Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of property transfer claim due to legal classification error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's dismissal of a property transfer claim. The appellant argued the lower court incorrectly classified factual allegations under substantive law instead of procedural law regarding contract formation. The court agreed, ruling that the lower court erred by applying the wrong legal provisions to the facts presented.
Legislator headnote
AI generatedArticles 197, 198 of the Civil Code; The lower court must correctly classify factual allegations under substantive law provisions regarding contract formation and property transfer, rather than procedural law, when determining the validity of a transaction.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1387 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1387/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Λ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αριστείδη Τσαβδαρίδη, που ανακάλεσε την από 17/9/2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Γ. χήρας Ο. Δ., το γένος Χ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Δημήτριο Παπαδέλη, ο οποίος, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης. Στη συνέχεια, ο ανωτέρω δικηγόρος αποχώρησε χωρίς να συμμετάσχει στη συζήτηση της υπόθεσης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/3/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1543/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 282/2018 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/9/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην περίπτωση δε που ο αντίδικός του επέσπευσε τη συζήτηση της υπόθεσης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο δικονομικώς απών διάδικος και, εφόσον διαπιστωθεί ότι έγινε νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία του.
Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 280 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την οποία "θεωρείται ότι δεν εμφανίζεται, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, ο διάδικος που ζητεί μόνο αναβολή, η οποία δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο", και στη συνέχεια αποχώρησε χωρίς να εισέλθει στην επί της ουσίας έρευνα της υπόθεσης, εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, αν και δεν αναφέρεται στις διατάξεις στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι η με αυτό παραπομπή σε ορισμένες διατάξεις του ΚΠολΔ δεν είναι περιοριστική, ενόψει και του ότι ούτε χρήση του της λέξης "μόνο" γίνεται με το εν λόγω άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, ούτε η εφαρμογή της παραπάνω διάταξης του άρθρου 280 παρ. 2 είναι ασυμβίβαστη προς την ενώπιον του Αρείου Πάγου διαδικασία, αφού στο άρθρο 575 ΚΠολΔ προβλέπεται η δυνατότητα αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης, όπως και κατά τη διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας (241 ΚΠολΔ), ούτε η ρύθμιση εκείνης προσκρούει στις περί ερημοδικίας διατάξεις ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΑΠ 187/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα εισάγεται προς συζήτηση η από 12/9/2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 282/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, το δικόγραφο της οποίας με κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 23-3-2020 είχε επιδοθεί στην αναιρεσίβλητη νόμιμα και εμπρόθεσμα (βλ.
την υπ' αριθμ. 9691γ/24-4-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς Ι. Χ.). Κατά την εκφώνηση, όμως, της υπόθεσης με τη σειρά του οικείου πινακίου στη σημερινή δικάσιμο, που είχε προσδιοριστεί κατά προτίμηση με αίτηση του αναιρεσείοντος και η σχετική κλήση είχε επιδοθεί στην αναιρεσίβλητη (βλ.
την υπ' αριθμ. 11475γ/31-3-2021 έκθεση επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή), η τελευταία εμφανίστηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, ο οποίος παραστάθηκε μόνο για να ζητήσει από το Δικαστήριο τούτο την αναβολή της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης. Το εν λόγω αίτημα δεν έγινε δεκτό και γι' αυτό στη συνέχεια αποχώρησε, χωρίς να συμμετάσχει στην επί της ουσίας έρευνα της υπόθεσης.
Επομένως η αναιρεσίβλητη θεωρείται ότι δεν εμφανίστηκε, ωστόσο το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της ένδικης αναίρεσης παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 1 ΚΠολΔ). Με την από 12-9-2018 αίτηση ζητείται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 282/2018 τελεσίδικης απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Πειραιώς.
Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η από 2-5-2014 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 1543/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία απέρριψε την από 24-3-2011 αγωγή του ως μη νόμιμη. Η ως άνω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους.
Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 197 ΑΚ κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Κατά δε το άρθρο 198 παρ. 1 ΑΚ, όποιος κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης προξένησε υπαίτια στον άλλον ζημία είναι υποχρεωμένος να την ανορθώσει και αν ακόμη η σύμβαση δεν καταρτίστηκε.
Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων προκύπτει, ότι το στάδιο των διαπραγματεύσεων αρχίζει από τη στιγμή που θα πραγματοποιηθεί η προσέγγιση των προσώπων, που ενδιαφέρονται για τη σύναψη ισχυρής μεταξύ τους σύμβασης, για τη διερεύνηση των δυνατοτήτων σύναψης και καθορισμού των όρων αυτής και λήγει είτε με την οριστική διακοπή των διαπραγματεύσεων είτε με τη σύναψη της σύμβασης (προσυμφώνου ή της κυρίας σύμβασης) και φυσικά άμα η σύμβαση αυτή περιληφθεί τον τυχόν απαιτούμενο, νόμιμο ή δικαιοπρακτικό, τύπο κατά τις διατάξεις των άρθρων 158 και 159 παρ. 2 ΑΚ.
Δηλ. το στάδιο των διαπραγματεύσεων και της απ' αυτές ευθύνης δεν περατούται με την κατάρτιση άκυρης σύμβασης, λόγω έλλειψης του απαιτούμενου κατά νόμο τύπου, εάν τα μέρη απέβλεψαν τελικά στην κατάρτιση της σύμβασης που να πληροί τον τύπο του νόμου. Ακόμη για τη δημιουργία ευθύνης εκ των διαπραγματεύσεων απαιτείται παράνομη υπαίτια συμπεριφορά κατά το ανωτέρω στάδιο, συνιστάμενη στην εκ πταίσματος παράβαση των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, ήτοι των υπό των αρχών τούτων επιβαλλόμενων κυρίως δύο υποχρεώσεων, εκείνων της διαφωτίσεως και της προστασίας του άλλου.
Η ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις έχει εφαρμογή και επί ματαίωσης κατάρτισης της σύμβασης σε χρόνο κατά τον οποίο οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών έχουν τερματισθεί οριστικώς και δεν υπολείπεται παρά μόνον η τυπική υπογραφή της σύμβασης, περί της οποίας ο υπαίτιος της ματαίωσης είχε δώσει στον αντισυμβαλλόμενο σαφείς διαβεβαιώσεις ότι θα πρέπει να θεωρείται αυτή ως βεβαία.
Στην περίπτωση αυτή, επίσης, ο υπαίτιος της ματαίωσης της σύμβασης είναι υπόχρεος να αποζημιώσει τον άλλον, στον οποίο δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση περί βεβαίας σύναψης της σύμβασης. Η αποζημίωση δε αυτή περιλαμβάνει τόσο τη θετική ζημία όσο και την αποθετική, που τυχόν υφίσταται από την ίδια αιτία εκείνος που επίστευσε ως επικείμενη την κατάρτιση της (διαφέρον εμπιστοσύνης ή αρνητικό της σύμβασης διαφέρον) (ΑΠ 1231/2008) .
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 155/2016, ΑΠ 495/2013).
Ο λόγος αυτός μπορεί να ληφθεί υπόψη και αυτεπαγγέλτως κατ' εφαρμογή του άρθρου 562 παρ. 4 ΚΠολΔ και βάσει της κατ' εξαίρεση ισχύος της αρχής του jura novit curia, έστω και εάν ο προτεινόμενος λόγος αναίρεσης δεν προτείνεται κατά τρόπο ορισμένο και ενεργεί συνεπώς υπέρ του αναιρεσείοντος.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αγωγής και της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ο ενάγων-αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι στις 16-2-2009 κατέβαλε στην εναγομένη το ποσό των 200.000 ευρώ. ως τίμημα για την προφορικώς συμφωνηθείσα μεταξύ τους σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης κατά κυριότητα ενός ειδικότερα περιγραφόμενου ακινήτου της τελευταίας (ισόγεια κατοικία), και ενώ αναμενόταν η σύνταξη του συμβολαιογραφικού εγγράφου, μετά από σχετική ειδοποίηση της εναγομένης από τον ενάγοντα, όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους, και παρά το ότι ο ενάγων την όχλησε εξωδίκως για την παράδοση όλων των απαιτούμενων εγγράφων για τον έλεγχο των τίτλων και την σύνταξη του ως άνω μεταβιβαστικού τίτλου, αυτή αρνήθηκε να συμπράξει στην ως άνω μεταβίβαση, ιδιοποιούμενη κατά τον τρόπο αυτό το ληφθέν ως άνω χρηματικό ποσό του τιμήματος.
Ζήτησε δε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 200.000 ευρώ κατά το οποίο ζημιώθηκε στην περιουσία του από την ως άνω αδικοπρακτική της σε βάρος του συμπεριφορά καθώς και ποσό 40.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, και να απαγγελθεί σε βάρος της προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση του απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Κατά της ως άνω απόφασης ο ενάγων άσκησε έφεση και το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα εξής κατά την κατάστρωση της μείζονος πρότασης "Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, δικαίωμα αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης έχει εκείνος που ζημιώθηκε άμεσα ή που έχει υποστεί ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη εξαιτίας προσβολής έννομου συμφέροντος του, το οποίο προστατεύεται από κανόνες δικαίου, και όχι κάθε άλλος, στον οποίο αντανακλούν οι υλικές ή ηθικές συνέπειες του αδικήματος.
Εξάλλου, η παραβίαση ενοχικής συμβάσεως εκ μέρους κάποιου από τους συμβαλλομένους και όταν αυτή γίνεται με υπαίτια πράξη ή παράλειψη αυτού ή των προσώπων που χρησιμοποιούνται για την εκπλήρωση των από τη σύμβαση υποχρεώσεων του, δεν συνιστά, αυτή καθ' εαυτή, αδικοπραξία με την έννοια των άρθρων 914 επ. ΑΚ και δεν γεννά, πέρα από τις αξιώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση, και αξίωση αποζημίωσης αυτού κατά τις άνω διατάξεις, εκτός εάν η υπαίτια πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάσθηκε η ενοχική σύμβαση, λαμβάνουσα χώρα και χωρίς τη συμβατική σχέση, θα ήταν παράνομη ως αντικείμενη στο υπό του δικαίου και δη υπό των άνω άρθρων επιβαλλόμενο γενικό καθήκον του να μη ζημιώνει κανείς άλλον υπαίτια (ΑΠ 295/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 375 παρ. 1 ΠΚ, "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους".
Από τη διάταξη αυτήν προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτούνται τα εξής: α) ξένο κινητό πράγμα (ολικά ή εν μέρει), ως τέτοιο δε, θεωρείται το ευρισκόμενο σε ξένη σε σχέση με τον δράστη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται κατά το αστικό δίκαιο, β) το πράγμα αυτό να περιήλθε με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη και να ήταν κατά τον χρόνο της πράξης στην κατοχή του, γ) ο δράστης να ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα, δηλαδή χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή άλλο δικαίωμα που παρέχεται σ' αυτόν από το νόμο και δ) δολία προαίρεση του δράστη, που καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αυτού, που εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησης του για να ενσωματώσει στην περιουσία του το ευρισκόμενο στην κατοχή του ξένο κινητό πράγμα χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο (ΑΠ 186/2008, ΑΠ 816/2006, ΑΠ 623/1995, ΑΠ 1302/95, ΑΠ 125/1994 ποινικές αποφάσεις).
Όμως, αν οι συμβαλλόμενοι στην πώληση συμφωνήσουν μεταβίβαση της κυριότητας των χρημάτων της προκαταβολής υπό την αναβλητική αίρεση της πώλησης, και αυτή ατονήσει, τότε ο πωλητής που κατέχει το χρηματικό ποσό της προκαταβολής χάνει κάθε προσδοκία να αποκτήσει κυριότητα επ' αυτού, και έτσι ο υπό αίρεση δικαιούχος πωλητής, αρνούμενος την απόδοση αυτού στον αγοραστή, διαπράττει υπεξαίρεση (βλ.
ΑΠ 518/1984 ποινική απόφαση). Σημειώνεται ότι η εν λόγω αναβλητική αίρεση μπορεί όχι μόνο να συμφωνηθεί ρητώς αλλά ακόμη και να συναχθεί (βλ. Βαθρακοκοίλη, Αστικός Κώδικας, άρ. 201 παρ. 3).
Εν προκειμένω από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων προς στοιχειοθέτηση της επικαλούμενης σε βάρος του αδικοπραξίας εκ μέρους της εναγόμενης και την συνακόλουθη πρόκληση περιουσιακής ζημίας και ηθικής βλάβης του, αναφέρει μόνον το γεγονός ότι αυτή ενεργώντας κατά παράβαση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων δεν του έχει μεταβιβάσει μέχρι σήμερα το πωληθέν σε αυτόν ακίνητο της, δίχως να εκθέτει και άλλα πραγματικά περιστατικά, που αυτοτελώς θεωρούμενα, δηλαδή εκτός του πλαισίου της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, να συνιστούν αδικοπραξία εκ μέρους της τελευταίας.
Επιπλέον, αυτή η συμπεριφορά της εναγόμενης δεν στοιχειοθετεί και το αδίκημα της υπεξαίρεσης διότι τα χρήματα του τιμήματος της πώλησης που εισέπραξε από τον ενάγοντα δεν αποτελούν ξένο για αυτήν πράγμα, καθόσον της μεταβιβάστηκαν ανεπιφύλακτα από αυτόν κατά κυριότητα, δίχως δηλαδή την αναβλητική αίρεση της πώλησης και μεταβίβασης της κυριότητας του ακινήτου.
Τα όσα δε αναφέρονται σχετικά στην αγωγή, τα οποία αυτούσια παραθέτει ο εκκαλών και συγκεκριμένα (σελ. 2 αγωγής) ":έχω καταβάλει στην αντίδικο και έχω εξοφλήσει ολοσχερώς το συμφωνηθέν μεταξύ μας τίμημα για την παραπάνω αγοραπωλησία με την ειδικότερη συμφωνία ότι θα υπογράφαμε το συμβόλαιο της αγοραπωλησίας του παραπάνω ακινήτου του όταν εγώ θα σας (ενν.
την εναγόμενη) ειδοποιούσα σχετικά, και ειδικότερα την 16-2-2009 κατέβαλα στην αντίδικο το ποσό των 200.000 ευρώ ως συμφωνηθέν τίμημα για την παραπάνω αγοραπωλησία" αφορούν αποκλειστικά στη συμφωνία των διαδίκων ως προς τον χρόνο κατάρτισης του συμβολαίου πώλησης , που οι συμβαλλόμενοι όρισαν να έπεται της καταβολής του τιμήματος, και δεν έχουν την έννοια ότι η μεταβίβαση της κυριότητας των χρημάτων του τιμήματος τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της πώλησης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων και ήδη εκκαλών με τον μοναδικό λόγο της έφεσης του".
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο και με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την έφεση του ενάγοντος, υπέπεσε στην αποδιδομένη με τον συνολικά εκτιμώμενο ως τέτοιο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, που αναφέρεται στην ένδικη αναίρεση (αρ. 1-6 αυτής), πλημμέλεια καθόσον, εσφαλμένως υπήγαγε τα ως άνω από τον ενάγοντα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, ενώ όφειλε να τα υπαγάγει στις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 197 και 198 ΑΚ, εν όψει του ότι για τη μεταβίβαση του δικαιώματος κυριότητας επί ακινήτου απαιτείται η τήρηση του νόμιμου τύπου κατ' άρθρα 159, 1033 ΑΚ, το χρονικό δε διάστημα μέχρι τη σύνταξη του απαιτούμενου συμβολαιογραφικού εγγράφου εντάσσεται στις διαπραγματεύσεις των μερών, ενώ η εναγόμενη ματαίωσε κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη τη σύναψη της μεταβιβαστικής της κυριότητας του διαμερίσματος τυπικής κατά το νόμο σύμβασης.
Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στον αναιρεσείοντα κατ' άρθρο 495 ΚΠολΔ. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που δεν κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό περί τούτου αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 282/2018 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Διατάζει την απόδοση του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ