Legislator Case Law & Legislation
1387/2017 AI generated

1387/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1387/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1387/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 19-2-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1387 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1387/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Φ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παναγιώτου, που ανακάλεσε την από 15-9-2016 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... και Εμπορική Εταιρεία" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γκούβα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 632/2013 του ίδιου δικαστηρίου και 139/2015 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-10-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 19-2-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσίβλητης στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 656 και 281 Α.Κ. προκύπτει ότι το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας λόγω άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του υπόκειται, όπως κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Τέτοια υπέρβαση υπάρχει όταν ο εργαζόμενος κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, προκειμένου να εισπράττει από τον εργοδότη τους μισθούς υπερημερίας χωρίς να εργάζεται (Α.Π. 470/2014).

Εκτός όμως από την περίπτωση αυτή, η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να απαιτήσει από τον υπερήμερο εργοδότη τους μισθούς υπερημερίας είναι κατά μείζονα λόγο καταχρηστική και όταν αυτός κακόβουλα και αδικαιολόγητα αποχωρεί οικειοθελώς από εργασία που ανεύρε, η οποία δεν υπολείπεται εκείνης που παρείχε προηγουμένως, με τον ίδιο πιο πάνω κακόβουλο σκοπό (Α.Π. 884/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε στην Πάτρα κατά το έτος 1975, ο ενάγων [ήδη αναιρεσείων] προσλήφθηκε από το ..., στη νομική θέση του οποίου υπεισήλθε το έτος 2003 η εναγομένη [ήδη αναιρεσίβλητη] ανώνυμη εταιρεία, ως εφεδρικός οδηγός λεωφορείων ενταγμένων στη δύναμή του, αντί των εκάστοτε νόμιμων αποδοχών.

Κατά τα μέσα του μηνός Μαΐου του έτους 1986 το ... περιόρισε την απασχόλησή του και τις αποδοχές του και έτσι επέφερε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, την οποία (μεταβολή) ο ενάγων δεν αποδέχθηκε, με αποτέλεσμα το ... να περιέλθει σε υπερημερία ως προς την αποδοχή της εργασίας του και να του οφείλει μισθούς υπερημερίας.

Με την 563/1987 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία κατέστη τελεσίδικη διότι η κατ’ αυτής ασκηθείσα από το εναγόμενο έφεση απορρίφθηκε με την 158/1988 οριστική απόφαση του δικαστηρίου τούτου, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι το ... περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή της εργασίας του ενάγοντος και υποχρεώθηκε να καταβάλει στον ενάγοντα τους μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από το μήνα Ιούνιο 1986 μέχρι το μήνα Σεπτέμβριο του ίδιου έτους.

Μετά από αλλεπάλληλες αγωγές του ενάγοντος έχουν επιδικαστεί σ’ αυτόν οι μισθοί υπερημερίας, για τελευταία δε φορά επιδικάστηκαν σ’ αυτόν μισθοί υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από το μήνα Οκτώβριο του έτους 1991 μέχρι και το μήνα Μάϊο του έτους 1992 με τη 1068/1992 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία ωστόσο εξαφανίστηκε με την 151/1993 οριστική απόφαση του δικαστηρίου τούτου μετά την ευδοκίμηση της έφεσης του ...

και απορρίφθηκε η από 14-4-1992 αγωγή λόγω παραδοχής της από το άρθρο 281 ΑΚ ενστάσεως του ανωτέρω εναγόμενου. Με τη 1020/1994 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία κατέστη τελεσίδικη αφού η κατ’ αυτής ασκηθείσα έφεση από τον ενάγοντα απορρίφθηκε με την 553/1995 οριστική απόφαση του δικαστηρίου τούτου, απορρίφθηκε η από 14-7-1994 αγωγή του ενάγοντας για καταβολή των μισθών υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από το μήνα Μάιο του έτους 1992 μέχρι το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1994, ύστερα από την παραδοχή της ιδίας ως άνω ενστάσεως του εναγομένου.

Στη συνέχεια με την 331/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών απορρίφθηκε για τον ίδιο ως άνω λόγο η από 15-9-1996 αγωγή του ενάγοντος, με την οποία ο τελευταίος είχε ζητήσει να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο ... του οφείλει τους μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από το μήνα Οκτώβριο του έτους 1994 μέχρι το μήνα Δεκέμβριο του έτους 1996 και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται την εργασία του.

Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε την από 30-7-1997 έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν με τη 239/1998 απόφαση του δικαστηρίου τούτου. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτό ότι η άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος τόσο για καταβολή των μισθών υπερημερίας του άνω χρονικού διαστήματος, όσο και για την επαναπρόσληψή του, δηλαδή την αποδοχή της εργασίας αυτού, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και συνεπώς είναι καταχρηστική.

Από την προαναφερθείσα 239/1998 απόφαση του δικαστηρίου τούτου δεν παράγεται δεδικασμένο ως προς την ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος για επαναπρόσληψη και της αξίωσης αυτού για μισθούς υπερημερίας, διότι ... η συνδρομή των όρων του άρθρου 281 ΑΚ κρίνεται ως προς τις κάθε φορά επίδικες αξιώσεις και για τις συγκεκριμένες περιόδους, χωρίς το θέμα αυτό να είναι και προδικαστικό και για τις τότε επίδικες και τις αξιώσεις μεταγενέστερου χρόνου.

Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, από την 563/1987 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών παράγεται δεδικασμένο ως προς την έννομη σχέση που συνδέει τους διαδίκους, το κύρος της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος στο ένδικο χρονικό διάστημα, αφού μόνο γι’ αυτό η σχετική διάγνωση είναι αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως, από την οποία απορρέει το δεδικασμένο...

και την υπερημερία του εναγομένου ... ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του. Έκτοτε το ... και ήδη η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία δεν αποδέχονταν τις προσφερόμενες από τον ενάγοντα υπηρεσίες και τελούσαν σε διαρκή και συνεχιζόμενη υπερημερία ως προς την αποδοχή της εργασίας αυτού μέχρι και τις 10-6-2005. Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων στις 11-10-2004 κατέθεσε αίτηση στο ΙΚΑ, υποβάλλοντας και τα απαραίτητα δικαιολογητικά, προκειμένου να του χορηγηθεί σύνταξη λόγω γήρατος.

Πράγματι στις 10-6-2005 εγκρίθηκε η αίτησή του και αυτός αποχώρησε από την εργασία του λόγω συνταξιοδότησης. Έτσι με την οικειοθελή αποχώρηση του ενάγοντος για την ως άνω αιτία, λύθηκε η σύμβαση εργασίας του με την εναγομένη... και ήρθη για το μέλλον η υφιστάμενη μέχρι τότε (10-6-2005) υπερημερία της εναγομένης ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του, όπως έγινε δεκτό με ισχύ δεδικασμένου με την 144/2012 τελεσίδικη απόφαση του δικαστηρίου τούτου, που εκδόθηκε επί της από 15-12- 2003 αγωγής του ενάγοντος, με την οποία αυτός ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται την εργασία του, ως εφεδρικού οδηγού λεωφορείων ενταγμένων στη δύναμή της.

Ήδη ο εναγών... ζητεί την καταβολή μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 μέχρι την, στις 10-6-2005, άρση της υπερημερίας της εναγομένης. Κατά της αξίωσης αυτής του ενάγοντος ... η εναγομένη ... με σχετική δήλωσή της, η οποία καταχωρίσθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με τις έγγραφές προτάσεις της ενώπιον του ίδιου ως άνω δικαστηρίου, ισχυρίσθηκε ότι η άσκηση του περί της αξιώσεώς του αυτής δικαιώματος, είναι καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον αυτός, παρότι είχε προσληφθεί με σύμβαση αορίστου χρόνου στις 20-7-1987 ως τακτικός οδηγός από το ..., με πλήρη απασχόληση και με τις προβλεπόμενες εκάστοτε για τους οδηγούς των ΟΤΑ πλήρεις αποδοχές, αποχώρησε από την εργασία του αυτή οικειοθελώς στις 23-2-1988, με πρόδηλο σκοπό να εμφανίζεται ως άνεργος και να εισπράττει μισθούς υπερημερίας από την εναγομένη...

και ζήτησε την απόρριψη της αγωγής. Ως προς τον ισχυρισμό αυτό πράγματι αποδεικνύεται ότι με την ...3-8-1987 απόφαση του Δημάρχου Πατρέων, ο εναγών προσλήφθηκε με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και σύμβαση αορίστου χρόνου σε οργανική θέση εργάτη συνεργείου καθαριότητας και συγκεκριμένα ως οδηγός απορριμματοφόρου αυτοκινήτου από 20-7-1987 και με αμοιβή την καθοριζόμενη από τη ΣΣΕ προσωπικού των ΟΤΑ.

Από την ως άνω εργασία του ο εναγών παραιτήθηκε και αποχώρησε οικειοθελώς στις 23-2-1988. Ύστερα από την οικειοθελή αποχώρηση του ενάγοντος από την εργασία του στο ..., η οποία υπερτερούσε από την προγενέστερη απασχόλησή του στο ... ως προς το γεγονός ότι κάλυπτε με αυτή οργανική θέση οδηγού αυτοκινήτου συνεργείου καθαριότητας, σε αντίθεση προς εφεδρική θέση του οδηγού λεωφορείων που κάλυπτε στο ΚΤΕΛ, ως εκ της οποίας μπορούσε η απασχόλησή του να μην είναι συνεχής και να συνεπάγεται εντεύθεν μειωμένη αμοιβή, συνάγεται ότι η αποχώρηση αυτή έγινε καταφανώς από οκνηρία και κακοβουλία, με τον πρόδηλο σκοπό να εμφανίζεται άνεργος και να απολαμβάνει τους μισθούς υπερημερίας από το ΚΤΕΛ για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Κατόπιν αυτών η άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος για καταβολή μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 έως 10-6-2005, οπότε ήρθη για το μέλλον η υφιστάμενη μέχρι τότε (10-6-2005) υπερημερία της εναγομένης, και ανεξάρτητα από τη συνεχιζόμενη παράλληλα άρνηση της εναγομένης να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του κατά το άνω χρονικό διάστημα, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικοοικονομικός σκοπός του δικαιώματος, είναι δηλαδή η άσκηση αυτή καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ.

Και τούτο διότι όχι μόνο κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν δεν αποχωρούσε αδικαιολόγητα, θα συνδέονταν αυτός με το ... και κατά το ως άνω επίδικο χρονικό διάστημα με την προεκτεθείσα εργασιακή σχέση, αλλά και διότι, με την ενέργειά του αυτή αποδυνάμωσε το δικαίωμά του να ζητήσει μισθούς υπερημερίας από το ηθικό και κοινωνικό περιεχόμενό του, σε βαθμό που η μεταγενέστερη άσκησή του, δηλαδή και κατά το άνω επίδικο χρονικό διάστημα να απαγορεύεται η άσκηση του δικαιώματος αυτού από το άρθρο 281 ΑΚ".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το εφετείο απέρριψε την έφεση του ενάγοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του κατά παραδοχή της ένστασης της εναγομένης για καταχρηστική άσκηση αυτής. Έτσι που έκρινε το εφετείο: α) Δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 656 και 281 Α.Κ., αφού κατά τα προεκτεθέντα το στηριζόμενο στο πρώτο άρθρο δικαίωμα του εργαζομένου να απαιτήσει από τον υπερήμερο εργοδότη τους μισθούς υπερημερίας υπόκειται στους περιορισμούς του δεύτερου άρθρου, που απαγορεύει την καταχρηστική άσκησή του, γεγονός που συμβαίνει όχι μόνο όταν ο μισθωτός για να λάβει το μισθό του από τον υπερήμερο εργοδότη χωρίς να εργασθεί αποφεύγει αδικαιολόγητα και κακόβουλα να φροντίσει για ανεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί εύκολα να ανεύρει, αντ’ αυτού δε προτιμά να παραμείνει επί μακρόν χωρίς εργασία, αλλά πολύ περισσότερο όταν κακόβουλα και αδικαιολόγητα, όπως συνέβη στην προκείμενη περίπτωση κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο της ουσίας, αποχωρεί οικειοθελώς από εργασία που ανεύρε, η οποία δεν υπολείπεται εκείνης που παρείχε προηγουμένως, με τον δεκτό γενόμενο πιο πάνω κακόβουλο σκοπό.

Συνεπώς οι πρώτος, δεύτερος κατά το τρίτο σκέλος του, τρίτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. β) Διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσείοντος.

Συνεπώς οι δεύτερος κατά το τέταρτο σκέλος του και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση. Οι ισχυρισμοί που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξης (Ολ.

Α.Π. 15/2000). Έτσι ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής (ή ένστασης) λαμβάνεται μεν αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο, δεν υπάγεται όμως στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 αριθ. 2 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 598/2017). Εξ άλλου η τελευταία αυτή διάταξη, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός ο οποίος στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή.

Περαιτέρω από τα άρθρα 591 παρ. 1 περ. β, 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 περ. δ Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, δηλαδή απαιτείται σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ως "γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Α.Π. 72/2016).

Τέλος, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ. με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ. προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (Α.Π. 201/2017). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο κατά τα πρώτο και δεύτερο σκέλη του λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.

α και 14 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι, κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 Α.Κ. και παρά το νόμο μη κηρύσσοντας απαράδεκτο, δεν απέρριψε την ένσταση της εναγομένης για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματός του κατά παραδοχή της αντένστασής του περί αοριστίας της ένστασης αυτής. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος δεδομένου ότι ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι προέβαλε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου τον ισχυρισμό (αντένσταση) περί αοριστίας της ένστασης ούτε ότι τον επανέφερε με λόγο έφεσης στο εφετείο αλλά ισχυρίζεται ότι τον προέβαλε για πρώτη φορά με τις προτάσεις του στο εφετείο, χωρίς να επικαλείται κάποιο λόγο παραδεκτής βραδείας προβολής του.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού ο αναιρεσείων δεν προσκομίζει τις υποβληθείσες ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έγγραφες προτάσεις της αναιρεσίβλητης ούτε τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης ώστε να ελεγχθεί το περιεχόμενο της ένστασης της αναιρεσίβλητης και το ορισμένο ή μη αυτής.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Εξάλλου η ομολογία, ως αποδεικτικό μέσο κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 339 και 352 Κ.Πολ.Δ., προϋποθέτει την παραδοχή της αλήθειας κατά νόμο αυτοτελούς ισχυρισμού του αντιδίκου ή της αναλήθειας τέτοιου ισχυρισμού εκείνου που προβαίνει στην παραδοχή.

Όμως ο προαναφερθείς λόγος αναίρεσης δεν θεμελιώνεται όταν με αυτόν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας και από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα έγγραφα από τα οποία κατά το λόγο αναίρεσης συνάγεται εξώδικη ομολογία (Α.Π. 217/2016, 615/2014). Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο (εσφαλμένα αριθμούμενο από τον αναιρεσείοντα ως πέμπτο) λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ομολογία της αναιρεσίβλητης ότι αυτός έκανε προσπάθεια να εργασθεί, η οποία (ομολογία) περιεχόταν στις προσκομισθείσες από τον ίδιο με επίκληση από 12-5-2011 έγγραφες προτάσεις της κατά τη συζήτηση προηγούμενης αγωγής του, επί της οποίας εκδόθηκε η 144/2012 απόφαση του Εφετείου Πατρών.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος προεχόντως διότι δεν προσκομίζεται το έγγραφο (προτάσεις της αναιρεσείουσας σε άλλη δίκη) από το οποίο κατά τον αναιρεσείοντα προκύπτει η εξώδικη ομολογία της, σε κάθε σε περίπτωση διότι από τη γενική μνεία της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του "και από όλα ανεξαιρέτως τα, με επίκληση, νόμιμα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα" σε συνδυασμό με τις προπαρατεθείσες αιτιολογίες της προκύπτει ότι ελήφθη υπόψη και το ανωτέρω έγγραφο, του οποίου δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση.

Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 330 και 331 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ιδίων προσώπων που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία.

Ως ιστορική αιτία νοείται το σύνολο των περιστατικών που δέχθηκε το δικαστήριο ότι υπήρξαν ή ότι δεν υπήρξαν, ως ιστορικό συμβάν, και τα οποία είναι σύμφωνα με το νόμο αναγκαία για να θεμελιώσουν το διατακτικό της απόφασης, δηλαδή την έννομη συνέπεια που γίνεται δεκτή ως υπάρχουσα ή μη υπάρχουσα, με αποτέλεσμα να είναι απαράδεκτος λόγω δεδικασμένου κάθε μεταγενέστερος ισχυρισμός με τον οποίο επιδιώκεται διαφορετική ανάπλαση ή αξιολόγηση της κρίσιμης για την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού εμπειρικής πραγματικότητας (Α.Π. 135/2016).

Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 περ. β Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ’ αυτή με δύναμη δεδικασμένου σε συσχετισμό με το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις περί δεδικασμένου (Α.Π. 929/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον έβδομο (αριθμούμενο από τον αναιρεσείοντα ως έκτο) λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β και 16 περ. β Κ.Πολ.Δ. (πράγματι δε μόνο τη δεύτερη), για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού παραθέτει το λόγο της έφεσής του με τον οποίο επικαλέσθηκε τη συνδρομή δεδικασμένου απορρέοντος από την 144/2012 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία, όπως κατά λέξη αναφέρει στο λόγο αναίρεσης "αναγνωρίσθηκε όχι μόνο η από το έτος 1986 μέχρι τη συνταξιοδότησή μου (10-6-2005) αδιάκοπη υπερημερία της αντιδίκου, αλλά και ότι μέχρι τότε επιμόνως και χωρίς λόγο αδρανούσε να με αξιοποιήσει, αρνούμενη να μου αναθέσει (αποδεχθεί) την από εμέ προσφερόμενη εργασία ως εφεδρικού οδηγού".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας διότι δεν αναφέρεται σ’ αυτόν με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ’ αυτή με δύναμη δεδικασμένου σε συσχετισμό με το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις περί δεδικασμένου.

Αλλά και αν κριθεί ότι ο λόγος αυτός είναι παραδεκτός, σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το εφετείο δέχθηκε ως αποδεδειγμένη τη διαρκή υπερημερία της αναιρεσίβλητης μέχρι τις 10-6-2005, οπότε συνταξιοδοτήθηκε ο αναιρεσείων, δεν απέρριψε δε την αγωγή για το λόγο ότι η εναγομένη δεν ήταν υπερήμερη, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο τελευταίος, αλλά για το λόγο ότι η άσκηση του δικαιώματος αυτού να απαιτήσει τους μισθούς υπερημερίας ήταν καταχρηστική.

Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση, να μην καταδικασθεί όμως ο ηττώμενος αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης ελλείψει σχετικού αιτήματος της τελευταίας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-10-2015 αίτηση για αναίρεση της 139/2015 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιουλίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ