1387/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πάσσο Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο τμήμα), Ασπασία Καρέλλου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1387/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ως άνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 § 1 ν. 3198/1955, για την έγερση (άσκηση) αγωγής περί ακυρότητας της καταγγελίας και απόληψης μισθών υπερημερίας, λαμβάνεται αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο (άρθρο 280 ΑΚ) και καταλαμβάνει κάθε αξίωση του μισθωτού που πηγάζει από την για οποιονδήποτε λόγο ακυρότητα της καταγγελίας της αορίστου χρόνου εργασιακής σχέσης από τον εργοδότη (ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 705/2013, ΑΠ 65/2012).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1387 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1387/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πάσσο Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο τμήμα), Ασπασία Καρέλλου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Δ. του Μ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Παπασταύρου, που κατάθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και Επικοινωνίας" που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Τριαντάφυλλο, που κατάθεσε προτάσεις. Κοινοποίηση: Ένωση Τεχνικών Ελληνικής Ραδιοφωνίας, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/8/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1888/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 406/2013 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/7/2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου ανέγνωσε την από 23/12/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Σύμφωνα με το άρθρο 6 § 1 ν. 3198/1955 κάθε αξίωση μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία σύμβασης εξαρτημένης εργασίας είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί μέσα σε τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία από την λύση της σύμβασης. Η προθεσμία αυτή, η οποία είναι αποσβεστική (εφόσον ο νόμος τάσσει προθεσμία, μέσα στην οποία πρέπει ν` ασκηθούν τα σχετικά δικαιώματα, άρθρο 279 ΑΚ), αποσκοπεί στην ταχεία άρση κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας και στην εκκαθάριση εντός συντόμου χρονικού διαστήματος των αξιώσεων των εργαζομένων, που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία, ώστε να μην δημιουργούνται δυσβάστακτες συνέπειες για τον εργοδότη, όταν δε παρέλθει άπρακτη η αποσβεστική αυτή προθεσμία, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος προσβολής της καταγγελίας για ακυρότητα (Ολ ΑΠ 1338/1985, ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 705/2013).
Η μη κοινοποίηση δηλ. της αγωγής στον εργοδότη μέσα στην παραπάνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία καθιερώνει ουσιαστικό απαράδεκτο, το οποίο κατά κύριο λόγο πλήττει το δικαίωμα της επίκλησης και προσβολής της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ως άκυρης και κατ` ανάγκη τις συνεχόμενες με αυτό ουσιαστικές αξιώσεις, ως εκ τούτου δε αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, η καταγγελία αυτή καθίσταται έγκυρη (του εργαζομένου δικαιουμένου να ζητήσει μόνο την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης) και η σχετική αγωγή απορρίπτεται ως ουσιαστικά απαράδεκτη (ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 705/2013, ΑΠ 1619/2006).
Η προαναφερθείσα διάταξη έχει εφαρμογή σε κάθε καταγγελία της σχέσης εργασίας, είτε αορίστου είτε ορισμένου χρόνου είναι αυτή, και από οποιαδήποτε παράβαση και αν προέρχεται η ακυρότητα, εφαρμόζεται δηλ. όχι μόνο στους μισθωτούς που υπάγονται στις ρυθμίσεις του ως άνω νόμου και για ακυρότητα της καταγγελίας λόγω παράβασης των διατάξεών του, αλλά και στις περιπτώσεις ακυρότητας της καταγγελίας λόγω παράβασης άλλων διατάξεων (ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 404/2008).
Η καθιερουμένη ως άνω αποσβεστική προθεσμία, προσδιοριζομένη σε μήνες, και όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 240, 241, 242 και 243 ΑΚ (βλ. και όμοιες διατάξεις των άρθρων 144 § 1 και 145 § 2 ΚΠολΔ) αρχίζει από την επομένη της ημέρας που έλαβε χώρα η λύση της σύμβασης, που αποτελεί το αφετήριο γεγονός αυτής, με την καταγγελία και την περιέλευσή της στον μισθωτό και λήγει με την παρέλευση ολόκληρης της ημέρας του τελευταίου μήνα, η οποία αντιστοιχεί σε αριθμό και ημέρα με εκείνη που άρχισε, αν δε αυτή (τελευταία ημέρα της προθεσμίας) είναι κατά νόμον εορτάσιμη (μη εργάσιμη), όταν περάσει ολόκληρη η επόμενη εργάσιμη ημέρα (ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 404/2008, 1938/2007).
Η ως άνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 § 1 ν. 3198/1955, για την έγερση (άσκηση) αγωγής περί ακυρότητας της καταγγελίας και απόληψης μισθών υπερημερίας, λαμβάνεται αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο (άρθρο 280 ΑΚ) και καταλαμβάνει κάθε αξίωση του μισθωτού που πηγάζει από την για οποιονδήποτε λόγο ακυρότητα της καταγγελίας της αορίστου χρόνου εργασιακής σχέσης από τον εργοδότη (ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 705/2013, ΑΠ 65/2012).
Κατά τα προαναφερθέντα, αφετηρία της ως άνω αποσβεστικής προθεσμίας αποτελεί ο χρόνος της λύσης της σύμβασης με την καταγγελία της από τον εργοδότη, την ανακοίνωση δηλ. εκ μέρους αυτού της βούλησής του για την λύση της, και όπως η βούληση αυτή εκφράζεται και εξειδικεύεται με την (έγγραφη) καταγγελία, η οποία, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 167, 168, 648, 669 ΑΚ, είναι μονομερής, αναιτιώδης και απευθυντέα δικαιοπραξία (θεωρούμενη έγκυρη, όταν γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλομένη γι` αυτήν νόμιμη αποζημίωση) και αναπτύσσει την άμεση διαπλαστική της ενέργεια από τότε που ο παραλήπτης εργαζόμενος λαμβάνει γνώση αυτής (ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 1619/2006), γνώση δηλ.
της βούλησης του εργοδότη για λύση της σύμβασης, όπως, κατά τα προεκτεθέντα, η βούληση αυτή εκφράζεται και συγκεκριμενοποιείται στην (περιέχουσα αυτήν) καταγγελία (ΑΠ 2234/2013). Εξάλλου, στην περίπτωση που ο μισθωτός θεωρήσει άκυρη την καταγγελία της εργασιακής σύμβασης και εμμείνει στη σύμβαση αυτή, η αξίωσή του για μισθούς υπερημερίας, λόγω της άρνησης του εργοδότη ν` αποδέχεται τις υπηρεσίες του, δεν στηρίζεται στην ακυρότητα της καταγγελίας, αλλά στη σύμβαση εργασίας, η οποία αποτελεί και τη βάση της σχετικής αγωγής.
Έτσι, ο εργαζόμενος πρέπει ν` αναφέρει στην αγωγή του την κατάρτιση της σύμβασης, το συμβατικό ή νόμιμο μισθό και την άρνηση του εργοδότη ν` αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του. Αναφορά στην καταγγελία και την ακυρότητά της δεν απαιτείται. Αν ο εργοδότης, κατά τη συζήτηση της αγωγής, επικαλεστεί κατ` ένσταση την καταγγελία της σύμβασης, ο ισχυρισμός του μισθωτού για την ακυρότητά της αποτελεί αντένσταση, η οποία μπορεί να προταθεί με τις προτάσεις (ΑΠ 624/2008).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (Ολ ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τέλος, κατά τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, κατά την έννοια δε της διάταξης αυτής η παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ακυρότητας ως λόγος αναίρεσης αναφέρεται αποκλειστικά στις δικονομικές ακυρότητες, δηλ.
εκείνες που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, απαγγελλόμενες για την παράβαση διατάξεων που ρυθμίζουν την διαδικασία και τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων (Ολ ΑΠ 1/1999, Ολ ΑΠ 12/2000, ΑΠ 145/2014, ΑΠ 204/2014, ΑΠ 712/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την ένδικη αγωγή της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) εξέθεσε, ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που συνήψε με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία την 17-10-1991 προσλήφθηκε απ` αυτήν, προκειμένου να εργασθεί ως ηχολήπτρια, αντί μισθού που ανήλθε τον Μάιο του 2010 σε 2.623,38 ευρώ, ότι αυτή απασχολήθηκε στην εναγομένη μέχρι την 2-6-2010 και έκτοτε η εναγομένη αρνείται να αποδέχεται τις προσφερόμενες κανονικά υπηρεσίες της.
Με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της και να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή της να της καταβάλει 49.634,5 ευρώ για μισθούς υπερημερίας από 2-6-2010 έως 31-12-2011, 9.181,9 ευρώ για επιδόματα εορτών και αδείας και 10.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφασή του, κρίνοντας επί της αγωγής αυτής ύστερα από έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, δέχθηκε εκτός των άλλων που δεν ενδιαφέρουν εδώ, τα εξής: <<Δυνάμει της από 17.10.1991 συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας και του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας, η τελευταία την προσέλαβε για να εργασθεί ως ηχολήπτρια στην επιχείρηση της, έναντι μισθού που τον Μάιο του έτους 2010 ανήλθε στο ποσόν των 2.623,38 ευρώ, σε εκτέλεση δε της εργασιακής αυτής συμβάσεως, απασχολήθηκε μέχρι την 2-6-2010, οπότε η εν λόγω εργοδότρια κατήγγειλε την ως άνω σύμβαση.
Ακολούθως, η ενάγουσα άσκησε την ένδικη αγωγή της και ισχυρίσθηκε ότι η εναγομένη αρνήθηκε να αποδεχθεί τις υπηρεσίες που αυτή προσέφερε κατά προσήκοντα τρόπο και ζήτησε την επιδίκαση σ’ αυτήν μισθών υπερημερίας (μηνιαίων αποδοχών, επιδομάτων εορτών και αδείας), χωρίς όμως να έχει υποβάλει αίτημα για να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της άνω καταγγελίας.
Επομένως για την άσκηση της αγωγής της δεν τίθεται θέμα παραδεκτού κατά άρθρο 6 παρ. 1 του Ν.3198/1955 κατά τις ειρημένες νομικές σκέψεις. Κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του Πρωτοδικείου, την 1-2-2011, η εναγομένη προέβαλε με ένσταση την καταγγελία της εργασιακής σχέσης και η ενάγουσα με αντένσταση, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και περιέχεται στις πρωτόδικες προτάσεις, την ακυρότητα της καταγγελίας ως καταχρηστικής.
Κατά συνέπεια, πρέπει να ερευνηθεί αν η ακυρότητα αυτή προτάθηκε παραδεκτά. Η ως άνω καταγγελία έγινε στις 2-6-2010 και η ενάγουσα έλαβε γνώση αυτής αυθημερόν (βλ. την προσκομιζόμενη με επίκληση από την εναγομένη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας). Η τρίμηνη προθεσμία του άρθρου 6 παρ.1 του Ν.3198/1955, άρχισε από την επομένη ημέρα 3-6-2010 και έληξε την αντίστοιχη ημέρα του τρίτου μήνα (άρθρο 243 &2 ΑΚ), ήτοι την 3-9-2010.
Ως εκ τούτου η αντένσταση της ενάγουσας κατά τη δικάσιμο της 1-2-2011 δεν προβλήθηκε παραδεκτά και είναι εκ του λόγου αυτού απορριπτέα... Κατ’ ακολουθία των προεκτεθέντων, επήλθε η περίπτωση απόσβεσης του δικαιώματος της ενάγουσας περί προσβολής της καταγγελίας λόγω ακυρότητας. Ενόψει δε και του ότι, η επίδικη σύμβαση εργασίας είχε λυθεί νόμιμα με καταγγελία, η αγωγή, καθόσον αφορά το κονδύλιο των μισθών υπερημερίας και των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Το πρωτοβάθμιο, κατά συνέπεια, Δικαστήριο, που με την πληττόμενη απόφαση του, απέρριψε την αγωγή ως προς τα κονδύλια αυτά ως ουσιαστικά αβάσιμη ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα με τους σχετικούς λόγους της έφεσής της, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα>>.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο σε σχέση με την απόρριψη της αντένστασης της ενάγουσας, που είχε προβληθεί την 1-2-2011 για ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας που είχε γίνει την 2-6-2010, ως απαράδεκτης, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 Ν 3198/1955, αφού η προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή προθεσμία των τριών μηνών είναι αποσβεστική, ώστε με την πάροδό της να επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος προς ακυρότητα της καταγγελίας και έτσι να αποκλείεται έκτοτε η ακυρότητα αυτής τόσο με αγωγή όσο και με αντένσταση.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση για παραβίαση της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 1 Ν 3198/1955, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, με τις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση λόγω ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εφαρμογής του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν.3198/1955, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και με σαφήνεια, το πραγματικό του εν λόγω εφαρμοστέου άρθρου το οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα. Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το σκέλος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα.
Τέλος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το σκέλος του από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο ότι παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή, για τον ως άνω λόγο (εκπρόθεσμη άσκηση), είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι κατά την έννοια της διάταξης αυτής η παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ακυρότητας ή απαραδέκτου ως λόγος αναίρεσης αναφέρεται αποκλειστικά στις δικονομικές ακυρότητες και απαράδεκτα και όχι στα ουσιαστικά απαράδεκτα, όπως είναι, κατά τα προαναφερθέντα, το απαράδεκτο που δημιουργείται από την τυχόν εκπρόθεσμη άσκηση αγωγής που αναφέρεται σε αξιώσεις από άκυρη καταγγελία σύμβασης εργασίας 2.
Σύμφωνα με το άρθρο 6 § 1 ν. 3198/1955 κάθε αξίωση μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία σύμβασης εξαρτημένης εργασίας είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί μέσα σε τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία από την λύση της σύμβασης. Εξάλλου, κατά μεν το άρθρ. 279 του ΑΚ, στις περιπτώσεις που ο νόμος ή τα μέρη τάσσουν προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να ασκηθεί το δικαίωμα (αποσβεστική προθεσμία) εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την παραγραφή, κατά δε το άρθρ. 255 εδ.
α` του ίδιου κώδικα, που έχει ανάλογη εφαρμογή και στην αποσβεστική προθεσμία, η παραγραφή αναστέλλεται για όσο χρόνο ο δικαιούχος εμποδίστηκε από δικαιοστάσιο ή από άλλο λόγο ανώτερης βίας να ασκήσει την αξίωσή του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής (ΑΠ 1314/2013, ΑΠ 1544/2012, ΑΠ 1284/2010, ΑΠ 1247/2008).
Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, ανώτερη βία, κατά τη διάρκεια της οποίας αναστέλλεται η παραγραφή των αξιώσεων, αποτελεί κάθε γεγονός απρόβλεπτο, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούσε να αποτραπεί ούτε με άκρα επιμέλεια και σύνεση και εξ αιτίας του οποίου καθίσταται ανέφικτο στον δικαιούχο να προβεί ο ίδιος ή με τη συνδρομή άλλου προσώπου στην επιβαλλόμενη σε αυτόν ενέργεια.
Συνέπεια της αναστολής είναι ότι το χρονικό διάστημα αυτής δεν υπολογίζεται στον χρόνο της παραγραφής και όταν πάψει η αναστολή η παραγραφή συνεχίζεται, σε καμία όμως περίπτωση δεν συμπληρώνεται πριν περάσουν έξι μήνες (ΑΠ 1544/2012, ΑΠ 1284/2010). Εξάλλου η διάταξη του άρθρου 273 ΑΚ, που θεσπίζει το απαράγραπτο των ενστάσεων και ισχύει επί παραγραφής, δεν μπορεί να έχει ανάλογη εφαρμογή της και επί αποσβεστικής προθεσμίας κατά το άρθρο 279 ΑΚ, αφού δεν συμβιβάζεται με τη φύση και το σκοπό αυτής, που είναι η ταχύτερη δυνατή άρση της αβεβαιότητας περί το κύρος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας.
Ανεξάρτητα από αυτό, η ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 273 ΑΚ αποκλείεται επί αποσβεστικής προθεσμίας σε κάθε περίπτωση, γιατί η παραγραφή αφορά πάντοτε τις αξιώσεις υποστατού δικαιώματος και οι ενστάσεις από τις αξιώσεις αυτές δεν παραγράφονται, με την έννοια ότι μπορούν να προβληθούν και μετά την παραγραφή των αξιώσεων, ενώ με την παρέλευση της αποσβεστικής προθεσμίας παύει να υπάρχει το δικαίωμα προσβολής της καταγγελίας για ακυρότητα της σύμβασης εργασίας, ώστε να μη νοείται πλέον η ύπαρξη αξιώσεως και πολύ περισσότερο ενστάσεως που να πηγάζει από μη υποστατό δικαίωμα (ΑΠ 1447/2010, ΑΠ 1408/1980).
Τέλος η θέσπιση της εν λόγω αποκλειστικής προθεσμίας δεν προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, στο οποίο περιλαμβάνεται και το δικαίωμα της ανεμπόδιστης προσβάσεως σε δικαστήριο. Και τούτο, διότι από την ανωτέρω διάταξη δεν αποκλείεται ο νομοθέτης να θέτει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, περιορισμούς στην ικανοποίηση των δικαιωμάτων και ειδικότερα χρονικούς περιορισμούς στις δικαστική επιδίωξή τους (ΑΠ 1093/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, ως προς το θέμα της ως άνω αποσβεστικής προθεσμίας, δέχθηκε ότι ο, επικουρικά προβαλλόμενος με την έφεση, ισχυρισμός της αναιρεσείουσας (ενάγουσας) περί αναστολής της παραπάνω αποσβεστικής προθεσμίας για λόγους ανώτερης βίας, και συγκεκριμένα ότι, ενώ η απόλυσή της έλαβε χώρα στις 2-6-2010, το δικαστήριο προσδιόρισε τη συζήτηση της κρινόμενης αγωγής της στις 26-10-2010, ήτοι μετά την εκπνοή της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας και ως εκ τούτου εμποδίστηκε από λόγους ανώτερης βίας να προβάλει εμπροθέσμως την αντένστασή της, είναι σε κάθε περίπτωση απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον τίποτε δεν εμπόδιζε την ενάγουσα να ζητήσει με την ένδικη αγωγή, που κατατέθηκε στις 6-8-2010, ήτοι εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, και την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, 1) τη διάταξη του άρθρου 255 ΑΚ περί αναστολής της παραγραφής λόγω ανώτερης βίας, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού δεν υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση ανώτερη βία, ήτοι απρόβλεπτο γεγονός της τήρησης προθεσμίας, που δεν μπορούσε στην συγκεκριμένη περίπτωση να αποτραπεί, 2) τη διάταξη του άρθρου 273 ΑΚ, που θεσπίζει το απαράγραπτο των ενστάσεων, αφού η διάταξη αυτή δεν είχε στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, δεδομένου ότι αυτή ισχύει επί παραγραφής και δεν μπορεί να έχει ανάλογη εφαρμογή της και επί της αποσβεστικής προθεσμίας κατά το άρθρο 279 ΑΚ, καθόσον δεν συμβιβάζεται με τη φύση και το σκοπό αυτής, που είναι η ταχύτερη δυνατή άρση της αβεβαιότητας περί το κύρος της καταγγελίας και 3) τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, διότι από διάταξη αυτή δεν αποκλείεται ο νομοθέτης να θέτει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, περιορισμούς στην ικανοποίηση των δικαιωμάτων και ειδικότερα χρονικούς περιορισμούς στις δικαστική επιδίωξή του.
Επομένως, οι δεύτερος, κατά ένα μέρος του και τρίτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Εξάλλου, με τις ως άνω παραδοχές του, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση λόγω ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εφαρμογής του άρθρου 255 του ΑΚ, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και με σαφήνεια, το πραγματικό του εν λόγω εφαρμοστέου άρθρου το οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28-7-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 406/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2015 .
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ