1387/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1387/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ άλλου κατά το άρθρ. 3 του ίδιου νόμου, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρ. 1§3 ν. 2296/1995, η κατ' άρθρ. 2 καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης απαγορεύεται, χωρίς προς τούτο να είναι απαραίτητη η προηγούμενη έκδοση απόφασης από κάποια αρχή. Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, η δεσπόζουσα θέση ή κατοχή υπερβάλλουσας οικονομικής δύναμης μιας επιχείρησης προϋποθέτει κατ' αρχήν ένα σημαντικό μερίδιο αγοράς.
Full text
Απόφαση 1387 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1387/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη - Εισηγητή και Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της 1) Β. Σ. και 2) Μ. (Μ.) Χ..
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καλαβρό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-6-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1124/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 7770/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα, επί της οποίας εκδόθηκε η 1286/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 7770/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτείτο από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 4706/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-12-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 4706/2015 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα (ενάγουσα) με την από 13-6-2003 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία απηύθυνε κατά της αναιρεσίβλητης (εναγομένης), ζητούσε με την επικουρική της βάση αποζημίωση με βάση τις διατάξεις του άρθρου 914 ΑΚ και των άρθρων 2 ν. 703/1977 και 82 ΣυνθΕΚ για την αναφερόμενη σ' αυτήν αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, η οποία συνίστατο στην άρνηση αυτής της να εκτελεί παραγγελίες της για την προμήθεια τριών φαρμακευτικών σκευασμάτων κατά κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της στα πλαίσια του ενδοκοινοτικού εμπορίου.
Με την 1124/2005 απόφασή του το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε την αγωγή κατ' ουσίαν ως προς την επικουρική βάση και υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα ως αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη το ποσό των 8.139.667 ευρώ. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως η αναιρεσίβλητη άσκησε την από 14-9-2005 έφεση, ζητώντας, για τους λόγους ειδικότερα που διαλαμβάνονται στο εφετήριο, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, προκειμένου να απορριφθεί αυτή καθ' ολοκληρίαν.
Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 7770/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο έκρινε ότι η αγωγή ήταν νόμω βάσιμη, πλην όμως την απέρριψε κατ' ουσίαν, δεχόμενο ότι η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης άρνηση πωλήσεως των επίμαχων σκευασμάτων δεν συνιστούσε κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης γιατί: α) δεν περιήγαγε την αναιρεσείουσα σε μειονεκτική θέση, πολύ δε περισσότερο δεν την οδήγησε σε εξόντωσή της από την αγορά, β) δεν περιόρισε το ενδοκοινοτικό εμπόριο και γ) δικαιολογείτο η συμπεριφορά της αντικειμενικά ως προσπάθεια να αποτραπεί η συρρίκνωση των κερδών της λόγω της διαφορετικής τιμολογήσεως των φαρμάκων στα κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε η αναιρεσείουσα (ενάγουσα) με την από 15-6-2008 αίτηση αναιρέσεως και εκδόθηκε επ' αυτής η με αριθ. 1286/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, λόγω του ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, καθόσον κρίθηκε ότι: α) νομικά κρίσιμη είναι η επιχειρηματική συμπεριφορά καθεαυτή και όχι τα κίνητρα ή οι σκοποί της, που έχουν επιβαρυντικό ή αναλόγως ελαφρυντικό λόγο, β) η άρνηση επιχείρησης με δεσπόζουσα θέση στην αγορά ενός προϊόντος να ικανοποιήσει, ολικά ή μερικά, τις συνηθισμένες παραγγελίες παλαιού πελάτη της ως προς το προϊόν αποτελεί καταχρηστική εκμετάλλευση της θέσης της, κατά την έννοια του άρθρου 82 ΣυνθΕΚ, όταν η συμπεριφορά της αυτή, που θίγει την οικονομική ελευθερία εμπορικού εταίρου, δεν είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη, γ) μόνη η επιδίωξη επιχειρήσεως με δεσπόζουσα στην αγορά θέση να περιορίσει τη ζημιά που προκαλεί σ' αυτήν το παράλληλο εμπόριο, δεν αποτελεί ικανή συνθήκη για να δικαιολογήσει την άρνηση της επιχειρήσεως να συνεχίσει να εκτελεί τις παραγγελίες των χονδρεμπόρων με τον τρόπο και στις ποσότητες που μέχρι τότε τις εκτελούσε, αλλοιώνοντας έτσι τους όρους του ανταγωνισμού με τον αποκλεισμό μιας εναλλακτικής πηγής εφοδιασμού για τους αγοραστές άλλων κρατών - μελών, παραπέμφθηκε δε ακολούθως η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών).
Ακολούθως, με την υπ' αριθ. 4706/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (αναιρεσιβαλλομένη) έγινε δεκτή και κατ' ουσίαν η έφεση της αναιρεσίβλητης (εναγομένης), και, αφού εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, απορρίφθηκε η αγωγή της αναιρεσείουσας και ως προς την επικουρική της βάση ως αόριστη, γιατί δεν προσδιορίζονται στην αγωγή:
α) τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να θεμελιώνεται νόμιμη υποχρέωση της εναγομένης (και ήδη αναιρεσίβλητης) για εκτέλεση παραγγελιών ως προς τα επίμαχα σκευάσματα χωρίς ποσοτικούς περιορισμούς, β) οι κατά μέσο όρο μηνιαίες ποσότητες των εν λόγω σκευασμάτων που είχε παραγγείλει η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσείουσα) στην εναγομένη κατά το προηγούμενο του επιδίκου χρονικό διάστημα, ώστε να διαπιστωθεί αν οι μη εκτελεσθείσες παραγγελίες είναι συνήθεις ή όχι και γ) ποιες από τις ποσότητες που παρήγγειλε η ενάγουσα στην εναγομένη και η τελευταία δεν εκτέλεσε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα προορίζονταν να καλύψουν ανάγκες της ελληνικής αγοράς και ποιες να καλύψουν τις ανάγκες του παράλληλου εμπορίου, ενόψει του αιτήματος της αγωγής για τη ζημία που υπέστη αυτή στο πλαίσιο του ενδοκοινοτικού εμπορίου ως προς την αδυναμία της να εκτελέσει τις παραγγελίες δύο μόνο εταιρειών σε κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εφεσίβλητη - αναιρεσείουσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια.
Από το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει ότι, αν η τελεσίδικη απόφαση αναιρεθεί ολικώς, αποβάλλει κάθε ισχύ, θεωρείται ως εντελώς άκυρη και επομένως παύει αυτή να έχει την από το άρθρο 321 και επ. ΚΠολΔ ισχύ δεδικασμένου. Οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και το Εφετείο, στο οποίο παραπέμφθηκε εξ ολοκλήρου η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, ερευνά αυτήν εξ υπαρχής, δεσμευόμενο μόνο από τα όρια που διαγράφονται στην αναιρετική απόφαση (ΚΠολΔ 580 παρ. 4, 581 παρ. 2).
Και στην περίπτωση αυτής της παραπομπής λόγω του κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης το Εφετείο έχει ως προς την αγωγή την ίδια εξουσία, που είχε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και δύναται να εξετάσει οίκοθεν το ορισμένο ή απαράδεκτο ή νόμω αβάσιμο της αγωγής, εάν αυτή στερείται των απαραίτητων για τη θεμελίωσή της στοιχείων ή ασκήθηκε απαραδέκτως ή δεν στηρίζεται στο νόμο, αρκεί να ζητεί την απόρριψή της ο εκκαλών και υπό την προϋπόθεση να μην εκδοθεί γι' αυτόν επιβλαβέστερη απόφαση χωρίς την άσκηση έφεσης ή αντέφεσης από τον εφεσίβλητο.
Εξάλλου, τα νομικά ζητήματα, για τα οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 580 παρ. 4, μπορεί να ανάγονται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο, γεγονός που προκύπτει τόσο από την αδιάστικτη διατύπωση της διάταξης, όσο και από το ότι η παραπομπή διατάσσεται επί αναίρεσης, για παράβαση όχι μόνο του ουσιαστικού, αλλά και του δικονομικού δικαίου.
Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολουθήσει, όσον αφορά το νομικό ζήτημα για το οποίο απαγγέλθηκε η αναίρεση, τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 1237/2014, 629/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω προκύπτει ότι το νομικό ζήτημα το οποίο επέλυσε η 1286/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου συνίστατο στο ότι η άρνηση επιχειρήσεως με δεσπόζουσα θέση στην αγορά ενός προϊόντος να ικανοποιήσει, ολικά ή μερικά, τις συνηθισμένες παραγγελίες παλαιού πελάτη της ως προς ένα προϊόν αποτελεί καταχρηστική εκμετάλλευση της θέσεώς της, κατά την έννοια του άρθρου 82 ΣυνθΕΚ, όταν η συμπεριφορά της αυτή, που θίγει την οικονομική ελευθερία εμπορικού εταίρου, περιορίζοντας ή εξαλείφοντας τις συνθήκες ανταγωνισμού, δεν είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη.
Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, μόνο ως προς το ζήτημα αυτό το δικαστήριο της ουσίας μετ' αναίρεση είχε την υποχρέωση να συμμορφωθεί. Αντιθέτως, είχε τη δυνατότητα να εξετάσει οίκοθεν το ορισμένο ή απαράδεκτο ή νόμω αβάσιμο της αγωγής, εάν αυτή στερείτο των απαραίτητων για τη θεμελίωσή της στοιχείων.
Συνακόλουθα τούτων, απορρίπτοντας το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας ως αόριστη, για το λόγο ότι δεν περιλαμβάνονταν στο οικείο δικόγραφο τα στοιχεία που αναφέρθηκαν παραπάνω, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ πλημμέλεια, της μη συμμορφώσεως δηλαδή προς την αναιρετική απόφαση, οι δε πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, ότι δηλαδή η κρίση της αναιρετικής αποφάσεως περί του νόμω βασίμου της αγωγής, καθώς και ότι τα δεκτά ως αποδειχθέντα περιστατικά της ιστορικής βάσεως της αγωγής συνιστούν καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης της αναιρεσίβλητης, εμπεριέχουν ως λογικώς και δικονομικώς πρότερο το ορισμένο της αγωγής, είναι αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο και μόνο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117, πρέπει να περιέχει, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.
Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή, με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας, δεν μπορεί να θεραπευτεί, ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου. Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα εκείνων που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του δικαιώματος.
Αντιθέτως το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σ' αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποιοτική ή ποσοτική αοριστία) εκτιμά κυριαρχικά το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα σε αυτή και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην κρίση του για τη νομική βασιμότητά της ή αντίθετα έκρινε αόριστη την αγωγή, επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως (ΑΠ 165/2015).
Περαιτέρω, κατά το άρθρ. 2 ν. 703/1977 "περί ελέγχου μονοπωλίων και ολιγοπωλίων και προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού", όπως ίσχυε κατά το χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής, απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης μιας ή περισσοτέρων επιχειρήσεων που ενεργείται απ' αυτές στο σύνολο ή σε μέρος της αγοράς της χώρας, η καταχρηστική δε εκμετάλλευση μπορεί να συνίσταται, μεταξύ άλλων, στην εφαρμογή άνισων όρων για ισοδύναμες παροχές, ιδίως στην αδικαιολόγητη άρνηση πωλήσεων, αγορών ή άλλων συναλλαγών, κατά τρόπο ώστε μερικές επιχειρήσεις να τίθενται σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό.
Εξ άλλου κατά το άρθρ. 3 του ίδιου νόμου, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρ. 1§3 ν. 2296/1995, η κατ' άρθρ. 2 καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης απαγορεύεται, χωρίς προς τούτο να είναι απαραίτητη η προηγούμενη έκδοση απόφασης από κάποια αρχή. Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, η δεσπόζουσα θέση ή κατοχή υπερβάλλουσας οικονομικής δύναμης μιας επιχείρησης προϋποθέτει κατ' αρχήν ένα σημαντικό μερίδιο αγοράς.
Στις περιπτώσεις που το μερίδιο αγοράς είναι ιδιαίτερα υψηλό και διατηρείται παράλληλα για μεγάλο χρονικό διάστημα, αυτό αποτελεί, εκτός εξαιρέσεων, αποδεικτικό στοιχείο για την ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης μιας επιχείρησης. Επιπρόσθετα απαιτείται η επιχείρηση να έχει την πραγματική δυνατότητα να επηρεάζει μονομερώς τους όρους της αγοράς, δηλαδή η θέση της να της επιτρέπει να παρεμποδίζει τη διατήρηση του αποτελεσματικού ανταγωνισμού, διαμορφώνοντας σε σημαντικό βαθμό ανεξάρτητη επιχειρηματική συμπεριφορά σε σχέση με τους ανταγωνιστές, τους πελάτες και τους καταναλωτές.
Η ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης μπορεί να απορρέει και από το συνδυασμό διαφόρων παραγόντων, οι οποίοι αν θεωρηθούν αυτοτελώς, δεν πιστοποιούν την ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης μιας επιχείρησης, όταν όμως συνδυασθούν μεταξύ τους οδηγούν στη δημιουργία της, όπως προπάντων είναι η οικονομική δύναμη και η τεχνολογική υπεροχή της επιχείρησης σε σχέση με άλλους ανταγωνιστές της, το εύρος των προϊόντων και το μερίδιο των ανταγωνιστών της στην ίδια αγορά, καθώς και η δυνατότητα πρόσβασης, αλλά και επιβίωσης εκεί νέων ανταγωνιστών.
Οι διατάξεις του άρθρ. 2 ν. 703/1977 δεν απαγορεύουν πάντως την κατοχή ή την απόκτηση δεσπόζουσας θέσης στην αγορά, αλλά μόνο την καταχρηστική εκμετάλλευσή της, χωρίς ωστόσο οι διατάξεις αυτές να προσδιορίζουν τα στοιχεία που καθιστούν την επιχειρηματική συμπεριφορά καταχρηστική, περιοριζόμενες στην ενδεικτική μόνο αναφορά ορισμένων μορφών καταχρηστικής συμπεριφοράς, οι οποίες, εφόσον προέρχονται από επιχείρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση, συνιστούν καταχρηστική εκμετάλλευση της θέσης της και είναι ex lege παράνομες, εκτός αν συντρέχουν κατ' εξαίρεση σπουδαίοι λόγοι, οι οποίοι στο πλαίσιο των αντιτιθέμενων συμφερόντων των παραγόντων της αγοράς δικαιολογούν τη συμπεριφορά αυτή.
Για τη διαπίστωση έτσι της ύπαρξης καταχρηστικής επιχειρηματικής συμπεριφοράς κρίσιμος είναι ο σκοπός του ν. 703/1997, που συνίσταται στην προστασία της οικονομικής ελευθερίας των τρίτων, αλλά και του ίδιου του συστήματος της αγοράς. Στο πλαίσιο αυτό η καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης της επιχείρησης κρίνεται με βάση την αντικειμενική συμπεριφορά της, εφόσον αυτή της επιτρέπει να επιβάλλει τους όρους της στις συναλλαγές και να επηρεάζει τη διάρθρωση της αγοράς, στην οποία, λόγω της παρουσίας της, ο ανταγωνισμός είναι ήδη εξασθενημένος και η επιχείρηση αυτή, χρησιμοποιώντας διαφορετικές μεθόδους από αυτές που εφαρμόζονται υπό κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού σε προϊόντα ή υπηρεσίες που αποτελούν το αντικείμενο των εμπορικών της δραστηριοτήτων, παρεμποδίζει τη διατήρηση του επιπέδου του εναπομένοντος ανταγωνισμού ή την ανάπτυξή του.
Συνεπώς νομικά κρίσιμη είναι η επιχειρηματική συμπεριφορά καθεαυτή και όχι τα κίνητρα ή οι σκοποί της, που έχουν επιβαρυντικό ή αναλόγως ελαφρυντικό ρόλο. Η ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης κατά το άρθρ. 2 ν. 703/1977 εξετάζεται πάντοτε σε συνάρτηση με συγκεκριμένη αγορά, η οποία οριοθετείται είτε ως προς τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες (σχετική αγορά προϊόντων ή υπηρεσιών) είτε γεωγραφικώς (σχετική γεωγραφική αγορά).
Ως σχετική αγορά προϊόντων ή υπηρεσιών νοείται εκείνη που περιλαμβάνει όλα τα προϊόντα ή υπηρεσίες που θεωρούνται ομοειδή και εναλλάξιμα από τη σκοπιά της ζήτησης ή της προσφοράς λόγω των ιδιοτήτων, της τιμής τους και της χρήσης για την οποία προορίζονται, με βασικό δηλαδή κριτήριο τη λειτουργική εναλλαξιμότητά τους, ενώ ως σχετική γεωγραφική αγορά νοείται η περιοχή, μέσα στα όρια της οποίας δραστηριοποιούνται και ανταγωνίζονται οι επιχειρήσεις ως πωλητές ή αγοραστές των διαθέσιμων ομοειδών και εναλλάξιμων προϊόντων ή υπηρεσιών.
Η καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας επιχειρηματικής θέσης, ως συμπεριφορά απαγορευμένη από τη διάταξη του άρθρ. 2 ν. 703/1977, είναι ασφαλώς παράνομη κατά την έννοια του άρθρ. 914 ΑΚ και συνεπώς, εφόσον συντρέχουν και οι άλλοι όροι του άρθρου αυτού, ο τρίτος που ζημιώνεται έχει αξίωση για αποζημίωση.
Οι διατάξεις του άρθρ. 2 ν. 703/1977 αποδίδουν ως εσωτερικό δίκαιο τις ρυθμίσεις του άρθρ. 82 ΣυνθΕΚ (86 ΣυνθΕΟΚ), που απαγορεύει την καταχρηστική επιχειρηματική συμπεριφορά στα ευρύτερα όρια του ευρωπαϊκού κοινοτικού χώρου με στόχο την ολοκλήρωση της κοινής αγοράς μεταξύ των κρατών - μελών (άρθρ. 2 και 3§1 εδαφ.
γ' και ζ' ΣυνθΕΚ), που αντανακλά και στην προστασία της οικονομικής ελευθερίας των δραστηριοποιούμενων στο χώρο αυτό τρίτων. Ενδέχεται έτσι η ίδια συμπεριφορά να είναι καταχρηστική τόσο κατά το άρθρ. 2 ν. 703/1977 όσο και κατά το άρθρ. 82 ΣυνθΕΚ, με κοινό πάντως κριτήριο εφαρμογής και στις δυο περιπτώσεις αυτό της εδαφικότητας, δηλαδή η καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας επιχειρηματικής θέσης επισύρει την εφαρμογή του ενός ή και των δυο αυτών άρθρων όταν έχει ως αποτέλεσμα την προσβολή της οικονομικής ελευθερίας του τρίτου και κατά προέκταση την υπόσταση της οικονομίας της αγοράς μέσω της νόθευσης του ανταγωνισμού στην Ελλάδα ή αναλόγως στον (ή και στον) κοινοτικό χώρο.
Ειδικότερα κατά το άρθρ. 82 ΣυνθΕΚ, είναι ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά και απαγορεύεται, κατά το μέτρο που δύναται να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών - μελών, η καταχρηστική εκμετάλλευση από μια ή περισσότερες επιχειρήσεις της δεσπόζουσας θέσης τους εντός της κοινής αγοράς ή σημαντικού τμήματός της, η κατάχρηση δε αυτή δύναται να συνίσταται, μεταξύ άλλων, στον περιορισμό της παραγωγής, της διάθεσης ή της τεχνολογικής ανάπτυξης επί ζημία των καταναλωτών.
Συνεπώς ο περιορισμός της παραγωγής ή διάθεσης των προϊόντων ή υπηρεσιών από επιχείρηση με δεσπόζουσα θέση στον κοινοτικό χώρο αποτελεί καθεαυτή (per se) καταχρηστική και κατ' επέκταση παράνομη συμπεριφορά, εκτός αν συντρέχουν, κατά τα προεκτεθέντα, σπουδαίοι και πάλι λόγοι, οι οποίοι στο πλαίσιο των αντιτιθέμενων συμφερόντων των παραγόντων της αγοράς δικαιολογούν κατ' εξαίρεση τη συμπεριφορά αυτή.
Στο πλαίσιο αυτό η άρνηση επιχείρησης με δεσπόζουσα θέση στην αγορά ενός προϊόντος να ικανοποιήσει, ολικά ή μερικά, τις συνηθισμένες παραγγελίες παλαιού πελάτη της ως προς το προϊόν αποτελεί καταχρηστική εκμετάλλευση της θέσης της κατά την έννοια του άρθρ. 82 ΣυνθΕΚ, όταν η συμπεριφορά της αυτή, που θίγει την οικονομική ελευθερία εμπορικού εταίρου, περιορίζοντας ή εξαλείφοντας τις συνθήκες ανταγωνισμού, δεν είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη (ΔΕΚ απόφαση της 14.2.1978 υπόθεση 27/1976 UNITED BRANDS και UNITED BRANDS CONTINENTAL κατά Επιτροπής ΕΚ, σκέψεις 75,182 και 183 και απόφαση της 15.3 2007 υπόθεση C-95/2004 P BRITISH AIRWAYS κατά Επιτροπής ΕΚ, σκέψη 69 ).
Η άρνηση έτσι μιας επιχείρησης να εφοδιάσει με προϊόντα της σε ένα κράτος - μέλος τους χονδρεμπόρους που εξάγουν τα προϊόντα αυτά σε άλλα κράτη - μέλη, ασκώντας το λεγόμενο παράλληλο εμπόριο, μπορεί να συνιστά νόθευση του ανταγωνισμού όχι μόνον όταν η άρνησή της παρακωλύει τις δραστηριότητες των χονδρεμπόρων στην αγορά του κράτους αυτού, αλλά και όταν έχει ανάλογο αποτέλεσμα στη διανομή του ίδιου προϊόντος στις αγορές των άλλων κρατών - μελών (ΔΕΚ απόφαση της 13.11.1975 υπόθεση 26/1975 GENERAL MOTORS CONTINENTAL κατά Επιτροπής ΕΚ, σκέψη 12).
Ασφαλώς μόνη η επιδίωξη της επιχείρησης με δεσπόζουσα στην αγορά θέση να περιορίσει τη ζημιά που προκαλεί σ' αυτή το παράλληλο εμπόριο, στην περίπτωση που οι χονδρέμποροι κράτους - μέλους, εκμεταλλευόμενοι τις ευνοϊκότερες τιμές που ισχύουν σε άλλες χώρες για τα προϊόντα της, τα εξάγουν εκεί, ωφελούμενοι αυτοί κυρίως και όχι οι καταναλωτές τη σχετική διαφορά, δεν αποτελεί ικανή συνθήκη για να δικαιολογήσει την άρνηση της επιχείρησης να συνεχίσει να εκτελεί τις παραγγελίες των χονδρεμπόρων με τον τρόπο και στις ποσότητες που μέχρι τότε τις εκτελούσε, αλλοιώνοντας έτσι τους όρους του ανταγωνισμού με τον αποκλεισμό μιας εναλλακτικής πηγής εφοδιασμού για τους αγοραστές των άλλων κρατών.
Το ίδιο ισχύει και όταν με κρατική παρέμβαση αλλοιώνονται μερικά οι συνθήκες του ανταγωνισμού με διατίμηση των προϊόντων, όπως προπάντων συμβαίνει με τον τομέα των φαρμακευτικών προϊόντων, όπου ισχύουν συνήθως και ποσοστώσεις στην κάλυψη της δαπάνης των συνταγογραφούμενων φαρμάκων από τα ασφαλιστικά ταμεία.
Ωστόσο ο έλεγχος που ασκούν τα κράτη - μέλη στις τιμές πώλησης ή στα ποσοστά κάλυψης των φαρμάκων από τα ασφαλιστικά ταμεία δεν εξαιρεί εντελώς τις τιμές τους από το νόμο της προσφοράς και της ζήτησης, γι' αυτό και στην περίπτωση αυτή του κρατικού παρεμβατισμού το παράλληλο εμπόριο μπορεί να διασφαλίζει συνθήκες ανταγωνισμού στα κράτη - μέλη, ασκώντας πίεση στις τιμές και δημιουργώντας έτσι οικονομικά οφέλη για τα ασφαλιστικά ταμεία και τους ασθενείς.
Συνεπώς καλύπτονται από τη απαγόρευση του άρθρ. 82 ΣυνθΕΚ οι πρακτικές μιας επιχείρησης με δεσπόζουσα στην αγορά θέση που αποσκοπούν στην αποτροπή όλων των παράλληλων εξαγωγών από ένα κράτος - μέλος προς άλλα κράτη - μέλη, αφού με την επερχόμενη κατ' αυτό τον τρόπο απομόνωση των εθνικών αγορών εξουδετερώνονται τα οφέλη του πραγματικού ανταγωνισμού αναφορικά με τον εφοδιασμό και τις τιμές που οι εξαγωγές αυτές θα προσέφεραν στους τελικούς καταναλωτές και στα άλλα κράτη.
Προκειμένου λοιπόν να εκτιμηθεί αν η άρνηση φαρμακευτικής εταιρείας να εφοδιάζει με συγκεκριμένα προϊόντα της χονδρεμπόρους δραστηριοποιούμενους στις παράλληλες εξαγωγές των προϊόντων της αυτών, ως προς τα οποία είναι δεσπόζουσα στην αγορά η θέση της, συνιστά μέσο κατάλληλο και ανάλογο της απειλής που αποτελούν οι εξαγωγές αυτές για τα νόμιμα εμπορικά της συμφέροντα, πρέπει να εξετάζεται αν οι παραγγελίες προς αυτή των χονδρεμπόρων για εφοδιασμό τους με φαρμακευτικά προϊόντα της σε συγκεκριμένο κράτος - μέλος παρουσιάζουν ασυνήθιστο χαρακτήρα, προοριζόμενες να καλύψουν ουσιαστικά τις παράλληλες εξαγωγές τους, αφού τότε η άρνησή της θα είναι δικαιολογημένη και όχι καταχρηστική.
Διαφορετικά η άρνησή της να ανταποκριθεί στις συνηθισμένες παραγγελίες των χονδρεμπόρων συνιστά καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης της και την υποχρεώνει σε αποζημίωση των βλαπτόμενων τρίτων (ΔΕΚ απόφαση της 16.9.2008 υποθέσεις C-468/2006 έως C-478/2006 Σωτήριος Λέλας και Σια ΕΕ κλπ κατά GLAXOSMITHKLINE ΑΕΒΕ, σκέψεις 34-78) (ΑΠ 1286/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, εκτίθενται, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: Η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) έχει ως αντικείμενο την εμπορία φαρμάκων, φαρμακευτικών προϊόντων, καλλυντικών και διάφορων συναφών ειδών, στο πλαίσιο δε της πολυετούς επιχειρηματικής της δραστηριότητας συναλλάσσεται με ορισμένες φαρμακοβιομηχανίες στην Ελλάδα, ημεδαπές και θυγατρικές αλλοδαπών, από τις οποίες προμηθεύεται προς μεταπώληση διάφορα φάρμακα, έχοντας δημιουργήσει στην Ελλάδα και στις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης πελατολόγιο που αριθμεί περί τους 500 πελάτες.
Η εναγομένη (αναιρεσίβλητη) είναι θυγατρική της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία GLAXOSMITHKLINE PLC, που εδρεύει στο Ηνωμένο Βασίλειο, έχει δε ως εμπορική δραστηριότητα την εισαγωγή και διάθεση στην ελληνική αγορά φαρμακευτικών προϊόντων ... Η εναγομένη είναι, μεταξύ άλλων, αποκλειστικώς υπεύθυνη άδειας κυκλοφορίας και αντιπρόσωπος στην Ελλάδα των φαρμακευτικών σκευασμάτων ΙΜΙGRAN, LAMICTAL και SEREVENT.
Τα ως άνω σκευάσματα, τα οποία προορίζονται, το πρώτο για την καταπολέμηση της ημικρανίας, το δεύτερο για τον έλεγχο των επιληπτικών κρίσεων και το τρίτο για την αντιμετώπιση του βρογχικού άσθματος, είναι πρωτότυπα και αναντικατάστατα φάρμακα, προϊόντα έρευνας και τεχνολογίας και κατατάσσονται στην κατηγορία των συνταγογραφούμενων φαρμάκων, και ως εκ τούτου η εναγομένη κατέχει δεσπόζουσα θέση στην εγχώρια αγορά ως προς τα σκευάσματα αυτά.
Ότι από το Νοέμβριο του έτους 2000 η εναγομένη, η οποία μέχρι τότε ικανοποιούσε πλήρως τις παραγγελίες της ενάγουσας (και των άλλων φαρμακεμπορικών εταιρειών) για την αντιμετώπιση τόσο της εγχώριας κατανάλωσης (προμήθεια με τα ως άνω σκευάσματα των φαρμακείων) όσο και της εξαγωγικής της δραστηριότητας (παράλληλο εμπόριο), αποφάσισε μονομερώς, καταχρώμενη τη δεσπόζουσα θέση της στην αγορά ως προς τα άνω σκευάσματα, να αναλάβει η ίδια την απευθείας πώληση τούτων σε ελληνικά φαρμακεία και νοσοκομεία, αρνούμενη να εκτελέσει κατά το μεγαλύτερο μέρος τους τις σχετικές παραγγελίες της ενάγουσας για τη χρονική περίοδο από 1.9.2001 μέχρι 31.12.2002.
Ότι παρά την έκδοση αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων, που την υποχρέωνε να εκτελεί πλήρως τις παραγγελίες της ενάγουσας χωρίς ποσοτικό περιορισμό, η αναιρεσίβλητη εξακολούθησε την αυτή συμπεριφορά, επικαλούμενη δήθεν την αδυναμία της (εξ αιτίας των επανεξαγωγών των εν λόγω φαρμάκων) και τις εκ του νόμου υποχρεώσεις της να καλύπτει τις ανάγκες της ελληνικής αγοράς, στην ουσία όμως έχοντας ως αποκλειστικό σκοπό τον περιορισμό του παράλληλου εμπορίου των προϊόντων της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την εκ του λόγου αυτού προκαλούμενη μείωση των κερδών της μητρικής εταιρείας.
Ότι από την αντισυμβατική, άλλως παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά αυτή της εναγομένης δεν μπόρεσε να εκτελέσει τις παραγγελίες δύο εταιρειών στο εξωτερικό, που είναι πελάτες της από το 1990 και 1986, αντίστοιχα, και συγκαταλέγονται στους σημαντικότερους πελάτες της, και έτσι απώλεσε τα μετά πιθανότητας προσδοκώμενα κέρδη από τις παραγγελίες αυτές, όπως τα καθ' έκαστο ποσά, κατά μήνα, σκεύασμα και εταιρεία, εκτίθενται λεπτομερώς στην αγωγή, συμποσούμενα στο ποσό των 8.139.667 ευρώ.
Με βάση τα περιστατικά αυτά και μετά την παραδεκτή μετατροπή του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η αναιρεσείουσα ζητεί να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσίβλητη οφείλει να της καταβάλει το ως άνω ποσό νομιμοτόκως από την τελευταία ημέρα κάθε μήνα, κατά τη διάρκεια του οποίου απείχε από την εκτέλεση της παραγγελίας, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη ως προς την επικουρική της βάση, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη. Ειδικότερα, η αγωγή περιέχει όλα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης της αναιρεσίβλητης, ως συμπεριφορά αντίθετη τόσο στη διάταξη του άρθρου 2 ν. 703/1977, όσο και αυτή του άρθρου 82 ΣυνθΕΚ, και παρέχουν στην αναιρεσείουσα, με τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων του άρθρου 914 ΑΚ, δικαίωμα προς αποζημίωση.
Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα εκθέτει στην αγωγή ότι η αναιρεσίβλητη κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά, ως αντιπρόσωπος στην Ελλάδα των φαρμακευτικών σκευασμάτων ΙΜΙGRAN, LAMICTAL και SEREVENT, τα οποία είναι πρωτότυπα, αναντικατάστατα και συνταγογραφούμενα φάρμακα, και ότι ενώ μέχρι το Νοέμβριο 2000 εκτελούσε πλήρως τις παραγγελίες τόσο της ίδιας όσο και των άλλων φαρμακεμπορικών εταιρειών για την αντιμετώπιση το μεν της εγχώριας κατανάλωσης, το δε της εξαγωγικής της δραστηριότητας επικαλούμενη προσχηματικούς λόγους έπαυσε να εκτελεί τις (συνήθεις) παραγγελίες της κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, με αποτέλεσμα να υποστεί την εκτιθέμενη στην αγωγή ζημία, αφού κατέστη αδύνατη η εκτέλεση των παραγγελιών δύο εκ των σημαντικότερων πελατών της, με τους οποίους η συνεργασία ήταν πολυετής, έχοντας αρχίσει από τα έτη 1986 και 1990, αντίστοιχα.
Τα στοιχεία αυτά είναι αρκετά, εφόσον αποδειχθούν και αληθή, για να θεμελιώσουν ευθύνη της αναιρεσίβλητης προς αποζημίωση, δεν ήταν δε απαραίτητο για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται και άλλα στοιχεία. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα δεν επικαλέσθηκε στην αγωγή της, ούτε άλλωστε ήταν αναγκαίο, ότι η αναιρεσίβλητη είχε νόμιμη υποχρέωση να εκτελεί τις παραγγελίες της ως προς τα ανωτέρω σκευάσματα χωρίς ποσοτικούς περιορισμούς.
Εξάλλου, δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρονται στην αγωγή οι κατά μέσο όρο μηνιαίες ποσότητες των άνω σκευασμάτων, που είχε παραγγείλει η αναιρεσείουσα και είχε εκτελέσει η αναιρεσίβλητη κατά το προηγούμενο του επιδίκου χρονικό διάστημα, αλλά ήταν αρκετή η επίκληση ότι μέχρι το Νοέμβριο 2000 η αναιρεσίβλητη εκτελούσε κανονικά τις παραγγελίες της, εναπόκειται δε στην αναιρεσίβλητη, αρνούμενη την κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της, να ανταποδείξει ότι οι επίμαχες παραγγελίες της αναιρεσείουσας υπερέβαιναν τις μέχρι τότε συνήθεις.
Τέλος, δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρονται στην αγωγή, ποιες από τις ποσότητες που παράγγειλε η αναιρεσείουσα στην αναιρεσίβλητη, και η τελευταία δεν εκτέλεσε, προορίζονταν να καλύψουν τις ανάγκες της εγχώριας αγοράς, για τις οποίες και δεν ζητεί αποζημίωση, και ποιες ποσότητες προορίζονταν να καλύψουν τις ανάγκες του παράλληλου εμπορίου, ενόψει του αιτήματος της αγωγής για αποζημίωση όχι για το σύνολο των πελατών της στα κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά για δύο μόνο από αυτούς.
Πράγματι, αρκεί ότι στην αγωγή αναφέρεται ότι από το μήνα Νοέμβριο 2000 η αναιρεσίβλητη, κατά κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της στην αγορά των τριών αυτών επίμαχων σκευασμάτων, έπαυσε να εκτελεί κατά το μεγαλύτερο μέρος τις μέχρι τότε (συνήθεις) παραγγελίες της αναιρεσείουσας, με αποτέλεσμα να μη είναι σε θέση αυτή να εκτελέσει τις παραγγελίες δύο σημαντικών πελατών της στο εξωτερικό, και δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρονται οι λοιποί πελάτες της στο εξωτερικό, ούτε ποιες ποσότητες των σκευασμάτων αυτών προορίζονταν για της ανάγκες της εγχώριας αγοράς.
Συνακόλουθα τούτων το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αόριστη, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, και κατά συνέπεια ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να διαταχθεί δε, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 ν. 4055/2012: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση ... για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Αν όμως αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υποθέσεως".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, "Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε ...", κατά δε το άρθρο 570 παρ. 2 ΚΠολΔ, "Νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την εφαρμογή της πρώτης τούτων (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) πρέπει πρώτα να γίνεται η συζήτηση και να εκδίδεται απόφαση επί της αιτήσεως αναιρέσεως και εφόσον αυτή γίνει δεκτή, να ακολουθεί δεύτερη συζήτηση ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων, κατά την οποία θα συζητείται η υπόθεση κατ' ουσίαν και θα εκδίδεται η αντίστοιχη απόφαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4706/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών εκδόθηκε μετά την 1286/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού αναιρέθηκε η 7770/2007 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αλλά με άλλη σύνθεση. Εφόσον λοιπόν, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, αναιρείται η απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων προς περαιτέρω συζήτηση θα δικάσει αυτός την ουσία της υποθέσεως, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 4706/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιόν του σε δικάσιμο που θα ορισθεί με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Σεπτεμβρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ