Legislator Case Law & Legislation
1386/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds, rejecting claim that prior proceedings barred current property suit.

Case Number 1386/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's refusal to recognize her property rights. The appellant argued that the First Instance Court erred by treating her compensation claim as a property claim, violating the principle of res judicata established in earlier proceedings. The court rejected this argument, ruling that the historical cause of action was identical in both cases and that the lower court correctly applied the doctrine of res judicata to prevent re-litigation of the same legal issue.

Legislator headnote

AI generated

Articles 324 and 332 of the Code of Civil Procedure; The principle of res judicata binds all courts and parties, preventing the re-examination of issues already decided when the historical cause of action remains identical.

Keywords

AI generated
res judicata historical cause of action appeal admissibility property rights compensation claim preclusion doctrine civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 566 paragraph 1 and 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561 number 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 324 and 332 of the Code of Civil Procedure
Article 223 of the Code of Civil Procedure
Articles 17 and 26 paragraph 4 of Law 2882/2001
Articles 16, 1 and 8 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 562 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 22 of Law 3693/1957
Article 495 paragraph 3, section e of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 6/2020
Supreme Court 7/2013
Supreme Court 1/2005
Supreme Court 1058/2019
Supreme Court 56/2019
Supreme Court 1559/2017
Supreme Court 15/2000
Supreme Court 1330/2022

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1386 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1386/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. συζ. Β. Ζ., το γένος Σ. Θ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ειρήνη Σπυράτου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Βασιλείου - Τρύφων, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-4-2011 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 152/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 65/2020 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-6-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 18-6-2021 (αρ. εκθ. Καταθ. 22/25-6-2021), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 65/2020 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως. Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ).

Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτώς επισκοπούνται (άρθρο 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με τη διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, προκύπτει ότι με την υπ' αριθμ. 64/2010 απόφαση του Εφετείου Κρήτης καθορίστηκε οριστικώς η τιμή μονάδος αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων δυνάμει της υπ' αριθμ. 3109/8-1-2007 αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης ακινήτων, για λόγους δημοσίας ωφελείας, υπέρ του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και, συγκεκριμένα, για το έργο "Οδικός άξονας Ρέθυμνο-Απόστολοι-Μάνδρες, συνολικής εκτάσεως 219.266 τετραγωνικών μέτρων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και ακίνητα της αναιρεσείουσας. Η αναιρεσείουσα, μαζί με άλλους καθών η απαλλοτρίωση, άσκησε κατά του αναιρεσίβλητου την από 6-4-2011 (αρ. κατ. ΜΕΙ/143/7-4-2011) αίτησή της για αναγνώριση δικαιούχων και τη διόρθωση του οικείου κτηματολογικού πίνακα. Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 121/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, με την οποία το Δικαστήριο απέσχε να εκδώσει απόφαση για τους 50 από τους 56 των αιτούντων, μεταξύ των οποίων και η τελευταία, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 26 παρ. 11, περ. γ' του Ν. 2882/2001. Ακολούθως, η αναιρεσείουσα άσκησε την από 19-11-2013 (αρ. εκθ. καταθ. ΜΕΙ/266/2013) αίτησή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, αιτούμενη την αναγνώριση δικαιούχων και την διόρθωση του οικείου κτηματολογικού πίνακα.

Εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 154/2014 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία ανεστάλη η έκδοση αποφάσεως, μέχρις εκδόσεως τελεσίδικης απόφασης επί της ως άνω από 6-4-2011 (αρ. κατ. ΜΕΙ/143/7-4-2011) αιτήσεως. Με την από 23-9-2014 (αρ. κατ. ΜΕΙ/209/2014) κλήση τους οι αιτούντες παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της από 19-11-2013 αιτήσεώς τους και ζήτησαν την επαναφορά της από 6-4-2011 (αρ. κατ. ΜΕΙ/143/7-4-2011) αιτήσεως για την έκδοση οριστικής αποφάσεως.

Εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 34/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, με την οποία η αίτηση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη. Στη συνέχεια, η αναιρεσείουσα με την από 4-10-2016 (αρ. εκθ. κατ. ΜΤ/71/5-10-2016) κλήση της, εισαχθείσα κατά την τακτική διαδικασία, ζήτησε να ορισθεί ημερομηνία δικασίμου για την από 6-4-2011 (αρ. κατ. ΜΕΙ/143/7-4-2011) αίτησή της, να αναγνωρισθεί κυρία των απαλλοτριωθεισών εκτάσεων, να διορθωθούν οι κτηματολογικοί πίνακες και να διαταχθεί η καταβολή σε αυτήν της αποζημιώσεως, που καθορίσθηκε οριστικώς με την υπ' αριθμ. 64/2010 απόφαση του Εφετείου Κρήτης. Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 152/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, με την οποία η κλήση κρίθηκε ως αγωγή και απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, επειδή δεν εφαρμόσθηκε η, προβλεπόμενη από το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 1539/1938, προδικασία, με την επίδοση προηγουμένως από την αναιρεσείουσα αιτήσεως προς το Ελληνικό Δημόσιο, όπως επιτάσσει η τελευταία διάταξη και την εγγραφή της στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων, κατ' άρθρον 220 του Κ.Πολ.Δ. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως η αναιρεσείουσα άσκησε την από 22-10-2018 έφεσή της, η οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 65/2020, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του Α.Ν. 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δ. με το άρθρο 52 αριθμ. 18 του Εισαγωγικού Νόμου, όπως η διάταξη αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 24 του Ν. 2732/1999, "Οποιοσδήποτε αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο εκτός της νομής εμπράγματο επί ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, ανεξάρτητα αν αυτό κατέχεται από το Δημόσιο ή τον ίδιο, οφείλει πριν υποβάλει σχετική αγωγή στο αρμόδιο, κατά τις κείμενες διατάξεις, δικαστήριο, να κοινοποιήσει με δικαστικό επιμελητή προς το Δημόσιο αίτηση, η οποία θα περιλαμβάνει τις αξιώσεις του, δηλαδή το δικαίωμά του, το είδος, την έκταση, την ακριβή θέση, όπου κείται το ακίνητο και τα όριά του, μετά τοπογραφικού διαγράμματος συντεταγμένου από μηχανικό και τους τίτλους, στους οποίους στηρίζει το δικαίωμά του, ως και τα ονόματα και την ακριβή διεύθυνση των μαρτύρων, οι οποίοι μπορούν να καταθέσουν υπέρ αυτού.

Αγωγή που ασκείται χωρίς να έχει τηρηθεί η ως άνω προδικασία κηρύσσεται απαράδεκτη από το αρμόδιο δικαστήριο". Κατά δε την παράγραφο 4 του άρθρου αυτού, μόνο έξι μήνες μετά την επίδοση της παραπάνω αιτήσεως μπορούν οι αναφερόμενοι στην παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου, αν δεν λάβουν ειδοποίηση για την αποδοχή των αξιώσεών τους, εν όλω ή εν μέρει, να εγείρουν αγωγή (Α Π. 679/2021, Α Π. 201/2017, Α Π. 2125/2014, Α.Π. 1054/2013).

Είναι προφανές ότι με το άρθρο αυτό, η ισχύς του οποίου άρχισε από τη δημοσίευση του ιδίου νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 28 αυτού) την 30-7-1999 (ΦΕΚ Α 154/99), καθιερώνεται, κατά τροποποίηση της σχετικής ρυθμίσεως του άρθρου 8 παρ. 1 του Α Ν. 1539/1938, η τήρηση της προδικασίας της αιτήσεως θεραπείας, πριν από την άσκηση οποιασδήποτε διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής κατά του Δημοσίου, ανεξαρτήτως αν το ακίνητο κατέχεται ή όχι από αυτό (Δημόσιο).

Η νέα αυτή νομοθετική ρύθμιση εναρμονίζεται, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του νόμου, πληρέστερα από την συνταγματικώς επιβαλλόμενη προστασία των δασών και του περιβάλλοντος γενικότερα. Η τήρηση της διοικητικής αυτής προδικασίας, που αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της σχετικής αγωγής, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης και απαιτείται, όχι μόνον όταν το ακίνητο κατέχεται από το Δημόσιο, όπως γινόταν δεκτό υπό το προηγούμενο καθεστώς (Α.Π. 679/2021, Α.Π. 301/2013, Α.Π. 692/2009).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η κατά του Δημοσίου διεκδικητική ή αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή, αν δεν προηγηθεί η επίδοση της αιτήσεως αυτής, με τα αναφερόμενα στην ίδια διάταξη στοιχεία και περάσουν έξι μήνες από την επίδοση, εκτός, αν στο διάστημα αυτό των έξι μηνών, ο αιτών έλαβε ειδοποίηση ότι έγιναν δεκτές ή απορρίφθηκαν οι αξιώσεις του (Α.Π. 679/2021, Α.Π. 1128/2012, Α.Π. 320/2004).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 220 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., "Αγωγές, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι αναγνωριστικές ή ανακοπές εμπράγματες, μικτές ή νομής, εκτός από τα ασφαλιστικά μέτρα νομής καθώς και αγωγές διάρρηξης δικαιοπραξίας ως καταδολιευτικής, όταν αφορούν ακίνητα, εγγράφονται, ύστερα από αίτηση του ενάγοντος ή του ανακόπτοντος στα βιβλία διεκδικήσεων του γραφείου της περιφέρειας, όπου βρίσκεται το ακίνητο, μέσα σε τριάντα ημέρες από την κατάθεσή τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτες".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, η μη εγγραφή στα σχετικά βιβλία διεκδικήσεων της αγωγής, που πρέπει να εγγραφεί σ' αυτά, κατά τη διάταξη του άρθρου 220 παρ. 1 Κ,Πολ.Δ., συνεπάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης και αυτεπαγγέλτως (Α.Π. 679/2021, Α.Π. 394/2011, Α.Π. 491/2009, Α.Π 27/2008). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 11 του Ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων", όπως η εν λόγω παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 132 παρ. 2 του Ν. 4070/2012, "Το δικαστήριο απέχει να εκδώσει απόφαση αναγνωρίσεως δικαιούχων της αποζημίωσης:

α)..., β)..., γ) εάν το αίτημα του αξιούντος την αναγνώριση δεν είναι σύμφωνο με τον κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα και δεν έχει υποβάλλει σχετικό αίτημα, προ τριμήνου, από τη συζήτηση στην αρμόδια Υπηρεσία για την διόρθωση των κτηματολογικών στοιχείων, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από το άρθρο 16 ... Εάν το δικαστήριο απόσχει να εκδώσει απόφαση αναγνώρισης του δικαιούχου της αποζημίωσης, η κυριότητα του απαλλοτριωμένου και τα άλλα εμπράγματα δικαιώματα επ' αυτού κρίνονται κατά την τακτική διαδικασία".

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 7 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), αφού συντελεστεί η αναγκαστική απαλλοτρίωση, κάθε εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριούμενο πράγμα, οποιουδήποτε τρίτου που συμμετείχε ή όχι, ακόμη και εκείνου που δεν προσκλήθηκε στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού αποζημιώσεως, τρέπεται, στο εξής, σε ενοχική αξίωση πάνω στην αποζημίωση, που παρακατατέθηκε ή εισπράχθηκε, κατ' εκείνου υπέρ του οποίου εκδόθηκε το χρηματικό ένταλμα πληρωμής ή εκείνου που εισέπραξε την αποζημίωση.

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι στην περίπτωση, κατά την οποία η αναγνώριση δικαιούχου επιχειρείται πριν από τη| συντέλεση της απαλλοτριώσεως και το δικαστήριο απέχει να εκδώσει απόφαση αναγνωρίσεως δικαιούχων αποζημιώσεως κατά την ειδική διαδικασία, διότι πιθανολογεί ότι η κυριότητα του απαλλοτριωμένου ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα ανήκει στο Δημόσιο και καθίσταται αρμόδιο το δικαστήριο κατά την τακτική διαδικασία, ο καθού η απαλλοτρίωση εξακολουθεί να είναι κύριος του ακινήτου, αντικείμενο της αγωγής είναι η κυριότητα του ακινήτου και απαιτείται η εγγραφή αυτής στα βιβλία διεκδικήσεων και η κοινοποίηση αιτήσεως στο Δημόσιο, η οποία περιλαμβάνει τις αξιώσεις του, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1 του Α.Ν. 1539/1938, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 του Ν. 2732/1999.

Η άσκηση της αγωγής πριν την παρέλευση έξι (6) μηνών από την κοινοποίηση αιτήσεως κρίνεται απαράδεκτη. Αν, όμως, η αναγνώριση δικαιούχου επιχειρείται μετά τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως και το δικαστήριο απέχει να εκδώσει απόφαση αναγνωρίσεως δικαιούχων αποζημιώσεως κατά την ειδική διαδικασία, διότι πιθανολογεί ότι η κυριότητα του απαλλοτριωμένου ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα ανήκει στο Δημόσιο και καθίσταται αρμόδιο το δικαστήριο κατά την τακτική διαδικασία, δεν παύει να είναι αντικείμενο της δίκης η αποζημίωση, αν έχει επέλθει συντέλεση της απαλλοτριώσεως.

Και τούτο, διότι η κυριότητα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου έχει ήδη αποκτηθεί από το υπερού η απαλλοτρίωση κατά τρόπο πρωτότυπο και, συνεπώς, στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία μετά τη# συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως κάθε εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριούμενο πράγμα οποιουδήποτε τρίτου που συμμετείχε ή όχι, ακόμη και εκείνου που δεν προσκλήθηκε στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού αποζημιώσεως, στο εξής τρέπεται σε ενοχική αξίωση πάνω στην αποζημίωση που παρακατατέθηκε, δεν απαιτείται η εγγραφή αυτής στα βιβλία διεκδικήσεων και η κοινοποίηση αιτήσεως στο Δημόσιο, η οποία περιλαμβάνει τις αξιώσεις του, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1 του Α Ν. 1539/1938, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 του Ν. 2732/1999 (Α Π. 679/2021, Α.Π. 1301/2020, Α.Π. 298/2020, Α.Π. 279/2019, Α.Π. 1753/2017, Α.Π. 201/2017, Α.Π. 2125/2014, Α.Π. 1.054/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. Η/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως ανω Λογο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ο λ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους πέμπτο, έκτο και όγδοο λόγους της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως υποστηρίζει ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι κακώς και παρά το^ νόμο η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως απαράδεκτη την από 4-10- 2016 κλήση της, θεωρώντας ότι, πριν την κατάθεσή της, όφειλε να τηρήσει την διαδικασία, που προβλέπεται από το άρθρο 8 του Α.Ν. 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", ενώ έχει εφαρμογή η προβλεπόμενη προδικασία από τα άρθρα 17 και 26 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 και όχι η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του Α.

Ν. 1539/1938, η οποία και τηρήθηκε και η αποχή του δικαστηρίου από την έκδοση αποφάσεως δεν έγινε λόγω αμφισβητήσεως από το Δημόσιο της κυριότητας των αιτούντων επί των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους, αλλά λόγω της μη εμπρόθεσμης υποβολής προ τριμήνου από τη συζήτηση του αιτήματος στην αρμόδια Υπηρεσία περί διορθώσεως στοιχείων του Κτηματολογικού πίνακα της απαλλοτριώσεως.

Οι λόγοι αυτοί για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δεν ιδρύονται εν προκειμένω και είναι απορριπτέοι, δεδομένου ότι το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τους κανόνες, των οποίων συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους και προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα την αληθή του έννοια, δεν εκδηλώνεται δε παραβίαση, ούτε με ψευδή ερμηνεία, ούτε με κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που θα κατέληγε σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού, αλλά έγινε ορθή ερμηνεία και η ορθή υπαγωγή στους κανόνες δικαίου και ως προς τις προϋποθέσεις και τους όρους εφαρμογής της εφαρμοστέας, εν προκειμένω, διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 1 του Α.Ν. 1539/1938.

Και τούτο, διότι, αφού το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου, με την υπ' αριθμ. 121/2013 απόφασή του, απέσχε να εκδώσει απόφαση για την αναγνώριση δικαιούχων, κατ' εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 26 παρ. 11, περ. γ' του Ν. 2882/2001, τυγχάνει εφαρμογής το τελευταίο εδάφιο της εν λόγω παραγράφου, σύμφωνα με το οποίο η κυριότητα του απαλλοτριουμένου και τα άλλα εμπράγματα δικαιώματα επ' αυτού, κρίνονται κατά την τακτική διαδικασία, οπότε είναι απαραίτητη η τήρηση της διαδικασίας που προβλέπεται από τα άρθρα 8 παρ. 1 του Α Ν. 1539/1938 και 220 του Κ.Πολ.Δ.

Περαιτέρω, αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο δέκατος λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι κακώς και παρά το νόμο, την καταδίκασε στη δικαστική δαπάνη, ύψους 300 ευρώ, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 26 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑ), το οποίο παραπέμπει στο άρθρο 18 του ιδίου Κώδικα, η διαδικασία προσδιορισμού αποζημιώσεως διεξάγεται ατελώς και, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 18, η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, δηλαδή το Δημόσιο.

Και τούτο, διότι, στην προκειμένη περίπτωση, η δίκη δεν αφορά στη διαδικασία προσδιορισμού αποζημιώσεως, προσωρινής ή οριστικής, αλλά ασκήσεως αγωγής κατά την τακτική διαδικασία, με αντικείμενο αυτής την κυριότητα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων της αναιρεσείουσας, οπότε ορθά επιβλήθηκε από το Εφετείο εις βάρος της, ως εκκαλούσας, λόγω της ήττας της, η δικαστική δαπάνη, κατά τα άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ., μειωμένη, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος.

Τέλος, ο συμψηφισμός ή μη της δικαστικής δαπάνης, κατ' άρθρον 179 του Κ.Πολ.Δ., εναπόκειται πάντα στη διακριτική κρίση και ευχέρεια του εκάστοτε δικαστηρίου και ο μη συμψηφισμός της δεν απαιτείται να αιτιολογηθεί ειδικώς, ούτε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 819/2011, Α.Π. 98/2009, Α.Π. 1533/2008).

Συνεπώς, ο δέκατος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, κρίνεται απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8, εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ. ο αναιρετικός λόγος από την διάταξη αυτή ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός, για μη λήψη υπ' όψιν προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπ' όψιν (Ολ.

Α.Π. 2/2001, Α.Π. 20/2023). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι παραδεκτώς προβαλλόμενοι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.

Α.Π. 22/2005), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή, αναλόγως, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (Ολ. Α.Π. 14/2011, Ολ. Α.Π. 2/1989, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 523/2018, Α.Π. 793/2015), όχι, όμως και οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν αυτοτέλεια (Ολ.

Α.Π. 14/2011, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 150/2015). Σε περίπτωση, δηλαδή, παραλείψεως του δικαστηρίου να λάβει υπ' όψιν κάποιον πραγματικό ισχυρισμό, για την ίδρυση του ως άνω αναιρετικού λόγου πρέπει ο αγνοηθείς ισχυρισμός να είναι ουσιώδης και πρόσφορος να επηρεάσει ευνοϊκώς για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Συνεπώς, εάν ο προβληθείς ισχυρισμός είναι μη νόμιμος ή αόριστος, δηλαδή επουσιώδης, δεν ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναιρέσεως (Α.Π. 20/2023, Α.Π. 246/2020, Α.Π. 447/2020, Α.Π. 558/2018, Α.Π. 1447/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και τρίτο λόγους της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως υποστηρίζει ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, από τα οποία προέκυπτε, αφενός μεν, ότι δεν υπήρχε διένεξη μεταξύ αυτής και του Ελληνικού Δημοσίου για την κυριότητα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και, επομένως, αυτή δεν είχε υποχρέωση να τηρήσει την προδικασία των διατάξεων του άρθρου 8 παρ. 1 του Α.Ν. 1539/1938, αφετέρου δε, ότι το αίτημά της ήταν ενοχικού και όχι εμπραγμάτου χαρακτήρα και, επομένως, δεν απαιτείτο η εγγραφή της κλήσεώς της της εντός 30 ημερών από την κατάθεσή της στα βιβλία διεκδικήσεων, κατ' άρθρο 220 Κ.Πολ.Δ., όπως απαιτείται για την εγγραφή εμπραγμάτων αγωγών που αφορούν διενέξεις επί ζητημάτων κυριότητας ακινήτων και όχι επί αιτήματος αναγνωρίσεως δικαιούχου αποζημιώσεως από απαλλοτρίωση, που συνιστά αίτημα καθαρά ενοχικού χαρακτήρα.

Οι ισχυρισμοί αυτοί της αναιρεσείουσας αβασίμως προβάλλονται, διότι δεν στοιχειοθετούν "πράγματα" κατά την έννοια της προαναφερθείσας διατάξεως ως αυτοτελείς ισχυρισμοί διαδίκου, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημά του, αλλά αποτελούν ισχυρισμούς και επιχειρήματα νομικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων της αναιρεσείουσας ή νομικοί ισχυρισμοί και νομική επιχειρηματολογία αυτής, που το Δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως.

Άλλωστε, όταν η αναγνώριση δικαιούχου επιχειρείται πριν από τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως και το δικαστήριο απέχει να εκδώσει απόφαση αναγνωρίσεως δικαιούχου αποζημιώσεως κατά την ειδική διαδικασία, διότι πιθανολογεί ότι η κυριότητα του απαλλοτριωμένου ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα ανήκει στο Δημόσιο και καθίσταται αρμόδιο το δικαστήριο κατά την τακτική διαδικασία, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ο καθού η απαλλοτρίωση εξακολουθεί να είναι κύριος του ακινήτου, αντικείμενο της αγωγής είναι η κυριότητα του ακινήτου και απαιτείται η εγγραφή αυτής στα βιβλία διεκδικήσεων και η κοινοποίηση αιτήσεως στο Δημόσιο, η οποία περιλαμβάνει τις αξιώσεις του, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1 του Α.Ν. 1539/1938, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 του ν. 2732/1999.

Επομένως δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αναιρέσεως αυτός και αν ακόμη θεωρηθεί ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν ελήφθησαν υπ' όψιν από το Δικαστήριο, εφόσον είναι μη νόμιμοι ισχυρισμοί και, συνεπώς, δεν θεωρούνται ουσιώδεις, αφού δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Η αναιρεσείουσα με τον έβδομο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεώς της υποστηρίζει ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι, παρά το νόμο έλαβε υπ' όψιν αυτεπαγγέλτως πράγματα, που δεν προτάθηκαν νομίμως και δη ότι η από 4.10.2016 κλήση της έπρεπε να κοινοποιηθεί στο Δημόσιο πριν την κατάθεσή της στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του Α.Ν. 1539/1938 και να γίνει εγγραφή της εντός 30 ημερών από της καταθέσεώς της στο Δικαστήριο, στα βιβλία διεκδικήσεων, ενώ το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο το πρώτον με τις κατατεθείσες προτάσεις του, την 10.1.2017, ήγειρε αξιώσεις κυριότητας επί των απαλλοτριωθέντων ακινήτων της. Όπως, όμως, προεκτέθηκε, η τήρηση της προαναφερθείσας προδικασίας είναι υποχρεωτική, αφ' ης στιγμής το Δικαστήριο απέχει να εκδώσει απόφαση, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 26, παρ. 26, περ. γ' του Ν. 2882/2001, τήρηση η οποία αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της σχετικής αγωγής και εξετάζεται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης. Επομένως, ο λόγος αυτός τυγχάνει απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζητήσεως, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα, που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα", που δέχθηκε ως αληθινά.

Ο όρος "πράγματα", στον αριθμό 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ιδίου άρθρου. Δεν απαιτείται, πάντως, να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπ' όψιν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (Α.Π. 1284/2020, Α.Π. 1161/2020, Α.Π. 919/2019, Α.Π. 447/2019, Α.Π. 403/2017, Α.Π. 677/2015).

Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός, που έλαβε υπ' όψιν το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της αποφάσεως, είναι δε αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα.

Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των μετ' επικλήσεως προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα", κρίση, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Α.Π. 1161/2020, Α.Π. 677/2015).

Με τους τέταρτο και όγδοο των λόγων αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο έσφαλε με το να θεωρήσει ότι μεταξύ της αναιρεσείουσας και του αναιρεσιβλήτου υπάρχει διένεξη για την κυριότητα των απαλλοτριωθέντων κτημάτων και να εκλάβει ως αληθινά πράγματα χωρίς απόδειξη. Οι λόγοι αυτοί κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, αφής στιγμής το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου, με την υπ' αριθμ. 121/2013 απόφασή του απέσχε στην έκδοση αποφάσεως, τυγχάνει εφαρμογής το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 11 του άρθρου 26 του Ν. 2882/2001 και η διαφορά πλέον αφορά την κυριότητα την απαλλοτριωθέντων ακινήτων, η οποία ερευνάται κατά την τακτική διαδικασία.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11, περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έτσι, ο λόγος αναιρέσεως αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψιν του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νομίμως προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (Ολ. Α.Π. 14/2011, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 344/2020, Α.Π. 620/2019, Α.Π. 1169/2019), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

Α.Π. 42/2002), διαμορφώνοντας το διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς την σχετική παράλειψη (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 781/2020, Α.Π. 1169/2019, Α.Π. 1/2018, Α.Π. 1874/2008), εφόσον, βεβαίως, προτάθηκαν παραδεκτώς στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020). Ωστόσο, δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους.

Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπ' όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός (Ολ.

Α.Π. 2/2008, Α.Π. 781/2022) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020, Α.Π. 1167/2019). Μη λήψη υπ' όψιν, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1167/2019, Α.Π. 798/2010, Α.Π. 22/2005), όχι, όμως και τα επίδικα (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 781/2020, Α.Π. 427/2020, Α.Π. 345/2020, Α.Π. 1167/2019).

Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος, αναφορά στα αποδεικτικά μέσα καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς να παραληφθεί κανένα (Ολ.

Α.Π. 8/2016, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά την βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπ' όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπ' όψιν και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.

Α.Π. 2/2008, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020, Α.Π. 1034/2020, Α.Π. 412/2019, Α.Π. 705/2019). Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα, από εκείνο που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ή ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1110/2020, Α.Π. 75/2016, Α.Π. 100/2007).

Η αναιρεσείουσα με τους πρώτο, τρίτο και τέταρτο λόγους της αιτήσεώς της ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 11, εδάφ. γ' του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπ' όψιν αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισε και επικαλέσθηκε νομίμως και από τα οποία προέκυπτε, αφενός μεν, ότι δεν υπήρχε διένεξη μεταξύ αυτής και του Ελληνικού Δημοσίου για την κυριότητα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, ότι, σε κάθε περίπτωση, η Κλήση της περιήλθε σε γνώση των Προϊσταμένων της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας καθώς και της οικείας Δασικής αρχής και ότι το αίτημά της ήταν ενοχικού και όχι εμπράγματου χαρακτήρα. Οι λόγοι αυτοί απαραδέκτως προβάλλονται και πρέπει να απορριφθούν καθόσον το Εφετείο δεν έκρινε επί της ουσίας της διαφοράς, αλλά κρίναν την κλήση της αναιρεσείουσας ως αγωγή, που έπρεπε να εκδικασθεί κατά την τακτική διαδικασία, την απέρριψε για τυπικούς λόγους.

Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λπ.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ.

Α.Π. 1/2019, Ολ. Α.Π. 25/2008, Α.Π. 1181/2022, Α.Π. 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διατάξεως δικονομικής φύσεως (Ολ. Α.Π. 2/2001, Α.Π. 1181/2022, Α.Π. 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διατάξεως, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ.

Α.Π. 2/2001, Α.Π. 1181/2022, Α.Π. 480/2020, Α.Π. 175/2019, Α.Π. 1496/2017). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στην δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης αποφάσεως, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργεια τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (Α.Π. 1181/2022, Α.Π. 927/2019, Α.Π. 357/2018).

Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως της αγωγής, των ενδίκων μέσων (Α.Π. 1181/2022, Α.Π. 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 του Κ.Πολ.Δ.) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (Α.Π. 1181/2022, Α.Π. 1206/2019, Α.Π. 2081/2018).

Αντιθέτως, το απαράδεκτο της ως άνω διατάξεως δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ενστάσεως ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο διατακτικό της αποφάσεως (Α.Π. 1181/2022).

Η αναιρεσείουσα, με τους πρώτο, τρίτο και έκτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και, ειδικότερα, παρά τον νόμο δεν έλαβε υπ' όψιν την έφεσή της, τις κατατεθείσες προτάσεις της, την προσθήκη-αντίκρουση επί των προτάσεων με τους περιεχόμενους σε αυτά ισχυρισμούς της, ήτοι ως προς το ζήτημα της μη υπάρξεως διενέξεως με το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο για την κυριότητα και ως προς το ζήτημα της υπάρξεως ενοχικής και όχι εμπράγματης αξιώσεώς της. Οι λόγοι αυτοί προβάλλονται αβασίμως και αλυσιτελώς, δεδομένου ότι δεν κήρυξε το δικαστήριο παρά τον νόμο απαράδεκτο λόγω παραβάσεως δικονομικών διατάξεων, που θέτουν προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων στοιχειοθετεί διαδικαστική πράξη στερούμενη των προϋποθέσεων του κύρους της, δηλαδή δεν έκρινε ότι οι προταθέντες ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας δεν λαμβάνονται υπ' όψιν και απορρίπτονται ως απαράδεκτοι, αλλά το Εφετείο τους έλαβε υπ' όψιν και τους απέρριψε ως αβασίμου.

Συνεπώς, οι λόγοι αυτοί, ως στηριζόμενοι στην προαναφερθείσα εσφαλμένη προϋπόθεση, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Εξάλλου, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο αναιρετικό λόγο αποδίδει την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη κλήση της λόγω μη κοινοποιήσεώς της κατά το άρθρο 8 παρ. 1 του Α.Ν. 1599/1938 και της μη εγγραφής της στο Υποθηκοφυλακείο κατά το άρθρο 220 του Κ.Πολ.Δ.

Σύμφωνα, όμως, με όσα προεκτέθηκαν, το Εφετείο ορθά έκρινε και απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δεδομένου ότι εν προκειμένω η αναγνώριση δικαιούχου επιχειρήθηκε πριν από τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως, το επιληφθέν πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου, απέσχε να εκδώσει απόφαση αναγνωρίσεως δικαιούχου αποζημιώσεως κατά την ειδική διαδικασία, διότι πιθανολογήθηκε ότι η κυριότητα του απαλλοτριωμένου ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα ανήκε στο Δημόσιο, επομένως κατέστη αρμόδιο το Δικαστήριο κατά την τακτική διαδικασία, η δε καθού η απαλλοτρίωση - αναιρεσείουσα εξακολούθησε να είναι κυρία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και αντικείμενο της αγωγής ήταν η κυριότητα των εν λόγω ακινήτων, οπότε απαιτείται η εγγραφή αυτής στα βιβλία διεκδικήσεων και η κοινοποίηση αιτήσεως στο Δημόσιο, η οποία να περιλαμβάνει τις αξιώσεις της.

Επομένως και ο ερειδόμενος σε αυτήν την αιτίαση λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ιδίας αποφάσεως και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεως στο αιτιολογικό της ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού.

Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό ιδρύει τον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπουμένης διαπλάσεως ή η ύπαρξη βεβαιότητος στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (Ολ. Α.Π. 13/1995, Α.Π. 976/2020, Α.Π. 833/2020).

Αν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και στο διατακτικό και έχει μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, ιδρύεται ο από τον αριθμό 19 λόγος, ενώ, αν υπάρχει μεταξύ εκείνων που έγιναν δεκτά και του συμπεράσματος (συλλογιστικό άλμα), ιδρύεται ο, από τον αριθμό 1, λόγος (Α.Π. 833/2020, Α.Π. 759/2020, Α.Π. 637/2017, Α.Π. 634/2017).

Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι φερόμενες ως αντιφατικές διατάξεις (του διατακτικού) της προσβαλλομένης αποφάσεως, εξαιτίας των οποίων εμποδίζεται η εκτελεστότητά της ή η δημιουργία της σκοπουμένης εννόμου σχέσεως ή η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου και να προσδιορίζεται με ακρίβεια η αντίφασή τους (Α.Π. 1081/2020, Α.Π. 1890/2009).

Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2β του Κ.Πολ.Δ.), ενώ μπορεί να ληφθεί υπ' όψιν και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 562 παρ. 4 του Κ,Πολ.Δ.) (Α.Π. 2016/2022, Α.Π. 43/2021, Α. Π. 185/2021).

Με το δεύτερο λόγο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, με την επίκληση της διατάξεως των αριθμών 14 και 17 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι, ενώ σε διάφορα σημεία του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης η κλήση της αναιρεσείουσας κρίνεται ως απαράδεκτη λόγω μη κοινοποιήσεώς της κατά το άρθρο 8 παρ. 1 του Α.Ν. 1599/1938 και της μη εγγραφής της στο Υποθηκοφυλακείο κατά το άρθρο 220 του Κ.Πολ.Δ., εν τούτοις, στο διατακτικό της το Εφετείο απορρίπτει την έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, αφού το Εφετείο στο αιτιολογικό του αναφέρεται στο ζήτημα του παραδεκτού της αιτήσεως για να καταλήξει στην αβασιμότητα των προβληθέντων από την αναιρεσείουσα λόγων εφέσεως. Η διάταξη της προσβαλλομένης αποφάσεως περί απορρίψεως της αγωγής της αναιρεσείουσας ως κατ' ουσίαν αβάσιμης δεν είναι αντιφατική προς την προηγούμενη διάταξη περί της τυπικής και ουσιαστικής παραδοχής της έφεσης της αναιρεσείουσας.

Πλέον αυτών, ο αναιρετικός λόγος αυτός, με τον οποίο η τελευταία αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, πρωτίστως διότι δεν προσδιορίζεται ποια είναι η αντίφαση, που υπάρχει στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία και μόνον αυτή ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως και, σε κάθε περίπτωση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί, η, κατά την εκδοχή της αναιρεσείουσας, αντίφαση, όπως κατά τα ανωτέρω αναφέρεται στο αναιρετήριο, δεν εντοπίζεται στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπως απαιτείται για την ίδρυση του ανωτέρω λόγου, αλλά εντοπίζεται μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού αυτής, πλην όμως τέτοιου είδους αντίφαση δεν ιδρύει τον παρόντα αναιρετικό λόγο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 16 του Κ,Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο κατά παράβαση νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Ο λόγος αυτός προϋποθέτει ότι το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση διαδίκου, ερεύνησε περί της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και για το λόγο τούτο δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού ή δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου με βάση απόφαση, που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 7/2013, Ολ. Α.Π. 1339/1995). Πάντως, ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων, σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτά έχουν την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.

Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση, από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) (Α.Π. 782/2022, Α.Π. 794/2020, Α.Π. 960/2015).

Για να είναι ο λόγος αυτός ορισμένος, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης, που προηγήθηκε από την οποία η επίκληση του δεδικασμένου, τα ζητήματα που κρίθηκαν σε αυτή με δύναμη δεδικασμένου, σε συσχετισμό με το αντικείμενο της ενεστώσας δίκης, ποιος ήταν ο ισχυρισμός, τον οποίο αφορά το δεδικασμένο, ο τρόπος με τον οποίο, συγκεκριμένως, παραβιάστηκε αυτό και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά, που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλομένης αποφάσεως, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν παραβιάστηκαν οι διατάξεις του Κ.Πολ.Δ.

για το δεδικασμένο, καθώς και ότι η περί δεδικασμένου ένσταση είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας. Ειδικότερα, μολονότι κατά το άρθρο 332 του Κ.Πολ.Δ. το δεδικασμένο λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπ' όψιν από το δικαστήριο, δεν αφορά, ωστόσο, τη δημόσια τάξη, αφού οι σχετικές με αυτό διατάξεις εξυπηρετούν τα ιδιωτικά, πρωτίστως, συμφέροντα και όχι άλλα ανώτερα κοινωνικά συμφέροντα.

Επομένως, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπ' όψιν του το δεδικασμένο, ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, εφόσον ο σχετικός, με το δεδικασμένο ισχυρισμός, προτάθηκε, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητώς, δηλαδή περιέχεται στην απόφαση του δικαστηρίου αρνητική κρίση για την συνδρομή του δεδικασμένου, πρέπει δε αυτό να αναφέρεται στο αναιρετήριο, αλλιώς ο λόγος αναιρέσεως είναι και πάλι αόριστος (Ολ.

Α.Π. 1339/1985, Α.Π. 782/2022, Α.Π. 81/2020, Α.Π. 1311/2018). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 322, 324, 331 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά, που ήταν αναγκαία και συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη.

Ενώ ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα), που αφορά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση. Περαιτέρω, το δεδικασμένο που καλύπτει ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό, όπως αυτός διατυπώνεται στην απόφαση, δεσμεύει τόσο τους διαδίκους όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 324 και 332 του Κ.Πολ.Δ., δεν μπορούν να επανακρίνουν ό,τι έχει ήδη κριθεί (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 7/2013, Ολ. Α.Π. 1/2005, Α.Π. 1058/2019, Α.Π. 56/2019, Α.Π. 1559/2017).

Με τον ένατο λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 16, 1 και 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση, αντιστοίχως, ότι το Εφετείο, κακώς και παρά το νόμο, θεώρησε ότι η από 4.10.2016 κλήση της έχει τον χαρακτήρα αγωγής, μετατρέποντας απαραδέκτως κατά το άρθρο 223 του Κ.Πολ.Δ.

το αίτημα της αιτήσεώς της περί καταβολής αποζημιώσεώς της σε αίτημα κυριότητας, τα θέματα που κρίθηκαν από με την υπ' αριθμ. 121/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου αποτελούν δεδικασμένο, περί του ότι έχει τηρηθεί η προβλεπόμενη από τα άρθρα 17 και 26 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 προδικασία, αφού αντίγραφο της αιτήσεώς της επιδόθηκε στον Προϊστάμενο της οικείας Δασικής Αρχής και στην Προϊσταμένη της Κτηματικής Υπηρεσίας του Νομού Ρεθύμνου, ενώ η εκκρεμοδικία διατηρείται με την έκδοση της μη οριστικής αποφάσεως υπ' αριθμ. 121/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, με την οποία το Δικαστήριο απέσχε να εκδώσει απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στην τακτική διαδικασία.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθόσον για την θεμελίωσή του δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός περί δεδικασμένου προτάθηκε κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον δεν υφίσταται η απαραίτητη προϋπόθεση της ταυτότητας της ιστορικής αιτίας (Ολ.

Α.Π. 15/2000, Α.Π. 1330/2022). Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να καταδικαστεί η ηττηθείσα αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, τα οποία, ωστόσο, θα καθορισθούν μειωμένα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176, 183, 191 παρ. 2 του Κ,Πολ.Δ., σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 22 του Ν. 3693/1957 και, τέλος, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3, εδάφ.

ε' του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας αποφάσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-6-2021 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 65/2020 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα, παραβόλου. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, το ποσό των οποίων ορίζει σε τριακόσια ευρώ (300€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Σεπτεμβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ