Legislator Case Law & Legislation
1387/2024 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on unjust enrichment claim legality, remands for retrial.

Case Number 1387/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Second Instance Court's dismissal of an unjust enrichment claim. The appellants argued the lower court erred in rejecting the claim as legally invalid, while the respondent contended the claim lacked legal standing. The Court ruled that the Second Instance Court's finding of illegality did not constitute an appealable error under Article 559 of the Code of Civil Procedure, but the Court found a partial violation of substantive law regarding the claim's legality, ordering a remand for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The appellate court's rejection of a claim as legally invalid does not constitute an appealable error if the lower court explicitly considered the claim's legal basis but dismissed it for illegality, yet a partial violation of substantive law regarding the claim's validity may warrant remand for retrial.

Keywords

AI generated
unjust enrichment claim legal validity of claim appealable error standard remand for retrial substantive law violation labor dispute procedure legal standing dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 281 of Law 3463/2006
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1387 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1387/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Ε. Π. του Π., 2) Κ. Σ. του Β., 3) Α. Κ. του Α., 4) Μ. Α.-Ο. του Τ. και 5) Μ. Φ. του Ι., κατοίκων ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Σουλτάνας Δημκόνη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΞΑΝΘΗΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Ξάνθη και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Χατζηλιάδου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-3-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 3593/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3525/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 6-7-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελένη Χροναίου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 06-07-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 4166/496/07-07-2020 και του παρόντος Δικαστηρίου 2374/2022 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 664-676 του ΚΠολΔ), με αριθμό 3525/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε τυπικά δεκτή η από 24-11-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4779/24-11-2016 έφεση των εναγουσών - εκκαλουσών και ήδη αναιρεσειουσών κατά της με αριθμό 3593/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε απορρίψει στο σύνολό της την από 11-03-2011 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2011 αγωγή τους, ήτοι ως μη νόμιμη, κατά την κύρια βάση της και ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, κατά τις επικουρικές βάσεις αυτής.

Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την ένδικη έφεση κατ' ουσίαν, εξαφάνισε στο σύνολό της την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου και απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης, ως προς το δεύτερο των εναγομένων - εφεσιβλήτων νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού" (Ο.Α.Ε.Δ.) - μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη - ενώ εξαφάνισε την απόφαση αυτή, ως προς το πρώτο των εναγομένων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Ξάνθης", κατά το μέρος που απορρίφθηκαν, ως αβάσιμες κατ' ουσίαν, οι επικουρικές, εκ της αδικοπραξίας και εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, βάσεις της ως άνω αγωγής, κράτησε την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό και απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, αναφορικά με την εκ της αδικοπραξίας βάση αυτής και ως μη νόμιμη, αναφορικά με την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της, επικυρώνοντας, κατά τα λοιπά, την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου στις 07-07-2020 και δεν προκύπτει η, με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 12-07-2018, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Σύμφωνα με το άρθρο 904 του Α.Κ.: "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια.

Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη". Με την καθιέρωση της ενοχής από αδικαιολόγητο πλουτισμό, επιχειρείται η αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ δύο κοινωνών του δικαίου, που προκλήθηκε από αδικαιολόγητη περιουσιακή μετακίνηση.

Προϋποθέσεις αξιώσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού, κατά την ως άνω διάταξη, είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι, στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη.

Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από την αιτία. Επομένως, η παροχή που γίνεται για την εκπλήρωση υποχρέωσης, η οποία αναλήφθηκε με σύμβαση ή στηρίζεται σε ειδική διάταξη νόμου, δεν γίνεται αναίτια, ώστε να μπορεί να αναζητηθεί, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η σύμβαση, κατά το άρθρο 361 του Α.Κ., ή ο νόμος, αποτελούν νόμιμη αιτία και μπορεί, έτσι, ο κάθε δικαιούχος να ασκήσει τα εξ αυτών δικαιώματά του.

Αξίωση, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, προς αναζήτηση της παροχής, που καταβλήθηκε στο πλαίσιο σύμβασης, μπορεί να ασκηθεί μόνον αν η σύμβαση είναι άκυρη ή καταστεί ανίσχυρη ή ακυρώσιμη ή αν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα, από οποιοδήποτε λόγο.

Εξάλλου, πλουτισμό συνιστά κάθε βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως του λήπτη, η οποία μπορεί να εμφανίζεται, είτε ως αύξηση του ενεργητικού ή μείωση του παθητικού της περιουσίας του, είτε, αντιστρόφως, ως αποφυγή αυξήσεως του παθητικού της ή μειώσεως του ενεργητικού της (Ολ. Α.Π. 6/1994). Eφόσον η περιουσιακή μετακίνηση είχε το αποτέλεσμα τούτο, γεγονός το οποίο διαπιστώνεται με τη σύγκριση της περιουσίας του λήπτη πριν και μετά τη μετακίνηση, γεννάται υποχρέωση του τελευταίου να αποδώσει την ωφέλεια σε εκείνον, από την περιουσία του οποίου προήλθε, εφόσον η διατήρησή της δεν δικαιολογείται από κάποια νόμιμη αιτία.

Αντίθετα, η ζημία εκείνου, από την περιουσία του οποίου προήλθε η ωφέλεια του λήπτη, δεν ερευνάται, καθόσον στόχος της αγωγής από το άρθρο 904 Α.Κ., δεν είναι η αποκατάσταση της ζημίας του ενάγοντος, αλλά η απόδοση του πλουτισμού του εναγομένου, ο οποίος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 909 Α.Κ., πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής.

Από το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή ο νόμος αρκείται μόνο στο στοιχείο της αδικαιολόγητης περιουσιακής μετακίνησης, για τη θεμελίωση της ευθύνης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, χωρίς να θέτει, ως προϋπόθεση της σχετικής αξίωσης, τη ζημία του δότη, αλλά ούτε και την υπαιτιότητα του λήπτη, διαφαίνεται καθαρά, ότι ο θεσμός αυτός αποβλέπει στην αποκατάσταση της, χωρίς νόμιμη αιτία, περιουσιακής μετακίνησης.

Συνεπώς η απαίτηση του αδικαιολογήτου πλουτισμού έχει ως περιεχόμενο την απόδοση της ωφέλειας του λήπτη, σε εκείνον, από την περιουσία του οποίου, με θετική ή αποθετική μείωση αυτής ή με ζημία του οποίου, επήλθε η ωφέλεια αυτή. Η εν λόγω ωφέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και κρίνεται, στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τις ειδικές συνθήκες της και όχι αφηρημένα, με βάση γενικά αντικειμενικά κριτήρια. Η ευθύνη δε του λήπτη περιλαμβάνει, κατ' αρχήν, την υποχρέωση αυτού προς απόδοση αυτούσιου - in natura - του πράγματος, που λήφθηκε αδικαιολόγητα και ως τέτοιο νοείται, εν προκειμένω, διασταλτικά κάθε αντικείμενο ενσώματο, αντικαταστατό ή μη, ή ασώματο. Έτσι, η ενοχή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι, κατ' αρχήν, ενοχή είδους και ως είδος αναζητούνται τα δοθέντα, αυτούσια, εφόσον σώζονται στα χέρια του λήπτη, έστω κι αν πρόκειται για αντικαταστατά πράγματα. Σε περίπτωση που ο λήπτης δεν είναι σε θέση να αποδώσει αυτούσια τα ληφθέντα, είτε λόγω της φύσης τους (π.χ. αχρεωστήτως παρασχεθείσες υπηρεσίες, κ.λ.π.), είτε από άλλους λόγους (π.χ. ανάλωση των ληφθέντων, από την οποία, όμως, ο λήπτης εξοικονόμησε δαπάνες, στις οποίες θα προέβαινε, κ.λ.π.), ο λήπτης πρέπει να αποδώσει την αξία τους. Η υποχρέωση αυτή δεν καθιερώνεται με ρητή διάταξη, προκύπτει όμως, από το πνεύμα των διατάξεων των άρθρων 904 και 908 του Α.Κ. (Ολ. Α.Π. 1773/1981).

Εξάλλου, αν η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα (ΚΠολΔ 219), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από σύμβαση αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης, να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητος της σύμβασης, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι, στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα. Και τούτο διότι, στην τελευταία περίπτωση, η επικουρική βάση της αγωγής θα εξετασθεί μόνο, αν η στηριζόμενη στην έγκυρη σύμβαση, κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητος της σύμβασης για ορισμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ' ένσταση του εναγομένου, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης. Έτσι, πληρούται, με τον τρόπο αυτό, ο σκοπός της διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή. Επομένως, στη δικονομικώς ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον ενάγοντα του λόγου της ακυρότητας της σύμβασης, που διαγνώσθηκε ήδη δικαστικώς στην ίδια δίκη και είναι έτσι δεδομένος, κατά την εξέταση της ως άνω επικουρικής βάσης (Ολ. Α.Π. 22/2009, Ολ. Α.Π. 23/2003, Α.Π. 1151/2017, Α.Π. 438/2017).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του Α.Κ. και 6 του α.ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 Π.Υ.Σ. και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ., κατά το άρθρο 38 του Εισ.Ν.Α.Κ.), προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι' αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.

Εξάλλου, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας, είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας).

Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας, προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται μόνο αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του Α.Κ., εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης, κ.λ.π., οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.

Αντίθετα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας, σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, οπότε η εκμάθηση εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.

Συνεπώς, στις συμβάσεις αυτές εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύμβασης αυτής είναι η παροχή, εκ μέρους του μαθητευόμενου, εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (Ολ.

Α.Π. 4/2021, Α.Π. 1242/2018, Α.Π. 217/2017, Α.Π. 918/2017, Α.Π. 780/2017, Α.Π. 933/2015, Α.Π. 126/2015, Α.Π. 885/2014, Α.Π. 1080/2014). Όμως, όπως κάθε σύμβαση, είναι δυνατόν και η σύμβαση εργασίας, να πάσχει από ακυρότητα για διάφορους λόγους (άρθρο 180, 184 Α.Κ.). Εφόσον η σύμβαση εργασίας είναι άκυρη, ο εργαζόμενος δεν υποχρεούται σε παροχή της συμφωνημένης εργασίας, ούτε και έχει συμβατική αξίωση κατά του εργοδότη, για καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής.

Δεν αποκλείεται, όμως, παρά την ακυρότητά της, η σύμβαση να λειτουργήσει για ορισμένο χρονικό διάστημα και ο εργαζόμενος να παράσχει κατ' αυτό στον εργοδότη τη συμφωνηθείσα εργασία του. Στην περίπτωση αυτή, υπάρχει απλή σχέση εργασίας, που σημαίνει την πραγματική κατάσταση που δημιουργείται από την παροχή εξαρτημένης εργασίας, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή το κύρος της σύμβασης εργασίας, οπότε ο μισθωτός αποκτά αξίωση, με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, με εξαίρεση τις περιπτώσεις εκείνες, όπου, σύμφωνα με το νόμο και για λόγους προστασίας του εργαζόμενου, προβλέπεται ότι και επί ακύρου συμβάσεως εργασίας διατηρούνται δικαιώματα και υποχρεώσεις που προβλέπει η εργατική νομοθεσία, με τη συνδρομή απλώς του πραγματικού γεγονότος της απασχόλησης.

Πιο συγκεκριμένα, από το συνδυασμό όλων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, επί παροχής εργασίας υπό άκυρη, για οποιοδήποτε λόγο σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού), που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, ανεξαρτήτως της ζημίας του τελευταίου ή της από τον τελευταίο γνώσης της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας αυτού, με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης νομοθετικής ρύθμισης, που αποσυνδέει ορισμένες μισθολογικές αξιώσεις, από το κύρος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.

Τέτοια αντίθετη νομοθετική ρύθμιση διαλαμβάνεται στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 Υ.Α. Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26.2.1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, από τις οποίες προκύπτει ότι τα επιδόματα (δώρα) εορτών και αδείας και τις αποδοχές αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί, οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας.

Επομένως, με την επιφύλαξη αυτή, στις περιπτώσεις απλής σχέσης εργασίας, λόγω ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, για οποιοδήποτε λόγο, για την αμοιβή του εργαζομένου, λόγω της από αυτόν παροχής της εργασίας του προς τον εργοδότη, δεν οφείλεται από τον τελευταίο μισθός, αλλά γεννάται υποχρέωση αυτού, προς απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού), κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.

του Α.Κ. και, συγκεκριμένα, της ωφέλειας που αυτός αποκόμισε από την παρασχεθείσα εργασία, αφού αυτή έγινε σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης και, επομένως, δεν υφίσταται νόμιμη αιτία, που να δικαιολογεί τη διατήρηση της ωφέλειας στο λήπτη της εργοδότη, στο βαθμό που αυτός έτσι καθίσταται πλουσιότερος, σε βάρος της περιουσίας του εργαζόμενου, από αιτία μη αναγνωριζόμενη από το νόμο.

Πλουτισμό, δηλαδή, του εργοδότη αποτελεί αυτή καθ' εαυτή η παρασχεθείσα από το μισθωτό εργασία, η οποία έχει οικονομική αξία, αποτιμώμενη κατά το χρόνο της παροχής της, είτε παρέχεται με έγκυρη, είτε με άκυρη σύμβαση και μάλιστα ανεξάρτητα αν επέφερε το επιδιωκόμενο από τον εργοδότη επιθυμητό αποτέλεσμα.

Όπως δε αναφέρθηκε, η υποχρέωση του λήπτη συνίσταται, κατ' αρχήν, στην απόδοση αυτούσιου του (ενσώματου ή ασώματου) αντικειμένου, που λήφθηκε αδικαιολόγητα. Επειδή, όμως, η εργασία του μισθωτού, ως περιουσιακή αξία, ενσωματώθηκε, κατά τρόπο μη διακριτό, στην περιουσία του εργοδότη, με αποτέλεσμα να μη μπορεί εξ αντικειμένου να αναζητηθεί, η ωφέλεια, την οποία ο εργοδότης υποχρεούται να αποδώσει στον ακύρως απασχοληθέντα εργαζόμενο υπολογίζεται και είναι ίση με την αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε, εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας, υπό τις επικρατούσες στον τόπο της παροχής συνθήκες για την ίδια εργασία, σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος.

Η ωφέλεια αυτή, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές, που προβλέπουν οι τυχόν υπάρχουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις, σε περίπτωση δε έλλειψης τέτοιων, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκείνη που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι ο εργοδότης καταβάλλει σε άλλο εργαζόμενο, με έγκυρη σύμβαση εργασίας, υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις.

Η αναφορά στην ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας, γίνεται αποκλειστικά και μόνο για την αποτίμηση της αξίας της εργασίας ως στοιχείο για τον προσδιορισμό της έκτασης του πλουτισμού του εργοδότη και όχι για τη θεμελίωση αυτού (πλουτισμού), ο οποίος γεννάται από, αυτή καθ' εαυτή, την, χωρίς νόμιμη αιτία, παρασχεθείσα προς όφελός του εργασία.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η ωφέλεια (πλουτισμός) του εργοδότη απορρέει από μόνο το γεγονός της πραγματικής παροχής των υπηρεσιών του μισθωτού, στο πλαίσιο άκυρης σύμβασης εργασίας, ως προέχοντος στοιχείου για τη γένεση αξίωσης από αδικαιολόγητο πλουτισμό και, κατά συνέπεια, είναι αδιάφορο, εάν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο εργοδότης, από οικονομικούς ή άλλους λόγους, δεν θα προέβαινε στην πρόσληψη άλλου μισθωτού, με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Ο ως άνω γενικός κανόνας των άρθρων 904 επομ. του Α.Κ., ο οποίος απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιεικείας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και γενικότερα επί φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (Ολ. Α.Π. 218/1977).

Εξαίρεση υπέρ αυτών δεν εισάγεται ούτε και με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 6 του Συντάγματος, που απαγορεύουν την πρόσληψη υπαλλήλου σε μη νομοθετημένη θέση ή εκείνων των παρ. 7 και 8 του ιδίου άρθρου, που προστέθηκαν μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος από 18.04.2001 με το από 06.04.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ως και εκείνων του Ν. 2190/1994, που αφορούν το σύστημα προσλήψεων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ορίζοντας τους τρόπους πρόσληψης προσωπικού από τους εν λόγω φορείς και παράλληλα, αποκλείουν τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.

Και τούτο, διότι η, παρά την απαγόρευση αυτή, ενέργεια, η οποία συνεπάγεται την ακυρότητα της πρόσληψης, κατά τα άρθρα 174 και 180 του Α.Κ., συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας και, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 του Α.Κ., το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και γενικότερα ο φορέας του Δημοσίου, στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία του ακύρως προσληφθέντος μισθωτού, ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας, που προήλθε από την εργασία, η οποία παρασχέθηκε σε αυτό και από την οποία αυτό κατέστη πλουσιότερο και δεν συνιστά αιτία αποκλεισμού αυτού που εργάστηκε από την αναζήτηση της ωφέλειας (Ολ.

Α.Π. 218/1977). Τα ανωτέρω τυγχάνουν εφαρμογής και στις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσιες συμβάσεις μαθητείας), στις περιπτώσεις που οι συμβάσεις αυτές δεν μπορούν, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, να κριθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού, προς απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη, από την παροχή εργασίας, εκ μέρους του μαθητευόμενου εργαζομένου.

Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 εδ. α' και β' και 15 εδ. α' και β' του Ν. 2639/1998 "Ρύθμιση εργασιακών σχέσεων, σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 205), εκ των οποίων το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 προστέθηκε με το άρθρο 6 παρ. 8 του Ν. 2956/2001, ορίστηκε, αντίστοιχα ότι: "1.

Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.-Τ.Ε.Ι. και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής, την υλοποίηση, στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του, προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης ανέργων.

Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" και "15. Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου.

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες, σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια, για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου".

Εξάλλου, με το άρθρο 20 παρ. 4 του Ν. 2738/1999, εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προστέθηκε, ως περίπτωση κα', στο άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 2190/1994 (μετέπειτα καταργηθείσα με το άρθρο 1 του Ν. 3812/2009) επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού, σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ.

Η πρόσληψη του ανωτέρω προσωπικού διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά. Οι συμβάσεις αυτές φέρουν, εκ των πραγμάτων και για αντικειμενικούς λόγους, το χαρακτήρα των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, αφού διαφορετικά θα ήταν ανέφικτη η υλοποίηση των σχετικών προγραμμάτων, ενώ στις συμβάσεις αυτές, που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού, κατά τα ανωτέρω, προγράμματος, υποστηριζόμενου από τον Ο.Α.Ε.Δ., δεν εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις του π.δ/τος 164/2004, κατά το άρθρο 2 παρ. 2 εδ.

β' αυτού.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 32 παρ. 12 του Ν. 3232/2004, ως αντικαταστάθηκε δια της διατάξεως του άρθρου 13 του Ν. 3302/2004: "Το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. ο Ο.Γ.Α., ο Ο.Α.Ε.Ε. και λοιποί φορείς κοινωνικής ασφάλισης, αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μπορούν να συνάπτουν, ύστερα από απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου και των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, συμβάσεις με τον Ο.Α.Ε.Δ.

ή θυγατρικές εταιρείες αυτού, για τη διάθεση, για ορισμένο χρόνο, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες, ατόμων από τα Προγράμματα (κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας) ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ., για τη διεκπεραίωση εργασιών χορήγησης ασφαλιστικών παροχών, όταν το τακτικό προσωπικό των Φορέων Ασφάλισης δεν επαρκεί για την έγκαιρη διεκπεραίωση των εργασιών αυτών.

Η δαπάνη για την απασχόληση αυτή βαρύνει τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο", ενώ η αυτή διάταξη, όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 3552/2007, έχει ως εξής: "Το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., ο Ο.Γ.Α., ο Ο.Α.Ε.Ε. και λοιποί Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μπορούν να συνάπτουν, ύστερα από απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου, που εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας συμβάσεις με τον Ο.Α.Ε.Δ.

ή θυγατρικές εταιρείες αυτού, για τη διάθεση, για ορισμένο χρόνο που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες, ατόμων από προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων του Ο.ΑΕ.Δ., σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης. Η δαπάνη, για την άσκηση αυτή, βαρύνει τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο.

Κατ' εξαίρεση, συμβάσεις ιδίου περιεχομένου με Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, που λήγουν από 1.1.2007 έως 31.12.2007, δύνανται να παρατείνονται για δώδεκα (12) μήνες από την ημερομηνία λήξης τους". Από τις ανωτέρω διατάξεις παρέπεται ότι, εάν η απασχόληση από τον οικείο δημόσιο Φορέα του προσλαμβανομένου, βάσει των προπαρατιθεμένων διατάξεων, σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος του Ο.Α.Ε.Δ., προς κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, ανέργου, δεν αποβλέπει, κατά κύριο λόγο, στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και εξειδίκευσης, αλλά στην εκτέλεση παραγωγικού έργου, υφίσταται άκυρη σύμβαση εργασίας και το Δημόσιο ή τα άλλα δημόσια νομικά πρόσωπα, ως καθιστάμενα εντεύθεν αδικαιολογήτως πλουσιότερα υποχρεούνται, κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ.

α' και 908 εδ. α' του Α.Κ., στην απόδοση της ωφελείας, την οποία αποκόμισαν από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλαν σε άλλον εργαζόμενο, υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας, με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού και χωρίς η νομιμότητα της σχετικής αγωγής να επηρεάζεται από το γεγονός ότι δεν υπήρχε δυνατότητα έγκυρης πρόσληψης άλλου μισθωτού στη θέση του ακύρως απασχοληθέντος (Ολ.

Α.Π. 4/2021). Τέλος, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσης, ως σύμβασης ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή σύμβασης μαθητείας, γνήσιας ή μη, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, μη δεσμευόμενο από το χαρακτηρισμό, που προσέδωσαν σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια ήθελαν προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, η κρίση του δε αυτή στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά, στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ.

Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης, ως σχέσης εξαρτημένης εργασίας ή μαθητείας (γνήσιας ή μη) ή ως σύμβασης εργασίας ορισμένης ή αόριστης διάρκειας, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α., των Ν.Π.Δ.Δ. και γενικότερα των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.

Α.Π. 20/2006) χωρίς να θεσπίζεται απαγόρευση της αναγνώρισης του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, κατά τη δικαστική διαδικασία, ούτε από τη διάταξη του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος, επί των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (Ολ. Α.Π. 7/2011, Ολ. Α.Π. 19 και 20/2007, Α.Π. 18/2006, Α.Π. 1242/2018, Α.Π. 795/2020).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται, δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση, κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

Α.Π. 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013).

Τέλος, με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, είτε έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ.

Α.Π. 25/2003, Ολ. Α.Π. 3/1997, Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 308/2020, Α.Π. 1446/2019, Α.Π. 1614/2017, Α.Π. 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί, που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ. Α.Π. 2/1989, Α.Π. 1072/2005). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού, είναι κάθε περιστατικό, το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (Α.Π. 1795/2008).

Επομένως, "πράγματα", κατά την έννοια αυτή, αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (Α.Π. 514/2020, Α.Π. 1765/2005). Δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, ούτε οι ισχυρισμοί, που συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε τα οριζόμενα στο άρθρο 339 του ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (Α.Π. 237/2019, Α.Π. 598/2019, Α.Π. 261/2016, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 1955/2009, Α.Π. 2019/2007) έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (Α.Π. 1566/2017, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 701/2008, Α.Π. 625/2008, Α.Π. 558/2008), αλλά ούτε και οι εκπρόθεσμοι, αόριστοι ή γενικώς απαράδεκτοι ή αβάσιμοι, κατά νόμο, ισχυρισμοί, ή απλώς αρνητικοί ή διευκρινιστικοί ισχυρισμοί, δηλαδή ισχυρισμοί που δεν καταλήγουν στην επίκληση έννομης συνέπειας, αφού αυτοί δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.

Α.Π. 8/2013, Ολ. Α.Π. 2/1989, Α.Π. 867/1988, Ολ. Α.Π. 3/1997, Α.Π. 1058/1998, Ολ. Α.Π. 14/2004, Α.Π. 179/2019, Α.Π. 76/2016, Α.Π. 139/2014).

Εξάλλου, ο, εκ του άνω άρθρου λόγος αναίρεσης, δεν στοιχειοθετείται και απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε, για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997, Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 12/1991, Α.Π. 37/2008, Α.Π. 2102/2007, Α.Π. 2068/2007), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία, εκ του πράγματος, προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Α.Π. 85/2020, Α.Π. 667/2018, Α.Π. 76/2016), έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1108/2020, Α.Π. 1266/2020, Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1437/2017, Α.Π. 771/2017, Α.Π. 1434/2010, Α.Π. 148/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες στην από 11-03-2011 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2011 αγωγή τους, που κατατέθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξέθεταν ότι από το έτος 2007 κατάρτισαν διαδοχικές έγγραφες συμβάσεις (συμφωνητικά συνεργασίας), στα πλαίσια υλοποίησης προγράμματος, για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (συμβάσεις stage), με αντισυμβαλλόμενους, αφενός μεν, το δεύτερο εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού" ("Ο.Α.Ε.Δ.") - μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη - ως υπεύθυνο φορέα του ως άνω προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, αφετέρου δε, το πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Ξάνθης", ως υπεύθυνο φορέα υλοποίησης αυτού διάρκειας δεκαοκτώ (18) μηνών, οι οποίες, μετά τη λήξη τους, παρατάθηκαν, εκ νέου, για άλλους δεκαοκτώ (18) μήνες, με ημερομίσθιο 25 ευρώ, οι εξ αυτών πρώτη και τρίτη έως πέμπτη, που είναι απόφοιτες δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και 30 ευρώ η δεύτερη, που είναι πτυχιούχος του Τμήματος λογιστικής του Τ.Ε.Ι.

Καβάλας. Ότι, δυνάμει των συμβάσεων αυτών, παρείχαν την εργασία τους στις διοικητικές υπηρεσίες του εναγομένου Δήμου Ξάνθης οι μεν τέσσερις πρώτες ενάγουσες στο κατάστημα του ως άνω Δήμου, η δε πέμπτη στο κατάστημα της Κοινότητας Κιμμερίων του Δήμου Ξάνθης, κατά τα ειδικότερα χρονικά διαστήματα και με τις ειδικότητες που διαλαμβάνονται στην αγωγή.

Ότι εργάστηκαν επί πενθήμερο εβδομαδιαίως και επτάωρο ωράριο εργασίας ημερησίως, ήτοι από ώρα 08.00' έως ώρα 15.00', παρέχοντας τις υπηρεσίες τους στην διεκπεραίωση των εργασιών των ως άνω τμημάτων των διοικητικών του υπηρεσιών, όπως αναλυτικότερα αναφέρεται στην αγωγή, υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του, τα αρμόδια όργανα του οποίου καθόριζαν τον τόπο, τρόπο και χρόνο παροχής της εργασίας τους και υπό συνθήκες, οι οποίες δεν προσήκαν σε καθεστώς μαθητείας αλλά σε εργαζομένους, με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου.

Ότι οι ανωτέρω συμβάσεις (αρχική και μεταγενέστερη), υπέκρυπταν έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, αφού καταρτίστηκαν, κατ' επίφαση, για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, στην πραγματικότητα, όμως, για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του εναγομένου Δήμου, καθόσον μάλιστα στις τέσσερις πρώτες ενάγουσες ανατέθηκε εργασιακό αντικείμενο μη συναφές με το γνωστικό τους αντικείμενο, ενώ αναφορικά με την πέμπτη ενάγουσα, η οποία είναι απόφοιτη γενικού λυκείου και ουδέν γνωστικό αντικείμενο είχε, δεν υπήρχε η προϋπόθεση άσκησής της, ως μαθητευόμενη, στον εναγόμενο Δήμο, ενώ ο ορισθείς με τις συμβάσεις αυτές χρόνος εξάσκησης ήταν υπέρμετρος.

Ότι, αν και εργάζονταν ως υπάλληλοι/ μισθωτοί, τελούντες σε σχέση εξάρτησης με τον εναγόμενο Δήμο, αμείβονταν από τον εναγόμενο Ο.Α.Ε.Δ., με ημερομίσθιο (και όχι μισθό) και χωρίς να τους καταβάλλονται επιδόματα εορτών, αποδοχές και επιδόματα αδείας, κ.λ.π. και έτσι ελάμβαναν κατώτερες αποδοχές από τους συγκρινόμενους συναδέλφους τους, που εργάζονταν στον εναγόμενο Δήμο, στις ίδιες με αυτούς θέσεις εργασίας και με τα ίδια προσόντα και προσωπική κατάσταση, με αποτέλεσμα να δικαιούνται, με βάση την Κ.Υ.Α. 2/7093/0022/2004, δυνάμει της οποίας επεκτάθηκε η ρύθμιση των άρθρων 2 έως 26, 27 παρ. 2 και 28 του ν. 3205/2003 (ενιαίο μισθολόγιο) στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου στο Δημόσιο τα ν.π.δ.δ.

και στους Ο.Τ.Α., τις διατάξεις των νόμων 3554/2007, 3670/2008, 3758/2009 και 3833/2010, αλλά και κατ' εφαρμογή της αρχής της ίσης αμοιβής για ίση εργασία, βάσει των υπερνομοθετικής ισχύος, διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος επιπροσθέτως δε κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, ως αποζημίωση και επικουρικά κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, για το χρονικό διάστημα που εργάσθηκαν, ως μισθολογικές διαφορές, για επιδόματα εορτών και αδείας, ως και για επιδόματα ειδικών συνθηκών, εξόδων κίνησης, κινήτρου απόδοσης, ειδικής παροχής και οικογενειακής παροχής τα παρατιθέμενα στην αγωγή για εκάστη αυτών επιμέρους χρηματικά ποσά.

Ότι τα εναγόμενα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τα οποία είναι αμφότερα εργοδότες τους, κατά την ημερομηνία που έφεραν ως λήξη τα συμφωνητικά εργασίας, όπως είχαν παραταθεί για εκάστη αυτών (εναγουσών), έπαυσαν πλέον να αποδέχονται τις υπηρεσίες τους, καταγγέλλοντας, με τον τρόπο αυτό, σιωπηρά, τις εργασιακές συμβάσεις τους, χωρίς την τήρηση των νομίμων προϋποθέσεων, μεταξύ των οποίων, η καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.

Ότι, η ως άνω συμπεριφορά των εναγομένων και δη η πρόσληψή τους με διαδοχικές ψευδεπίγραφες συμβάσεις μαθητείας και έναντι ημερομισθίου, που στην πραγματικότητα δεν έγινε για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, ούτε και οι συμβάσεις τους ήταν μαθητείας, αλλά έγινε για να καλύψουν πάγιες και διαρκείς υπηρεσιακές ανάγκες του εναγομένου Δήμου και η απασχόλησή τους ήταν, όπως και των άλλων τακτικών δημοτικών υπαλλήλων, έφερε δηλαδή τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, συνιστά παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς τους, εξαιτίας της οποίας υπέστησαν ηθική βλάβη, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην αγωγή.

Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον, παραδεκτώς γενόμενο κατ' άρθρα 223 παρ. 1, 294, 295 παρ. 1 εδ. β' και 297 του ΚΠολΔ, μερικό περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής, σε εν μέρει αναγνωριστικό και εν μέρει καταψηφιστικό, με σχετική προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις τους, τις οποίες νομότυπα και εμπρόθεσμα κατέθεσαν, κατά τη προφορική συζήτηση της αγωγής, ζήτησαν, με κύρια βάση την, εκ της συμβάσεως εργασίας, απορρέουσα ευθύνη των εναγομένων και, επικουρικά, κατ' εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης και επικουρικότερα με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών και περί αδικαιολογήτου πλουτισμού:

α) να αναγνωρισθεί ότι η συνδέουσα αυτές και τα εναγόμενα νομικά πρόσωπα συμβατική εργασιακή σχέση, είναι έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της σιωπηρής καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους και, περαιτέρω, να υποχρεωθούν τα εναγόμενα να αποδέχονται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους στην προηγούμενη αυτών θέση με την απειλή χρηματικής ποινής, ύψους τριακοσίων (300,00) ευρώ, για εκάστη αυτών και για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσής τους με το διατακτικό της εκδοθησόμενης απόφασης β) να υποχρεωθούν τα εναγόμενα, ευθυνόμενα εις ολόκληρον να καταβάλουν για μισθολογικές διαφορές και διαφορές επιδομάτων, σύμφωνα με τις αποδοχές των τακτικών δημοτικών υπαλλήλων της αυτής ειδικότητας, που απασχολήθηκαν με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου για το έτος 2010, τα ακόλουθα χρηματικά ποσά: 1.

στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 14.207,30 ευρώ, 2. στην δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 14.393,35 ευρώ, 3. στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των 13.975,50 ευρώ 4. στην τέταρτη ενάγουσα το ποσό των 13.991,30 ευρώ και 5. στην πέμπτη ενάγουσα το ποσό των 13.991,30 ευρώ, γ) να αναγνωρισθεί ότι τα εναγόμενα υποχρεούνται να τους καταβάλουν ευθυνόμενα εις ολόκληρον, για τις παραπάνω αιτίες και για τα έτη 2007 έως 2009, τα ακόλουθα χρηματικά ποσά: 1.

στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 31.444,3 ευρώ, 2. στην δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 31.921,87 ευρώ, 3. στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των 30.251,78 ευρώ, 4. στην τέταρτη ενάγουσα το ποσό των 30.751,49 ευρώ και 5. στην πέμπτη ενάγουσα το ποσό των 30.872,92 ευρώ και όλα τα παραπάνω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο υπερημερίας που ισχύει για τους ιδιώτες, κατά τις ειδικότερες διακρίσεις, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, δ) όλως επικουρικώς, να υποχρεωθούν τα εναγόμενα, ευθυνόμενα εις ολόκληρον, να τους καταβάλουν, ως αποζημίωση, λόγω της σιωπηρής καταγγελίας των εργασιακών συμβάσεών τους, άλλως παύσης των εργασιακών σχέσεών τους: 1.

στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 3.640,00 ευρώ, 2. στην δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 3.873,33 ευρώ, 3. στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των 3.598,00 ευρώ, 4. στην τέταρτη ενάγουσα το ποσό των 3.598,00 ευρώ και 5. στην πέμπτη ενάγουσα το ποσό των 3.598,00 ευρώ και τα παραπάνω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και ε) να αναγνωρισθεί ότι τα εναγόμενα υποχρεούνται, ευθυνόμενα εις ολόκληρον, να καταβάλουν σε εκάστη των εναγουσών, το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000,00) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν, συνεπεία της προσβολής της προσωπικότητάς τους, λόγω της απασχόλησής τους με ψευδεπίγραφες συμβάσεις μαθητείας, σε αντικείμενο μη συναφές με τις γνώσεις και τις δεξιότητές τους.

Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 664 έως 676 του ΚΠολΔ, όπως αυτά ίσχυαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της αγωγής, πριν την τροποποίησή τους από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87/23.07.2015, ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 3593/2014 οριστική απόφασή του, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή στο σύνολό της, ήτοι τόσο κατά την κύρια, όσο και κατά τις επικουρικές βάσεις αυτής και ειδικότερα:

α) ως μη νόμιμη, καθό μέρος οι ενάγοντες αξίωναν την επιδίκαση των ως άνω χρηματικών ποσών, επικαλούμενοι, αφενός μεν ότι η συνδέουσα αυτές με τα εναγόμενα έννομη σχέση, ήταν αυτή της έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, αφετέρου δε ότι παρείχαν την αυτή εργασία, κατά αντικείμενο, όρους, συνθήκες και περιστάσεις, με τους τακτικούς δημοτικούς υπαλλήλους της αυτής ειδικότητας και β) ως κατ' ουσίαν αβάσιμη καθό μέρος στήριζαν τις επίδικες αξιώσεις τους στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και σε εκείνες των αδικοπραξιών.

Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 24-11-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4779/24-11-2016 έφεσης, με την οποία οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες παραπονέθηκαν για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά το μέρος που απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη, η κύρια και η επικουρική βάση της αγωγής, κατ' επίκληση της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης, καθώς και για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τα κεφάλαια της εκκληθείσας απόφασης, με την οποία απορρίφθηκαν, ως αβάσιμες κατ' ουσίαν, οι επικουρικές εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού και της αδικοπραξίας, βάσεις της αγωγής, ζητώντας να εξαφανιστεί η απόφαση, με σκοπό να γίνει δεκτή στο σύνολό της η ένδικη αγωγή τους, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 3525/2018 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε, κατ' άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στο σύνολό της την απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου, όσον αφορά το δεύτερο των εναγομένων - εφεσιβλήτων νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού" (Ο.Α.Ε.Δ.) - μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη - ακολούθως, δε, κράτησε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή ως προς αυτό, ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης, για τους ειδικότερα διαλαμβανόμενους στην απόφαση λόγους.

Επίσης, όσον αφορά το πρώτο των εναγομένων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Ξάνθης", εξαφάνισε την οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αποκλειστικά και μόνο ως προς τις επικουρικές βάσεις της αγωγής, από την αδικοπραξία και τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, τις οποίες το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε κρίνει νόμιμες και είχε απορρίψει αυτές, ως αβάσιμες κατ' ουσίαν και, στη συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή κατά τις ανωτέρω βάσεις της και δη ως αόριστη την εκ της αδικοπραξίας βάση της και ως μη νόμιμη την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση αυτής, επικυρώνοντας, κατά τα λοιπά, την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από παράθεση των νομικών σκέψεων και διατάξεων, που συγκροτούν τη μείζονα σκέψη του δικανικού του συλλογισμού, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή, τυγχάνει απορριπτέα, κατά τις εκεί αναφερόμενες διακρίσεις και ειδικότερα, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, ήτοι ως προς την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δέχθηκε, κατ' ακριβή αντιγραφή, τα εξής: "...Β)...

Τέλος, όσον αφορά την βάση της αγωγής, που στηρίζεται στον ισχυρισμό των εναγουσών [ήδη αναιρεσειουσών ] περί de facto σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, σύμφωνα με τον οποίο, οι επίδικες συμβάσεις λειτούργησαν στην πραγματικότητα, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και όχι μαθητείας και, συνεπώς, δικαιούνται οι ενάγουσες να λαμβάνουν τις αιτούμενες διαφορές αποδοχών και επιδομάτων, ως και τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, λεκτέα τα ακόλουθα:

Οι ενάγουσες με την αγωγή τους θεμελιώνουν τις αιτούμενες ανωτέρω αξιώσεις τους, κυρίως μεν στις διατάξεις του Α.Κ., περί έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης ιδιωτικού δικαίου εργασίας ορισμένου χρόνου, επικουρικά δε στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, με τον ισχυρισμό ότι: "...Επικουρικότερη ευθύνη εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Πέρα του συμβατικού δεσμού που συντρέχει μεταξύ των αντιδίκων με εμάς, οι αντίδικοι ευθύνονται και επί τη βάσει του αδικαιολογήτου πλουτισμού κατά τα ποσά που ωφελήθηκαν από τη μη καταβολή σε εμάς των νομίμων αποδοχών μας, που ισοδυναμούν με τις αποδοχές ενός μόνιμου υπαλλήλου, που θα παρείχε την αυτή με εμάς εργασία " (3η παράγραφος της 42ης σελίδας της αγωγής).

Πέραν δε της ανωτέρω αναφοράς, ουδεμία άλλη γίνεται, για την επιστήριξη της ως άνω αγωγικής βάσης. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η αγωγή, κατά την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της, δεν είναι νόμιμη, διότι, σωρευόμενη με εκείνη από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, δεν στηρίζεται σε διαφορετικά ή πρόσθετα περιστατικά αλλά στα ίδια με εκείνη, ενώ εάν ήθελε υποτεθεί ότι ασκείται υπό δικονομική επικουρική σώρευση, ενόψει του τίτλου που τίθεται στο σχετικό αγωγικό κεφάλαιο ("...Επικουρικότερη ευθύνη εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού "), οι ενάγουσες δεν επικαλούνται παντάπασι ακυρότητα των συμβάσεων που κατάρτισαν.

Ακολούθως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε νόμιμη την αγωγή, ως προς τις ανωτέρω βάσεις της από την αδικοπραξία και τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και, ακολούθως, απέρριψε αυτές κατ' ουσίαν, ενώ έδει να απορρίψει την αγωγή, ως προς τις παραπάνω βάσεις της, ως αόριστη, την εκ των αδικοπραξιών βάση της και ως μη νόμιμη την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση, έσφαλε ...".

Με το παραπάνω περιεχόμενο η ένδικη αγωγή, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, ως προς την επικουρική της βάση, που έχει ως αίτημα να επιδικασθούν οι αιτούμενες μισθολογικές διαφορές, πλέον των επιδομάτων εορτών και αδείας, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648 επ., 904 επ.

Α.Κ., 22 παρ. 1α του Συντάγματος και 20 παρ. 15 του Ν. 2639/1998, καθώς και σε εκείνες των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 Υ.Α. Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945 και 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, καθόσον, με βάση τα σε αυτή εκτιθέμενα, εάν ήθελε κριθεί ότι οι συμβάσεις εργασίας των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών ήταν άκυρες, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερο, χωρίς νόμιμη αιτία, εις βάρος της περιουσίας αυτών, κατά τα ποσά, τα οποία θα κατέβαλλε σε οποιοδήποτε άλλο μισθωτό, που θα απασχολούσε στην ίδια θέση και ο οποίος θα παρείχε τις ίδιες με αυτούς υπηρεσίες, υπό τις αυτές συνθήκες απασχόλησης.

Ειδικότερα, όπως επί λέξει αναγράφεται στη σελίδα 29 του αγωγικού δικογράφου: "... οι συμβάσεις εργασιακής εμπειρίας που καταρτίσαμε, ήταν ψευδεπίγραφες και στην πραγματικότητα υπέκρυπταν συμβάσεις εργασίας, άλλως σχέσεις εργασίας ...", ενώ στη σελίδα 36 της αγωγής, επί λέξει αναγράφεται ότι: "... Τέλος, ο νόμιμος μισθός μας οφείλεται ακόμα και στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι μετά των αντιδίκων συνδεόμαστε δια (απλής) σχέσεως εργασίας, δηλαδή ακόμα και αν ήθελε κριθεί ότι οι συμβάσεις μας είναι άκυρες ...".

Ακολούθως, δε, στη σελίδα 42 της αγωγής, επί λέξει αναγράφεται ότι: "Επικουρικότερη ευθύνη εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού. Πέρα του συμβατικού δεσμού που συντρέχει μεταξύ των αντιδίκων με εμάς, οι αντίδικοι ευθύνονται και επί τη βάσει του αδικαιολογήτου πλουτισμού, κατά τα ποσά που οφελήθηκαν από τη μη καταβολή σε εμάς των νομίμων αποδοχών μας, που ισοδυναμούν με τις αποδοχές ενός μόνιμου υπαλλήλου, που θα παρείχε την αυτή με εμάς εργασία ...".

Έτσι σωρευόταν με την κύρια βάση από τη σύμβαση για μισθολογικές διαφορές, κατά δικονομική επικουρικότητα, βάση αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 219 ΚΠολΔ), η οποία μεταβιβάστηκε στο Εφετείο με την ασκηθείσα από τις ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες έφεση. Η επικουρική αυτή βάση εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, σωρεύεται παραδεκτώς, υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας αγωγικής βάσης, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στην αγωγή, συγκροτούν την έννοια της απλής σχέσης εργασίας, που παρασχέθηκε δυνάμει ψευδεπίγραφων συμβάσεων εργασιακής εμπειρίας, οι οποίες υπέκρυπταν άκυρες συμβάσεις εργασίας, με αποτέλεσμα το εναγόμενο που καρπώθηκε την εργασία τους, σε εκτέλεση των άκυρων αυτών συμβάσεων, να οφείλει, για την περίπτωση της μη ευδοκίμησης της αγωγής εκ της συμβατικής σχέσης, να αποδώσει τον πλουτισμό του στις ενάγουσες, ήτοι να τους καταβάλει, για μισθολογικές διαφορές, τα ίδια ποσά που ζήτησαν με την κύρια βάση της αγωγής τους, ισχυριζόμενες ότι, κατά τα ποσά αυτά, το εναγόμενο κατέστη πλουσιότερο εις βάρος της περιουσίας τους, χωρίς νόμιμη αιτία με αντίστοιχη ωφέλειά του, αφού θα τα κατέβαλε σε οποιονδήποτε άλλον εργαζόμενο είχε απασχολήσει, με έγκυρη σύμβαση εργασίας, για την παροχή της ίδιας εργασίας και υπό τις αυτές συνθήκες, στη θέση τους, τα δε επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχές και αποζημίωση αδείας, ευθέως εκ του νόμου, ήτοι των άρθρων 1 του Ν. 1082/1980, 1, 3, 10 της 19040/1981 Κ.Υ.Α.

Υπουργών Εργασίας και Οικονομικών για τα επιδόματα εορτών και 2, 3, 5 του Α.Ν. 539/1945, όπως τροπ. με άρθρο 1 του Ν. 1346/1983 και 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 για τα επιδόματα και αποδοχές άδειας. Επομένως, έτσι που αποφάνθηκε το Εφετείο, κρίνοντας ως μη νόμιμη την προμνημονευόμενη αγωγή, ως προς την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, λόγω απασχόλησης των προσληφθέντων ανέργων εναγουσών από το εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με άκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ.

α' και 908 εδ. α' του Α.Κ., 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 Κ.Υ.Α. Οικονομικών και Εργασίας 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945 και 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966. Κατά συνέπεια, εφόσον η παραπάνω επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, είναι ορισμένη και νόμιμη, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι κατ' ουσίαν.

Εξάλλου, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το δεύτερο αυτού σκέλος οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επικαλούμενες ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από αυτές και ειδικότερα ότι δεν εξέτασε την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής. Όμως, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά την έρευνα της νομιμότητας της αγωγής, κατά τη μεταβιβασθείσα σ' αυτό, με λόγο έφεσης των εναγουσών, επικουρική, εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, αγωγική βάση αυτής, έκρινε ότι αυτή, υπό τα εκτιθέμενα, ήταν μη νόμιμη. Επομένως, από τα προαναφερόμενα, η από το δικαστήριο της ουσίας απόρριψη της αγωγής, ως μη νόμιμης, κατά την επικουρική βάση της, δεν ιδρύει τον επικαλούμενο από το ανωτέρω αριθμό 8 εδαφ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, διότι το εφετείο έλαβε μεν υπόψη του την αγωγική αυτή βάση, πλην, όμως την απέρριψε ως μη νόμιμη.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, κατά παραδοχή των πρώτου, κατά το οικείο αυτού σκέλος και δεύτερου λόγων αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία, τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, πρέπει να αναιρεθεί κατά ένα μέρος η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιο και τη διάταξή της, με τα οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η επικουρική βάση της ένδικης αγωγής, περί υπάρξεως απλής σχέσης εργασίας και οι εντεύθεν, εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, αξιώσεις των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών, για διαφορές αποδοχών και οι, εκ των σχετικών διατάξεων που τις προβλέπουν αξιώσεις αυτών, για επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχές και αποζημίωση αδείας και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, κατά το ως άνω αναιρεθέν κεφάλαιο, προς εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 είχε τροποποιηθεί με τα άρθρα 12 παρ. 4 του ν. 4045/2012 και 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013 και αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, η ισχύς του οποίου άρχισε από την 01/01/2016, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ν. 4335/2015).

Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένων όμως κατά το μέτρο του άρθρου 281 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" (Α.Π. 1467/2022, Α.Π. 77/2022, Α.Π. 1207/2019, Α.Π. 1061/2018), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά ένα μέρος, τη με αριθμό 3525/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το διαλαμβανόμενο στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαιο και κατά τη διάταξή της, με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η επικουρική, εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, βάση της από 11-03-2011 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2011 αγωγής.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιο και διάταξη, στο ίδιο Δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών), συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσιβλήτου τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Σεπτεμβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ