ1, η οποία στη συνέχεια τις μεταβίβαζε με οπισθογράφηση στους πωλητές, είτε παρέδιδαν επιταγές που είχαν εκδώσει τρίτα πρόσωπα σε διαταγή της εταιρείας του αναιρεσείοντος, η οποία στη συνέχεια τις μεταβίβαζε στην εταιρεία του Χ1 «ΚΟΠΤΗΣ ΕΠΕ», ο οποίος με τη σειρά του τις μεταβίβαζε στους πωλητές – εμπόρους δερμάτων, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται ψευδώς περισσότεροι οπισθογράφοι στον τίτλο, ως ενεχόμενοι από αυτόν προσωπικώς:

Ο αναιρεσείων όμως γνώριζε ότι τόσο κατά το χρόνο έκδοσης των επιταγών, όσο και κατά το χρόνο πληρωμής τους, δεν είχε διαθέσιμα χρήματα στις πληρώτριες Τράπεζες, με αποτέλεσμα οι πωλητές – έμποροι να μην μπορούν να εισπράξουν τα χρήματά τους και να επέρχεται έτσι ζημία στην περιουσία τους, με ισόποση ωφέλεια του ιδίου (αναιρεσείοντος) εκδότη των επιταγών, ο οποίος αυτόν ακριβώς το σκοπό επιδίωκε.

Με τον τρόπο αυτό, κατά τα έτη 1998 και 1999 έπεισαν πολλούς εμπόρους να πωλήσουν εις αυτούς δέρματα, και, αντί τιμήματος, να δεχθούν μεταχρονολογημένες επιταγές οι οποίες τελικά δεν πληρώθηκαν αφού δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στις πληρώτριες Τράπεζες. Συγκεκριμένα 1) αγόρασαν δέρματα αξίας 9.230.000 δραχμών από τον Ψ1 και αντί τιμήματος παρέδωσαν εις αυτόν τρεις επιταγές ισόποσης αξίας, οι οποίες όμως δεν πληρώθηκαν κατά την εμφάνισή τους στην πληρώτρια Τράπεζα, αποκομίζοντες έτσι παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας την περιουσία του Ψ1 κατά το ανωτέρω ποσό. 2) Με το ίδιο απατηλό τρόπο αγόρασαν από την εταιρία ΝΙΚΟΣ Ι ΜΑΤΣΟΣ Α.Ε.

– ΒΥΡΣΟΔΕΨΙΑ ΚΟΖΑΝΗΣ δέρματα αξίας συνολικά 4.300.000 δραχμών, με πίστωση του τιμήματος και αντί αυτού αυτή έλαβε επιταγή ίσης αξίας η οποία εμφανισθείσα στην πληρώτρια Τράπεζα δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων, αποκομίσαντες παράνομο περιουσιακό όφελος ίσο με το παραπάνω ποσό με αντίστοιχη ισόποση βλάβη του εμπόρου πωλητή. 3) Αγόρασαν, με τον ίδιο ως άνω τρόπο, δέρματα από την Ψ3 συνολικής αξίας 5.500.000 δραχμών στην οποία παρέδωσαν δύο επιταγές 2.500.000 και 3.000.000 δραχμών, οι οποίες όμως δεν πληρώθηκαν κατά την εμφάνισή τους στην πληρώτρια Τράπεζα, αποκομίσαντες έτσι παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας αυτής, κατά το άνω ποσό. 4) Αγόρασαν από τον Ψ4, δέρματα, με τις ίδιες πάντοτε ψευδείς παραστάσεις, αξίας συνολικά 7.000.000 δραχμές και αντί τιμήματος παρέδωσαν εις αυτόν δύο επιταγές οι οποίες δεν πληρώθηκαν κατά την εμφάνισή τους στην πληρώτρια Τράπεζα ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων, αποκομίσαντες έτσι παράνομο περιουσιακό όφελος ισόποσο του άνω ποσού με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του Ψ4. 5) Αγόρασαν από τον έμπορο ..., , δέρματα συνολικής αξίας 10.000.000 δραχμών πείθοντας αυτόν να δεχθεί αντί τιμήματος δύο επιταγές οι οποίες δεν πληρώθηκαν κατά την εμφάνισή τους στην πληρώτρια Τράπεζα ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων, αποκομίζοντας έτσι ισόποσο παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη ζημία του άνω παθόντος. 6) Τέλος έπεισαν τον Ψ6 με τις ίδιες ως άνω ψευδείς παραστάσεις, να καταστεί εταίρος στην εταιρεία «ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΕΠΕ», αγοράζοντας 320 εταιρικά μερίδια έναντι του ποσού των 3.200.000 δραχμών το οποίο κατέβαλε, τον έπεισαν δε, στη συνέχεια, να εκδώσει επιταγή ποσού 2.885.000 δραχμών εις διαταγή της εταιρείας «ΚΟΠΤΗΣ ΕΠΕ», η οποία την μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην εταιρεία «ΜΥΤΟΥΛΑΣ – ΠΑΣΧΟΣ ΕΠΕ», πλην όμως δεν πληρώθηκε από τον Ψ6, γιατί είχε υποσχεθεί να την πληρώσει οΧ1, με αποτέλεσμα στη συνέχεια, να κατασχεθεί η περιουσία αυτού στο ...

και στην ... και έτσι ζημιώθηκε η περιουσία αυτού κατά το ποσό των 7.000.000 δραχμών και αποκόμισαν αντίστοιχα παράνομο περιουσιακό όφελος ο εκκαλών και οι συγκατηγορούμενοί του. Οι ανωτέρω κατηγορούμενοι προέβησαν, όπως προαναφέρθηκε, στις παραπάνω ενέργειες τους από κοινού, ενεργούντες όλοι μαζί και άλλοτε, κατά μόνας, είτε αυτοπροσώπως είτε διαμέσου τρίτου προσώπου, με σκοπό, όμως πάντοτε, να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο συνολικά ανέρχεται σε 43.230.000 δραχμές ή 126.495,97 ευρώ, δηλαδή ποσό που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή των 14.631,00 ευρώ, με αντίστοιχη βλάβη των παθόντων, αποτέλεσμα το οποίο σκόπευαν με κάθε μία από τις μερικότερες πράξεις τους.

Αποδείχθηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος, κατέβαλε στους παθόντες αποκαθιστώντας μερικώς την ζημίαν που τους προκάλεσε το ποσό των 50.960,00 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο που απομένει υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή το ποσό των 14.631,00 ευρώ.

Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στην εισαγγελική πρόταση, και με περαιτέρω επιτρεπτή αναφορά, προς συμπλήρωση αυτών, στο πρωτόδικο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, έκρινε ότι έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία η έφεση του αναιρεσείοντος,Ζ, και να επικυρωθεί το πρωτόδικο βούλευμα, ως προς όλες τις διατάξεις αυτού.

Κατά του βουλεύματος τούτου ο αναιρεσείων προβάλλει τους εξής λόγους αναιρέσεως:

Α) Ότι, καθ' υπέρβαση της εξουσίας του, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, αποφάσισε την παραπομπή αυτού στο ακροατήριο για τις πράξεις της απάτης κατ' εξακολούθηση, τα πραγματικά περιστατικά των οποίων ανάγονται σε έκδοση ακαλύπτων επιταγών, από τις οποίες οι εγκαλούντες φέρονται ότι υπέστησαν αντίστοιχη περιουσιακή ζημία, ενώ, σε κάθε περίπτωση, υφίσταται εν προκειμένω φαινομένη κατ' ιδέαν συρροή μεταξύ του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής και του εγκλήματος της απάτης.

Περαιτέρω, επειδή για όλες τις φερόμενες ως εκδοθείσες, από αυτόν, ακάλυπτες επιταγές (όπως αυτές προσδιορίζονται επακριβώς στο διατακτικό του επικυρωθέντος πρωτοδίκου βουλεύματος) έχει ασκηθεί ποινική δίωξη κατ' αυτού, για παράβαση του άρθ. 79 Ν. 5960/1933, έπεται ότι υφίσταται εκκρεμοδικία, και η δεύτερη ποινική δίωξη (για απάτη) έπρεπε να είχε κηρυχθεί απαράδεκτη από το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών.

Το από το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, όπως ισχύει σήμερα, προβλεπόμενο και τιμωρούμενο έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι έγκλημα τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται αφ' ενός έκδοση έγκυρης επιταγής και αφετέρου έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή κατά το χρόνο έκδοσης και πληρωμής αυτής και γνώση του εκδότη για την έλλειψη αυτών.

Περαιτέρω, φαινομένη συρροή κατ' ιδέαν, στην οποία δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 94 ΠΚ «περί συρροής εγκλημάτων», υπάρχει όταν η εγκληματική δράση ενός προσώπου υπόκειται μεν εκ πρώτης όψεως σε περισσότερους ποινικούς νόμους, από τη λογική όμως και αξιολογική σχέση των οποίων προκύπτει, ότι ο ένας μόνον από τους νόμους αυτούς είναι εφαρμοστέος, ο οποίος αποκλείει τους λοιπούς νόμους, που φαινομενικά μόνο συρρέουν.

Και ναι μεν υφίσταται φαινομένη συρροή, όταν μεταξύ των νόμων αυτών υπάρχει σχέση ειδικού προς γενικό, οπότε ο ειδικός νόμος σύμφωνα με την αρχή της ειδικότητας, αποκλείει την εφαρμογή του γενικού νόμου ή όταν οι περισσότερες πράξεις δεν είναι μεταξύ τους ανεξάρτητες και αυτοτελώς κολάσιμες γιατί συγκροτούν την έννοια ενός και του αυτού εγκλήματος, είτε γιατί η μια αποτελεί συστατικό στοιχείο η επιβαρυντική περίπτωση της άλλης οπότε διώκεται μόνο αυτή από την οποία απορροφάται η άλλη.

Όταν όμως προσβάλλονται διαφορετικά έννομα αγαθά που προστατεύονται από διαφορετικούς νόμους ή πρόκειται για ανεξάρτητες και αυτοτελείς αξιόποινες πράξεις που συγκροτούν την έννοια διαφορετικών εγκλημάτων, τότε υπάρχει αληθινή συρροή. Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω, μεταξύ της απάτης και του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, υφίσταται αληθινή συρροή εγκλημάτων και όχι φαινομένη κατ' ιδέα συρροή ή σχέση ειδικής διατάξεως έναντι γενικής, αφού το προσβαλλόμενο έννομο αγαθό από την κάθε μια είναι διαφορετικό (υπάρχει ετερότης των προσβαλλομένων εννόμων αγαθών), γιατί η μεν πράξη της απάτης προσβάλλει την περιουσία, η δε έκδοση ακάλυπτης επιταγής πλήττει το κύρος του τίτλου και την εξ αυτού επιτυγχανόμενη στις συναλλαγές πίστη και για το λόγο αυτό είναι τυπικά αξιόποινη πράξη, ενώ η πράξη της απάτης είναι πράξη ουσιαστική, η οποία απαιτεί εκτός του στοιχείου των ψευδών παραστάσεων και την επέλευση βλάβης στην περιουσία του παθόντος, καμία δε από αυτές δεν απορροφάται από την άλλη ως στοιχείο αυτής η ως αναγκαίο μέσο ή αναγκαία συνέπεια της τελέσεως αυτής.

Εξάλλου, δεν υφίσταται εκκρεμοδικία, επί της οποίας εφαρμόζονται αναλογικώς οι περί δεδικασμένου διατάξεις, ως εκ του ότι έχει ασκηθεί κατά του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη για το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτων επιταγών, οι οποίες, μεταξύ των άλλων, αποτέλεσαν το πραγματικό υπόβαθρο της απάτης, αφού πρόκειται για διαφορετικά εγκλήματα, ενόψει του ότι η αντικειμενική τους υπόσταση συγκροτείται από διαφορετικά πραγματικά περιστατικά.

Συνεπώς, ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. στ΄ του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για υπέρβαση εξουσίας, είναι αβάσιμος και ως τέτοιος, πρέπει ν' απορριφθεί. Β) Έλλειψη ειδικής αιτιολογίας του βουλεύματος, καθ' όσον α) το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δεν έλαβε υπ' όψη του τα υποβληθέντα δύο υπομνήματα των πολιτικώς εναγόντων με ημερομηνία 15-6-2005, με τα οποία διευκρινίζουν και «ομολογούν» την ανυπαρξία παραπλανητικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος προς αυτούς και β) το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν εξειδικεύει τις συγκεκριμένες απατηλές ενέργειες του αναιρεσείοντος και των φερομένων ως συναυτουργών του προς τους παθόντες, κάτι το οποίο είναι απαραίτητο για την κατάφαση του εγκλήματος της απάτης.

Αλλά, η πρώτη εκ των ανωτέρω αιτιάσεων ανάγεται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των πραγμάτων εκ μέρους του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο έλαβε ασφαλώς υπ' όψη και τα νεότερα αυτά υπομνήματα των πολιτικώς εναγόντων, και τα συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων της συγκεκριμένης υποθέσεως, ενώ η δεύτερη αιτίαση (ως έλλειψη του αιτιολογικού του προσβαλλομένου βουλεύματος), θεραπεύεται δια της παραπομπής η οποία γίνεται νομίμως (σελ. 12 του προσβαλλομένου βουλεύματος) στο ιστορικό, αλλά και στο διατακτικό του πρωτοδίκου βουλεύματος, όπου με κάθε δυνατή λεπτομέρεια περιγράφεται η φερομένη ως απατηλή συμπεριφορά, κατά τις συναλλαγές του αναιρεσείοντος και των συγκατηγορουμένων του, προς τους εγκαλούντες.

Συνεπώς, ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδικής αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί. Γ) Ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 386 Π.Κ., έκρινε ότι πληρούται η νομοτυπική μορφή της απάτης ως προς το ποσό των 7.000.000 δραχμών που φέρεται ότι ζημιώθηκε ο πολιτικώς ενάγων Ψ6 (ανωτέρω υπό στοιχ. 6).

Επί της περιπτώσεως αυτής πρέπει να λεχθούν τα εξής: Ο ανωτέρω εγκαλών Ψ6, πέραν της ζημίας την οποίαν φέρεται ότι υπέστη από την αγορά των 320 εταιρικών μεριδίων της ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΕΠΕ έναντι του ποσού των 3.200.000 δραχμών, φέρεται ότι, κατά τρόπον απατηλό, επείσθη επίσης, επί ζημία του, να εκδώσει επιταγή ποσού 2.885.000 δραχμών, εις διαταγή της εταιρείας «ΚΟΠΤΗΣ ΕΠΕ», με αποτέλεσμα, λόγω μη πληρωμής αυτής, να κατασχεθεί η περιουσία του, και να ζημιωθεί αυτός κατά το ποσό των 7.000.000 δραχμών.

Και ενώ η ζημία του ανωτέρω Ψ6, εκ της αιτίας αυτής, μπορεί να ανήλθε πράγματι στο ποσό των 7.000.000 δραχμών, το προσβαλλόμενο βούλευμα, αλλά και το διατακτικό του πρωτοδίκου τοιούτου, (το οποίον το προσβαλλόμενο επικύρωσε), αναφέρει ότι ο αναιρεσείων και οι συγκατηγορούμενοί του, αποκόμισαν εκ της πράξεως αυτής αντίστοιχο περιουσιακό όφελος (7.000.000 δραχμών), χωρίς ουδόλως να εξηγείται και να αιτιολογείται, πώς κατέστη δυνατόν ούτοι, από επιταγή ποσού 2.885.000 δραχμών, να αποκομίσουν παράνομο όφελος 7.000.000 δραχμών, σε βάρος της περιουσίας του ανωτέρω εγκαλούντος.

Υπό την έννοια αυτή, ο λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 386 Π.Κ. (άρθ. 484 § 1 στοιχ. β΄ Κ.Π.Δ).

Δ) Ενώ, τόσον το πρωτόδικο, όσον και το κατ' έφεση εκδοθέν βούλευμα δέχονται στο αιτιολογικό αυτών, συνδρομή υπέρ αυτού της διατάξεως του άρθρου 393 § 1 σε συνδυασμό προς άρθρο 379 § 1 Π.Κ., ήτοι μερική απόδοση και ικανοποίηση των παθόντων, και κατά συνέπεια μερική εξάλειψη του αξιοποίνου της απάτης κατά το αντίστοιχο αυτό μέρος της αποδόσεως, εν τούτοις, κατά τρόπο αντιφατικό, στο τέλος του διατακτικού του πρωτοδίκου βουλεύματος (το οποίο επικυρώθηκε από το προσβαλλόμενο τοιούτο), γίνεται λόγος για τα συνολικά ποσά της ζημίας των εγκαλούντων, χωρίς την αφαίρεση των καταβολών, σε τρόπον ώστε να μην είναι σαφές για ποια ποσά παραπέμπεται τελικώς ο κατηγορούμενος, και η αντίφαση αυτή αποτελεί εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων του ποινικού κώδικα, που εφήρμοσε το Συμβούλιο.

Πράγματι, στο επικυρωθέν διατακτικό του πρωτοδίκου βουλεύματος, κατά την ανάπτυξη των μερικοτέρων πράξεων της απάτης, γίνεται σαφώς λόγος ότι οι κατηγορούμενοι αποκόμισαν παράνομο περιουσιακό όφελος, τελικώς: 1) σε βάρος του εγκαλούντος, Ψ1, ανερχόμενο στο ποσό των 3.007,60 ευρώ (αφαιρουμένων των επιμέρους καταβολών ποσού συνολικώς 11.830 ευρώ), 2) σε βάρος της περιουσίας της εταιρείας ΝΙΚΟΣ Ι.

ΜΑΤΣΟΣ ΑΕ – ΒΥΡΣΟΔΕΨΙΑ ΚΟΖΑΝΗΣ, ανερχόμενο στο ποσό των 6.019,20 ευρώ (αφού αφαιρεθούν οι επί μέρους καταβολές), 3) σε βάρος της Ψ3, ανερχόμενο στο ποσό των 5.540,84 ευρώ (αφού αφαιρεθούν οι επιμέρους καταβολές), 4) σε βάρος του Ψ4, ανερχόμενο στο ποσό των 8.212,92 ευρώ (αφού αφαιρεθούν οι επιμέρους καταβολές), και 5) σε βάρος του εγκαλούντος Ψ5, ανερχόμενο στο ποσό των 19.747,03 ευρώ (αφού αφαιρεθούν οι επιμέρους καταβολές).

Πρέπει να σημειωθεί, ότι από το αιτιολογικό του πρωτοδίκου βουλεύματος (σελ. 46), το οποίο επικυρώθηκε από το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα, προκύπτει ότι οι, ως άνω, επί μέρους καταβολές, προς την εταιρεία ΝΙΚΟΣ Ι. ΜΑΤΣΟΣ ΑΕ – ΒΥΡΣΟΔΕΨΙΑ ΚΟΖΑΝΗΣ, Ψ3, Ψ4 και Ψ5 (οι οποίες δεν αναφέρονται στο διατακτικό) ανέρχονται σε 6.600, 10.600, 12.330 και 9.600 ευρώ, αντιστοίχως.

Παρά τις επί μέρους αυτές καταβολές προς τους ανωτέρω πέντε εγκαλούντες (προς τον, εξ αυτών, έκτον, Ψ6, ο οποίος φέρεται ότι υπέστη ζημία 3.200.000 και 7.000.000 δραχμών, ουδεμία καταβολή έγινε), η, κατά του αναιρεσείοντος κατηγορία, στο επικυρωθέν διατακτικό του πρωτοδίκου βουλεύματος, περατούται ως εξής: «Ο κατηγορούμενος Ζ προέβη, όπως ήδη προαναφέρθηκε, στις παραπάνω ενέργειες του από κοινού με τους Χ2 και Χ1 ενεργώντας όλοι μαζί και άλλοτε, είτε ο Χ1 μόνος του, είτε μαζί με έναν από τους Ζ και Χ2, και άλλοτε δια μέσου τρίτων προσώπων, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, τόσον οι ίδιοι όσο και οι δύο προαναφερόμενες ΕΠΕ, το οποίο συνολικά ανέρχεται σε 43.230.000 δραχμές (6.230.000 + 4.300.000 + 5.500.000 + 7.000.000 + 10.000.000 + 3.200.000 + 7.000.000), δηλαδή υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 5.000.000 δραχμών, ή των 15.000 ευρώ, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας των παθόντων, αποτέλεσμα στο οποίο σκόπευαν με κάθε μία από τις μερικότερες πράξεις τους …».

Η τοιαύτη επισήμανση στο τέλος της αποδιδομένης στον αναιρεσείοντα κατηγορίας, εγένετο ουχί ορθώς, για τους εξής λόγους: τόσον το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, όσον και το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, στο αιτιολογικό των βουλευμάτων τους, δέχθηκαν για τον αναιρεσείοντα, μερική εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως της απάτης σε βάρος των ανωτέρω πέντε εγκαλούντων, συνεπεία των ως άνω μερικών καταβολών, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 379 § 1 και 393 § 1 εδαφ. δεύτερο Π.Κ., με τις οποίες, αντιστοίχως, ορίζεται ότι: «Το αξιόποινο της κλοπής και της υπεξαίρεσης εξαλείφεται αν ο υπαίτιος με δική του θέληση και πριν ακόμη εξεταστεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές, απέδωσε χωρίς παράνομη βλάβη κάποιου τρίτου το πράγμα ή ικανοποίησε εντελώς τον ζημιωμένο. Η μερική μόνο απόδοση ή ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μέρος», και ότι «… οι διατάξεις του άρθρου 379 [εφαρμόζονται αναλόγως] και για τις πράξεις των άρθρων 386, 387, 389, 390, 391 και 392».

Η τοιαύτη, από τις ανωτέρω διατάξεις, καθιερωμένη έμπρακτη μετάνοια, η οποία αποτελεί προσωπικό λόγο εξαλείψεως του αξιοποίνου της απάτης, ήτοι λόγον που εξαλείφει την ποινική αξίωση της πολιτείας για το αδίκημα τούτο που τελέστηκε, ή σε περίπτωση μη εντελούς ικανοποιήσεως, την εξάλειψη του αξιοποίνου κατά το αντίστοιχο μόνο μέρος, περιορίζει κατ' ανάγκη την πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση, που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα ως προς τη συνολική ζημία που προκάλεσε αυτός στους εγκαλούντες, κατά το ανωτέρω ποσό των μερικών αποδόσεων προς αυτούς (οι οποίες ανέρχονται συνολικώς στο ποσό των 50.960 ευρώ) και κατά συνέπεια η, εις το τέλος της κατηγορίας (στο διατακτικό του παραπεμπτικού βουλεύματος) επισημαινομένη βλάβη της περιουσίας των εγκαλούντων, (στο συνολικό ποσό των 43.230.000 δραχμών ή 128.291 ευρώ), εγένετο ουχί ορθώς, και δημιουργεί, πράγματι, σύγχυση ως προς το ποίο ακριβώς συνολικό ποσό οφέλους ή συνολικής ζημίας (αρθ. 386 § 3 α΄ Π.Κ.), πρέπει να ληφθεί υπ' όψιν για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση.

Επομένως, ο προβαλλόμενος αυτός λόγος αναιρέσεως, της εκ πλαγίου παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 379 § 1 και 393 § 1 α΄ Π.Κ. που εφαρμόσθηκαν, ο οποίος ιδρύει τον, από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β ΚΠΔ, λόγον αναιρέσεως της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα, πρέπει να γίνει δεκτός. Ο αναιρεσείων, επίσης, στον αυτόν ως άνω λόγο αναιρέσεως, συμπεριλαμβάνει και την αντίφαση που δημιουργεί η αναφορά στην 9η σελίδα του προσβαλλομένου βουλεύματος, ως 5ου παθόντος, του ... (ο οποίος ήταν απλώς ο λήπτης των τριών επιταγών, συνολικού ποσού 10.000.000 δραχμών – οράτε διατακτικό του παραπεμπτικού βουλεύματος σελ. 61), αντί του ορθού, Ψ5 (εγκαλούντος), αλλά αυτό οφείλεται αποκλειστικώς σε παραδρομή που εμφιλοχώρησε στην εισαγγελική πρόταση του προσβαλλομένου βουλεύματος, και δεν επηρεάζει την πληρότητα του αιτιολογικού του προσβαλλομένου βουλεύματος.

Ε) Ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (δια της καθολικής αναφοράς του στην εισαγγελική πρόταση) δέχθηκε ότι η απάτη, ως προς τον πρώτο των εγκαλούντων και πολιτικώς εναγόντων, Ψ1, αφορά το ποσό των 9.230.000 δραχμών (σελ. 8 του προσβαλλομένου βουλεύματος), αντί του ορθού ποσού των 7.730.000 δραχμών, το οποίο προκύπτει από την αφαίρεση καταβολής ποσού 1.500.000 δραχ., την 12-11-1998 και αφαιρείται από το αρχικό ποσό των 9.230.000 δραχμών, ακόμη και από τον ίδιο τον εγκαλούντα Ψ1, στην από 1-7-2002 έγκλησή του, αλλά αυτό ανάγεται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των πραγμάτων από το Συμβούλιο, και κατά συνέπεια ο προβαλλόμενος αυτός λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Το προσβαλλόμενο βούλευμα παραπέμπει, όπως προαναφέρθηκε, στην ενσωματωμένη εις αυτό εισαγγελική πρόταση, η οποία με τη σειρά της, προς συμπλήρωσή της, επιτρεπτώς παραπέμπει στο «εκκαλούμενο βούλευμα». Με βάση τα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά στο αιτιολογικό και το διατακτικό του τελευταίου τούτου βουλεύματος, προκύπτει ότι η συναλλαγή του αναιρεσείοντος με τον ανωτέρω εγκαλούντα Ψ1, αφορούσε αρχικώς αγορά δερμάτων συνολικής αξίας 9.230.000 δραχμών (27.087,31 ευρώ). Το πρωτόδικο βούλευμα στο αιτιολογικό αυτού (σελ. 46 αυτού), δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων, πριν εξετασθεί για την πράξη του, για πρώτη φορά, από τον Ανακριτή Θεσσαλονίκης στις 28-7-2003, είχε καταβάλει, εις αυτόν 11.830 ευρώ. Κατά συνέπεια η ζημία του εγκαλούντος από την πράξη αυτή της απάτης σε βάρος του εγκαλούντος Ψ1, εκ μέρους του αναιρεσείοντος, ανέρχεται τελικώς στο ποσό των (27.087,31 – 11.830 = 15.257,31 ευρώ, και όχι στο ποσό των 3.007,60 ευρώ, το οποίο, εκ παραδρομής, προφανώς, αναφέρεται στην 53η σελίδα του διατακτικού του παραπεμπτικού βουλεύματος (και το οποίον αποτελεί το αξιόποινο απομένον μέρος της απάτης του αναιρεσείοντος σε βάρος του παθόντος αυτού).

ΣΤ) Ο αναιρεσείων, επίσης, αιτιάται ότι, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 386 § 3α Π.Κ., και καθ' υπέρβαση της εξουσίας του, έκρινε ότι οι μερικότερες πέντε πρώτες πράξεις του εγκλήματος της απάτης κατ' εξακολούθηση, φέρουν κακουργηματικό χαρακτήρα, αφού έχουν τελεσθεί προ της αντικαταστάσεως της παραγράφου 3 του άρθρου 386, δια του άρθρου 14 § 4 του νόμου 2721/3-6-1999 και επομένως, για τη συγκρότηση της κακουργηματικής απάτης, σύμφωνα με τη διατύπωση της περιπτώσεως α΄ του άρθρου αυτού, απαιτείται το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία, εκάστης μερικότερης πράξεως, να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών, πράγμα το οποίον δεν συμβαίνει εν προκειμένω, και επομένως ότι οι πράξεις αυτές φέρουν πλημμεληματικό χαρακτήρα, και έχουν ήδη παραγραφεί.

Η επιχειρούμενη ως άνω ερμηνεία στηρίζεται επί εσφαλμένης νομικής βάσεως: Όπως προαναφέρθηκε, κατά την ανάπτυξη της νομικής εννοίας της απάτης, η πράξη αυτή, προ της τροποποιήσεως της παραγράφου 3 του άρθρου 386, με το άρθρο 14 § 4 Ν. 2721/3-6-1999, ετιμωρείτο σε βαθμό κακουργήματος, με μόνη την προϋπόθεση ότι ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια.

Με την επελθούσα κατά τα ανωτέρω αντικατάσταση, προστέθηκε ακόμη η προϋπόθεση «α) και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία [να] υπερβαίνουν το ποσό 5.000.000 δραχμών [15.000 ευρώ]». Για τον λόγο αυτό η νεότερη αυτή διατύπωση του άρθρου 386 § 1 α Π.Κ. είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο και τυγχάνει αναδρομικής εφαρμογής:

διότι, για πράξεις απάτης τελεσθείσες προ της 3-6-1999, για να χαρακτηριστεί η απάτη, ως κακούργημα, πρέπει επί πλέον το συνολικό όφελος ή η ζημία εξ αυτών να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών. Εξάλλου, η χρήση, υπό του νομοθέτου, της φράσεως «συνολικό όφελος ή συνολική ζημία» είναι φανερό ότι αναφέρεται σε έγκλημα κατ' εξακολούθηση, διότι εάν επρόκειτο για μία πράξη μόνο απάτης, δεν θα ήταν αναγκαίος ο προσδιορισμός «συνολικού ποσού».

Τούτο άλλωστε προκύπτει σαφέστατα και από την παράγραφο 2 του άρθρου 98 Π.Κ., όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 § 1 Ν. 2721/1999, σύμφωνα με την οποία, η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό.

Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε», επιεικέστερος δε θεωρείται ο νόμος, ο οποίος in concreto περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις στο σύνολό του και δεν επιτρέπεται επιλογή διατάξεων από τους διαδοχικούς νόμους, καθόσον στην περίπτωση αυτή κατασκευάζεται ανεπιτρέπτως από το δικαστή νέος νόμος, ο οποίος άλλως θα προσέκρουε στο άρθρο 26 του Συντάγματος.

Επειδή, στην υπό κρίση περίπτωση, ο αναιρεσείων κατηγορείται για απάτη κατ' εξακολούθηση, από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία (και μετά την επελθούσα μερική εξάλειψη του αξιοποίνου, συνεπεία των μερικών καταβολών αυτού προς τους εγκαλούντες), υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών, έπεται ότι ορθώς αυτός διώκεται ακόμη σε βαθμό κακουργήματος και επομένως, ο προβαλλόμενος αυτός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και, ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 386 παρ. 1, 379 παρ. 1 και 393 παρ. 1 του ΠΚ και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που είχαν κρίνει προηγουμένως (άρθρα 485 παρ. 1 και 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί το υπ' αριθ. 1795/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο ως άνω Συμβούλιο Εφετών, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που είχαν κρίνει προηγουμένως.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2006. Και

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ