Supreme Court partially allows appeal against expropriation compensation, overturning lower court's finding of no benefit for plaintiffs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Third-instance Court of Western Greece's expropriation compensation decision. The State argued the lower court erred in finding no benefit for the plaintiffs, while the plaintiffs contended the expropriation caused significant access and usage restrictions. The court rejected the State's claim as the lower court's reasoning regarding the lack of benefit was sufficient and legally sound, thus dismissing that specific ground.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may reject an appeal ground if the lower court's reasoning sufficiently establishes the absence of benefit for the expropriated properties, thereby maintaining the lower court's decision on that point.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1387 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1387/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Βασιλείου - Τρύφων, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Aνώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Π. Α..Β..Ε..Ε.. («Ο.»), που εδρεύει στο ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, 2.),………… και 50. ……
Για την 1η των αναιρεσιβλήτων παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπός της Λάμπρος Παπαδόπουλος του Κωνσταντίνου με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γκεσούλη και οι 7ος, 12ος, 15ος, 19ος, 27η, 28η, 39ος, 44ος και 45ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γκεσούλη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο Α. Σ. του Σ. (41ος) απεβίωσε στις 14-2-2019 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι του Σ. Σ. του Α. (44ος) και Χ. Σ. του Α. (45ος) εκπροσωπούμενοι από τον ίδιο.
Ο 32ος των αναιρεσιβλήτων παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου και οι 5η, 16ος, 17ος, 20η, 21ος, 22η, 23η, 30η και 49ος εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ρήγα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο …(31ος) απεβίωσε στις 10-2-2021 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του α. Α. χα Δ. Ρ., το γένος Ι. Τ., β. Π. Ρ. του Δ. και γ. Ι. Ρ. του Δ., κάτοικοι ... - κυριότητα εξ αδιαιρέτου κατά 2/8, 3/8 και 3/8, αντίστοιχα), εκπροσωπούμενοι από τον ίδιο.
Ο 36ος των αναιρεσιβλήτων παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου και οι 29ος, 34η, 35ος, 37ος και 38ος εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παύλο Ρήγα.
Οι 42η και 43η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Κανδαράκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Οι λοιποί των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-10-2017 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 38/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος και συνεκδικάστηκε με τις αυτοτελείς αιτήσεις προσώπων, μεταξύ των οποίων και των ήδη αναιρεσιβλήτων, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.
Εκδόθηκε η 86/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, όπως αυτή διορθώθηκε με την 33/2019 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-10-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, όπως αυτή προστέθηκε με τη διάταξη του άρθρου 131 παρ. 2 του Ν. 4070/2012 (που εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αιτήσεις αναιρέσεως, σύμφωνα με την παρ. 10 του άρθρου 146 του ανωτέρω Ν. 4070/2012), σε περίπτωση που ο αριθμός των αναιρεσιβλήτων υπερβαίνει τους είκοσι (20), η κλήτευσή τους στη δίκη μπορεί να διενεργηθεί κατά τις διατάξεις του δευτέρου, τρίτου και τετάρτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 19, ήτοι η αίτηση, μαζί με την πράξη προσδιορισμού της δικασίμου, τοιχοκολλάται δεκαπέντε τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη δικάσιμο στο κατάστημα του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται και στο κατάστημα του δήμου ή της κοινότητας, στην περιφέρεια των οποίων βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα.
Η τοιχοκόλληση πιστοποιείται με έκθεση, που συντάσσεται από τον γραμματέα του δικαστηρίου ή της κοινότητας, αντιστοίχως. Η ειδοποίηση, στην οποία μνημονεύονται το δικαστήριο, στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, η τοιχοκόλληση αυτής, η δικάσιμος, περίληψη του αιτήματος και περίληψη της απαλλοτριωτικής πράξεως, δημοσιεύεται σε τρεις ημερήσιες εφημερίδες, που εκδίδονται στην Αθήνα ή σε δύο που εκδίδονται στην Αθήνα και σε μία που εκδίδεται στη Θεσσαλονίκη, όταν η απαλλοτριούμενη έκταση ή το μεγαλύτερο μέρος αυτής βρίσκεται στα όρια του Υπουργείου Βόρειας Ελλάδας, καθώς και σε μία εφημερίδα που εκδίδεται στην πρωτεύουσα του νομού, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η απαλλοτριούμενη έκταση ή το μεγαλύτερο μέρος αυτής.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νομίμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. γ' και δ' του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδάφ.
β' του ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στην σειρά των υποθέσεων, που θα συζητηθούν, κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής, συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολιπόμενος ή μη νομίμως παριστάμενος, κατά τη μετ' αναβολήν συζήτηση, διάδικος, είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη·δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως.
Διαφορετικά απαιτείται κλήτευσή του στην μετ' αναβολή δικάσιμο. Περαιτέρω, στην παρ. 4, του άρθρου 19 του Ν. 2882/2001, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 171 του Ν. 4512/2018 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 88 παρ. 1 του Ν. 4714/2020, ορίζεται ότι: "Όταν εκείνοι που φέρονται ως ιδιοκτήτες στον κτηματολογικό πίνακα υπερβαίνουν τους πενήντα (50), η κλήτευσή τους γίνεται σύμφωνα με την παρούσα.
Η αίτηση, μαζί με την πράξη προσδιορισμού της δικασίμου, τοιχοκολλάται δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο στο κατάστημα του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται, στα καταστήματα των δικηγορικών συλλόγων της περιφερειακής ενότητας ή των περιφερειακών ενοτήτων και στα καταστήματα των δήμων ή των κοινοτήτων στην περιφέρεια των οποίων βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα.
Η τοιχοκόλληση πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσεται από τον γραμματέα του δικαστηρίου, τον γραμματέα του οικείου δικηγορικού συλλόγου και τον γραμματέα του οικείου δήμου ή της κοινότητας, αντίστοιχα. Η ειδοποίηση, στην οποία μνημονεύονται το δικαστήριο στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, η τοιχοκόλληση αυτής, η δικάσιμος, περίληψη του αιτήματος και περίληψη της απαλλοτριωτικής πράξης, αναρτώνται στις επίσημες ιστοσελίδες του Υπουργείου Οικονομικών (Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων) και του αρμόδιου για την απαλλοτρίωση φορέα.
Η ανάρτηση πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσεται από τον προϊστάμενο της αρμόδιας γι' αυτήν υπηρεσίας. Εάν η συζήτηση αναβληθεί για σοβαρό λόγο, σύμφωνα με την παρ. 6, δεν απαιτείται η επανάληψη της διαδικασίας, εκτός αν ο λόγος της αναβολής οφείλεται στην πλημμελή, ατελή ή εκπρόθεσμη πραγματοποίηση των παραπάνω δημοσιεύσεων".
Η παράγραφος 4 του άρθρου 22 του Ν. 2882/2001 ισχύει αναλόγως και στην διαδικασία καθορισμού της οριστικής τιμής μονάδας της αποζημιώσεως, σύμφωνα με το άρθρο 20 του Ν. 2882/2001 και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του ανωτέρω άρθρου, αιτήσεις καθορισμού οριστικής τιμής (Α.Π. 1168/2022, Α.Π. 455/2022, Α.Π. 447/2022, Α.Π. 1001/2021).
Περαιτέρω, κατά την παρ. 3, εδάφ. β' του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ., αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι (εδάφιο β' της παραγράφου 3 του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ., όπως προστέθηκε με το άρθρ. 62 του ν. 4139/2013) (Α.Π. 1168/2022, Α.Π. 97/2022, Α.Π. 8/2018). Εξάλλου, το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο με την προαναφερθείσα παρ. 3, εδάφ. β' του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ. έχει και η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 4 εδάφ.
τελ. του Ν. 2882/2001 - Κώδικας περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, που ορίζει ότι επί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως δεν εφαρμόζεται η παρ. 3 του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ. και η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως χωρεί νομίμως ως προς όσους έχουν κλητευθεί. Με το περιεχόμενο αυτό η εν λόγω διάταξη αφορούσε την παρ. 3, εδάφ.
β' του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, μετά, όμως, την αντικατάστασή της και οι δύο διατάξεις (παρ. 3, εδάφ. β' του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ. και άρθρου 22 παρ. 4, εδάφ. τελ. του Ν. 2882/2001) έχουν τις ίδιες συνέπειες (Α.Π. 1168/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη, από 29-10-2019, αίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 86/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, της οποίας, με πράξη του Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, ορίστηκε αρχική δικάσιμος για τη συζήτηση της υποθέσεως η 18.03.2022, κατά την οποία αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (27.01.2023).
Τη συζήτηση της κρινομένης αιτήσεως επισπεύδει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, κατά τη διαδικασία των άρθρων 22 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, όπως αυτή προστέθηκε με τη διάταξη του άρθρου 131 παρ. 2 του Ν. 4070/2012, αφού οι αναιρεσίβλητοι υπερβαίνουν τους 20. Το αναιρεσείον προσάγει και επικαλείται την υπ' αριθμ. ...1 έκθεση τοιχοκολλήσεως του ..., υπαλλήλου του Αρείου Πάγου περί τοιχοκολλήσεως στον πίνακα δημοσιεύσεων του Αρείου Πάγου επικυρωμένου αντιγράφου της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως.
Πλέον του εν λόγω εγγράφου δεν προκύπτει ότι έγινε τοιχοκόλληση της αιτήσεως στα καταστήματα των δικηγορικών συλλόγων της περιφερειακής ενότητας ή των περιφερειακών ενοτήτων και στα καταστήματα των δήμων ή των κοινοτήτων, στην περιφέρεια των οποίων βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα. Από τα παραπάνω δεν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των απόντων αναιρεσιβλήτων για την αρχική δικάσιμο.
Ειδικότερα, κατά την κλήτευση των αναιρεσιβλήτων για την αρχική δικάσιμο της 18-3-2022 δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις διαδικασία. Επομένως, κατ' εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 576 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να χωριστεί η υπόθεση ως προς τους παρασταθέντες αναιρεσιβλήτους, όπως η παράστασή τους προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως ως προς τους λοιπούς απόντες αναιρεσιβλήτους (2η, 3η, 4ο, 6ο, 8ο, 9ο, 10η, 11η, 13ο, 14ο, 18η, 24ο, 25ο, 26η, 33η, 40ο, 46η, 47η, 48η και 50ο), οι οποίοι δεν έχουν κλητευθεί, κατά τα προαναφερθέντα και δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν θα περιληφθεί στην απόφαση αυτή, διότι δεν είναι οριστική (Ολ. Α.Π. 4/2013, Α.Π. 1168/2022).
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 παρ. 1, στοιχ. α' και 290 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, συνδυαζόμενες και προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 του Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξεως. Η δίκη που διακόπηκε, μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως ρητώς με δήλωση των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, ακόμα και ταυτοχρόνως με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση, αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσεως για συζήτηση της υποθέσεως (Ολ.
Α.Π. 22/2000, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 895/2020, Α.Π. 1257/2019, Α.Π. 392/2019). Εξάλλου, στην ειδική διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί βιαίας διακοπής της δίκης των άρθρων 286 έως 297 του Κ.Πολ.Δ., αλλά η δίκη συνεχίζεται με τους κληρονόμους, σύμφωνα με όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 18 παρ. 5 του Ν. 2882/2001, η οποία, ως ειδική, κατισχύει των γενικών, ως άνω, διατάξεων του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 447/2022, Α.Π. 895/2020, Α.Π. 1144/2019, Α.Π. 1259/2017, Α.Π. 1236/2015).
Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 62 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικα¬στήριο (άρθρο 73 του Κ.Πολ.Δ.), προκειμένου για φυσικό πρόσωπο, παύει να υπάρχει με τον θάνατο του (άρθρο 35 του Α.
Κ.). Επίσης, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 313 παρ. 1, εδάφ. δ' του Κ.Πολ.Δ., απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και ο θανών, δεν έχει υπόσταση, χαρακτηριζόμενη ρητώς ως άκυρη. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι, αν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει, όμως, στη συνέχεια (πριν από την αμετάκλητη περάτωσή της), επέρχεται, τηρουμένων των νομίμων προϋποθέσεων, διακοπή της δίκης, με συνέπεια όλες οι επιχειρούμενες στο μεταξύ και μέχρι τη νόμιμη επανάληψή της διαδικαστικές πράξεις, εκτός της τυχόν εκδιδομένης αποφάσεως, να λογίζονται άκυρες.
Τούτο, όμως, συμβαίνει, μόνον εφόσον ο θάνατος του διαδίκου επήλθε μέχρις ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση και όχι όταν ο θάνατος του διαδίκου επήλθε μετά το πέρας της συζητήσεως αυτής, πολύ δε περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής αποφάσεως, οπότε δεν υπάρχει εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης και, συνακολούθως, τα ασκούμενα κατά της αποφάσεως αυτής ένδικα μέσα, άρα και η αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 558 εδάφ.
α' του Κ.Πολ.Δ., κατά των καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατά του τελευταίου είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι ο αναιρεσείων είχε λάβει, με οποιονδήποτε τρόπο, γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει την αναίρεση κατ' αυτών.
Η αναίρεση, επομένως, που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς, όμως, ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατο του, δεν είναι άκυρη και νομίμως χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση, με την ιδιότητα αυτή στην θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.
Α.Π. 27/1987, Α.Π. 2/2023, Α.Π. 681/2022, Α.Π. 447/2022, Α.Π. 895/2020, Α.Π. 465/2020, Α.Π. 324/2019, Α.Π. 988/2018, Α.Π. 1236/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα και, ειδικότερα: 1) το από 27-1-2023 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξεως θανάτου, που συντάχθηκε από το Ληξιαρχείο Δ.Ε. …και 2) το με από 27-1-2023 πιστοποιητικό οικογενειακής καταστάσεως του Δήμου …, προκύπτει ότι στις 14-2-2019, δηλαδή πριν την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, απεβίωσε στο …..(41ος αναιρεσίβλητος), κάτοικος ομοίως, ο οποίος κατέλιπε νομίμους κληρονόμους του τα τέκνα του Σ. Σ. του Α. και Χ. Σ. του Α.. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος Γεώργιος Γκεσούλης, με δήλωσή του κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, δήλωσε τον θάνατο του Α. Σ. και τη συνέχιση της δίκης από τους προαναφερθέντες κληρονόμους του. Τα ανωτέρω δεν αμφισβητούνται από το αναιρεσείον. Εξάλλου, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι το αναιρεσείον είχε λάβει γνώση, με γνωστοποίηση προς αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, του θανάτου του ανωτέρω αναιρεσιβλήτου πριν από την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως.
Συνεπώς, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, είναι έγκυρη και ισχυρή ως δικόγραφο κατά το μέρος της, που στρέφεται κατά του ανωτέρω υπ' αριθμ. 41ου των αναιρεσιβλήτων Α. Σ., νομίμως δε χωρεί η συζήτηση αυτής με τους νομίμους ως άνω κληρονόμους του, των οποίων, άλλωστε, η κληρονομική ιδιότητα, όπως προαναφέρθηκε, δεν αμφισβητείται.
Περαιτέρω, από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα και, ειδικότερα: 1) την από 11-2-2021 ληξιαρχική πράξη θανάτου, του Ληξίαρχου του…, 2) το με αριθμ. πρωτ. …πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου …και 3) το με αριθμό ...11-2021 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών, περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης, προκύπτει ότι στις 10-2-2021, δηλαδή μετά την άσκηση της κρινομένης, από 03-6-2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 26/18-6-2019, αιτήσεως αναιρέσεως, απεβίωσε στην Αθήνα ο αρχικώς τριακοστός πρώτος των αναιρεσιβλήτων Δ.
Ρ. του Π., κάτοικος εν ζωή Αθηνών, ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς του, ήτοι τη σύζυγο του Α. Ρ., το γένος Ι. Τ. και τα τέκνα του Π. Ρ. του Δ. και Ι. Ρ. του Δ., οι οποίοι, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, η οποία έγινε στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως, γνωστοποίησαν στο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο το γεγονός του θανάτου του προαναφερομένου αναιρεσιβλήτου και, ταυτοχρόνως, δήλωσαν ότι συνεχίζουν στο όνομά τους τη δίκη, υπό την προεκτεθείσα ιδιότητά τους (άρθρο 18 παρ. 5 Ν. 2882/2001), η οποία ουδόλως αμφισβητείται από το αναιρεσίβλητο και, συνεπώς, παραδεκτώς χωρεί η συζήτηση της υποθέσεως και ως προς αυτούς.
Η κρινόμενη, από 3-6-2019 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 26/18- 6-2019), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 86/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, (όπως αυτή συμπληρώθηκε με την υπ' αριθμ. 33/2019 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου) που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 - Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως, κατ' άρθρον 22 του νόμου αυτού (ΚΑΑΑ), ήτοι εντός ενός έτους από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως του Εφετείου, δεδομένου ότι, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, ότι έλαβε χώραν επίδοση της ανωτέρω αποφάσεως. Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 8/2018, Ολ. Α.Π. 1/1999). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 85/2020, Α.Π. 38/2020).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού λόγου αυτού, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 78/2020, Α.Π. 59/2020).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικώς με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στην συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.
Α.Π. 15/2006, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 78/2020, Α.Π. 38/2020, Α.Π. 638/2019, Α.Π. 98/2017).
Συνεπώς, ως αιτιολογία, που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της αποφάσεως, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή η άρνηση των περιστατικών, που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διατάξεως ουσιαστικού δικαίου και όχι οι σκέψεις, οι κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.
Δεν υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσεως και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, μάλιστα, στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρον 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.
Α.Π. 1/2020), ούτε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικώς τα επιχειρήματα, των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1112/2020, Α.Π. 797/2020, Α.Π. 882/2019, Α.Π. 565/2018, Α.Π. 813/2017). Δηλαδή, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.
Α.Π. 1/1999, Ολ. Α.Π. 24/1992, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1053/2017, Α.Π. 9/2013). Εξάλλου, κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του, "Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".
Τα ίδια ορίζονται και στο άρθρο 13 παρ. 1, εδάφ. α' και β' του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), στο οποίο, περαιτέρω, ορίζεται, στο εδάφιο γ', ότι ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπ' όψιν, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται, κυρίως, από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβιβάσεως κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κηρύξεως της απαλλοτριώσεως, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου.
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με την Σύμβαση) με το Ν.Δ. 57/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του, ει μή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους για ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για τον υπολογισμό της αξίας των απαλλοτριουμένων ακινήτων λαμβάνεται υπ' όψιν η αξία αυτών κατά το χρόνο συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό στο Εφετείο, αν η συζήτηση αυτή διεξαχθεί μετά από ένα έτος από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως και ότι τα δικαστήρια, κατά τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημιώσεως ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπ' όψιν και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και των ομόρων και ομοειδών προς αυτό ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσεως για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου, η οποία, πάντως, σε καμιά περίπτωση δεν δεσμεύει τη δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση, που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπ' όψιν του ή θα λάβει υπ' όψιν άλλα τέτοια.
Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιούμενης στην παραπάνω διάταξη λέξεως "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει καταλλήλως. Η σχετική, για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου, κρίση του δικαστηρίου ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 682/2020, Α.Π. 261/2018, Α.Π. 56/2018, Α.Π. 1554/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 6, εδάφ. δ' του ιδίου νόμου, που προστέθηκε με την παράγραφο 8 του άρθρου 76 του Ν. 4146/2013 (ΦΕΚ Α' 90/18.4.2013) και εφαρμόζεται και στις κηρυχθείσες απαλλοτριώσεις, για τις οποίες δεν έχει συζητηθεί η αίτηση καθορισμού προσωρινής ή οριστικής αποζημιώσεως (άρθρο 76 παρ. 8 του Ν. 4146/2013), "Το δικαστήριο υποχρεούται να αιτιολογεί ειδικά την τυχόν απόκλιση της προσδιοριζομένης από το ίδιο αξίας του ακινήτου τόσο από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα αξία του όσο και από την προκύπτουσα από την έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής της παραγράφου 1 του παρόντος ή του ανεξάρτητου εκτιμητή της παρούσας παραγράφου" (Α.Π. 1554/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλομένης, υπ' αριθμ. 86/2018, αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, (όπως αυτή συμπληρώθηκε με την υπ' αριθμ. 33/2019 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου) προκύπτει ότι το Εφετείο ως προς το κεφάλαιο περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα: "Με τηνΔ12α/0/3837/1-7-2014 απόφαση του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ 233/22.7.2014, τεύχος AAA, κηρύχθηκε συμπληρωματική αναγκαστική απαλλοτρίωση (αρχική ΚΥΑ 1112062/8397/Δ0010/9.1.2007, ΦΕΚ 24/26-1-2007) για λόγους δημόσιας ωφέλειας υπέρ και με δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου, που θα αντιμετωπισθεί με δαπάνες του προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων για έργα αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Υποδομών (σε βάρος του έργου ….. (ΣΑΕ 071/8) και ειδικότερα για την κατασκευή του Οδικού Άξονα Ιόνια Οδός, τμήμα Αντίρριο Κεφαλόβρυσο από τη χ.θ ο + 005 έως χ.θ 1 + 523,310 εκτάσεως συνολικού εμβαδού 33.588,88 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή της ΔΕ Αντιρρίου του Δήμιου Ναυπακτίας, εκ της οποίας 33.195.99 τ.μ.
είναι ιδιωτικές και κοινοτικές εκτάσεις και 392,89 τ.μ. είναι δημόσιες εκτάσεις. Η απαλλοτριούμενη έκταση εικονίζεται με κλίμακα 1:1000 στο από 10.10.2014 κτηματολογικό διάγραμμα και τον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της Ε.Υ.Δ.Ε/Μ-Κ Ε.Π.Α. & 1.0, που έχει συντάξει η "Α. ΑΝΑΡΓΥΡΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Α.Ε." και έχει θεωρήσει με την 1926/7-4-2015 απόφασή του ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Δ12 του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, Γ.
Ν. Η περιοχή της παρούσας συμπληρωματικής απαλλοτρίωσης βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της ΔΕ Αντιρρίου του Δήμιου Ναυπακτίας, από τη …..και συγκεκριμένα βόρεια του Πατραϊκού Κόλπου, σε μέση απόσταση 900 μ. από αυτόν και 950 μ. από τη Γέφυρα Ρίου - Αντιρρίου. Η περιοχή πολεοδομικά είναι εξ ολοκλήρου εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός ορίων οικισμού, έχει δε ως τέτοια όλες τις δυνατές εκτός σχεδίου πόλης χρήσεις και χαρακτηρίζεται ως πεδινή, ενώ η εγγύς περιοχή είναι οικιστική, τουριστική, γεωργική και παραθεριστική και τα τελευταία έτη, λόγω της λειτουργίας της Γέφυρας Ρίου - Αντιρρίου παρουσίασε ανάπτυξη, με την κατασκευή και βιοτεχνικών επιχειρήσεων, η οποία όμως περιορίστηκε με την οικονομική ύφεση.
Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα βρίσκονται πλησίον και εκτός του οικισμού Αντιρρίου, είναι μη αρδευόμενα αγροτεμάχια και έχουν ως κύρια χρήση την αγροτική εκμετάλλευση και κυρίως την καλλιέργεια ελαιοδέντρων, ενώ εντός της …ιδιοκτησίας υπάρχει βιομηχανική μονάδα επεξεργασίας ξύλου και εντός της …ιδιοκτησίας υπάρχει οικία με ισόγειο και πρώτο όροφο (βλ.
την από 12.11.2016 τεχνική έκθεση του πολ. Μηχανικού Κ./νου Γ. και την από 18.2.2010 τεχνική έκθεση του Πολιτικού Μηχανικού Κ./νου Γ. που προσκομίζουν οι 1η και 47ος των καθ' ων - αιτούντων). Από πλευράς υποδομών η περιοχή των απαλλοτριούμενων ακινήτων εξυπηρετείται τόσο από τα δίκτυα κοινής ωφέλειας (ΔΕΗ, ΟΤΕ), πλην αποχέτευσης, όσο και συγκοινωνιακώς από λεωφορειακές αστικές και υπεραστικές γραμμές της υφιστάμενης ΕΟ Αντιρρίου - Ναυπάκτου.
Κατά την από Μαΐου 2015 έκθεση εκτίμησης της πιστοποιημένης ορκωτής εκτιμητού Ά. Μ., η αγοραία αξία των εδαφικών εκτάσεων προσδιορίζεται από 3,12 €/μ2 μέχρι 17,49 €/μ2, η αποτίμηση δε της αξίας αυτών πραγματοποιήθηκε, σύμφωνα με την εν λόγω έκθεση, με βάση συγκριτικά στοιχεία και πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν από την κτηματαγορά της περιοχής και στοιχεία προγενέστερων εκθέσεων εκτίμησης για την ίδια περιοχή.
Το υπερού η απαλλοτρίωση Ελληνικό Δημόσιο (ήδη αναιρεσείων) τόσο με την από 3.2.2016 αίτηση καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας όσο και κατά το κύριο αίτημα της παρούσας αίτησης ζητεί να οριστεί τιμή μονάδας από 1,23 €/μ2 έως 8,75, ενώ κατά το επικουρικό αίτημα της παρούσας να οριστεί στις προτεινόμενες από την άνω πιστοποιημένη εκτιμητή τιμές (3.72 €/μ2 έως 17.49 €/μ2).
Το ΜΕφΔυτΣτΕλλ με την 38/2016 απόφασή του καθόρισε την προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως ως ακολούθως, αφού ως προς τις ΑΚΠ ιδιοκτησίες ….έλαβε υπόψη του την καταβληθείσα συνεπεία της αρχικής απαλλοτριώσεως ιδιαίτερη αποζημίωση:….., ενώ δεν καθόρισε τιμή για τις .. και …ιδιοκτησίες. Με την με αριθμ. 240/2012 απόφαση του Εφετείου Πατρών (και τις 539/2015 και 1236/2015 αποφάσεις του Αρείου Πάγου με τις οποίες η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη ως προς τις επίδικες ιδιοκτησίες), ορίστηκε οριστική τιμή μονάδας για τα ίδια παραπάνω τμήματα των επιδίκων ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν με την αρχική απαλλοτρίωση σε 50 και 60/€μ2, με κρίσιμο χρόνο την 23.6.2011.
Με την 84/2009 απόφαση του ΜΠρ Μεσολογγίου, ορίστηκε προσωρινή τιμή για άλλα τμήματα των επιδίκων ακινήτων, που απαλλοτριώθηκαν με την αρχική απαλλοτρίωση, σε 20/€ μ2 και σε 80 €/μ2, με κρίσιμο χρόνο την 16.2.2009. Με την 3/2015 απόφαση του ΤρΕφΔυτΣτ Ελλάδος, καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας για ακίνητα στην περιοχή Δήμων Αιτωλικού και Μεσολογγίου σε 8,4 €/μ2 έως 70 €/μ2, με κρίσιμο χρόνο την 13-5-2014, με την 1207/2002 απόφαση του Εφετείου Πατρών, ορίστηκε οριστική τιμή μονάδας για ακίνητα στην ίδια περιοχή σε 50, 53 και 60 €/μ2, με κρίσιμο χρόνο την 28.9.2000, με την 554/2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών ορίστηκε οριστική τιμή για ακίνητα στην περιοχή των επιδίκων σε 75 και 90 €/μ2, με κρίσιμο χρόνο την 20.11.2003, με την 168/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, ορίστηκε οριστική τιμή μονάδας για ακίνητα στην περιοχή Χάλκειας Ν.
Αιτωλ/νίας σε 10,69 έως 30 €/μ2, με την 179/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, ορίστηκε οριστική τιμή μονάδας για ακίνητα στην ίδια περιοχή (Χάλκειας) σε 8,98 έως 25,50 €/μ2 με την 154/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, ορίστηκε οριστική τιμή μονάδας για ακίνητα στην περιοχή Δήμου Μεσολογγίου σε 9 έως 73 €/μ2, με την 53/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, ορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδας για ακίνητα στην περιοχή Κεφαλόβρυσου - Αγγελόκαστρου σε 0,95 έως 31,5 €/μ2, με την 58/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερ.
Ελλάδας, ορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδας για ακίνητα στο ΔΔ Αντιρρίου σε 4 έως 10 €/μ2, συνυπολογιζόμενης της επιδικασθείσας με προηγούμενη απόφαση ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα ακίνητα αυτά. Συγκριτικά στοιχεία πρόσφατων αγοραπωλησιών δεν υπάρχουν, εξαιτίας κυρίως της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας.
Το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο ζητεί να καθοριστεί προσωρινή τιμή μονάδας για τα επίδικα ακίνητα από 1,23 έως 8,75 €/μ2 και επικουρικά από 1,86 έως 17,49 €/μ2. Οι αιτούντες και ανταιτούντες με τις αυτοτελείς αιτήσεις τους ζητούν πολλαπλάσιες των τελευταίων τιμές, κυμαινόμενες από 50 έως 180 €/μ2, επικαλούνται δε και προσκομίζουν ως συγκριτικά στοιχεία μερικές εκ των ως άνω μνημονευόμενων αποφάσεων, στοιχεία όμως που δεν επιστηρίζουν πειστικά το άνω αίτημά τους, καθώς αναφέρονται σε άλλης μορφολογίας και χαρακτηριστικών ακίνητα, με κρίσιμο χρόνο εκτίμησης που απέχει ικανό χρονικό διάστημα από την παρούσα και έχουν εκδοθεί υπό καθεστώς οικονομικής ευμάρειας και συχνής συναλλακτικής πρακτικής.
Επίσης από τους τελευταίους αυτούς αιτούντες - ανταιτούντες προσκομίστηκαν οι από 4-5-2016 ηλεκτρονικές αγγελίες πώλησης ακινήτων στο Αντίρριο με αιτούμενη τιμή 70 και 80 €/μ2, οι οποίες όμως είναι απρόσφορα συγκριτικά στοιχεία, διότι, δεν διαπιστώνεται αν πραγματοποιήθηκαν οι πωλήσεις. Το Ελληνικό Δημόσιο επικαλείται και προσκομίζει το 808/2003 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Π.
Χ. από το οποίο προκύπτει ότι η πρώτη των καθ' ων της Α' αίτησης ανώνυμη εταιρία αγόρασε το ένδικο 033063 ακίνητο, αρχικού εμβαδού 39.347,91 τ.μ., μετά των εντός αυτού 8 κτιριακών εγκαταστάσεων συνολικού εμβαδού 8.301 τ.μ. προς 500.000 €, ήτοι προς 12,70 €/μ2, καθώς και το .. συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ναυπάκτου Α. Γ., με το οποίο ο 22ος των καθ' ων η Α' αίτηση μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στην κόρη του Δ.
Ρ., τμήμα εμβαδού 1.000 τ.μ. της ένδικης ... ιδιοκτησίας αντικειμενικής αξίας 1.460 €, ήτοι 1,46 €/μ2. Οι μάρτυρες των καθ' ων δεν κατέθεσαν τίποτα περί της αξίας των ακινήτων και των επικειμένων τους, παρά μόνο ότι τα ακίνητα είναι ίδια αξίας αυτά που βρίσκονται πάνω από την Εθνική οδό με αυτά που βρίσκονται κάτω από την Εθνική οδό, για την ...7 ιδιοκτησία ότι εδώ και μια δεκαετία διαφημιστική εταιρία από την Αθήνα έχει τοποθετήσει μια πινακίδα με ετήσιο μίσθωμα 4.000 - 5.000 € και ότι θα συνεχιζόταν η μίσθωση αν δεν γινόταν η απαλλοτρίωση (σχετικό είναι και το από 1.2.2016 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως συνολικού χώρου 40 τρεχόντων μέτρων του εν λόγω ακινήτου, διάρκειας 4 ετών με ετήσιο μίσθωμα 4.800 ευρώ, ήτοι 400 €/μήνα), πλην όμως η άνω μίσθωση δεν συνέχεται με ιδιαίτερο αίτημα καταβολής απώλειας εσόδων, αλλά μόνον με την εκτίμηση της αξίας του εν λόγω ακινήτου λαμβανομένης υπόψη της προσόδου, η οποία ούτως ή άλλως λαμβάνεται υπόψη, κατ' άρθρ. 13 ν. 2882/2001.
Για την 033050 ιδιοκτησία ότι είναι εκτός σχεδίου πόλεως, πολύ κοντά στη θάλασσα, και ότι οι ιδιοκτήτες είχαν απευθυνθεί στον εκ των μαρτύρων Π. Π. να κάνει μελέτη για δύο μεζονέτες 100 τ.μ. εκάστης, πλην όμως ματαιώθηκε καθώς το εν λόγω ακίνητο απώλεσε την αρτιότητα και οικοδομησιμότητά του συνεπεία της απαλλοτριώσεως.
Από την εκτίμηση των προαναφερόμενων αποδεικτικών μέσων και των μη ειδικώς αναφερομένων (π.χ. τεχνικές εκθέσεις), τα οποία προσκομίζονται με επίκληση, ανάλογα με την τοπική και χρονική προσφορότητά τους, σε συνδυασμό με την προαναφερόμενη 240/3012 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, καθορίστηκε αμετάκλητα η οριστική τιμή μονάδας για άλλα τμήματα των επιδίκων ακινήτων, με κρίσιμο όμως χρόνο την 23.6.2011, από τον οποίο όμως μέχρι την δικάσιμο που αναφέρεται, στην αρχή της παρούσας μεσολάβησε ακόμη μεγαλύτερη οικονομική ύφεση και περαιτέρω μείωση των τιμών των ακινήτων (η οποία απόφαση δεν αποτελεί δεδικασμένο για την παρούσα υπόθεση, αφού αφορά άλλη απαλλοτρίωση που κηρύχθηκε με άλλη απόφαση [...] το Δικαστήριο κρίνει ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της συζήτησης των υπό κρίση αιτήσεων την 12.6.2018, καθώς από τη συζήτηση της αίτησης καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας παρήλθε έτος (8.11.2016), η αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, καθώς και των επικειμένων και συστατικών αυτών ανέρχεται, με βάση τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την έκταση τους, τον οικονομικό - προορισμό τους και την πρόσοδο τους, χωρίς όμως να υπολογίζεται η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση τους μετά τη δημοσίευση της πράξεως απαλλοτριώσεως και μόνο εξ αιτίας αυτής, στα αναφερόμενα στο διατακτικό ποσά, στα οποία πρέπει να καθορισθεί η οριστική τιμή αποζημίωσή τους.
Η αποζημίωση αυτή είναι πλήρης, αφού με αυτή οι ιδιοκτήτες μπορούν να αντικαταστήσουν τις ιδιοκτησίες τους με άλλες ισάξιες". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο καθόρισε την οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως για το έδαφος των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά με την ανωτέρω Δ12α/0/3837/1-7-2014 απόφαση του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, ως ακολούθως: 1) ΚΑΔΕ ακινήτου ... 35 ευρώ ανά τ.μ., 2) …………. 30) ΚΑΔΕ ακινήτου ... 25 ευρώ ανά τ.μ.
και 31) ΚΑΔΕ ακινήτου ... 15 ευρώ ανά τ.μ. Έτσι, όμως, που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικώς με το ζήτημα της πραγματικής αξίας της εδαφικής εκτάσεως των ακινήτων των αναιρεσιβλήτων που απαλλοτριώθηκαν, το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των αναφερόμενων στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων.
Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων, διότι, ενώ δέχεται ότι αυτή (αξία) ανέρχεται στα προαναφερθέντα ποσά ανά τ.μ., δεν αιτιολογεί ειδικώς, όπως όφειλε, κατά την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 6, εδάφ. δ' του Ν. 2882/2001, που προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 76 του Ν. 4146/2013, τη μεγάλη απόκλιση των αξιών αυτών, από εκείνες που προκύπτουν από την με αριθμό Φ. 40/136Α/20.5.2015 έκθεση εκτιμήσεως της πιστοποιημένης ανεξάρτητης Εκτιμήτριας Ά.
Μ., σύμφωνα με την οποία οι αξίες των επιδίκων ακινήτων προσδιορίζονται από 3,72 έως 17,49 ευρώ ανά τ.μ., όπως εκτίθεται στην προσβαλλομένη απόφαση. Περαιτέρω, το Εφετείο, με την ως άνω κρίση του διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, ειδικότερα, στην αποζημίωση που αφορά τη γεώτρηση της ΑΚΠ 033044, την οποία καθόρισε κατ' αποκοπήν σε ποσό 5.000 ευρώ και όχι ανά μ.μ.
γεωτρήσεως, όπως ζήτησε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, καθόσον χωρίς καμία αιτιολογία καθόρισε τον τρόπο υπολογισμού της αξίας της προαναφερθείσας γεωτρήσεως διαφορετικά από τον τρόπο που ζήτησε το αναιρεσείον. Εξαιτίας των συγκεκριμένων ελλείψεων καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 13 παρ. 1 του Ν. 2882/2001, σχετικώς με την πραγματική αξία των απαλλοτριωθέντων, με την οποία ο ιδιοκτήτης μπορεί να αντικαταστήσει το απαλλοτριωθέν με άλλο ισάξιο ακίνητο.
Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ. προβλεπομένη πλημμέλεια και ο συναφής πρώτος λόγος της από 29.10.2019 αιτήσεως αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, με τον οποίο προβάλλεται η από την παραπάνω διάταξη πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατόπιν αυτών, παρέλκει η έρευνα του τρίτου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αριθμ. 9 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίος το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, αν και για δύο ιδιοκτησίες, ήτοι τις 033049 και 033066, για τις οποίες δεν υπήρχε νόμιμη ανταίτηση, αφού για την πρώτη αυτών ουδόλως υποβλήθηκε και για την δεύτερη η υποβληθείσα απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, εν τούτοις καθόρισε οριστική τιμή μεγαλύτερη της προσωρινώς καθορισθείσας, επειδή η αναιρετική εμβέλεια του πρώτου αναιρετικού λόγου που έγινε δεκτός, καλύπτει και τον προεκτεθέντα τρίτο αναιρετικό λόγο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11, περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έτσι, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψιν του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νομίμως προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 344/2020, Α.Π. 620/2019, Α.Π. 1169/2019, Α.Π. 70/2008, Α.Π. 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
Α.Π. 42/2002, Α.Π. 781/2022), διαμορφώνοντας το διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 781/2020, Α.Π. 1169/2019, Α.Π. 1/2018, Α.Π. 1874/2008), εφόσον, βεβαίως, προτάθηκαν παραδεκτώς στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020). Ωστόσο δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους.
Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπ' όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός (Ολ.
Α.Π. 2/2008, Α.Π. 781/2022) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020, Α.Π. 1167/2019). Μη λήψη υπ' όψιν, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1167/2019, Α.Π. 798/2010 Α.Π. 22/2005), όχι, όμως και τα επίδικα (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 781/2020, Α.Π. 427/2020, Α.Π. 345/2020, Α.Π. 1167/2019).
Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος, αναφορά στα αποδεικτικά μέσα καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς να παραληφθεί κανένα (Ολ.
Α.Π. 8/2016, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπ' όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπ' όψιν και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.
Α.Π. 2/2008, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020, Α.Π. 1034/2020, Α.Π. 705/2019, Α.Π. 412/2019). Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα, από εκείνο που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ή ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1110/2020, Α.Π. 75/2016, Α.Π. 100/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον δεύτερο λόγο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως υποστηρίζει ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπ' όψιν του τα αποδεικτικά μέσα και τα έγγραφα, που προσκόμισε και επικαλέστηκε νομίμως και, ειδικότερα, τα υπ' αριθμ.
πρωτ. Οικ. 6615/18-12-2015 και 279/26-1-2016 έγγραφα της Δ12 Διευθύνσεως του ΥΠΟΜΕΔΙ και το υπ' αριθμ. πρωτ. ΕΥΔΕ/ΚΣΕΣΠ//Γ/Φ5/4612/7-6-2018 έγγραφο της Ε.Υ.Δ.Ε./Κ.Σ.Ε.Σ.Π. του ιδίου Υπουργείου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπου ρητώς αναφέρει (31 και 32 σελίδες αυτής) ότι λήφθηκαν υπ' όψιν και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενο της, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, αλλά αντιθέτως καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι τα ως άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα λήφθηκαν υπ' όψιν και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος του Δικαστηρίου, χωρίς να υποχρεούται το Εφετείο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου.
Η άποψη του αναιρεσείοντος ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων αποδεικτικών μέσων θα οδηγούσε το Δικαστήριο σε πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν και συγκεκριμένα σε μικρότερη τιμή της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, οδηγεί απαραδέκτως σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και, συνακολούθως, σε επανεκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιταγή του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Ν. 2882/2001 "Περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", αρμόδιο να προσδιορίσει οριστικώς την αποζημίωση είναι το Εφετείο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το απαλλοτριούμενο ή το μεγαλύτερο μέρος αυτού, κατά δε την παράγραφο 5 του άρθρου 19 του ιδίου νόμου 2882/2001, που, κατά τη διάταξη της παραγρ. 6 του άρθρου 20 του ιδίου νόμου 2882/2001, εφαρμόζεται αναλόγως και στη διαδικασία οριστικού προσδιορισμού αποζημιώσεως ενώπιον του Εφετείου, κάθε ενδιαφερόμενος (κατά την έννοια του άρθρου 14 παρ. 1 του αυτού ως άνω νόμου που δεν κλητεύτηκε νομίμως ή καθόλου να παραστεί κατά τη συζήτηση της αιτήσεως) έχει δικαίωμα να παρέμβει στη δίκη και να γίνει διάδικος, χωρίς καμία προδικασία και κατάθεση προτάσεων, απλώς με δήλωσή του ενώπιον του δικαστηρίου, δηλ.
κατά τη συζήτηση της αιτήσεως, η οποία να περιέχει το όνομα, το επώνυμο, το πατρώνυμο και την κατοικία του ή, προκειμένου περί νομικού προσώπου, την επωνυμία και την έδρα του. Κατά την προαναφερόμενη διάταξη, η οποία ως ειδική, υπερισχύει των κοινών διατάξεων περί παρεμβάσεως του Κ.Πολ.Δ. (άρθρ. 79 επ. του Κ.Πολ.Δ.), τίθενται δύο βασικές προϋποθέσεις, για να έχει κάποιος το δικαίωμα να παρέμβει, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας προσδιορισμού της αποζημιώσεως, λόγω απαλλοτριώσεως, ήτοι:
α) να είναι "ενδιαφερόμενος" και β) να μην έχει κλητευθεί νομίμως ή καθόλου να παραστεί κατά τη συζήτηση της αιτήσεως. Η έννοια του "ενδιαφερομένου" στη διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως προσδιορίζεται επακριβώς με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2882/2001, το οποίο ορίζει ότι διάδικοι στη δίκη προσδιορισμού αποζημιώσεως δύνανται να είναι:
α) ο υπόχρεος στην πληρωμή της αποζημιώσεως, β) εκείνος υπέρ του οποίου κηρύχτηκε η απαλλοτρίωση και γ) εκείνος που αξιώνει κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί του απαλλοτριουμένου (Α.Π. 1178/2010). Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λπ.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ. Α.Π. 1/2019, Ολ. Α.Π. 25/2008, Α.Π. 1181/2022, Α.Π. 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διατάξεως δικονομικής φύσεως (Ολ.
Α.Π. 2/2001, Α.Π. 1181/2022, Α.Π. 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διατάξεως, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ. Α.Π. 2/2001, Α.Π. 1181/2022, Α.Π. 480/2020, Α.Π. 175/2019, Α.Π. 1496/2017).
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στην δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης αποφάσεως, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (Α.Π. 1181/2022, Α.Π. 927/2019, Α.Π. 357/2018).
Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως της αγωγής, των ενδίκων μέσων (Α.Π. 1181/2022, Α.Π. 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 του Κ.Πολ.Δ.) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (Α.Π. 1181/2022, Α.Π. 1206/2019, Α.Π. 2081/2018).
Αντιθέτως, το απαράδεκτο της ως άνω διατάξεως δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ενστάσεως ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο διατακτικό της αποφάσεως (Α.Π. 1181/2022).
Το αναιρεσείον με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και, ειδικότερα, παρά το νόμο έλαβε υπ' όψιν την ασκηθείσα με τις προτάσεις, από 12-6-2018, ανταίτηση των εικαζομένων δικαιούχων της ΑΚΠ ... περί προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως μεγαλύτερης από την προσωρινή, μολονότι αυτοί είχαν κλητευθεί νομίμως στη συζήτηση της αιτήσεως του Δημοσίου για οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλομένης, υπ' αριθμ. 86/2018, αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος (όπως αυτή συμπληρώθηκε με την υπ' αριθμ. 33/2019 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου) προκύπτει ότι το Εφετείο, ως προς το κεφάλαιο περί αποδοχής της ανταιτήσεως των εικαζομένων δικαιούχων της ΑΚΠ ...
περί προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδος, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) τα ακόλουθα: "9. Εξάλλου, κατά το άρθρο 19 παρ. 5 του ν. 2882/2001, κάθε ενδιαφερόμενος, υπό την έννοια του άρθρου 14 παρ. 1 του ως άνω νόμου, που δεν ήταν διάδικος στη διαδικασία του προσωρινού από το Μονομελές Πρωτοδικείο καθορισμού της αποζημιώσεως, αλλά παρεμβαίνει για πρώτη φορά στη δίκη για τον καθορισμό οριστικής αποζημιώσεως ενώπιον του Εφετείου, μπορεί να ασκήσει την παρέμβαση με τις έγγραφες προτάσεις του, χωρίς μάλιστα να είναι υποχρεωμένος να τηρήσει την προθεσμία των πέντε ημερών.
Στην προκειμένη περίπτωση οι πάνω (υπό στ. 8 τέλος) αναφερόμενοι ως παρεμβαίνοντες - αξιούντες δικαίωμα κυριότητας επί της σε ΑΚΠ ... ιδιοκτησίας και δη οι: α) ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κωνσταντόπουλο, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου, αλλά και με τις προτάσεις της παρούσας συζήτησης άσκησαν ανταίτηση, με την οποία ζητούν τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας για τα ένδικα ακίνητά τους μετά των επικειμένων αυτών σε ποσά μεγαλύτερα από αυτά, που ζητεί το αιτούν.
Η ανταίτηση αυτή των παρεμβαινόντων, που αναφέρεται στα ίδια με την αίτηση κεφάλαια και η οποία ασκήθηκε όχι με την κατάθεση προτάσεων πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν τη συζήτηση, κατ' άρθρο 20 παρ. 5 του ΚΑΛΑ, αλλά με κατάθεση τους επί της έδρας (βλ. επισημείωση από 12.6.2018 της Γραμματέως της έδρας) είναι παραδεκτή, καθώς, σε περίπτωση παρέμβασης για πρώτη φορά στη δίκη του οριστικού προσδιορισμού ο παρεμβαίνων και μη καταστάς διάδικος στην περί προσωρινού προσδιορισμού αποζημιώσεως δίκη, δεν υποχρεούται να τηρήσει την προθεσμία των πέντε ημερών για την κατάθεση των προτάσεων.
Συνεπώς, η ανταίτηση αυτή ως προς το αίτημα καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως μεγαλύτερης εκείνης του αιτούντος Ελληνικού Δημοσίου είναι παραδεκτή και νόμιμη και πρέπει αν ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα". Όπως προκύπτει από τον φάκελο της δικογραφίας, με την υπ' αριθμ. 38/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος δεν καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημιώσεως για την ΑΚΠ ...
λόγω της ελλείψεως νομίμου κλητεύσεως του εικαζομένου δικαιούχου της Α. Ρ. του Παναγιώτη. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο έστρεψε την από 23-10-2017 (αριθμ. καταθ. 31/2017) αίτησή του για προσδιορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως της ως άνω ιδιοκτησίας εκ νέου κατά του εικαζομένου δικαιούχου της Α. Ρ., όπως το όνομά του εμφαινόταν στους κτηματολογικούς πίνακες που δεν είχαν διορθωθεί, εντούτοις, προσκόμισε με τις από 12-6-2018 προτάσεις του, τις υπ' αριθμ. 37306/7-11-2017, 3731/7-11-2017 και 37325/7-11-2017 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ι.
Γ., από τις οποίες προέκυπτε η εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση των κληρονόμων του εκ των καθών η αίτηση Α. Ρ., ο οποίος είχε αποβιώσει, όπως αυτό βεβαιωνόταν στην υπ' αριθμ. 36826/2-11-2017 δήλωση ματαιώσεως επιδόσεως του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή. Κληρονόμοι του Α. Ρ. και κλητευθέντες με τις προαναφερθείσες εκθέσεις επιδόσεως ήταν οι συγκληρονόμοι του Μ.
χήρα Α. Ρ., το γένος Γ. Π. και οι Α…και Α…..
Συνεπώς, αφού κλητεύθηκαν στην δίκη για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, δικαιούντο να ασκήσουν ανταίτηση εντός προθεσμίας πέντε ημερών πριν την συζήτηση στο ακροατήριο, ήτοι το αργότερο μέχρι τις 6-6-2018, ως προς τα ίδια κεφάλαια με την αίτηση του αναιρεσείοντος. Παρ' όλα αυτά, όμως, οι τελευταίοι άσκησαν απαραδέκτως ανταίτηση με τις από 12-6-2018 έγγραφες προτάσεις του, η οποία ανταίτηση έγινε δεκτή από το Εφετείο, κατά τα προαναφερθέντα.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος αφορούσε και τις ιδιοκτησίες 033049 και 033066. Εν τούτοις, το Δικαστήριο δεν θα κρίνει και επ' αυτών, καθόσον οι φερόμενοι ως ιδιοκτήτες τους δεν κατέστησαν διάδικοι στην παρούσα δίκη λόγω της μη κλητεύσεώς τους, κατά τα ανωτέρω αναφερθέντα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 του Ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α/10-4-2012) και εφαρμόζεται και στην ένδικη υπόθεση ως εκ του χρόνου κηρύξεως (2014) της ενδίκου απαλλοτριώσεως, "Εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.
Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν από την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριουμένου τμήματος".
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για τη στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου και των συστατικών του, αλλά και τη ζημία την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει μετά την απαλλοτρίωση, καθίσταται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του.
Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα που απομένει υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαιτέρας αποζημιώσεως, είτε κατά τη δίκη του προσωρινού προσδιορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 121/2020, Α.Π. 388/2018), η αποζημίωση δε αυτή καλύπτει, όχι μόνον την εκ της απαλλοτριώσεως και μόνον της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου (Ολ.
Α.Π. 14/2011, Ολ. Α.Π. 31/2005, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1.297/2021, Α.Π. 808/2020, Α.Π. 760/2020, Α.Π. 687/2020, Α.Π. 465/2020). Η μείωση της αξίας του τμήματος που απομένει, σύμφωνα με τα παραπάνω, είναι η ανέφικτη κατά προορισμό εκμετάλλευσή του, ανεξάρτητα από την έκτασή του, αφού ο νόμος δεν κάνει καμία διάκριση και είναι δυνατόν να οφείλεται στο ότι αυτό κατέστη μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο ή κατέστη παράγωνο ή ως υπόλοιπο αγρού απέμεινε λωρίδα εδάφους μη εκμεταλλεύσιμη ή η εκμετάλλευσή του λόγω της εκτάσεως του ή και του σχήματος του θα είναι πλέον αντιοικονομική, γιατί θα απαιτεί αυξημένες δαπάνες ή θα είναι ασύμφορη (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1382/2018, Α.Π. 96/2015).
Εξάλλου, ως τμήμα που απομένει για την τυχόν μείωση της αξίας του οποίου προσδιορίζεται και παρέχεται η εν λόγω ιδιαίτερη αποζημίωση, νοείται όχι μόνον η εδαφική έκταση, που εναπομένει, αλλά και τα τυχόν συστατικά του ακινήτου σ' αυτή, όπως η έννοια των συστατικών του ακινήτου καθορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 953, 954 και 955 του Α.Κ., όπως είναι η οικοδομή, τα πηγάδια, τα θερμοκήπια κ.λπ., των οποίων απομειώνεται η αξία ή καθίστανται άχρηστα πλέον για τη χρήση για την οποία προορίζονταν (Ολ.
Α.Π. 31/2005, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 808/2020, Α.Π. 645/2020, Α.Π. 209/2019, Α.Π. 388/2018, Α.Π. 1185/2005). Η κρίση του Εφετείου ότι επήλθε μείωση της αξίας του τμήματος, που βρίσκεται εκτός απαλλοτριώσεως, ανάγεται σε πράγματα και δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο όρος, όμως, "σημαντική", ως αόριστη νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, το δε δικαστήριο οφείλει να αιτιολογεί ειδικώς τον τρόπο υπολογισμού της μειώσεως και του ποσοστού αυτής (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1382/2018, Α.Π. 96/2015).
Περαιτέρω, η αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως για την επιδίκαση ιδιαιτέρας αποζημιώσεως θεωρείται ανεπαρκής αν: α) δεν ενέχει προσδιορισμό των τμημάτων που εναπέμειναν, ήτοι αναφορά για το εμβαδόν τους και τα λοιπά προσδιοριστικά τους στοιχεία και β) δεν αναφέρει την κατά προορισμό χρήση των τμημάτων που απομένουν και, περαιτέρω, την, μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση, δυνατότητα ή μη της πραγματοποιήσεως της χρήσεως αυτής και με ποιες προϋποθέσεις (Ολ.
Α.Π. 14/2011, Α.Π. 1554/2017, Α.Π. 205/2017, Α.Π. 1004/2012, Α.Π. 955/2012, Α.Π. 140/2011, Α.Π. 70/2011, Α.Π. 1619/2010, Α.Π. 1210/2010, Α.Π. 1290/2009). Εξάλλου, για τον καθορισμό ιδιαιτέρας αποζημιώσεως, κατά την παραπάνω διάταξη, αν το ακίνητο, τμήμα του οποίου απαλλοτριώθηκε, είχε πριν από την απαλλοτρίωση, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την οικοδόμηση, πρέπει, για την ευδοκίμηση του σχετικού αιτήματος, για τον καθορισμό ιδιαιτέρας αποζημιώσεως, λόγω μειώσεως της αξίας του τμήματος αυτού που απομένει, να αποδεικνύεται, σωρευτικώς, ότι το εν Λόγω ακίνητο πληρούσε, κατά τις διατάξεις που ισχύουν, τους όρους δομήσεως κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση και ότι το τμήμα αυτού που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, δεν είναι, πλέον, άρτιο ούτε κατά παρέκκλισιν ή είναι μεν άρτιο αλλά όχι οικοδομήσιμο (Α.Π. 205/2017, Α.Π. 96/2015, Α.Π. 1290/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, προκύπτει ότι το Εφετείο, ως προς το κεφάλαιο περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως, όσον αφορά την με αριθμό κτηματολογικού πίνακα ...
ιδιοκτησία, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία και ιδίως την από Νοεμβρίου 2016 έκθεση εκτίμησης εναπομεινάντων τμημάτων απαλλοτριωτέων ιδιοκτησιών συμπληρωματικής απαλλοτρίωσης που συνέταξαν οι εκτιμητές ..., σε συνδυασμό και με τις προσκομιζόμενες τεχνικές εκθέσεις, αποδεικνύεται ότι για μερικά των απολλοτριωθέντων ακινήτων, συνεπεία απότμησης του απαλλοτριωθέντος τμήματος, το απομένον σε κάθε ιδιοκτήτη τμήμα του υφίσταται σημαντική απομείωση της αξίας του και επομένως, επιβάλλεται ο καθορισμός ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα ακίνητα αυτά.
Ειδικότερα: [....] Η με ΑΚΠ ... ιδιοκτησία βρίσκεται εκτός οικισμού, στη θέση "…", ήδη ….. της κτηματικής περιφέρειας της ΔΕ Αντιρρίου. Η αρχική του έκταση ως γηπέδου ήταν 4.040 μ2 (βλ. …συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Ναυπάκτου Ν. Π..) από την οποία απαλλοτριώθηκαν το έτος 1999 518 μ2, το 2001 215 μ2 και το 2007 με την αρχική απαλλοτρίωση 490,81 μ2, απέμεινε δε εκτός απαλλοτρίωσης έκταση 2.816,19 μ2 ...
Με την παρούσα συμπληρωματική απαλλοτρίωση αποτέμνεται έκταση 291,66 μ2 και συνεπώς απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση 2.524,53 μ2. Κατά τον κτηματολογικό πίνακα, η εκτός απαλλοτρίωσης έκταση ανέρχεται σε 2.624,74 μ2 ...
Συνεπώς, η εν λόγω ιδιοκτησία, εμβαδού 2624,74 μ2, είναι μη άρτια και μη οικοδομήσιμη, αποτελεί οικοπεδαγρό, έχει πρόσωπο στην Εθνική οδό Αντιρρίου - Ναυπάκτου σε μήκος 84 μ και σε δημοτική οδό Αντιρρίου - Λευκών σε μήκος 67 μ. το δε απομένον εκτός απαλλοτριώσεως τμήμα, το οποίο έχει κανονικό σχήμα, χάνει τις παραπάνω προσβάσεις του, αλλά αποκτά πρόσβαση από το δυτικό τμήμα του, καθώς και πρόσωπο σε ισόπεδο κυκλικό κόμβο του παράπλευρου δικτύου.
Να σημειωθεί, ότι η απώλεια αρτιότητας και οικοδομησιμότητας του ακινήτου είχε επέλθει με την αρχική απαλλοτρίωση και είχε αντιμετωπισθεί στα πλαίσια της οφειλόμενης αποζημίωσης για εκείνη, ήδη δε έχει εξαντληθεί το όριο δόμησης, καθώς εντός του ακινήτου υπάρχει ήδη διώροφη οικοδομή, πλήρως αποπερατωμένη, εμβαδού 240 μ2.
Εξάλλου λόγω και της πρόσβασης του απομένοντος τμήματος από τη δυτική πλευρά του η γεωργική του εκμετάλλευση δεν επηρεάζεται από την κατάτμηση, ούτε εξαιτίας των ρύπων των αυτοκινήτων και των τυχόν άλλων περιβαλλοντικών επιπτώσεων επί των καλλιεργούμενων προϊόντων. Άλλωστε οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις θα είναι οι ίδιες όπως και πριν την απαλλοτρίωση, αφού το ακίνητο αυτό είχε πρόσοψη στην υφιστάμενη εθνική οδό Αντιρρίου - Ναυπάκτου και σε δημοτική ασφαλτοστρωμένη οδό.
Ωστόσο η νέα οδός έμπροσθέν του εν λόγω ακινήτου θα διέρχεται σε γέφυρα ύψους 7-8 μέτρων με επιχωμάτωση εκατέρωθεν αυτής αντίστοιχου ύψους (βλ. την από 18.2.2009 τεχνική έκθεση του πολ/ Μηχανικού Κ./νου Γ. και από 20.2.2016 της Μ. Σ.), με συνέπεια την απώλεια της θέας του ακινήτου προς την πλευρά αυτή, όπως τούτο προκύπτει εξ αντιδιαστολής και από την προαναφερόμενη έκθεση εκτίμησης των απομεινάντων, σύμφωνα με την οποία διατηρείται η θέα της ιδιοκτησίας από το ανατολικό τμήμα της.
Με τα δεδομένα αυτά εκτιμάται ότι η αγοραία αξία του ανωτέρω εκτός απαλλοτριώσεως εδαφικού τμήματος μειώνεται κατά 15% της προσδιορισθείσας με την παρούσα οριστικής τιμής μονάδας για το απαλλοτριούμενο τμήμα, γενομένου εν μέρει δεκτού ως και ουσία βάσιμου του σχετικού αιτήματος. Περαιτέρω εντός του απομένοντος αυτού ακινήτου υπάρχει διώροφη οικοδομή, εμβαδού 200 μ2, με χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων εμβαδού 40 μ2, η οποία κατά το έτος 2009 βρισκόταν στο στάδιο της αποπεράτωσης (βλ.
την παραπάνω τεχνική έκθεση κ. Γείτονα) και η οποία λόγω της εγγύτητάς της προς το έργο της απαλλοτρίωσης (13,92 μέτρα από το όριο της απαλλοτρίωσης, σύμφωνα με την τεχνική έκθεση Μ. Σ.), θα είναι εκτεθειμένη σε ηχητικούς κυρίως ρύπους, λόγω της μεγάλης ταχύτητας των διερχόμενων αυτοκινήτων, δυσχεραίνοντας τη διαβίωση εντός αυτής (οι επιπτώσεις από τους χημικούς ρύπους θα είναι οι ίδιες όπως και πριν την απαλλοτρίωση, αφού το ακίνητο αυτό είχε πρόσοψη στην υφιστάμενη εθνική οδό Αντιρρίου - Ναυπάκτου και σε δημοτική ασφαλτοστρωμένη οδό).
Επομένως, εκ του λόγου αυτού και του περιορισμού της θέας προς την πλευρά του νέου αυτοκινητόδρομου και της ηχορύπανσης απομειώνεται η αξία της οικίας αυτής (όχι και του χώρου στάθμευσης) σε ποσοστό 20% της ανερχόμενης σε 800 €/μ2, όπως εκτιμάται, λαμβανομένης υπόψη της παλαιότητάς της και των υλικών κατασκευής, εμπορικής της αξίας, γενομένου εν μέρει δεκτού και ως ουσία βάσιμου του σχετικού αιτήματος".
Με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο, όσον αφορά την κρίση του περί μειώσεως της αξίας της υφισταμένης οικίας επί του απομένοντος εδαφικού τμήματος του ως άνω με αριθμό ... ακινήτου, σε ποσοστό 20% της ανερχόμενης σε 800€/μ2 εμπορικής της αξίας, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως.
Ειδικότερα, το Εφετείο έλαβε υπ' όψιν του και εφάρμοσε την αόριστη νομική έννοια της "σημαντικής μειώσεως" κατά τον προσδιορισμό της ιδιαιτέρας αποζημιώσεως της ανωτέρω οικίας, που παρέμεινε εκτός των ορίων της απαλλοτριώσεως, δεχόμενο με την προσβαλλομένη απόφασή του ότι υπέστη σημαντική απομείωση της αξίας της, προσδιόρισε την απόστασή της από το όριο της απαλλοτριώσεως σε 13,92 μέτρα, διευκρίνισε τις δυσμενείς συνέπειες από την εγγύτητά της αυτή προς το ανωτέρω έργο της απαλλοτριώσεως και, ειδικότερα, ότι θα είναι εκτεθειμένη σε ηχητικούς, κυρίως, ρύπους, λόγω της μεγάλης ταχύτητας των διερχομένων αυτοκινήτων, διασαφήνισε τις συνέπειες από την ως άνω ηχορύπανση, δεχόμενο ότι δυσχεραίνεται έτσι η διαβίωση εντός αυτής, μνημόνευσε τον περιορισμό της θέας της προς την πλευρά του νέου αυτοκινητόδρομου και αφού έλαβε υπ' όψιν όλα τα ανωτέρω, καθώς και την παλαιότητά της, με έτος κατασκευής πριν το 2009 και την εμπορική της αξία (800€/μ2), κατέληξε στην κρίση ότι επήλθε μείωση της αξίας της, την οποία προσδιόρισε σε ποσοστό 20% επί της ως άνω εμπορικής της αξίας.
Επομένως, οι ανωτέρω αιτιολογίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, που ορθά το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως (ως προς το κεφάλαιο περί καθορισμού ιδιαιτέρας αποζημιώσεως), κατά το οικείο μέρος του, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, είναι αβάσιμος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός, κατά το ανωτέρω μέρος του, είναι απαράδεκτος, καθόσον με αυτόν πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές, πλήρες και μη αντιφατικό, εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα του καθορισμού της ιδιαιτέρας αποζημιώσεως για το ανωτέρω ακίνητο.
Περαιτέρω, όμως, το Εφετείο, με την προαναφερθείσα κρίση του και, ειδικότερα, με το να καθορίσει την, κατά τα άνω, ιδιαίτερη αποζημίωση για την εκτός απαλλοτριώσεως εδαφική έκταση των 2.674,74 τ.μ., διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διατάξεως, ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, κρίναν ότι το εναπομένον εκτός απαλλοτριώσεως τμήμα της ΑΚΠ ... υφίσταται 15% μείωση της οριστικώς προσδιορισθείσης αξίας του, στερείται νομίμου βάσεως και, ειδικότερα, επαρκούς αιτιολογίας, καθόσον δεν προσδιορίζει ρητώς τα κύρια χαρακτηριστικά και το είδος αυτής, ήτοι αν αυτό ήταν κατά κύρια χρήση γεωργικό ακίνητο ή οικόπεδο, μη αρκούντος του χαρακτηριστικού της ως "οικοπεδαγρού".
Πλέον αυτού, εσφαλμένως δέχεται μείωση της θέας του εναπομείναντος ακινήτου, προϋπόθεση η οποία αφορά μόνον κτίσματα. Επομένως, το Εφετείο, αναφορικώς με τη μείωση της αξίας της εναπομείνασας εκτός απαλλοτριώσεως ως άνω εδαφικής εκτάσεως σε ποσοστό 15%, υπέπεσε στην, από το άρθρο 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., προβλεπομένη αναιρετική πλημμέλεια και ο συναφής πέμπτος λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η, από το εν λόγω άρθρο, αναιρετική πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Επίσης, το Εφετείο, ως προς το κεφάλαιο περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως, όσον αφορά την με αριθμό κτηματολογικού πίνακα … ιδιοκτησία, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία και ιδίως την από Νοεμβρίου 2016 έκθεση εκτίμησης εναπομεινάντων τμημάτων απαλλοτριωτέων ιδιοκτησιών συμπληρωματικής απαλλοτρίωσης που συνέταξαν οι εκτιμητές ..., σε συνδυασμό και με τις προσκομιζόμενες τεχνικές εκθέσεις, αποδεικνύεται ότι για μερικά των απολλοτριωθέντων ακινήτων, συνεπεία απότμησης του απαλλοτριωθέντος τμήματος, το απομένον σε κάθε ιδιοκτήτη τμήμα του υφίσταται σημαντική απομείωση της αξίας του και επομένως, επιβάλλεται ο καθορισμός ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα ακίνητα αυτά.
Ειδικότερα: [...] Η με ΑΚΠ … ιδιοκτησία, κείμενη εκτός του οικισμού Αντιρρίου και στην ειδικότερη θέση "…", είχε αρχικό εμβαδόν 4.063 μ2 περίπου, εκ της οποίας με την αρχική απαλλοτρίωση αποτμήθηκε έκταση 649,88 μ2 και απέμεινε εκτός έκταση 3.395,09 μ2. Με την παρούσα απαλλοτρίωση απαλλοτριώθηκε τμήμα 745,21 μ2 και απέμεινε εκτός απαλλοτρίωσης έκταση 2.649,88 μ2.
Διατηρεί την πρόσβασή του στον κοινοτικό δρόμο προς Λεύκες, η αρτιότητα και οικοδομησιμότητά του έχει απωλεσθεί με την πρώτη απαλλοτρίωση, άλλωστε το όριο δόμησης έχει εξαντληθεί, καθώς υπάρχει εντός αυτού πλακοσκεπές κτίσμα 400 μ2 περίπου. Ωστόσο η νέα οδός διέρχεται έμπροσθεν του εν λόγω ακινήτου και σε απόσταση 11 μέτρων περίπου, υπερυψωμένη μέχρι και 9 μέτρα, με επιχωμάτωση εκατέρωθεν αυτής αντίστοιχου ύψους (βλ.
την από Ιανουάριος 2009 τεχνική έκθεση του πολ. Μηχανικού ... και από 20.10.2027 της Μ. Σ.), με συνέπεια την απώλεια της θέας του ακινήτου προς τον Πατραϊκό Κόλπο και το Αντίρριο. Η γεωργική του εκμετάλλευση δεν δυσχεραίνεται ενόψει της αποκοπής μικρού τμήματος. Με τα δεδομένα αυτά εκτιμάται, ότι η αγοραία αξία του κατωτέρω εκτός απαλλοτριώσεως εδαφικού τμήματος μειώνεται κατά 15% της προσδιορισθείσας με την παρούσα οριστικής τιμής μονάδας για το απαλλοτριούμενο τμήμα, γενομένου εν μέρει δεκτού ως και ουσία βάσιμου του σχετικού αιτήματος.
Αντίθετα, καμία απομείωση της αξίας δεν υφίσταται η εντός αυτού λειτουργούσα βιοτεχνία επίπλων από την "υπογειοποίησή της", όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αϊτών και το σχετικό αίτημα είναι απορριπτέο". Με την προαναφερθείσα κρίση του το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διατάξεως, ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, κρίναν ότι το εναπομένον εκτός απαλλοτριώσεως τμήμα της ΑΚΠ 033026 υφίσταται 15% μείωση της οριστικά προσδιορισθείσης αξίας του, στερείται αιτιολογίας ως προς την παράλειψη αναφοράς της κύριας προ της απαλλοτριώσεως χρήσεώς του, ήτοι αν αυτό ήταν κατά κύρια χρήση γεωργικό ακίνητο ή οικόπεδο, δεδομένου, μάλιστα, ότι στον επίσημο κτηματολογικό πίνακα αυτό εμφανιζόταν ως "αροτραία καλλιέργεια μη αρδευόμενη", δεν αιτιολογεί την πρόσθετη, εξαιτίας της ενδίκου συμπληρωματικής αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, απομείωση της αξίας τού εναπομείναντος εκτός αυτής τμήματος του επιδίκου σε σχέση με την αρχική απαλλοτρίωση, παραβλέπει τα ως άνω αναφερθέντα περί εξαντλήσεως εκ μέρους του εικαζομένου δικαιούχου της του ορίου δομήσεως, με συνέπεια να μην υφίσταται καμία μείωση της "οικοπεδικής του αξίας", σε περίπτωση δευτερεύουσας χρήσεως αυτού και περιέχει αντιφατική αιτιολογία, καθώς ποσοστό 15% ως ιδιαίτερη αποζημίωση λόγω "απώλειας θέας" θα δικαιολογείτο ενδεχομένως, μόνο για την περίπτωση, που το εις αυτό κείμενο πλακοσκεπές κτίσμα των 400 μ2 χρησιμοποιείτο για κατοικία, αν και εντός του κτίσματος λειτουργεί βιοτεχνία επίπλων.
Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ. προβλεπομένη αναιρετική πλημμέλεια και ο συναφής πέμπτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η, από το ως άνω άρθρο, αναιρετική πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Ακόμη, το Εφετείο, ως προς το κεφάλαιο περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως, όσον αφορά την με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 033044 ιδιοκτησία, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία και ιδίως την από Νοεμβρίου 2016 έκθεση εκτίμησης εναπομεινάντων τμημάτων απαλλοτριωτέων ιδιοκτησιών της συμπληρωματικής απαλλοτρίωσης που συνέταξαν οι εκτιμητές ..., σε συνδυασμό και με τις προσκομιζόμενες τεχνικές εκθέσεις, αποδεικνύεται ότι για μερικά των απολλοτριωθέντων ακινήτων, συνεπεία απότμησης του απαλλοτριωθέντος τμήματος, το απομένον σε κάθε ιδιοκτήτη τμήμα του υφίσταται σημαντική απομείωση της αξίας του και επομένως, επιβάλλεται ο καθορισμός ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα ακίνητα αυτά.
Ειδικότερα: [...] Η με ΑΚΠ 033044 ιδιοκτησία, κείμενη εκτός του οικισμού Αντιρρίου και σε απόσταση 1,5 χλμ απ' αυτόν, είχε εμβαδόν 2:670,35 μ2, εκ της οποίας αποτμήθηκε έκταση 407,31 μ2 και απέμεινε εκτός έκταση 2.263,04 μ2. Φέρει χαρακτηριστικά καλλιεργούμενου ελαιώνα μη αρδευόμενον, η αρτιότητα και οικοδομησιμότητά του έχουν απωλεσθεί με την αρχική απαλλοτρίωση, διατηρεί πρόσβαση σε κοινοτική οδό συνδεόμενη με τον ανισόπεδο κόμβο Αντιρρίου, ενώ λόγω της απότμησης μικρού τμήματος δεν δυσχεραίνεται η γεωργική του εκμετάλλευση.
Συνεπώς, ουδεμία απομείωση της αξίας του υφίσταται και το σχετικό αίτημα είναι απορριπτέο. Περαιτέρω, αποδεικνύεται, ότι εντός του απομένοντος εδαφικού τμήματος υφίσταται κατοικία, ανεγερθείσα κατά το έτος 1996, δυνάμει της με αριθμ. ... οικοδομικής άδειας του πολεοδομικού γραφείου Ν.., αποτελούμενη από κύριους χώρους 78,58 και βοηθητικούς 21,80 μ2, με προσθήκες κύριων και βοηθητικών χώρων, εμβαδού 74,11 μ2 (βλ.
από 26.8.2017 τεχνική έκθεση Πολιτικού Μηχανικού Ι. Α.). Η άνω κατοικία, μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος με την υπόψη απαλλοτρίωση, εφάπτεται πλέον του αυτοκινητοδρόμου, απέχοντας μόλις 1,5 μέτρο (βλ. ανωτέρω τεχνική έκθεση και από 25.9/2017 έγγραφο της ΕΤΑΕ/Ε.Π. & Δ.Ε). Λόγω δε της εγγύτητας της προς το έργο της απαλλοτρίωσης θα είναι εκτεθειμένη σε ηχητικούς κυρίως ρύπους, λόγω της μεγάλης ταχύτητας των διερχομένων αυτοκινήτων, δυσχεραίνοντας τη διαβίωση εντός αυτής.
Επομένως, εκ του λόγου αυτού και του περιορισμού της θέας προς την πλευρά του νέου αυτοκινητοδρόμου και της ηχορύπανσης απομειώνεται η αξία της οικίας αυτής, συνολικής επιφάνειας 89,43 μ2 (όχι και των βοηθητικών χώρων, μη διευκρινιζόμενου του είδους αυτών, π.χ. χώροι στάθμευσης, αποθήκες κ.λπ.) σε ποσοστό 30% της ανερχόμενης σε 700 €/μ2, όπως εκτιμάται, λαμβανομένης υπόψη της παλαιότητάς της και των υλικών κατασκευής, εμπορικής της αξίας, γενομένου εν μέρει δεκτού και ως ουσία βάσιμου του σχετικού αιτήματος".
Με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο, όσον αφορά την κρίση του περί μειώσεως της αξίας της υφισταμένης οικίας επί του απομένοντος εδαφικού τμήματος του ως άνω ακινήτου σε ποσοστό 30% της ανερχόμενης σε 700 €/μ2 εμπορικής της αξίας, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως.
Ειδικότερα, το Εφετείο έλαβε υπ' όψιν του και εφάρμοσε την αόριστη νομική έννοια της "σημαντικής μειώσεως" κατά τον προσδιορισμό της ιδιαιτέρας αποζημιώσεως της εδαφικής εκτάσεως 2.263,04 τ.μ., της οποίας αναφέρει την κατά προορισμόν χρήση της και της ανωτέρω οικίας, που παρέμεινε εκτός των ορίων της απαλλοτριώσεως, δεχόμενο με την προσβαλλομένη απόφαση ότι η οικία αυτή υπέστη σημαντική απομείωση της αξίας της, προσδιόρισε την απόστασή της από τον κατασκευασθέντα αυτοκινητόδρομο σε 1,5 μέτρο, διευκρίνισε τις δυσμενείς συνέπειες από την εγγύτητά της αυτή προς το ανωτέρω έργο της απαλλοτριώσεως και, ειδικότερα, ότι θα είναι εκτεθειμένη σε ηχητικούς, κυρίως, ρύπους, λόγω της μεγάλης ταχύτητας των διερχομένων αυτοκινήτων, διασαφήνισε τις συνέπειες από την ως άνω ηχορύπανση, δεχόμενο ότι δυσχεραίνεται έτσι η διαβίωση εντός αυτής, μνημόνευσε τον περιορισμό της θέας της προς την πλευρά του νέου αυτοκινητοδρόμου και αφού έλαβε υπ' όψιν όλα τα ανωτέρω, καθώς και την παλαιότητά της, με έτος κατασκευής το 1996, τα υλικά κατασκευής και την εμπορική της αξία (700 €/μ2), κατέληξε στην κρίση ότι επήλθε μείωση της αξίας της, την οποία προσδιόρισε σε ποσοστό 30% επί της ως άνω εμπορικής της αξίας.
Επομένως, οι ανωτέρω αιτιολογίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, που ορθά το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος του, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός, κατά το ανωτέρω μέρος του, είναι απαράδεκτος, καθόσον με αυτόν πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές, πλήρες και μη αντιφατικό, εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα του καθορισμού της ιδιαιτέρας αποζημιώσεως για το ανωτέρω ακίνητο.
Περαιτέρω το Εφετείο, ως προς το κεφάλαιο περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως, όσον αφορά την με αριθμό κτηματολογικού πίνακα …ιδιοκτησία, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία και ιδίως την από Νοεμβρίου 2016 έκθεση εκτίμησης εναπομεινάντων τμημάτων απαλλοτριωτέων ιδιοκτησιών της συμπληρωματικής απαλλοτρίωσης που συνέταξαν οι εκτιμητές ..., σε συνδυασμό και με τις προσκομιζόμενες τεχνικές εκθέσεις, αποδεικνύεται ότι για μερικά των απολλοτριωθέντων ακινήτων, συνεπεία απότμησης του απαλλοτριωθέντος τμήματος, το απομένον σε κάθε ιδιοκτήτη τμήμα του υφίσταται σημαντική απομείωση της αξίας του και επομένως, επιβάλλεται ο καθορισμός ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα ακίνητα αυτά.
Ειδικότερα: [...] Η με ΑΚΠ … ιδιοκτησία, κείμενη εκτός του οικισμού Αντιρρίου σε απόσταση 1.000 μέτρων από τη Γέφυρα Ρίου - Αντιρρίου και στην ειδικότερη θέση "…", είχε αρχική επιφάνεια 4.024,06 μ2, εκ της οποίας απαλλοτριώθηκε τμήμα 1041,10 μ2 και απέμεινε εκτός απαλλοτρίωσης έκταση 2.982,96 μ2. Πριν την απαλλοτρίωση ήταν άρτια και οικοδομήσιμη ιδιοκτησία ως εκτός σχεδίου πόλεως, λόγω της απότμησης του πιο πάνω τμήματος όμως απώλεσε τις ιδιότητες αυτές.
Η πρόσβαση δεν επηρεάζεται από την απαλλοτρίωση, καθώς εξασφαλίζεται τέτοια μέσω οδού κείμενης ανατολικά του ακινήτου, όπου καταλήγει οδικός κόμβος, ενώ το σχήμα του εξακολουθεί να παραμένει κανονικό. Περιορισμός θέας προς τον Πατραϊκό και Κορινθιακό κόλπο δεν αποδεικνύεται καθώς βρίσκεται σε λόφο με αυξημένο υψόμετρο.
Κατά την από Νοέμβριο 2016 έκθεση εκτίμησης εναπομεινάντων τμημάτων η μείωση της αξίας του υπόψη ακινήτου ανέρχεται σε 10%. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω και ιδίως την απώλεια αρτιότητας και οικοδομησιμότητας κρίνεται ότι η μείωση της αξίας του εναπομείναντος τμήματος ανέρχεται σε 30% της καθορισθείσας αποζημίωσης, δεκτού γενομένου ως βάσιμου κατά ένα ποσοστό του σχετικού αιτήματος".
Με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο, όσον αφορά την κρίση του, περί μειώσεως της αξίας της εδαφικής εκτάσεως των 2.982,96 τ.μ. που απέμεινε εκτός της απαλλοτριώσεως σε ποσοστό 30% της εμπορικής της αξίας, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφαση του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως.
Ειδικότερα, το Εφετείο έλαβε υπ' όψιν του και εφάρμοσε την αόριστη νομική έννοια της "σημαντικής μειώσεως" κατά τον προσδιορισμό της ιδιαιτέρας αποζημιώσεως της ανωτέρω εδαφικής εκτάσεως, δεχόμενο ότι λόγω της απαλλοτριώσεως απώλεσε την αρτιότητα και την οικοδομήσιμότητά του. Επομένως, οι ανωτέρω αιτιολογίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, που ορθά το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος του, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, είναι αβάσιμος, και ως εκ τούτου, απορριπτέος. Σε κάθε περίπτωση, λόγος αυτός κατά το ανωτέρω μέρος του είναι απαράδεκτος, καθόσον με αυτόν πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές, πλήρες και μη αντιφατικό, εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα του καθορισμού της ιδιαιτέρας αποζημιώσεως για το ανωτέρω ακίνητο.
Τέλος, το Εφετείο, ως προς το κεφάλαιο περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως, όσον αφορά τις με αριθμό κτηματολογικού πίνακα … και ... ιδιοκτησίες, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία και ιδίως την από Νοεμβρίου 2016 έκθεση εκτίμησης εναπομεινάντων τμημάτων απαλλοτριωτέων ιδιοκτησιών της συμπληρωματικής απαλλοτρίωσης που συνέταξαν οι εκτιμητές ..., σε συνδυασμό και με τις προσκομιζόμενες τεχνικές εκθέσεις, αποδεικνύεται ότι για μερικά των απολλοτριωθέντων ακινήτων, συνεπεία απότμησης του απαλλοτριωθέντος τμήματος, το απομένον σε κάθε ιδιοκτήτη τμήμα του υφίσταται σημαντική απομείωση της αξίας του και επομένως, επιβάλλεται ο καθορισμός ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα ακίνητα αυτά.
Ειδικότερα: [...] Οι με ΑΚΠ 033056 & ... ιδιοκτησίες, αποτελούσαν αρχικά ενιαίο ακίνητο, το οποίο με την αρχική (κύρια) απαλλοτρίωση τεμαχίστηκε σε δύο ακίνητα, εκτάσεως του πρώτου 1376.91 μ2, εκ του οποίου με την παρούσα απαλλοτρίωση αποτμήθηκε έκταση 908,37 μ2 και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση 468,44 μ2 και του δευτέρου 4.949,44 μ2, εκ του οποίου με την παρούσα απαλλοτρίωση αποτμήθηκε έκταση 2.428,10 μ2 και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση 2.521,34 μ2.
Τα εν λόγω εδαφικά τμήματα, αποτελούν μη αρδευόμενα αγροτικά ακίνητα, το πρώτο των οποίων από πολεοδομικής πλευράς είναι μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο και το δεύτερο άρτιο μεν, πλην μη οικοδομήσιμο (βλ. από 2.9-2017 τεχνική έκθεση Ιω. Α.. και από 1.9.2017 Μ. Σ.), διατηρούν προσβάσεις σε παράπλευρο οδικό δίκτυο (κοινόχρηστη οδό), ενώ ο αυτοκινητόδρομος κείται περί τα 6 μέτρα υψηλότερα του πρώτου τμήματος και περί τα 4 μέτρα του δευτέρου (βλ.
από 25- 9-2017 έγγραφο της ΕΥΑΕ). Λόγω της απομένουσας μικρής έκτασης του πρώτου τμήματος καθίσταται προβληματική η γεωργική του εκμετάλλευση και συνεπώς εξ αιτίας αυτού υφίσταται απομείωση της αξίας του κατά ποσοστό 40% της οριστικής τιμής μονάδας, ενώ του δευτέρου δυσχεραίνεται η γεωργική του αξιοποίηση και υφίσταται ζημία κατά ποσοστό 20% της οριστικής τιμής μονάδας, δεκτού γενομένου του σχετικού αιτήματος".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, αναφορικώς με τον καθορισμό ιδιαιτέρας αποζημιώσεως, παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, καθόσον έκρινε ότι το τμήμα αυτό υπέστη μείωση της εμπορικής του αξίας κατά 40%, μολονότι, σύμφωνα με το προσκομισθέν από το αναιρεσείον υπ' αριθμ. πρωτ. ΕΥΔΕ/ΚΣΕΣΠ/Γ/Φ5/4612/7- 6-2018 έγγραφο της ΕΥΔΕ ΚΣΕΣΠ του ΥΠΟΜΕΔΙ, η ιδιοκτησία … απαλλοτριώνεται εξ ολοκλήρου με την συμπληρωματική απαλλοτρίωση, ως εναπομείναν τμήμα του ήδη απαλλοτριωθέντος με προηγούμενη απαλλοτρίωση τμήματος με ΑΚΠ 56, έγγραφο το οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψιν του, υποπίπτοντας, όσον αφορά την ΑΚΠ 033056 ιδιοκτησία, στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 και 11γ του Κ.Πολ.Δ.
Περαιτέρω, το Εφετείο, αναφορικώς με την ιδιοκτησία ΑΚΠ ..., διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διατάξεως, ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, κρίναν ότι το εναπομένον εκτός απαλλοτριώσεως τμήμα της ΑΚΠ ... υφίσταται 20% μείωση της οριστικώς προσδιορισθείσας αξίας του, διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του ανεπαρκή αιτιολογία, δεδομένου ότι δε διευκρινίζει πώς ο δικαιούχος της εν λόγω ιδιοκτησίας αδυνατεί να καλλιεργήσει ένα μη αρδευόμενο αγροτικό ακίνητο αρχικής εκτάσεως 4.949,44 τμ., εκ του οποίου αποτμάται έκταση 2.428,10 τ.μ.
και απομένει εκτός απαλλοτριώσεως έκταση 2.521,34 τ.μ., ήτοι μεγαλύτερη της απαλλοτριούμενης και γιατί μόνο η απότμηση τμήματος της ιδιοκτησίας δυσχεραίνει την γεωργική του αξιοποίηση, χωρίς αναφορά του τρόπου, με τον οποίο γινόταν στο παρελθόν η καλλιέργεια και πώς θα γίνεται μετά την απαλλοτρίωση. Ως εκ τούτου, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ.
αναιρετικός λόγος, αναφορικώς με την ΑΚΠ ... ιδιοκτησία, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Στο άρθρο 33 παρ. 1, 2, 3, 4 και 6 του Ν. 2971/2001 ορίζονται τα εξής: "1. Το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του Ν. 653/1977 είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου. 2.
Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριούμενου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης. Η υποβολή της αίτησης δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτρίωσης. 3.
Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται σε τριμελή επιτροπή. 4. Η επιτροπή συγκαλείται από τον πρόεδρο αυτής και μετά από αυτοψία και έλεγχο των στοιχείων προβαίνει το αργότερο εντός τριών μηνών στη σύνταξη έκθεσης σχετικά με την ωφέλεια ή μη του ακινήτου λόγω του έργου... 6.
Η αίτηση του ιδιώτη μαζί με την έκθεση της επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης αποστέλλονται από την αρχή που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση στο κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου δικαστήριο (Εφετείο). Ο πρόεδρος του δικαστηρίου ορίζει δικάσιμο σε χρόνο όχι βραχύτερο από 30 ημέρες και όχι μακρύτερο από σαράντα από την υποβολή των στοιχείων.
Το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα που προσήχθησαν από τους διαδίκους γενικά οφείλει να εκδώσει την οριστική απόφαση μέσα σε τριάντα ημέρες από την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης. Κατά της απόφασης του Εφετείου επιτρέπεται μόνο το ένδικο μέσο της αναίρεσης...". Εξάλλου, στο άρθρο 37 του Ν. 2971/2001 ορίζεται: "Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει:
α. Των διατάξεων του άρθρου 33 μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζεται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος του συντελεσθεί. Στις περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου αυτού άρθρου έχει παρέλθει η ανατρεπτική προθεσμία της παραγράφου 3 αυτού, η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη ισχύος του...".
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι καθιερώνεται το μαχητό του, θεσπισθέντος ως αμάχητου με τον Ν. 653/1977, τεκμηρίου ωφελείας των ιδιοκτητών απαλλοτριουμένων ακινήτων, ορίζεται βραχεία (δίμηνη) ανατρεπτική προθεσμία, με αφετηρία τον προσωρινό ή απευθείας οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως, μέσα στην οποία ο ιδιοκτήτης οφείλει να προσφύγει στην Τριμελή Επιτροπή για την διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα ως προς το απαλλοτριούμενο, για το οποίο θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο ωφελείας, αλλά και, περισσότερο ακόμη, βραχεία (30ή-μερη) προθεσμία για την έκδοση της αποφάσεως από το Εφετείο, στο οποίο διαβιβάζονται τα κτηματολογικά στοιχεία για την έκθεση της Τριμελούς Επιτροπής και παρέχεται η ευχέρεια αξιοποιήσεως της δυνατότητας καταρρίψεως του τεκμηρίου ωφελείας με την καθιερούμενη, ως άνω, διαδικασία και στους ιδιοκτήτες απαλλοτριουμένων, για τα οποία δεν είχε συντελεστεί η απαλλοτρίωση κατά την έναρξη ισχύος του Ν. 2971/2001, μέσα σε ανάλογη (δίμηνη) προθεσμία από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού.
Οι διατάξεις αυτές θεσπίστηκαν, προκειμένου να εναρμονιστεί η ελληνική νομοθεσία με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.), σύμφωνα με την οποία η καθιέρωση αμάχητου τεκμηρίου υπάρξεως ωφελείας παρόδιων διανοιγόμενων εθνικών οδών ήταν αντίθετη με τις διατάξεις του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.
Για την ανατροπή δε του εν λόγω τεκμηρίου, ενόψει του δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλει την μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα άρση της αβεβαιότητας και την εκκαθάριση των σχέσεων που δημιουργούνται από την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων, καθιερώθηκε η ως άνω ειδική διαδικασία, με σκοπό να τερματιστούν σε σύντομο χρονικό διάστημα υποθέσεις, που ήταν εκκρεμείς και άλλες που θα εισάγονταν για εκδίκαση σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του ως άνω νόμου.
Εξυπηρετείται έτσι τόσο το συμφέρον του υποχρέου προς αποζημίωση, προκειμένου αυτός να έχει σε εύλογο χρόνο σαφή και οριστική αντίληψη του μεγέθους των υποχρεώσεών του, όσο και το δημόσιο συμφέρον προκειμένου με την συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως να καταστεί δυνατή η εκτέλεση του έργου, που αυτή αφορά.
Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001, λόγω του σκοπού που εξυπηρετούν και ενόψει της διατάξεως του άρθρου 37 περ. α' του ιδίου νόμου, έχουν εφαρμογή και στις απαλλοτριώσεις εκείνες που δεν είχαν συντελεσθεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του (Ολ. Α.Π. 11, 12/2011). Ο σκοπός, όμως, αυτός δεν συντρέχει για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που είχαν ήδη συντελεσθεί κατά την έναρξη ισχύος του άρθρ. 33 του Ν. 2971/2001, αφού ως προς αυτές ήταν πλέον δυνατή χωρίς άλλο η κατάληψη των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν, η δε ανατροπή του τεκμηρίου ωφελείας μέσα στις εξαιρετικά σύντομες προθεσμίες των άρθρων 33 και 37 εδάφ.
α' του ως άνω νόμου δεν εξυπηρετεί στην περίπτωση αυτή άξιο λόγου συμφέρον οποιασδήποτε πλευράς. Καθιερώθηκε δε ειδική διαδικασία για την εκδίκαση των υποθέσεων αυτών, δεδομένου ότι, σύμφωνα με την ελληνική νομολογία, δεν ήταν παραδεκτή η συνεκδίκαση του ως άνω αιτήματος με την αίτηση καθορισμού προσωρινής ή οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως.
Η άποψη, όμως, αυτή με την υπ' αριθμ. 10/2004 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι είναι αντίθετη με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. και, επομένως, ότι οι ανωτέρω διατάξεις του Ν. 2971/2001, με τις οποίες ορίζεται ειδική διαδικασία και προδικασία για την ανατροπή του τεκμηρίου της ωφελείας των παρόδιων ιδιοκτητών διανοιγόμενων εθνικών οδών, δεν εφαρμόζονται για υποθέσεις, στις οποίες το αίτημα για ανατροπή του τεκμηρίου αυτού βάλλεται από κοινού με το αίτημα για τον καθορισμό προσωρινής ή απευθείας οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, διότι διαφορετικά θα οδηγούσε στην ματαίωση της συνεκδικάσεως αυτής και θα αποτελούσε περιορισμό του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, ο οποίος είναι αντίθετος με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (Ολ.
Α.Π. 10/2011, Ολ. Α.Π. 10/2004, Α.Π. 145/2018, Α.Π. 591/2009). Επομένως, τα ανωτέρω ισχύουν στην περίπτωση της υποβολής χωριστής αιτήσεως, για την ανατροπή (μόνον) του τεκμηρίου ωφελείας, ενώ, αντιθέτως, στην περίπτωση της συνεκδικάσεως του αιτήματος για την άρση του τεκμηρίου ωφελείας με εκείνο του καθορισμού οριστικής αποζημιώσεως για το αποζημιωτέο τμήμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, τα οποία (αιτήματα) ερευνώνται ενιαίως από το Εφετείο (Ολ.
Α.Π. 10/2004, Α.Π. 145/2018), δεν εφαρμόζεται ούτε η ειδική διαδικασία, ούτε η προδικασία των ως άνω διατάξεων του Ν. 2971/2001 (Α.Π. 676/2022, Α.Π. 145/2018, Α.Π. 1424/2010, Α.Π. 1119/2010). Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001, με τις οποίες θεσπίζεται διαδικασία προσδιορισμού της ωφελείας ή μη των απαλλοτριουμένων, καθορίζουσα συγκεκριμένα στάδια, προθεσμίες και όργανα προς εξέταση αυτής, δεν αντιβαίνουν:
α) στις διατάξεις του άρθρου 17 του ισχύοντος Συντάγματος, διότι οι διατάξεις αυτές δεν καθορίζουν την διαδικασία και το καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο για τον προσδιορισμό της πλήρους αποζημιώσεως, αρκούμενες στο ότι η αποζημίωση προσδιορίζεται από τα πολιτικά δικαστήρια, καταλείπουν δε στον κοινό νομοθέτη να καθορίσει το αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο και την διαδικασία καθορισμού της αποζημιώσεως και, γενικότερα, επιλύσεως των διαφορών που προκύπτουν από την αναγκαστική απαλλοτρίωση, β) στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) που καθιερώνει την δικονομική αρχή της "δίκαιης δίκης", διότι δεν παραβιάζει καμία από τις αρχές που συγκροτούν, κατά την διάταξη αυτή, την έννοια της δίκαιης δίκης και γ) στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως αυτής (Ε.Σ.Δ.Α.), που προστατεύει την περιουσία, διότι πρόκειται για αμιγώς δικονομική διάταξη, η οποία δεν εισάγει καμία ουσιαστική ρύθμιση για την περιουσία, που να αναιρεί ή να μειώνει την προστασία, που παρέχει σ' αυτήν το εν λόγω πρωτόκολλο της Ε.Σ.Δ.Α., ούτε, άλλωστε, η καθιέρωση προθεσμιών από τον κοινό νομοθέτη, έναντι όλων των ενδιαφερομένων, χωρίς αδικαιολόγητες διακρίσεις, για την άσκηση του δικαιώματος αμφισβητήσεως του τεκμηρίου ωφελείας του Ν. 653/1977 ενώπιον των (εθνικών) δικαστηρίων κάθε κράτους μέλους, συνιστά αποκλεισμό του δικαιώματος, ώστε να αντιβαίνει στις διατάξεις του άρθρου 1 του Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.
και στο άρθρο 17 του Συντάγματος. Επίσης, οι ίδιες ως άνω δικονομικές διατάξεις του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001, ενόψει του ως άνω σκοπού δημοσίου συμφέροντος που εξυπηρετούν, αλλά και για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, δεν αντίκεινται στις αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις του άρθρου 4 του Συντάγματος, με την οποία καθιερώνεται, όχι μόνον η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι ο νομοθέτης, κατά την ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, δεν μπορεί να νομοθετεί κατά διαφορετικό τρόπο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικοτέρου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, ούτε του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει, ούτε, ακόμη και του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο τα δικαιώματα του ανθρώπου, ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους, ενώ, οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα, είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την Αρχή της αναλογικότητας (Α.Π. 145/2018).
Με τον έκτο αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ., το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, παρέλειψε να απορρίψει ως απαράδεκτο το αίτημα των αιτούντων στην υπό στοιχείο Γ' αίτηση για την άρση του τεκμηρίου ωφελείας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους, επειδή δεν τηρήθηκε προηγουμένως η διαδικασία, που προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 έως 7 του Ν. 2971/2001 και, συγκεκριμένα, επειδή οι ως άνω αιτούντες, πριν την άσκηση της σχετικής αιτήσεώς τους, δεν υπέβαλαν προηγουμένως αίτηση προς την Επιτροπή, που προβλέπεται από το ως άνω άρθρο για τη σύνταξη σχετικής εκθέσεως προεκτιμήσεως για τα ακίνητα της περιοχής της απαλλοτριώσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δικάζοντας την ασκηθείσα από τους αιτούντες και ήδη αναιρεσίβλητους με αριθμό καταθέσεως 24/17-8-2017 αίτηση κατά του καθού η αίτηση και ήδη αναιρείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία οι αιτούντες ζήτησαν τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητά τους, μαζί με τα επικείμενά τους καθώς και την ανατροπή του τεκμηρίου ωφελείας, για τα ορισθέντα ως αυτοαποζημιούμενα τμήματα των αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντων, μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001, ακινήτων τους, δέχτηκε το σχετικό αίτημά τους και ήρε το τεκμήριο ωφελείας ως προς τις ΑΚΠ ... ιδιοκτησίες. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην μείζονα σκέψη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά τον νόμο κηρύξεως απαραδέκτου. Επομένως, ο έκτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 "Περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών δια την διάνοιξιν εθνικών οδών κ.λπ.", οι οποίες, κατά το άρθρο 62 παρ. 9 του Ν. 947/1979 "Περί οικιστικών περιοχών", εφαρμόζονται και για βελτιωτικές υφιστάμενων οδών νέες χαράξεις ή διαπλατύνσεις αυτών ή τμημάτων τους, ορίζονται τα ακόλουθα: "Προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους καταλήψεως μέχρι τριάκοντα μέτρων (το οποίο με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 1349/1983 σε συνδυασμό με το άρθρο 6 παρ. 14 του Ν. 2052/1992 αυξήθηκε σε πενήντα μέτρα), οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιόκτητα εκάστης πλευράς υποχρεούνται εις αποζημίωσιν ζώνης πλάτους δεκαπέντε μέτρων (που αυξήθηκε με τα αυτά άρθρα 14 παρ. 1 του Ν. 1349/1983 και 6 παρ. 14 του Ν. 2052/1992 σε εικοσιπέντε μέτρα), δια συμμετοχής των εις τας δαπανάς απαλλοτριώσεως των καταλαμβανόμενων υπό των οδών τούτων ακινήτων, η δε επιβάρυνσις αύτη δεν δύναται να υπερβαίνει το ήμισυ του εμβαδού του βαρυνομένου ακινήτου (παρ. 1)...
Ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται δια την εφαρμογήν του παρόντος άρθρου θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπον επί των διανοιγομένων οδών (παρ. 3)... Οσάκις οι δικαιούχοι αποζημιώσεως δια την απαλλοτρίωσιν είναι και υπόχρεοι δια την πληρωμήν αυτής, επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (παρ. 4)...".
Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1, 4 και 6 του Ν. 2971/2001, ορίζονται τα εξής: "1) Το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του Ν. 653/1977 (ΦΕΚ 214 Α') είναι μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου... 4) Η Επιτροπή συγκαλείται από τον Πρόεδρο αυτής και μετά από αυτοψία και έλεγχο των στοιχείων προβαίνει το αργότερο εντός τριών (3) μηνών στη σύνταξη έκθεσης σχετικά με την ωφέλεια ή μη του ακινήτου λόγω του έργου, αιτιολογώντας πλήρως τους λόγους και συνδέοντάς τους ιδία με τη δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή τα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, τη δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και την κατά τις ισχύουσες διατάξεις αρτιότητα και οικοδομησιμότητά του... 6) Η αίτηση του ιδιώτη μαζί με την έκθεση της Επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης αποστέλλονται από την αρχή που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση, στο κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δικαστήριο.
Ο Πρόεδρος του δικαστηρίου ορίζει δικάσιμο σε χρόνο όχι βραχύτερο από τριάντα (30) ημέρες ούτε μικρότερο από σαράντα (40) ημέρες από την κατάθεση των στοιχείων σε αυτό, εφαρμοζομένων και στην περίπτωση αυτή των σχετικών με την επίδοση διατάξεων της παραγράφου 3 του άρθρου 20 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων.
Το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα που προσήχθησαν από τους διαδίκους γενικά, οφείλει να εκδώσει οριστική απόφαση μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης". Έτσι με τις ως άνω διατάξεις εισάγεται τεκμήριο ωφελείας για τους ιδιοκτήτες ακινήτων, τα οποία με την διάνοιξη εθνικής οδού αποκτούν πρόσωπο σ' αυτήν, το οποίο τεκμήριο είναι μαχητό.
Η Επιτροπή που συντάσσει την έκθεση σχετικά με την ωφέλεια ή μη του ακινήτου λόγω του έργου, αιτιολογεί πλήρως τους λόγους ωφελείας και τους συνδέει, ιδίως, με την δυνατότητα προσβάσεως του ακινήτου στο έργο ή τα έργα που περιλαμβάνονται στην ζώνη απαλλοτριώσεως, την δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και την κατά τις ισχύουσες διατάξεις αρτιότητα και οικοδομησιμότητά του, ενώ το Εφετείο που κρίνει αν υπάρχει ωφέλεια ή όχι του παρόδιου ιδιοκτήτη από την διάνοιξη της εθνικής οδού, αποφασίζει εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα που προσήχθησαν σ' αυτό από τους διαδίκους (Α.Π. 681/2022, Α.Π. 676/2022, Α.Π. 118/2021).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, συνδέοντας την ωφέλεια ή μη των ακινήτων με την απευθείας ή μη πρόσβασή τους στον αυτοκινητόδρομο (κυρίως έργο), την απόσταση που πρέπει να διανύσουν οι ιδιοκτήτες τους έως αυτόν μέσω του παράπλευρου δικτύου του έργου, καθώς και τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις του έργου στη χρήση των απαλλοτριωθέντων στήριξε την περί μη ωφελείας κρίση του σε μη προβλεπόμενα από τον νόμο κριτήρια, παραβίασε ευθέως τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και κατέστησε αναιρετέα την προσβαλλόμενη απόφασή του κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
ως επίσης, με το να κρίνει ότι δεν υπήρξε ωφέλεια στις ένδικες ιδιοκτησίες των αναιρεσιβλήτων, δεχόμενο ότι οι ιδιοκτήτες τους πρέπει να διανύσουν μεγάλες αποστάσεις, για να εισέλθουν στον αυτοκινητόδρομο, χωρίς να διευκρινίζει την απόσταση ενός εκάστου ακινήτου από αυτόν (αυτοκινητόδρομο) διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, παραβίασε εκ πλαγίου τις προδιαληφθείσες διατάξεις και κατέστησε αναιρετέα την απόφασή του κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ.
Όμως, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε, σχετικά με το αν υπάρχει ωφέλεια ή μη για τις παρόδιες ιδιοκτησίες από την εκτέλεση του έργου του αυτοκινητόδρομου, τα εξής: "Σύμφωνα με το άρθρο 33 παρ. 1 του ν. 2971/2001 (κατά το άρθρο 37 του οποίου ισχύει από 19.1.2002 και εφαρμόζεται και στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν είχαν μέχρι τότε συντελεσθεί), το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του ν. 653/1977 είναι μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού ...
Για να είναι όμως ορισμένος ο ισχυρισμός αυτός και το σχετικό αίτημα πρέπει στην αίτηση να εκτίθενται σαφώς και συγκεκριμένως τα περιστατικά, εξαιτίας των οποίων το απομένον τμήμα δεν ωφελείται, αλλά αντίθετα, ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, ώστε ο αντίδικος αυτού που προβάλλει τον άνω ισχυρισμό να αμυνθεί και το δικαστήριο να τάξει τη δέουσα απόδειξη ως προς το αντίθετο της τεκμαιρόμενης ωφέλειας των ακινήτων από την διάνοιξη του αυτοκινητόδρομου, η οποία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), μεταβάλλει εκ βάθρων την οικονομική φυσιογνωμία της περιοχής και πολλαπλασιάζει την αξία τους, (βλ.
αιτιολογική έκθεση ν. 653/77), ήτοι τη ζημία που υφίσταται αυτά με τη δυνατότητα πρόσβασής τους στο έργο ή στα έργα, που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης και την, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, αρτιότητα και οικοδομήσιμότητά τους ... Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προ- εκτέθηκε, οι αυτοτελώς αιτούντες - καθών η αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου με τη νόμιμα κατατεθείσα υπό στ.
Γ' αυτοτελή αίτησή τους, ισχυριζόμενοι ότι παρά το νόμο ορίσθηκε για ένα μέρος των ιδιοκτησιών τους ότι αυτοαποζημιώνονται με την αιτιολογία ότι, ως παρόδιοι ωφελούνται από την απόκτηση προσώπου στην εθνική οδό, επιδιώκοντας έτσι να ανατραπεί το τεκμήριο αυτό και να αναγνωρισθεί, ότι δεν έχουν καμία ωφέλεια και ως εκ τούτου δεν είναι υποχρεωμένοι να συμμετέχουν στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης, ζητούν την άρση της επιβληθείσας στα ακίνητά τους αυτοαποζημίωσης καθώς και της υποχρέωσης αποζημίωσης τρίτων λόγω παροδιότητας, ώστε να λάβουν πλήρη την αποζημίωση.
Η ως άνω αίτηση είναι ορισμένη, παραδεκτή και νόμιμη, και ερευνητέα περαιτέρω κατ' ουσίαν καθίσταται. Ως προς το αίτημα αυτό πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε, ότι ο υπό κατασκευή διεθνών προδιαγραφών αυτοκινητόδρομος θα είναι κλειστός και κατά τα κύρια τμήματα του υπερυψωμένος έως και εννέα μέτρα για κάποια ακίνητα σε σχέση με το επίπεδο των απαλλοτριούμενων ακινήτων, θα φέρει κιγκλιδώματα ασφαλείας στα ερείσματα του και από τις δύο πλευρές του, τα οποία θα εμποδίζουν την ελεύθερη είσοδο και έξοδο από και προς αυτόν.
Πρόκειται δηλαδή για έναν κλειστού τύπου σύγχρονο αυτοκινητόδρομο, όπου δεν θα είναι εφικτή η επικοινωνία με τα παρόδια ακίνητα ώστε να μπορεί να θεωρηθεί, ότι προσαυξάνεται η αξία τους λόγω της γειτνίασης τους με τον αυτοκινητόδρομο. Η πρόσβαση και η είσοδος σε αυτόν θα γίνεται μέσω παράπλευρου δικτύου σε νέο ανισόπεδο υπό κατασκευή κόμβο, ώστε οι παρόδιοι ιδιοκτήτες που θα επιθυμούν να χρησιμοποιήσουν τον αυτοκινητόδρομο θα είναι υποχρεωμένοι να διανύουν μεγάλες αποστάσεις.
Οι ως άνω αιτούντες δηλαδή δεν αποκτούν ουσιαστικά και με άμεσο τρόπο πρόσβαση σε αυτόν, καθώς δεν προβλέπεται κόμβος πρόσβασης στην συγκεκριμένη περιοχή στο νέο αυτοκινητόδρομο και συνεπώς οι εναπομείνασες ιδιοκτησίες τους δεν θα επικοινωνούν απευθείας με αυτόν. Πλέον τούτων, ο νέος οδικός άξονας θα είναι επιβαρυμένος κυκλοφοριακά, αλλά και από περιβαλλοντικής άποψης λόγω της αυξημένης ηχητικής ρύπανσης και της εκπομπής καυσαερίων, εντεύθεν νοούμενου ότι μειώνεται η αγοραστική αξία των παρόδιων ιδιοκτησιών από τις επιπτώσεις στις δυνατές, γεωργικές κυρίως χρήσεις των απομενόντων ακινήτων τους.
Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι για όσα ακίνητα υπήρχε ως δευτερεύουσα δυνατότητα οικοπεδικής αξιοποίησης λόγω εμβαδού, μετά την απαλλοτρίωση εφάπτονται της υπό κατασκευή οδού και ως τέτοια επηρεάζεται αρνητικά η δυνατότητα οικοπεδικής τους αξιοποίησης λόγω της πρόβλεψης των ελάχιστων ορίων οικοδόμησης από τον άξονα της οδού, το όριο της απαλλοτρίωσης αλλά και της απόστασης από τα όμορα ακίνητα.
Ενόψει αυτών το Δικαστήριο κρίνει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ένδικες ιδιοκτησίες των αιτούντων της Γ' αίτησης δεν έχουν καμιά ωφέλεια από την κατασκευή του έργου και ως εκ τούτου δεν υπέχουν υποχρέωση αυτοαποζημίωσης ούτε αποζημίωσης τρίτων ιδιοκτησιών, δικαιούνται δε να λάβουν ακέραια και πλήρη την αποζημίωση, όπως καθορίστηκε πιο πάνω, για το σύνολο της έκτασης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ευθέως, ούτε και εκ πλαγίου αλλά ορθώς εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις των άρθρων 1 του Ν. 653/1977 και 33 παρ. 1, 4 και 6 του Ν. 2971/2001, διαλαμβάνονται επαρκείς, σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών και, συγκεκριμένα, ως προς την ανυπαρξία ωφελείας στο τμήμα των ιδιοκτησιών των αναιρεσιβλήτων, που εναπομένει μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση, που επιβλήθηκε από το αναιρεσείον, κατ' ανατροπήν του μαχητού, πλέον, τεκμηρίου ωφέλειας και, συνεπώς, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, με κριτήρια καθοριστικά της ελλείψεως ωφελείας αυτών που αφορούν, κυρίως, στην αδυναμία προσβάσεως των επιδίκων στην διανοιγείσα οδό (παράκαμψη) λόγω υψομετρικής διαφοράς, τις δυσμενείς επιπτώσεις στις χρήσεις τους και τον περιορισμό της δυνατότητας για την οικοπεδική τους αξιοποίηση, κατέληξε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, στο σαφές και επαρκές αποδεικτικό πόρισμά του ότι οι επίδικες απαλλοτριωμένες ιδιοκτησίες ουδεμία ωφέλεια αποκόμισαν από την απαλλοτρίωση και ότι δεν υφίσταται γι' αυτές τεκμήριο ωφελείας, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από το αναιρεσείον.
Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρονται επιπλέον περιστατικά. Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο έβδομος λόγος της κρινομένης αναιρέσεως, τόσο κατά το μέρος που προβάλλονται οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 1, όσο και κατά το μέρος που προβάλλονται οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ.
Μετά από αυτά, πρέπει η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως να γίνει εν μέρει δεκτή, κατά παραδοχήν ως βασίμων των παραπάνω λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας και ως προς τους διαδίκους της δίκης αυτής και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα ανωτέρω αναιρούμενα κεφάλαιά της, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολο τους, λόγω της μερικής νίκης και ήττας καθενός των διαδίκων, κατ' άρθρον 22 παρ. 2, εδάφιο β' του Ν. 3693/1957, που εφαρμόζεται στην παρούσα αναιρετική δίκη (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 388/2018, Α.Π. 162/2016), κατά τα, ειδικότερα, αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση ως προς τους με α.α. 2, 3, 4, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 13, 14, 15, 18, 21, 24, 25, 26, 30, 33, 40, 46, 47, 48, 50 των αναιρεσιβλήτων.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 86/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, (όπως αυτή συμπληρώθηκε με την υπ' αριθμ. 33/2019 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου) που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001, κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαια.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές. Και Συμψηφίζει στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Σεπτεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ