Supreme Court dismisses appeal against eviction order as inadmissible due to lack of legal remedy.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a First Instance Court decision rejecting her eviction notice. The appellant argued that the eviction proceedings violated her constitutional rights, but the court found that the specific administrative eviction procedure under Article 2 of Law 263/1968 does not permit cassation appeals. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible because it sought to challenge a decision for which no such legal remedy exists.
Legislator headnote
AI generatedArt. 2 para. 3 of Law 263/1968; Cassation appeals against eviction orders are inadmissible as the specific administrative procedure excludes this remedy, and constitutional provisions do not override this statutory limitation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1387 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1387/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. - Ε. Κ. του Σ., χήρας Σ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αθανασιάδη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών (πρώην Οικονομίας & Οικονομικών), που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Γεωργιάδη, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Δεκεμβρίου 2009 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2573/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 21222/2012 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17 Δεκεμβρίου 2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 18 Απριλίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο άρθρο 2 παρ. 3 του α.ν. 263/1968, που έχει δημοσιευθεί στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως την 23 Ιανουαρίου 1968 (Τευχ. Α' φύλλο 12) ορίζεται, πλην άλλων, ότι, κατά του αναφερόμενου στην παράγρ. 1 του άρθρου αυτού πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, από δημόσιο κτήμα, που συντάσσεται από τον αρμόδιο οικονομικό έφορο και κοινοποιείται στον αποβαλλόμενο, επιτρέπεται ανακοπή, ενώπιον του αρμόδιου Ειρηνοδίκη, ασκούμενη εντός προθεσμίας τριάντα ημερών, από την κοινοποίηση και εκδικαζόμενη σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.
ΓΨΖ/1911 "περί προσωρινών μέτρων εν ταις περί διακατοχής διαφοραίς", αναλόγως εφαρμοζόμενες (εδάφια α' και γ' της παράγρ. 3, όπως το δεύτερο αντικαταστάθηκε με το άρθρο μόνο παράγρ. 3 του α.ν. 317/1968), ότι κατά της απόφασης του Ειρηνοδίκη, επιτρέπεται έφεση ενώπιον του Προέδρου Πρωτοδικών, ασκούμενη εντός προθεσμίας τριάντα ημερών και εκδικαζόμενη κατά την ειδική διαδικασία που καθορίζεται στην Πολιτική Δικονομία για τις περιπτώσεις του άρθρου 634 αυτής, χωρίς όμως να επιτρέπεται η κατά το άρθρο 635 περ.
β' παραπομπή (εδαφ. ζ' της παράγρ. 3), ότι "κατά της αποφάσεως του Προέδρου Πρωτοδικών ουδέν ένδικον μέσον χωρεί" (εδ. θ' της παράγρ. 3) και ότι η απόφαση που εκδίδεται με τη διαδικασία του ανωτέρω άρθρου δεν παρακωλύει την επιδίωξη ικανοποιήσεως των τυχόν δικαιωμάτων κάθε διαδίκου κατά την τακτική διαδικασία (εδ.
τελευταίο της παράγρ. 3). Οι προαναφερόμενες διαδικαστικές διατάξεις, και ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 2 παράγρ. 3 εδ. θ' του α.ν. 263/1968, η αποκλείουσα την προσβολή με οποιοδήποτε ένδικο μέσο, συνεπώς και με αίτηση αναιρέσεως, της αποφάσεως που εκδίδεται, για την έφεση, από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών (ήδη, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγρ. 2 του ΕισΝΚΠολΔ, από το Μονομελές Πρωτοδικείο κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ.
του ΚΠολΔ), όπως και η διάταξη ζ' της αυτής παραγράφου, η επιτρέπουσα έφεση, μόνο, κατά της αποφάσεως του Ειρηνοδίκη, δεν καταργήθηκαν με το άρθρο 4 του ΕισΝΚΠολΔ. Ούτε, ειδικώς, οι διατάξεις του άρθρου 2 παράγρ. 3 εδ. θ' και ζ' του α.ν. 263/1968 έχουν καταργηθεί, ως προς το ανεπίτρεπτο αιτήσεως αναιρέσεως, με το άρθρο 1 στοιχ.
ε', στ' του ανωτέρω Εισαγωγικού Νόμου, συνδυαζόμενο με το άρθρο 552 ΚΠολΔ, περί των υποκειμένων σε αίτηση αναιρέσεως αποφάσεων. Διότι η διάταξη του άρθρου 4 του ΕισΝΚΠολΔ, ως διάταξη του α.ν. 44/1967, που είχε, δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως την 26η Ιουνίου 1967 (Τευχ. Α' φύλλο 106), είναι προγενέστερη, υπό την κρίσιμη άποψη του χρόνου αποκτήσεως τυπικής νομικής ισχύος, των διατάξεων του άρθρου 2 του α.ν. 263/1968, που δημοσιεύθηκε, όπως αναφέρθηκε, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, την 23η Ιανουαρίου 1968 (από την οποία άρχισε και ουσιαστικώς να ισχύει, κατά το άρθρο 11 αυτού), και παρά την έναρξη της ουσιαστικής ισχύος της την 16η Σεπτεμβρίου 1968 (άρθρο ακροτελεύτιο του α.ν. 44/1967, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 72 του ν.δ. 958/1971), δεν έχει, συνεπώς, καταργητική των νεότερων διατάξεων του άρθρου 2 του α.ν. 263/1968, δύναμη.
Οι δε διατάξεις του άρθρου 1 στοιχ. ε', στ' του αυτού Εισαγωγικού Νόμου, όπως έχουν αντικατασταθεί με το άρθρο 70 παράγρ. 1 του ν.δ. 958/1971, προϋποθέτουν, σύμφωνα με την έννοιά τους, για την οριζόμενη κατάργηση, από της εισαγωγής του ΚΠολΔ, δηλαδή από της 16ης Σεπτεμβρίου 1968 (κατά το ακροτελεύτιο άρθρο του α.ν. 44/1967, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 72 του ν.δ. 958/1971), αν ελλείπει διάφορος ειδικός ορισμός, διατάξεων που αντίκεινται στον Κώδικα ή αφορούν θέματα που ρυθμίζονται με αυτόν και είναι ασυμβίβαστες προς τις διατάξεις του, ότι πρόκεινται διατάξεις άλλου νόμου που είχαν ήδη αποκτήσει τυπική ισχύ στο χρόνο ενάρξεως της τυπικής ισχύος του α.ν. 44/1967, δηλαδή στις 26 Ιουνίου 1967, και όχι διατάξεις που την απέκτησαν κατά το μεταξύ της 26ης Ιουνίου 1967 και 16ης Σεπτεμβρίου 1968 χρονικό διάστημα της ουσιαστικής αδρανείας του.
Η διάταξη τέλος του άρθρου 552 του ΚΠολΔ, η οποία, όπως διαμορφώθηκε, με αντικατάσταση του άρθρου 570 του ΚΠολΔ, υπό τη διατύπωση του α.ν. 44/1967, στο άρθρο 42 παράγρ. 1 του ν.δ. 958/1971, απέκτησε τυπική δύναμη στις 15 Σεπτεμβρίου 1971, ημέρα δημοσιεύσεως του διατάγματος αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ουσιαστικά την 1η Οκτωβρίου 1971, κατά το άρθρο 74 αυτού), ως διάταξη γενική, δεν είχε καθεαυτή δύναμη κατάργησης των ειδικών, για το ανεπίτρεπτο αιτήσεως αναιρέσεως, κατά της επί της εφέσεως ή της ανακοπής εκδιδομένης αποφάσεως, διατάξεων του άρθρου 2 παράγρ. 3 εδ.
θ', ζ' του α.ν. 263/1968, εφόσον από τη διάταξη αυτή δεν προκύπτει νομοθετική βούληση καταργήσεως ειδικών διατάξεων, οι οποίες, σκοπούσες, όπως οι προκείμενες, στην ταχεία επίλυση διοικητικής διαφοράς, υπαχθείσης στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων, δεν επιτρέπουν το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως.
Κατάργηση δε των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 2 του α.ν. 263/1968, ούτε τα άρθρα 20 παράγρ. 1 και 111 παράγρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος του 1975, συνδυαζόμενα, επέφεραν, αφού οι διατάξεις αυτές (του α.ν. 263/1968), δεν μπορούν, ενόψει και των υποθέσεων που αφορούν, να θεωρηθούν ως ματαιούσες ή περιορίζουσες, σε τέτοιες υποθέσεις, την κατά το άρθρο 20 παράγρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 6 παράγρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης της Ρώμης "δια την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών" που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, διασφαλιστέα, εκ μέρους της Πολιτείας, παροχή έννομης δικαστικής προστασίας, για την επιβαλλόμενη ουσιαστικότητα της οποίας δεν προϋποτίθεται το προσβλητό της εκδιδόμενης αποφάσεως με αίτηση αναιρέσεως (σχ.
Ολ.ΑΠ 8/2003, ΑΠ 1094/2008, ΑΠ 269/2004, ΑΠ 1737/2002, ΑΠ 489/1991, ΑΠ 119/1988).
Συνεπώς αίτηση αναιρέσεως με την οποία προσβάλλεται απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, επί εφέσεως κατ' αποφάσεως Ειρηνοδικείου, απορριπτικής ανακοπής κατά πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, εκδιδομένου κατά το άρθρο 2 παράγρ. 1 του α.ν. 263/1968, ή η τελεσίδικη, τυχόν πρωτοβάθμια ειρηνοδικειακή απόφαση, είναι απαράδεκτη, επειδή προσβάλλει απόφαση μη υποκείμενη στο ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως (ΑΠ 1094/2008, ΑΠ 269/2004, ΑΠ 1829/2001, ΑΠ 119/1988).
Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, η προκειμένη από 17-12-2012 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 21222/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, σύμφωνα με το αναιρετήριο, αφού κατά παραδοχή της υπ' αριθ. 6312/2012 εφέσεως του αναιρεσίβλητου εξαφανίσθηκε η υπ' αριθ. 2573/2010 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης που είχε κάνει δεκτή την από 16-12-2009 ανακοπή της αναιρεσείουσας κατά του υπ' αριθ. 6986/29-10-2009 πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν.
Θεσσαλονίκης που διέτασσε την αποβολή της από ακίνητο και είχε ακυρώσει το πρωτόκολλο αυτό, ακολούθως, δικάζοντας επί της ουσίας την άνω ανακοπή, απέρριψε την τελευταία. Κατόπιν αυτών, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ και 22 του ν. 3693/1957, όπως ισχύει μετά την υπ' αριθ. 134/1993 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987), να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (495§1 ΚΠολΔ) όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-12-2012 αίτηση της Ε.-Ε. Κ. του Σ., χήρας Σ. Π., για αναίρεση της υπ' αριθ. 21222/2012 αποφάσεως, του ως εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων σαράντα (340) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ