Supreme Court dismisses appeal on ground of currency devaluation, ruling it lacks specific legal basis under Article 288 of the Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a currency devaluation claim. The appellant argued that the lower court failed to provide sufficient legal grounds for its ruling on the devaluation of the drachma against the British pound. The court determined that the appellate court did not err in its reasoning because the devaluation resulted from market factors rather than specific state decisions, rendering the appeal under Article 559(19) of the Code of Civil Procedure unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 495(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on the alleged lack of legal basis for a finding of currency devaluation is inadmissible if the lower court correctly identified the devaluation as stemming from general economic factors rather than specific state decisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1386 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1386/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Ρ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δήμο-Δημήτριο Παπαναστασίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ……και 16)…., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελεήμονα Κοναξή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 13/9/2010 (3), 15/9/2010 και 17/9/2010 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1598/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 4301/2015 μη οριστική και 2343/2017 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/3/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος, ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις: 11601Γ'/19-3-2019 και 11599Γ'/19-3-2019, εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης Ελισάβετ Τσονίδου, 8513Β/28-3-2019, 8511Β/28-3-2019, 8472Β/20-3-2019, 9486Β/24-10-2019, 8509Β/28-3-2019 και 8562Β/8-4-2019 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Βασιλείου Κουτσογιάννη, που προσκομίζει ο αναιρεσείων, αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης μετά της οικείας έκθεσης κατάθεσής της, καθώς επίσης, βεβαίωση του Γραμματέα του Αρείου Πάγου για την αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης από την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με κλήση για εμφάνιση των αναιρεσίβλητων κατά την μετ' αναβολή αυτή δικάσιμο για τη συζήτηση της υπόθεσης, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 122, 123, 124, 126, 127, 128, 135, 136, 139 ΚΠολΔ), στους δεύτερο, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη, έβδομο, όγδοη, ένατη και δέκατη πέμπτη των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα.
Οι ως άνω αναιρεσίβλητοι, όμως, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά συνεδριάσεως, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν, κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνηση της από τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης παρά την απουσία τους.
Με την κρινόμενη από 1-3-2018 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 2343/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 1598/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία απόφαση, είχαν γίνει δεκτές οι από 13-9-2010, (τρεις), 15-9-2010, 17-9-2010, αγωγές των αναιρεσίβλητων και είχε υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να καταβάλει σ' αυτούς τα επιδικασθέντα χρηματικά ποσά. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, μετά την εξαφάνιση της οριστικής απόφασης, το Εφετείο, δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε τις αγωγές αυτές εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμες. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Με τη γενική ρήτρα της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", θεσπίζεται κανόνας αναγκαστικού δικαίου, με τον οποίο προσδιορίζεται ο τρόπος εκπλήρωσης της παροχής, κατά συνέπεια δε και το μέγεθος αυτής, όπως απαιτεί η καλή πίστη, δηλαδή η επιβαλλόμενη, σε χρηστό και εχέφρονα άνθρωπο, ευθύνη στις συναλλαγές, σύμφωνα και με τα συναλλακτικά ήθη.
Η αρχή αυτή είναι εφαρμοστέα στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων τόσο του οφειλέτη, όσο και του δανειστή, οι οποίες απορρέουν από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, ασχέτως αν αυτή προέρχεται από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή, ή από άλλη δικαιοπραξία ή εάν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός εάν προβλεφθεί άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή εάν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ (ΑΠ 334/2015, ΑΠ 423/2008, ΑΠ 328/2004).
Λειτουργεί δε η ως άνω αρχή τόσο ως συμπληρωματική των δικαιοπρακτικών βουλήσεων, όσον και ως διορθωτική αυτών (ΑΠ 927/1982, ΑΠ 250/1998), σε περιπτώσεις κατά τις οποίες, εξαιτίας της συνδρομής ειδικών συνθηκών η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής ως έχει είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και επιβάλλεται, επειδή συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 288 ΑΚ, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη- παρά την ανάγκη κατοχύρωσης της ασφάλειας των συναλλαγών, η οποία πρέπει να συνεκτιμάται-, η αναπροσαρμογή της παροχής στο επίπεδο εκείνο που αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 423/2008).
Μεταβολή των συνθηκών, κατά την άνω διάταξη, υπάρχει, όταν μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης της παροχής στο μέτρο που είχε οριστεί. Συντρέχει δε, εκτός των άλλων, και όταν έχει μεσολαβήσει νομισματική έκπτωση, ή ουσιώδης υποτίμηση ή διακύμανση της τρέχουσας αξίας του νομίσματος από το χρόνο της παροχής μέχρι το χρόνο απόδοσης της παροχής (ΟλΑΠ 927/1982, ΑΠ 1383/2013, ΑΠ 1233/2009).
Ειδικότερα, σε περίπτωση διαταραχής της σχέσης της ονομαστικής προς την εσωτερική και την τρέχουσα αξία του νομίσματος, όπως συμβαίνει σε περίπτωση σημαντικής υποτίμησης του νομίσματος και βαθιάς διαταραχής της οικονομικής ζωής της χώρας, οπότε η λειτουργία της χρηματικής ενοχής προδήλως επηρεάζεται και μάλιστα όταν η εκπλήρωση αυτής ανάγεται σε μέλλοντα χρόνο, κατά τον οποίο το καταβαλλόμενο χρηματικό ποσό δεν παριστά την πράγματι οφειλόμενη αξία, αλλά η κτητική αξία της χρηματικής παροχής είναι εκμηδενισμένη ή σημαντικά (ουσιωδώς) μειωμένη, επιβάλλεται, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ, για την καλόπιστη εκπλήρωση της παροχής, η απομάκρυνση από τη νομοθετικά καθιερωμένη αρχή της ονομαστικής αξίας του νομίσματος και η αναπροσαρμογή της παροχής σε ανάλογο ποσό υποτιμημένων νομισμάτων, ίσης αξίας με το υγιές νόμισμα, με το οποίο εκφράστηκε αρχικά η παροχή, έτσι ώστε ο υπολογισμός της παροχής κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής στον πρώτο βαθμό, που κατά τους δικονομικούς κανόνες θεωρείται ως χρόνος καταψήφισης (ΑΠ 853/1983), να μην άγει σε κατάφωρη παραβίαση του ορθού δικαίου και παρίσταται ανάγκη αναπροσαρμογής της στο επίπεδο εκείνο με το οποίο αίρεται η δυσαναλογία σε όση έκταση και όποιο μέτρο, επιβάλλουν οι αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, χωρίς τυπικό μαθηματικό υπολογισμό.
Για την εφαρμογή αυτής της αρχής πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: α) η χρηματική ενοχή να είναι από την αρχή της συστάσεώς της ακριβώς καθορισμένη κατά ποσό, να στρέφεται δηλαδή σε παροχή ορισμένης ποσότητας χρημάτων και β) μετά τη σύστασή της να επέλθει ουσιώδης υποτίμηση του νομίσματος, ώστε η χρηματική παροχή να εκμηδενιστεί εν όλω ή εν μέρει (ΑΠ 830/1989).
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, παρέχεται στο δικαστήριο από την προαναφερόμενη διάταξη η δυνατότητα όπως, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, τα οποία αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, προσδιορίζει την εκπληρωτέα παροχή, περιστέλλοντας ή επεκτείνοντας το ορισθέν μέγεθός της, στο μέτρο εκείνο το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης κατά το χρόνο της εκπλήρωσής της (ΟλΑΠ 9/1997, ΟλΑΠ 927/1982, ΑΠ 195/2010, ΑΠ 1464/2009, ΑΠ 73/2008).
Τέτοια αντικειμενικά κριτήρια αποτελούν τόσο το σταθερό νόμισμα, όπως είναι η χρυσή λίρα Αγγλίας, όσο και ο τιμάριθμος.
Συνεπώς, εφόσον από το χρόνο κατά τον οποίο καθορίστηκε η παροχή μέχρι το χρόνο της εκπλήρωσής της μεσολάβησε νομισματική έκπτωση, υποτίμηση ή σοβαρή διακύμανση της δραχμής, πρέπει η αξία της παροχής κατά το χρόνο κατά τον οποίο αυτή καθορίστηκε σε δραχμές, να αναχθεί και να υπολογιστεί σε δραχμές της ίδιας όμως πραγματικής αξίας την οποία αυτές είχαν κατά το χρόνο εκπλήρωσης της παροχής.
Για να γίνει όμως αυτό θα πρέπει, να χρησιμοποιηθούν τα αμέσως πιο πάνω αναφερόμενα αντικειμενικά κριτήρια, να ληφθούν, δηλαδή, υπόψη η αγοραστική αξία της χρυσής λίρας Αγγλίας κατά τους χρόνους του καθορισμού της παροχής και ακολούθως της εκπλήρωσής της, αντίστοιχα, και η μεταξύ τους σύγκριση, καθώς και η αύξηση του τιμάριθμου που επήλθε στο μεταξύ. (ΑΠ 713/2002).
Για το σκοπό αυτό της άνω αναγωγής της αξίας της παροχής την οποία είχε κατά το χρόνο που έπρεπε να εκπληρωθεί στο χρόνο της εκπλήρωσής της, με βάση τη μεταξύ αυτών των δύο χρονικών σημείων σχέση της αξίας του νομίσματος, η αξία της παροχής στο νόμισμα που κυκλοφορούσε κατά το χρόνο της σύστασης της πρέπει να αναχθεί σε χρυσές λίρες Αγγλίας, με την τιμή τους στον ίδιο χρόνο, έπειτα δε να καθοριστεί η σχέση της αγοραστικής αξίας της χρυσής λίρας του χρόνου αυτού προς την αγοραστική αξία της χρυσής λίρας του χρόνου εκπλήρωσης και αφού βρεθεί έτσι το αντίστοιχο ποσό χρυσών λιρών του τελευταίου αυτού χρόνου, να μετατραπεί αυτό σε δραχμές (ήδη σε ευρώ) με την τιμή της χρυσής λίρας κατά το χρόνο επίσης της εκπλήρωσης της παροχής (ΑΠ 1615/2010, ΑΠ 1233/2009, ΑΠ 1176/2002).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης όταν, από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και τα οποία είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της (ΟλΑΠ 1/1999), πράγμα που συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν έχει καθόλου αιτιολογίες δηλαδή δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκείς αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Το ουσιώδες στοιχείο του λόγου αυτού αναίρεσης αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε "ζητήματα". Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο ((ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 34/2016).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Ελλείψεις, δε, του νομικού συλλογισμού, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση, αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 1376/2011).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτά επισκοπούμενη (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) απόφαση που προσβάλλεται με την αναίρεση, προκύπτει ότι το Εφετείο, ύστερα από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που νόμιμα προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα, ουσιώδη για την εκτίμηση της προβαλλόμενης με το μοναδικό αναιρετικό λόγο πλημμέλειας, πραγματικά περιστατικά:
Οι αναιρεσίβλητοι πρώτος έως πέμπτη και έβδομος έως δέκατος έκτος, κατάρτισαν με την ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία <<…..>>, τα αναφερόμενα συμβολαιογραφικά προσύμφωνα πώλησης των αναφερόμενων ποσοστών εξ αδιαιρέτου του περιγραφόμενου ακινήτου ή τα αντίστοιχα σε αυτά διαιρετά οικοπεδικά τμήματα, εφόσον θα χορηγούνταν η απαιτούμενη, λόγω της δασικής μορφής του ακινήτου, άδεια κατάτμησης και διαχωρισμού από το Υπουργείο Γεωργίας, άλλως η πωλήτρια υποχρεώνονταν, μετά από έγγραφη πρόσκληση των αγοραστών, και εφόσον αυτοί είχαν καταβάλει το συμφωνημένο τίμημα, να μεταβιβάσει τα ιδανικά μερίδια, ότι οι αγοραστές κατέβαλαν, ως αρραβώνα τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά στην πωλήτρια εταιρεία, ενώ το υπόλοιπο ανέλαβαν την υποχρέωση να καταβάλουν σε είκοσι συνεχείς μηνιαίες δόσεις, οι οποίες εξοφλήθηκαν από αυτούς.
Ότι η μεταβίβαση των ιδανικών μεριδίων του ακινήτου που είχε συμφωνηθεί με τα προσύμφωνα που κατάρτισαν, κατέστη αδύνατη στο χρόνο που έπρεπε να εκπληρωθεί, επειδή η πωλήτρια εταιρεία λύθηκε με απόφαση των εταίρων της και τέθηκε σε εκκαθάριση και στα πλαίσια της εκκαθάρισης το όλο ακίνητο διανεμήθηκε μεταξύ των εταίρων, λαμβάνοντας ο μεν αναιρεσείων, ετερόρρυθμος εταίρος το 98%, η δε μητέρα του, ομόρρυθμη εταίρος και διαχειρίστρια της εταιρίας το 2% εξ αδιαιρέτου αυτού, το οποίο τελικά μεταβίβασε στο γιο της αναιρεσείοντα, που έγινε αποκλειστικός κύριος της έκτασης και η πωλήτρια απώλεσε την κυριότητα του ακινήτου που με τα ως άνω προσύμφωνα είχε αναλάβει την υποχρέωση να μεταβιβάσει στους αγοραστές αναιρεσίβλητους.
Ότι ο αναιρεσείων, με το αναφερόμενο συμβολαιογραφικό προσύμφωνο, συμφώνησε με τον έκτο των αναιρεσιβλήτων, την πώληση ποσοστού εξ αδιαιρέτου της έκτασης αυτής και ο αγοραστής εξόφλησε το συμφωνημένο τίμημα, πλην, όμως, λίγες ημέρες μετά την κατάρτιση του προσυμφώνου η έκταση αυτή κάηκε και κηρύχθηκε αναδασωτέα και έτσι κατέστη αδύνατη η παροχή του πωλητή αναιρεσείοντος για την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου.
Ότι με βάση τα ως άνω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, η πωλήτρια εταιρεία από υπαιτιότητά της, λόγω της εκτιθέμενης απώλειας της κυριότητας της εδαφικής έκτασης, ματαίωσε την κατάρτιση της οριστικής σύμβασης πώλησης με τους πρώτο έως πέμπτη και έβδομο έως δέκατο έκτο αναιρεσίβλητους και οφείλει να αποδώσει σε καθένα από αυτούς το διπλάσιο του ποσού που δόθηκε ως αρραβώνας, καθώς και την ίδια ευθύνη με την εταιρεία φέρει, εις ολόκληρον, και ο αναιρεσείων, καθόσον αυτός, ήταν μεν ετερόρρυθμος εταίρος με ποσοστό 98% και με πληρεξουσιότητα που του είχε δώσει η μητέρα του, ομόρρυθμη εταίρος κατά ποσοστό 2% και νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρείας, είχε καταρτίσει τα συμβολαιογραφικά προσύμφωνα με αυτούς, αλλά στην πραγματικότητα είχε και ασκούσε την ουσιαστική διαχείριση της ετερόρρυθμης εταιρείας προς τα έξω, αυτός διαπραγματεύτηκε με τους άνω εφεσίβλητους για την κατάρτιση της πώλησης, υποσχόμενος και αναλαμβάνοντας ο ίδιος για λογαριασμό της εταιρείας έναντι αυτών την υποχρέωση να τους πωλήσει τα αναφερόμενα ιδανικά μερίδια της έκτασης, ευθυνόμενος έτσι εις ολόκληρον με την ετερόρρυθμη εταιρεία για τις υποχρεώσεις που δημιουργήθηκαν από τις παραπάνω ενέργειες διαχείρισης και συνεπώς και για την απόδοση του διπλασίου του καταβληθέντος αρραβώνα.
Ότι αναφορικά με τον έκτο αναιρεσίβλητο, επήλθε ανυπαίτια αδυναμία του αναιρεσείοντος για την συμφωνηθείσα με το προσύμφωνο που κατάρτισαν παροχή και έτσι οφείλει να αποδώσει σ' αυτόν το καταβληθέν μέρος του τιμήματος κατά το οποίο ωφελήθηκε χωρίς νόμιμη αιτία. Περαιτέρω, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ειδικότερα σε σχέση με τον προβαλλόμενο αναιρετικό λόγο τα ακόλουθα: <<Ενόψει όμως του ότι, από το χρόνο καταβολής εκ μέρους του 6ου εφεσίβλητου του συμφωνηθέντος για τη ματαιωθείσα τελικά πώληση τιμήματος, καθώς και από το χρόνο καταπτώσεως του δοθέντος από καθένα των λοιπών εφεσίβλητων αρραβώνα έως την κατάθεση των κρινόμενων αγωγών παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα, κατά τη διάρκεια του οποίου επήλθε ουσιώδης υποτίμηση της αξίας του νομίσματος, θα πρέπει, κατ' εφαρμογήν της αρχής του άρθρου 288 του ΑΚ, για να ανταποκρίνονται τα ποσά που υποχρεούται ο εκκαλών για τις άνω αιτίες να καταβάλει στους εφεσίβλητους, να υπολογιστούν αυτά με αναγωγή της αξίας τους κατά το χρόνο της εκπληρώσεως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα ανωτέρω στην υπό στοιχείο (2) μείζονα σκέψη της παρούσας.
Η αναγωγή θα γίνει αφού το δικαστήριο λάβει υπόψη του συμπλεκτικά την αξία της χρυσής λίρας Αγγλίας και το Γενικό Δείκτη Τιμών Καταναλωτή κατά τους κρίσιμους χρόνους, δηλαδή, όσον αφορά τους 1ο, 2ο, 3η, 4ο (ήδη δε τις νόμιμες κληρονόμους του), 5η, 7ο, 8η, 9η, 10η, 11η, 12η, 13ο, 14ο, 15η και 16ο εφεσίβλητους-ενάγοντες, κατά την 11-1-1995, οπότε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ματαιώθηκε η κατάρτιση της οριστικής σύμβασης και κατέπεσε ο δοθείς αρραβώνας και όσον αφορά τον 6ο εφεσίβλητο-ενάγοντα κατά την 16-3-1998, οπότε εξόφλησε το τίμημα της ματαιωθείσας σύμβασης επιπλέον δε, όσον αφορά όλους τους εφεσίβλητους-ενάγοντες, κατά την 21-12-2010, δηλαδή κατά το χρόνο κατάθεσης των αγωγών.
Κατά τη συζήτηση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, οι εφεσίβλητοι προσκομίζουν νομίμως τα έγγραφα, για την προσκόμιση των οποίων διατάχθηκε με την προαναφερόμενη απόφαση η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο και συγκεκριμένα την από 4-11-2015 βεβαίωση της Τράπεζας της Ελλάδος, από την οποία προκύπτει η αντιστοιχία της χρυσής λίρας Αγγλίας κατά τους παραπάνω χρόνους, καθώς και το υπ' αριθ.
πρωτ. Γ7/425/23-9-2013 έγγραφο της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής με το συνημμένο πίνακα που παρουσιάζει την εξέλιξη του ΔΤΚ κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1995 έως το έτος 2010. Από τα εν λόγω έγγραφα προκύπτει ότι η χρυσή λίρα Αγγλίας αντιστοιχούσε, τον Ιανουάριο 1995, σε 21.940,89 δραχμές, δηλαδή σε 64,39 ευρώ, το Μάρτιο 1998, σε 21.842,08 δραχμές, δηλαδή σε 64,10 ευρώ και το Δεκέμβριο 2010, σε 288,99 ευρώ, Εξάλλου, ο ΔΤΚ ανερχόταν τον Ιανουάριο 1995 σε 57,409 μονάδες, το Μάρτιο 1998 σε 70,736 μονάδες και το Δεκέμβριο 2010 σε 107,044 μονάδες.
Με τα παραπάνω δεδομένα, το οφειλόμενο σε κάθε εφεσίβλητο-ενάγοντα ποσό προσδιορίζεται ως ακολούθως: 1) Όπως προεκτέθηκε, το οφειλόμενο σε καθένα από τους 1ο, 9η, 10η, 11η, 12η, 13ο, 14ο, 15η και 16ο εφεσιβλήτους ποσό, δηλαδή το διπλάσιο του δοθέντος αρραβώνα, ανερχόταν στις 11-1-1995, σε 4.800.000 δραχμές, δηλαδή σε 14.086,57 ευρώ.
Βάσει της αντιστοιχίας της χρυσής λίρας σε ευρώ κατά τον ίδιο χρόνο (64,39 ευρώ), το ποσό των 14.086,57 ευρώ, αντιστοιχούσε σε 218,76 χρυσές λίρες (14.086,57 δια 64,39). Η αγοραστική δύναμη της χρυσής λίρας κατά τον ίδιο χρόνο (11-1-1995) ισούται με το λόγο της τιμής αυτής σε δραχμές και ήδη σε ευρώ προς το ΔΤΚ κατά τον ίδιο χρόνο σε 1,121 μονάδες (64,39 δια 57,409).
Περαιτέρω, η αγοραστική δύναμη της χρυσής λίρας στις 21-12-2010 ισούται με το λόγο της τιμής αυτής σε δραχμές και ήδη σε ευρώ κατά τον ίδιο χρόνο προς το ΔΤΚ κατά το χρόνο αυτό (21-12-2010), δηλαδή σε 2,69 μονάδες (288,99 δια 107,044). Ο λόγος δε της αγοραστικής δύναμης της χρυσής λίρας της 11-1-1995 προς την αγοραστική δύναμη αυτής στις 21-12-2010 ισούται με το συντελεστή 0,416 (1,121 δια 2,69).
Βάσει της σχέσης αυτής, οι 218,76 χρυσές λίρες της 11-1-1995 αντιστοιχούν σε 91,004 χρυσές λίρες στις 21-12-2010, δηλαδή κατά το χρόνο κατάθεσης των αγωγών (218,76 χ 0,416). Από τη μετατροπή δε του ποσού των λιρών αυτών σε ευρώ, βάσει της τιμής της χρυσής λίρας κατά το χρόνο κατάθεσης των αγωγών, που ανερχόταν σε 288,99 ευρώ, προκύπτει το ποσό των 26.299,24 ευρώ (91,004 χ 288,99), το οποίο δικαιούται καθένας από τους παραπάνω εφεσιβλήτους-ενάγοντες, κατ' εφαρμογή της αρχής το άρθρου 288 ΑΚ. 2) Όπως προαναφέρθηκε, το οφειλόμενο σε καθένα από τους 2ο, 3η, 4ο (ήδη στις νόμιμες κληρονόμους αυτού), 5η, 7ο, και 8η εφεσιβλήτους-ενάγοντες ποσό, δηλαδή το διπλάσιο του δοθέντος αρραβώνα, ανερχόταν στις 11-1-1995 σε 2.400.000 δραχμές, δηλαδή σε 7.043,29 ευρώ.
Με βάση την αντιστοιχία της χρυσής λίρας σε ευρώ, κατά τον ίδιο χρόνο (64,39 ευρώ), το ποσό των 7.043,29 ευρώ αντιστοιχούσε σε 109,38 χρυσές λίρες (7.043,29 δια 64,39). Σύμφωνα με τους προεκτεθέντες υπολογισμούς, που πραγματοποιήθηκαν με τα ίδια, εφαρμοζόμενα και στην περίπτωση αυτή, δεδομένα, η αγοραστική δύναμη της χρυσής λίρας στις 11-1-1995 και στις 21-12-2010, ισούται με 1,121 και σε 2,69 μονάδες, αντίστοιχα, ενώ ο λόγος της αγοραστικής δύναμης της χρυσής λίρας στις 11-1-1995 προς την αγοραστική δύναμη αυτής στις 21-12-2010 ισούται με το συντελεστή 0,416.
Βάσει της σχέσης αυτής, οι 109,38 χρυσές λίρες της 11-1-1995 αντιστοιχούν σε 45,502 χρυσές λίρες στις 21-12-2010, δηλαδή κατά το χρόνο κατάθεσης των αγωγών (109,38 χ 0,416). Από τη μετατροπή δε του ποσού των λιρών αυτών σε ευρώ, βάσει της τιμής της χρυσής λίρας κατά το χρόνο κατάθεσης των αγωγών, που ανερχόταν σε 288,99 ευρώ, προκύπτει το ποσό των 13.149,62 ευρώ (45,502 χ 288,99), το οποίο δικαιούται καθένας από τους παραπάνω εφεσιβλήτους - ενάγοντες, κατ' εφαρμογή της αρχής του άρθρου 288 ΑΚ. 3) Όπως προεκτέθηκε, το οφειλόμενο στον έκτο εφεσίβλητο-ενάγοντα ποσό ανερχόταν, στις 16-3-1998, σε 3.900.000 δραχμές, δηλαδή σε 11.445,34 ευρώ.
Βάσει της αντιστοιχίας της χρυσής λίρας σε ευρώ κατά τον ίδιο χρόνο (64,10 ευρώ), το ποσό των 11.445,34 ευρώ, αντιστοιχούσε σε 178,55 χρυσές λίρες (11.445,34 δια 64,10). Η αγοραστική δύναμη της χρυσής λίρας κατά τον ίδιο χρόνο (16-3-1998) ισούται με το λόγο της τιμής αυτής σε δραχμές και ήδη σε ευρώ προς ΔΤΚ κατά τον ίδιο χρόνο, δηλαδή σε 0,906 μονάδες (64,10 δια 70,736).
Περαιτέρω, η αγοραστική δύναμη της χρυσής λίρας στις 21-12-2010 ισούται με το λόγο της τιμής αυτής σε δραχμές και ήδη σε ευρώ προς το ΔΤΚ κατά το χρόνο αυτό (21-12-2010), δηλαδή σε 2,69 μονάδες (288,99 δια 107,044). Ο λόγος δε της αγοραστικής δύναμης της χρυσής λίρας στις 16-3-1998 προς την αγοραστική δύναμη αυτής στις 21-12-2010, ισούται με το συντελεστή 0,336 (0,906 δια 2,69).
Βάσει της σχέσης αυτής, οι 178,55 χρυσές λίρες της 16-3-1998 αντιστοιχούν σε 59,992 χρυσές λίρες στις 21-12-2010, δηλαδή κατά το χρόνο κατάθεσης της αγωγής (178,55 χ 0,336). Από τη μετατροπή δε του ποσού των λιρών αυτών σε ευρώ, βάσει της τιμής της χρυσής λίρας κατά το χρόνο κατάθεσης της αγωγής, που ανερχόταν σε 288,99 ευρώ, προκύπτει το ποσό των 17.337 ευρώ (59,992 χ 288,99), το οποίο δικαιούται ο έκτος εφεσίβλητος-ενάγων, κατ' εφαρμογή της αρχής του άρθρου 288 ΑΚ>>.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη οριστική απόφαση και δικάζοντας κατ' ουσίαν τις ένδικες αγωγές, δέχθηκε αυτές εν μέρει, επιδικάζοντας σε κάθε ενάγοντα τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά ύστερα από αναγωγή της αξίας της οφειλόμενης απαίτησης, με βάση την ως άνω αρχή του άρθρου 288 ΑΚ, στο ισάξιό της κατά το χρόνο της επιδίκασης, λαμβάνοντας υπόψη την αγοραστική αξία της χρυσής λίρας κατά το χρόνο της παροχής και ακολούθως του χρόνου επιδίκασης και της μεταξύ τους σύγκρισης, αλλά και της αύξησης στο μεταξύ του τιμάριθμου.
Ο αναιρεσείων με το μοναδικό λόγο της αναίρεσης, υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, υποστηρίζοντας ότι περιέχει ασαφείς αιτιολογίες, τις οποίες εξειδικεύει, όπως απαιτείται για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου, που αξιώνει, εκτός των άλλων, να προσδιορίζεται ποια επιπλέον πραγματικά περιστατικά πρέπει να αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση για να είναι επαρκής η αιτιολογία, ενόψει του ότι δεν αρκεί η γενική έκφραση για ανεπάρκεια των αιτιολογιών αυτής (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 286/2016), μόνο στη μη αναφορά ειδικά του συγκεκριμένου χρόνου του κρίσιμου χρονικού διαστήματος κατά τον οποίο έγιναν οι νομισματικές υποτιμήσεις ή διακυμάνσεις, πόσες ακριβώς ήταν αυτές και ποιο ήταν το συγκεκριμένο εύρος τούτων.
Υπό τις εκτεθείσες, όμως, ανωτέρω ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του το Εφετείο, περιέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό της προσβαλλόμενης απόφασης σαφείς, πλήρεις και χωρίς λογικά κενά αιτιολογίες σχετικά με το ζήτημα για την κριθείσα αναγωγή του οφειλόμενου χρηματικού ποσού στους ενάγοντες στην πραγματική αξία αυτού κατά το χρόνο της επιδίκασης και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον οι αιτιολογίες του καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ που εφαρμόστηκε.
Ειδικότερα, την κρίση του αυτή δικαιολογούσαν οι ανέλεγκτες παραδοχές ότι: 1) από τους χρόνους που ο αναιρεσείων ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει τα οφειλόμενα σε κάθε αναιρεσίβλητο χρηματικά ποσά, είτε ως διπλάσιο του αρραβώνα που είχε δοθεί από το χρόνο κατάπτωσης αυτού (11-1-1995), για τους λοιπούς πλην του έκτου αναιρεσίβλητους, είτε ως απόδοση του ποσού που είχε καταβληθεί ως τίμημα της αγοράς του ακινήτου, επειδή κατέστη αδύνατη η παροχή, για τον έκτο τούτων (16-3-1998), μέχρι το χρόνο κατάθεσης των ένδικων αγωγών (13-9-2010 και 15-9-2010), διέδραμε μεγάλο χρονικό διάστημα, κατά τη διάρκεια του οποίου επήλθε ουσιώδης υποτίμηση της αξίας του εθνικού νομίσματος, 2) ότι συνεπεία αυτής της ουσιώδους μεταβολής συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των αρχών της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ, δηλαδή της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, προκειμένου η παροχή που οφείλεται στους αναιρεσίβλητους να ανταποκρίνεται στο ποσό της πραγματικής της αξίας, 3) ότι προς τούτο εφάρμοσε, τα από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές αντλούμενα, αντικειμενικά κριτήρια αφενός του σταθερού νομίσματος της χρυσής λίρας Αγγλίας και αφετέρου του τιμάριθμου, κατά τα κρίσιμα για την αναγωγή χρονικά σημεία και 4) λαμβάνοντας υπόψη την πραγματική αξία της χρυσής λίρας στο χρόνο που ήταν εκπληρωτέα η οφειλή προς τους αναιρεσίβλητους και σ' εκείνον της εκπλήρωσης αυτής, καθώς και της αύξησης του τιμάριθμου στις ίδιες ημερομηνίες, προέβη στην αναγωγή της αξίας της παροχής του νομίσματος κατά το χρόνο που έπρεπε να καταβληθεί, σε χρυσές λίρες Αγγλίας, προσδιόρισε στη συνέχεια την αγοραστική αξία της χρυσής λίρας κατά το χρόνο της εκπλήρωσης, μετέτρεψε το αντίστοιχο ποσό χρυσών λιρών σε ευρώ κατά τον ίδιο χρόνο και έτσι προσδιόρισε την οφειλή στο ύψος που πρέπει να αναχθεί με βάση τις ως άνω αρχές στο πραγματικό νόμισμα.
Δεν χρειαζόταν, δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας άλλη περαιτέρω παραδοχή σχετικά με το πραγματικό της εφαρμοσθείσας ως άνω διάταξης, και συγκεκριμένα των επικαλούμενων ως παραληφθέντων για την πληρότητα των αιτιολογιών της ως άνω στοιχείων, αλλά αρκούσε η διαπίστωση του Εφετείου ότι υπήρξε κατ' αυτό το κρίσιμο για την υπόθεση χρονικό διάστημα ουσιώδης υποτίμηση της αξίας του νομίσματος που επιβάλει την αναγωγή, η οποία, άλλωστε υποτίμηση προκύπτει από την παρατιθέμενη μεταβολή της αγοραστικής δύναμης της δραχμής έναντι της χρυσής λίρας και την αύξηση του τιμάριθμου κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία, κριτήρια που ορθά χρησιμοποίησε για να προβεί στον προσδιορισμό.
Άλλωστε, η υποτίμηση της συναλλαγματικής αξίας της δραχμής σε σχέση με την τιμή του χρυσού ή άλλα σταθερά ξένα νομίσματα, δεν πραγματοποιείται μόνον εμφανώς με αποφάσεις των οικονομικών αρχών της χώρας με σκοπό την επιθυμητή κατεύθυνση της οικονομίας της, ανακοινώνοντας τη μετατροπή της προκαθορισμένης ισοτιμίας του νομίσματος, αλλά και όταν επιτρέπεται η σταδιακή διολίσθηση του νομίσματος, λόγω της συνδρομής παραγόντων που επηρεάζουν τη συναλλαγματική ισοτιμία, οπότε επέρχεται η υποτίμηση αυτού ή όταν στην οικονομία της χώρας εμφανίζονται υπερπληθωριστικές καταστάσεις και εξαιτίας αυτών μειώνεται η αξία του νομίσματος έναντι του χρυσού ή των άλλων σταθερών νομισμάτων.
Σ' αυτές τις περιπτώσεις δεν υπάρχει συγκεκριμένος χρόνος που έγιναν οι νομισματικές υποτιμήσεις ή διακυμάνσεις, ούτε αριθμός αυτών ή συγκεκριμένο εύρος καθεμιάς, ώστε να αξιώνεται για την αιτιολογία του πορίσματος περί της ουσιώδους υποτίμησης του νομίσματος η αναφορά τους, στη συγκεκριμένη, δε, περίπτωση, το Εφετείο δεν διαλαμβάνει στις παραδοχές του ότι η υποτίμηση της δραχμής επήλθε με αποφάσεις των οικονομικών αρχών της χώρας.
Επομένως ο μοναδικός λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλονται οι αιτιάσεις της παραβίασης της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ που εφαρμόστηκε, υπό την επίκληση της έλλειψης νόμιμης βάσης στην προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω ανεπάρκειας των αιτιολογιών επί του ως άνω ζητήματος, δηλαδή λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη με αυτόν πλημμέλεια.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, ο αναιρεσείων που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων που παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο δικηγόρο και κατέθεσαν κοινές προτάσεις (1ος, 6ος, 10η, 11η, 12η, 13ος, 14ος και 16ος) κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα που αυτοί υπέβαλαν (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-3-2018 αίτηση του Σ. Ρ. του Β., για αναίρεση της 2343/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρασταθέντων στη δίκη αναιρεσίβλητων (1ου, 6ου, 10ης, 11ης, 12ης, 13ου, 14ου και 16ου), που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Αυγούστου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ