Legislator Case Law & Legislation
1387/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court's rejection of claim for damages due to unauthorized check execution.

Case Number 1387/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision denying her claim for damages. The appellant alleged the lower court ignored evidence proving the defendant intentionally executed checks that expired before presentation, causing financial loss. The court found the appellate court properly considered all evidence, including witness testimony and prior convictions for perjury, establishing the defendant's fault.

Legislator headnote

AI generated

Articles 335 and 338-340 of the Code of Civil Procedure; Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure: The court of first instance must consider all legally presented evidence without requiring separate evaluation, and an appeal based on failure to consider evidence is admissible only if the ignored fact significantly influenced the case outcome.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility evidence evaluation damages claim perjury conviction check execution financial loss

Cited Legislation

AI generated
Articles 335 and 338-340 of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Articles 714, 330, 288 and 289 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1387 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1387/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: .. , κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Συμεών Χατζηπιέρα.

Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσακτάνη .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-11-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18951/2000 προδικαστική, 2334/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2066/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 1-11-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 10-2-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα να νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύέι και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αναμφίβολα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον λόγο της αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚπολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο ότι, απορρίψαν την έφεσή της κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η εναντίον της αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με την οποία αυτός ζήτησε να καταδικασθεί η εναγομένη εντολοδόχος να του καταβάλει το αναφερόμενο στην αγωγή ποσό, ως αποζημίωση για την ζημία που ο ενάγων εντολέας υπέστη από την υπαίτια με εκπλήρωση της εντολής του από την εναγομένη εντολοδόχο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα παρακάτω έγγραφα τα οποία αυτή (αναιρεσείουσα) επικαλέσθηκε και προσκόμισε νομίμως με τις προτάσεις της προς ανταπόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού, ότι η ίδια υπαιτίως δεν εκπλήρωσε την εντολή, ήτοι α) το υπ' αριθμ. 1346/2000 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, και το υπ' αριθμ. 583/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με τα οποία γίνεται δεκτό ότι οι επιταγές, που παραδόθηκαν οπισθογραφημένες στην εναγομένη από τον ενάγοντα με την εντολή να τις εμφανίσει προς είσπραξη στην πληρώτρια τράπεζα, εντός της νομίμου προθεσμίας και να καταθέσει το ποσό αυτών στο λογαριασμό του, δεν σφραγίσθηκαν από τον ενάγοντα λόγω της συγγενικής σχέσεως αυτού με τον εκδότη των επιταγών (υιό της εναγομένης αδελφής του), β) την από 18.11.1998 έγκληση του ενάγοντος εναντίον του εκδότη των επιταγών ..., στην οποία ο εγκαλών ενάγων αναφέρει ότι, όπως πληροφορήθηκε από την πληρώτρια των επιταγών τράπεζα, αυτές ήσαν ακάλυπτες και επικοινώνησε με τον εκδότη αυτών ανιψιό του και την εναγομένη μητέρα του, οι οποίοι τον παρακάλεσαν να μη σφραγίσει αυτές, γ) την με αριθμό κατάθεσης 5995/1999 αίτηση του ενάγοντος στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης εναντίον του εκδότη των επιταγών, με την οποία ο ενάγων ζήτησε ως ασφαλιστικό μέτρο την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, στην οποία αναφέρει, ότι όταν πληροφορήθηκε ότι οι επιταγές ήσαν ακάλυπτες, επικοινώνησε με τον εκδότη των επιταγών και τη μητέρα του (εναγομένη), οι οποίοι τον παρακάλεσαν να μη σφραγίσει τις επιταγές, δ) το από 4.3.1999 σημείωμα που ο ενάγων κατέθεσε στο δικαστήριο κατά τη συζήτηση της ανωτέρω αίτησης, στο οποίο αναφέρει ότι, όταν έληξαν οι πρώτες επιταγές ενημερώθηκε από τον εκδότη τους ότι δεν μπορεί να τις καλύψει και του ζήτησε εκ νέου να κάνει υπομονή και ότι θα του επιστρέψει τα χρήματα....ότι δεν σφράγισε τις επιταγές που είχαν λήξει διότι βασίστηκε στα λόγια της εναγομένης αδελφής του την οποία υπεραγαπούσε και ανέμενε να τακτοποιηθεί τα θάμα από αυτή, η οποία του υποσχέθηκε ότι θα πωλούσε το μερίδιό της σε οικοδομή επί της οδού ..., ε) την από 21.10.98 αγωγή του αναιρεσιβλήτου εναντίον του εκδότη των επιταγών ανεψιού του στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, στην οποία αναφέρει ότι όταν πληροφορήθηκε από την πληρώτρια τράπεζα ότι οι επιταγές ήσαν ακάλυπτες επικοινώνησε και πάλι με τον εκδότη των επιταγών και την αναιρεσείουσα, οι οποίοι τον παρακάλεσαν να μη σφραγίσει αυτές και ότι θα τακτοποιούσαν την οφειλή σύντομα και ότι οι επιταγές είχαν εκδοθεί από τον εκδότη τους ως δίγραμμες και στ) την κατάθεση του μάρτυρα Μ1 που περιέχεται στην υπ' αριθμ. 33624/2000 έκθεση, ο οποίος κατέθεσε ότι όταν ο ενάγων του ζήτησε να πάρει τις επιταγές από την εναγομένη οι επιταγές είχαν λήξει και ότι τότε (Μάιος 1998) ο εκδότης των επιταγών είχε περιουσιακά στοιχεία.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων και όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, όπως σ' αυτή βεβαιώνεται, δέχτηκε ως αποδειχθέντα τα εξής κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Ότι κατά το έτος 1997 ο ανηψιός του ενάγοντος και υιός της εναγομένης, ενεργώντας κατ' εντολή και ως πληρεξούσιος του ενάγοντος, ο οποίος από το έτος 1945 διαμένει στη στις Ηνωμένες Πολιτείες, μεταβίβασε λόγω πωλήσεως δύο διαμερίσματα κυριότητας του ενάγοντος, αντί συνολικού τιμήματος 42.000.000 δρχ.

το οποίο και εισέπραξε κατά την πώληση αυτών. Ότι από το εν λόγω τίμημα κατέβαλε τμηματικά στον εντολέα θείο του το ποσό των 14.000.000 δραχμών, το δε υπόλοιπο εκ δραχμών 28.000.000 δρχ. παρακράτησε, προφασιζόμενος ψευδώς ότι είχε επενδύσει αυτό στην αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων και μετοχών. Ότι μετά από πιέσεις του εντολέα θείου του για την απόδοση του άνω υπολοίπου, ο ανηψιός του εξέδωσε και παρέδωσε στον ενάγοντα πέντε μεταχρονολογημένες επιταγές πληρωτέες από την τράπεζα CITIBANK ποσών 2.000.000, 1.000.000, 8.000.000, 8.000.000 και 9.000.000, χωρίς ημερομηνία έκδοσης η πρώτη και με ημερομηνίες έκδοσης 31.12.97, 30.1.98, 23.2.98 και 31.3.98 αντιστοίχως οι λοιπές.

Τις επιταγές αυτές ο ενάγων, που βρίσκονταν τότε στη ... και εφιλοξενείτο, όπως συνήθως από την εναγομένη αδελφή του (αναιρεσείουσα) και μητέρα του εκδότη αυτών, στην οποία από το έτος 1972 είχε αναθέσει ατύπως τη διαχείριση της περιουσίας του στην Ελλάδα, επειδή επρόκειτο να αναχωρήσει στις Η.Π.Α., αφού τις οπισθογράφησε, τις παρέδωσε στην αναιρεσείουσα, με την εντολή αυτή να τις εμφανίσει προς είσπραξη, εντός της νόμιμης προθεσμίας, στην πληρώτρια τράπεζα και να καταθέσει το αντίστοιχο ποσό στο λογαριασμό του.

Η αναιρεσείουσα όμως, μετά την αναχώρηση του αναιρεσιβλήτου, άφησε τα σώματα των επιταγών αυτών στη διάθεση του εκδότη υιού της, ο οποίος, πλην της άνω πρώτης, κατέστησε τις λοιπές δίγραμμες, ώστε αυτές να είναι πληρωτέες μόνο σε τραπεζίτη ή πελάτη αυτού. Επί πλέον η αναιρεσείουσα, με σκοπό να βοηθήσει τον υιό της να μην πληρώσει τις επιταγές στον αναιρεσίβλητο, αφενός μεν αρνήθηκε να παραδώσει αυτές στον Μ1, ο οποίος κατ' εντολή του αναιρεσιβλήτου επανειλημμένως ζήτησε αυτές προκειμένου να τις εμφανίσει προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα και στην περίπτωση που ήταν ακάλυπτες να σφραγισθούν, εφ' ετέρου δε άφησε να παρέλθει η προς εμφάνιση αυτών προθεσμία, χωρίς να τις εμφανίσει προς πληρωμή, παρέδωσε δε αυτές τελικώς στον αναιρεσίβλητο κατά μήνα Μάιο 1998, όταν πλέον είχε παρέλθει η προθεσμία προς εμφάνιση και σφράγιση, με αποτέλεσμα αυτός να μη δυνηθεί να τις εισπράξει, κατά μήνα δε Αύγουστο 1998 και πριν προβεί σε δικαστικές ενέργειες εναντίον του εκδότη των επιταγών, ο τελευταίος μεταβίβασε σε τρίτον το μοναδικό του περιουσιακό στοιχείο (ακίνητο στην ...).

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου και καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα να του καταβάλει, ως αποζημίωση, το ποσό των 28.000.000 δρχ., κατά το οποίο ο ίδιος ζημιώθηκε από την υπαίτια (με πρόθεση) με εκτέλεση της εντολής εκ μέρους της αναιρεσείουσας (εντολοδόχου).

Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε α) ότι το γεγονός ότι οι επιταγές δεν είχαν εκδοθεί ως δίγραμμες κατά την έκδοσή τους, κατέστησαν δε δίγραμμες μετά την παράδοσή τους στην εναγομένη από τον εναγόμενο, αποδεικνύεται και από τις φωτοτυπίες αυτών που προσκόμισε ο ενάγων, καθώς και από το ότι τόσο ο μάρτυρας (γαμβρός της εναγομένης) ..., ο οποίος κατέθεσε ότι αυτές ήσαν δίγραμμες όταν παραδόθηκαν στην εναγομένη όσο και η εναγομένη καταδικάσθηκαν με την υπ' αριθμ. 3112/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης σε φυλάκιση δέκα μηνών για ψευδορκία ο πρώτος και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία η δεύτερη και β) το γεγονός, ότι η εναγομένη υπαιτίως (με πρόθεση) δεν εξεπλήρωσε την εντολή, αποδεικνύεται και εκ του ότι αυτή συνομολόγησε την παράδοση και κατοχή των επιταγών, αρνήθηκε δε την απόδοσή τους στον μάρτυρα Μ1 που κατ' εντολή του ενάγοντος ζήτησε τα σώματα αυτών προκειμένου να τις εμφανίσει στην πληρώτρια τράπεζα και να σφραγίσει αυτές στην περίπτωση που ήσαν ακάλυπτες, η δε εναγομένη προφασιζόμενη ότι δεν είχε τέτοια εντολή από τον ενάγοντα αρνήθηκε να αποδώσει αυτές στον άνω μάρτυρα, με συνέπεια να καταστήσει αδύνατη την εμπρόθεσμη εμφάνιση και σφράγιση αυτών.

Από τις αιτιολογίες αυτές του Εφετείου, αναμφιβόλως προκύπτει ότι αυτό έλαβε υπόψη - μεταξύ των άλλων - και τα αναφερόμενα πιο πάνω αποδεικτικά έγγραφα. Επομένως οι περί του αντιθέτου ως άνω 1ος και 2ος λόγος του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚπολΔ είναι αβάσιμοι. Ο τρίτος λόγος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσεως στην προσβαλλόμενη απόφαση είναι αβάσιμος, αφού με τις εκτεθείσες παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 714, 330, 288 και 289 ΑΚ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 01.11.2007 αίτηση της ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2066/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Kαταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ