1387/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1387/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα, με την εν λόγω απόφαση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν δέχτηκε, ούτε απέρριψε ολικά ή μερικά τα αιτήματα των ένδικων αγωγών για παροχή δικαστικής προστασίας, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία για τα αιτήματα αυτά, εφόσον οι σχετικές δίκες, που με τον τρόπο αυτό έχουν ανασταλεί, μπορεί να συνεχιστούν με κλήση του ενδιαφερομένου διαδίκου, όταν παύσει το κώλυμα από την αναστολή των ατομικών διώξεων.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1387 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1387/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΙΝΟΙΛ- ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΩΝ ΑΕ" που εδρεύει στην Κηφισιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βρέλλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Υπό πτώχευση ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Κ. ΔΙΑΔΟΧΟΣ Κ. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον οριστικό σύνδικο Ν. Χ., 2. Κ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 3. Κ. Μ. του Γ., κατοίκου ... και 4. Μ. θυγ. Κ. Κ., συζ. Κ. Μ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 8-12-1997 και 12-11-1998 αγωγές των ήδη α' αναιρεσίβλητης και αναιρεσείουσας αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4440/2000 μη οριστική που διέταξε την συνεκδίκαση των αγωγών, 3920/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4450/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 26-11-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 28-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, για την περίπτωση όμως που αυτή είναι παραδεκτή, εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως προκύπτει από τiw me αριθμούς 19626/20.1.2010, 12630/21.1.2010 και 16631/21.1.2010 εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά, ..., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης μ3 τις κάτω απ' αυτήν πράξεις του Προέδρου και του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, με τις οποίες ορίστηκε το αρμόδιο τμήμα, η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και ο Εισηγητής Δικαστής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους. (διευκρινίζεται, ότι η επίδοση στο σύνδικο της πτώχευσης της πρώτης αναιρεσίβλητης έγινε και με την ιδιότητά του ως σύνδικου της πτώχευσης και της τέταρτης των αναιρεσίβλητων. Οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, όταν αυτή εκφωνήθηκε, κατά τη σειρά της, από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να δικαστούν ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559αρ. 14 ΚΠολΔ, καθιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ειδικότερα, πλην άλλων, με το πάνω λόγο πλήττεται το παραδεκτό της προβολής νέων ισχυρισμών (Ολ.ΑΠ 2/2005, ΑΠ 1052/1995, ΑΠ 1154/2005 βλ. και ΑΠ 419/1994) και γενικά, της προβολής των ενστάσεων (ΑΠ 966/2004). Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο λόγος είναι αόριστος, αν στο αναιρετήριο δεν ιστορείται, ότι το απαράδεκτο προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 211/2001, ΑΠ 1114/2002, ΑΠ 1654/2005).
Στην παρούσα περίπτωση, από τη νόμιμη (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των δικογράφων της υπόθεσης, προέκυψαν τα ακόλουθα: α) η ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη άσκησε αγωγή κατά της ήδη αναιρεσείουσας, αξιώνοντας την καταβολή χρηματικών ποσών για αποζημίωση, ποινική ρήτρα και χρηματική ικανοποίηση, από τη μεταξύ τους συνεργασία από διαδοχικές αγοραπωλησίες πετρελαιοειδών, β) η αναιρεσείουσα άσκησε όμοια αγωγή κατά των πιο πάνω ομοδίκων της, από την ίδια σύμβαση, αλλά και κατά των λοιπών αναιρεσίβλητων (εγγυητές και ομόρρυθμα μέλη αντίστοιχα), με αντικείμενο υπόλοιπο τιμήματος πωλήσεων, ποινικές ρήτρες, έξοδα και διαφυγόντα κέρδη, λόγω, πρόωρης καταγγελίας της πιο πάνω σύμβασης από την πρώτη αναιρεσίβλητη, γ) Εκδόθηκε, σχετικά η με αριθμό 4440/2000 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία διέταξε αποδείξεις, και, στη συνέχεια, η με αριθμό 3920/2006 οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.
Συναφώς, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε τα ακόλουθα: "Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχτηκε ότι έλαβε χώρα βίαιη διακοπή δίκης, λόγω συνταξιοδοτήσεως, κατά το στάδιο διεξαγωγής των αποδείξεων, της πτώχευσης των 1ης και 4ης από τους εφεσίβλητους, (αναιρεσίβλητη) που κηρύχθηκε με την 1724/19.12.01 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με χρόνο παύσεων των πληρωμών, την 28η Ιουλίου 2000,αλλά και ως προς τους 2ο και 3ο εφεσίβλητους, ως αναγκαίους ομόδικους τούτων, στη συνέχεια κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση: 1)της από 8/12/97 αγωγής της ήδη 1ης εφεσίβλητης (αναιρεσίβλητης), με την παραδοχή ότι την επανάληψη της επί της εν λόγω αγωγής δίκης είχε δικαίωμα να προκαλέσει μόνον ο σύνδικος της πτωχεύσεως και όχι οι αντίδικοι της πτωχής και 2) της από 12/11/98 αγωγής της ήδη εκκαλούσας (αναιρεσείουσας), λόγω βίαιης διακοπής της δίκης, ως προς τους πτωχεύσαντες από τους εφεσίβλητους (αναιρεσίβλητους) και τους αναγκαίους ομοδίκους τους και εντεύθεν αναστολής των ατομικών διώξεων κατά των πτωχευσάντων, με την παραδοχή, ότι η εκκαλούσα όφειλε να ακολουθήσει τη διαδικασία της εξελέγξεως των πιστώσεων.
Ως προς δε τον προσκομισθέντα ενώπιόν του 26.862/02 πίνακα κατάταξης δανειστών, που αφορά τη διανομή του πλειστηριάσματος από τον αναγκαστικό πλειστηριασμό ενός ακινήτου των 3ου και 4ης από τους εφεσίβλητους, (αναιρεσίβλητους) επί του οποίου είχε παραχωρηθεί και εγγραφεί προσημείωση υποθήκης, με βάση την 29920/96 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, υπέρ της 1ης εκκαλούσας, (αναιρεσείουσας) προς εξασφάλιση αξιώσεών της κατά της 1ης εφεσίβλητης (αναιρεσίβλητης) και σύμφωνα με τον οποίο η 1η εκκαλούσα (αναιρεσείουσα) έχει καταταγεί στο διανεμητέο πλειστηριασμό για ποσό 24.858 ευρώ προνομιακά, αλλά τυχαία, με τον όρο να προσκομίσει τελεσίδικη απόφαση, που να επιδικάζει την απαίτησή της, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε, ότι η εν λόγω προσημείωση υποθήκης δεν εξασφάλιζε τις επίδικες απαιτήσεις της 1ης εκκαλούσας (αναιρεσείουσας) ενόψει του ότι η ανωτέρω απόφαση εκδόθηκε σε χρόνο που δεν είχαν ακόμη γεννηθεί οι επίδικες αξιώσεις της. 'Όμως, με βάση όσα ήδη αναφέρθηκαν και σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η προσβαλλόμενη με την έφεση απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση των ένδικων αγωγών, είναι μη οριστική απόφαση και εντεύθεν δεν υπόκειται σε έφεση.
Ειδικότερα, με την εν λόγω απόφαση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν δέχτηκε, ούτε απέρριψε ολικά ή μερικά τα αιτήματα των ένδικων αγωγών για παροχή δικαστικής προστασίας, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία για τα αιτήματα αυτά, εφόσον οι σχετικές δίκες, που με τον τρόπο αυτό έχουν ανασταλεί, μπορεί να συνεχιστούν με κλήση του ενδιαφερομένου διαδίκου, όταν παύσει το κώλυμα από την αναστολή των ατομικών διώξεων.
Τον ίδιο δε χαρακτήρα της μη οριστικής απόφασης φέρει η εκκαλουμένη και ως προς τους εγγυητές 2ο και 3ο από τους εφεσίβλητους, καθόσον ούτε ως προς αυτούς διαλαμβάνει διάταξη παραδοχής ή απόρριψης του αιτήματος της από 12/11/98 αγωγής της ήδη εκκαλούσας, ενώ εάν υποτεθεί ότι η εκκαλουμένη είναι λανθασμένη, μπορεί να ανακληθεί από το δικαστήριο που την εξέδωσε, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, σύμφωνα με το άρθρο 309 ΚΠολΔ.
Σύμφωνα δε, με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η έφεση συγχωρείται να ασκηθεί μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων του πρώτου δικαιοδοτικού βαθμού, εκείνων δηλαδή, που περατώνουν τη δίκη ως προς την κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση. Η απόφαση δεν είναι οριστική αν κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αγωγής (ΑΠ 382/2005, ΑΠ 649/1996).
Οι μη οριστικές αποφάσεις ανακαλούνται ελεύθερα από το δικαστήριο που τις εξέδωσε, κατ' άρθρο 309 Κ.Πολ.Δ. (πρβλ. ΑΠ 33/2003). Η αναιρεσείουσα εταιρεία προβάλλει, όπως το δικόγραφο της εκτιμάται, ότι: α) η απόφαση "ανέστειλε την πρόοδο της δίκης", και, έτσι, αποφάνθηκε οριστικά, ότι "... η υπόθεση δεν υπάγεται στην διαδικασία των πολιτικών Δικαστηρίων αλλά στην πτωχευτική διαδικασία, στην οποία και παρέπεμψε την υπόθεση ...".
Τούτο όμως, όπως εξάγεται από την επισκόπηση του δικογράφου της πιο πάνω απόφασης, δεν είναι ακριβές. Αυτή κήρυξε, για τους σ' αυτή αναφερόμενους λόγους, τη συζήτηση της αγωγής των διαδίκων, απαράδεκτη. Ούτε παρέπεμψε την υπόθεση, στην προσήκουσα δικαιοδοσία, ούτε έκρινε περί αρμόζουσας δικαιοδοσίας. Άλλωστε αν το δικαστήριο διαπιστώσει, ότι δεν έχει δικαιοδοσία, δεν παραπέμπει την υπόθεση, αλλά απορρίπτει την αγωγή (άρθρ. 4 εδ.
β' ΚΠολΔ), το αν η αναιρεσείουσα είχε ή όχι και σε ποια έκταση δικαιώματα από την υπέρ αυτής εγγραφή προσημείωσης υποθήκης σε ακίνητο των αντιδίκων της, δεν απετέλεσε αντικείμενο έρευνας της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία, απλά και μόνο έκρινε, για το παραδεκτό ή μη της από αυτό κριθείσας έφεσης, γ) το αν η υπόθεση (αγωγές) μπορούν σε άδηλο μέλλον, να επαφερθούν για κρίση και το αν υπάρχει ή 'όχι εκκρεμοδικία, προφανώς δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας, ούτε αφορούν το οριστικό ή μη της προσβληθείσας με έφεση απόφασης.
Κατά ταύτα, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία έκρινε, πως η έφεση εστράφη κατά μη οριστικής απόφασης, δεν παραβίασε τα από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ οριζόμενα και ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, εφ' όσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει αυτή ν' απορριφθεί στο σύνολό της για τους λόγους που προαναφέρθηκαν.
Διάταξη για τη δικαστική δαπάνη δεν θα διαληφθούν στην παρούσα, γιατί οι αναιρεσίβλητοι λόγω της απουσίας τους, δεν υποβλήθηκαν σε έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26.11.2009 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΙΝΟΙΛ-ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΩΝ Α.Ε." προς αναίρεση της με αριθμό 4490/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ