Legislator Case Law & Legislation
1386/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against tax seizure declaration ruling due to lack of procedural grounds.

Case Number 1386/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a First Instance Court decision rejecting a tax seizure declaration. The State argued the declaration was invalid due to unconsidered private agreements and debt transfer documents, while the taxpayer maintained the negative declaration was truthful. The court ruled that the First Instance Court provided sufficient reasoning and that the alleged omissions did not constitute grounds for appeal under the relevant civil procedure articles.

Legislator headnote

AI generated

Articles 30, 32, 33, 34 of the Law on Public Debt Collection; Article 559(11) of the Code of Civil Procedure: A failure to consider specific documents or agreements does not constitute a ground for appeal unless it results in a violation of the law with insufficient reasoning.

Keywords

AI generated
tax seizure declaration negative declaration validity appeal admissibility public debt collection procedural grounds insufficient reasoning civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 30(1) of the Law on Public Debt Collection
Article 32 of the Law on Public Debt Collection
Article 33 of the Law on Public Debt Collection
Article 34 of the Law on Public Debt Collection
Article 985 of the Code of Civil Procedure
Article 560(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957
Article 22(3) of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1386 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1386/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαΐου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην … και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, ως εκπροσώπου του Δημοσίου, η οποία εδρεύει στην …, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από το Διοικητή αυτής, που κατοικοεδρεύει στην … και στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Βέροιας. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Σοφία Μπίκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Γ. του Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακούλα Καζάνα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-5-2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 269/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 9/ΜΙ-ΑΚ/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25-9-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 30 παρ. 1 του ΚΕΔΕ η κατάσχεση σε χέρια τρίτου, των ευρισκομένων στα χέρια αυτού χρημάτων, καρπών και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτη του Δημοσίου ή των οφειλομένων εν γένει προς αυτό, ενεργείται από το Διευθυντή του Δημόσιου Ταμείου με κατασχετήριο έγγραφο Κατά τη διάταξη του άρθρου 32 του ΚΕΔΕ(ν.δ.356//74), σε περίπτωση κατασχέσεως σε χέρια τρίτου, αν ο τρίτος δεν οφείλει τίποτα ή δεν οφείλει όλα τα χρήματα και άλλα πράγματα που αναφέρονται στο κατασχετήριο έγγραφο του Δημοσίου Ταμείου, ή αν δεν είναι υποχρεωμένος να τα αποδώσει αμέσως, εξαιτίας των συμφωνιών ανάμεσα σε αυτόν και τον οφειλέτη ή εξ αιτίας άλλου νομικού λόγου, ο τρίτος οφείλει να το δηλώσει μέσα σε προθεσμία οκτώ ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου.

Η δήλωση αυτή γίνεται εγγράφως, με αναφορά που επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή στο Διευθυντή του Δημόσιου Ταμείου που εξέδωσε το κατασχετήριο έγγραφο, ή προφορικώς στον Ειρηνοδίκη της κατοικίας ή της διαμονής του τρίτου, ο οποίος συντάσσει έκθεση, την οποία στέλνει στο Διευθυντή του Δημοσίου Ταμείου μέσα σε 24 ώρες.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του επόμενου άρθρου 33 του ιδίου ΚΕΔΕ, αν ο τρίτος δεν κάνει τη δήλωση αυτή ή την κάνει εκπρόθεσμα ή όχι κατά τον τύπο που διαγράφει η ως άνω διάταξη του άρθρου 32, λογίζεται οφειλέτης της όλης ποσότητας για την οποία έγινε η κατάσχεση στα χέρια του. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κατά τον ΚΕΔΕ η παράλειψη του τρίτου να δηλώσει αν υπάρχει απαίτηση ή αν έχει στα χέρια του το πράγμα που κατασχέθηκε ή εκπρόθεσμη ή παράτυπη δήλωση, δημιουργεί αμάχητο τεκμήριο ότι ο τρίτος είναι οφειλέτης της ποσότητας που κατασχέθηκε στα χέρια του, κατά του οποίου δεν χωρεί ανταπόδειξη, κατά αντίθεση με τον ΚΠολΔ (985 παρ.3), κατά τον οποίο η ως άνω παράλειψη του τρίτου, εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση.

Το αμάχητο αυτό τεκμήριο δημιουργείται μόνο στις ως άνω αναφερόμενες τρείς περιπτώσεις του άρθρου 33 του ΚΕΔΕ. Άρα δε/ δημιουργείται αυτό όταν η δήλωση του τρίτου δεν περιέχει κάποιο από τα στοιχεία, την αναφορά των οποίων αξιώνει όχι η διάταξη του άρθ.32 του ΚΕΔΕ, αλλά η διάταξη του άρθ.985 ΚΠολΔ, η οποία κατά τα λοιπά εφαρμόζεται και στη διοικητική εκτέλεση κατά τον ΚΕΔΕ, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 89 του ΚΕΔΕ.

Έτσι η ανακριβής δήλωση του τρίτου και εν γένει η ουσιαστικά αναληθής δήλωση αυτού, πέραν από την προς αποζημίωση ευθύνη αυτού έναντι του κατασχεθέντος (985 παρ.3 εδ.β'ΚΠολΔ), χορηγεί στον κατάσχοντα, όπως και η αρνητική δήλωση, δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της δηλώσεως αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 34 του ΚΕΔΕ και (στο οποίο παραπέμπει) 986 ΚΠολΔ και να ζητήσει την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχόντος ποσού ή στην παράδοση του κατασχεθέντος πράγματος (990 ΚΠολΔ), μη αποκλεισμένης και της σωρεύσεως, στο αυτό δικόγραφο της ανακοπής, της περί αποζημιώσεως, ως άνω εκ του άρθρου985 παρ. 3 αγωγής(986εδ.β).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 985, 986 και 988 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο τρίτος, στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε κατάσχεση απαίτησης του καθ' ου η εκτέλεση, οφείλει μέσα σε οκτώ ημέρες από την επίδοση σ'αυτόν του κατασχετηρίου να δηλώσει στη γραμματεία του ειρηνοδικείου του τόπου της κατοικίας του, αν υπάρχει η απαίτηση και σε καταφατική περίπτωση να ενεργήσει σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο άρθρ. 988 ΚΠολΔ, διαφορετικά, αν η απαίτηση δεν υπάρχει ή πρόκειται για απαίτηση ακατάσχετη, πρέπει να προβεί σε αντίστοιχη αρνητική δήλωση, με την οποία εξομοιώνεται και η παράλειψη δήλωσης, δικαιούται δε αυτός που επέβαλε την κατάσχεση να ανακόψει την αρνητική (ρητή ή σιωπηρή) δήλωση μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από της δηλώσεως, επικαλούμενος ανακρίβεια αυτής.

Η ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη του, γίνεται δε δεκτή κατά το άρθρ. 990 ΚΠολΔ η κατ' αυτής ανακοπή, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει είτε ως προς τα πραγματικά περιστατικά είτε ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών.

Συνακόλουθα τούτων, αντικείμενο της σχετικής δίκης, που δημιουργείται μεταξύ του κατασχόντος και του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθού η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος έχει ή όχι και με ποιους περιορισμούς οφειλές προς τον οφειλέτη του κατασχόντος(ΑΠ 354/2010,ΑΠ 663/2017,ΑΠ 500/2018).

Το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87/23-7-2015), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ορίζει: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. ...

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 894/2018). Από το ανωτέρω άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.7/2006).Από δε τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.6 προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού είτε δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), είτε τα εκτιθέμενα περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου δικαίου στοιχεία (ανεπαρκείς αιτιολογίες), ή αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Εν προκειμένω, ο καθ'ου η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητος με την από 22.04.2013 αρνητική δήλωσή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βέροιας, δηλώνει ότι ουδέποτε είχε συνεργασία με την οφειλέτρια του Δημοσίου εταιρία με την επωνυμία " Χ. Κ. και Σία Ο.Ε.' και δεν της οφείλει οποιοδήποτε ποσό, αναφέροντας ότι αγνοεί τυχόν συνεργασία της εταιρίας που ανέλαβε την ανέγερση του καταστήματος του με την οφειλέτρια του Δημοσίου. Η ως άνω δήλωση είναι ορισμένη, καθώς μνημονεύονται ειδικά και εμπεριστατωμένα, ως απόδειξη την ισχυρισμών του, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, τα οποία αποδεικνύουν (κατά τους ισχυρισμούς του) ότι δεν υπάρχει οφειλή, ούτε συνεργασία, με την οφειλέτρια του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος. Τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα με τον πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου,

κρίνονται ως αβάσιμα καθώς και ο σχετικός λόγος αναίρεσης. Περαιτέρω, το δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο, δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, κατά το ενδιαφέρον την προκείμενη αναιρετική διαδικασία μέρος τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η Δ.Ο.Υ … βεβαίωσε σε βάρος της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...

και Σία Ο.Ε" χρέη προς το Δημόσιο συνολικού ύψους 217.182,70 ευρώ σύμφωνα με τον υπ' αριθμό ....4.2013 πίνακα χρεών. Η ως άνω οφειλέτρια εταιρία δήλωσε ότι είχε απαίτηση σε βάρος του καθ'ου η ανακοπή και ήδη εφεσιβλήτου από ης μεταξύ τους συναλλαγές, συνολικού ποσού 7.822,80 ευρώ, το οποίο ισχυρίστηκε ότι ο τελευταίος δεν της είχε καταβάλει και προσκόμισε προς τούτο στη Δ.Ο.Υ … το υπ' αριθμό ...12.2009 τιμολόγιο πώλησης που η ίδια είχε εκδώσει στο όνομά του καθ'ου καθώς επίσης και τα υπ' αριθμούς ...-8-2009, ...-9-2009, ...-10-2009, ...-10-2009, ...-10- 2009, ...-10-2009, ...-11-2009, ...-11-2009 δελτία αποστολής που συνοδεύουν το ως άνω τιμολόγιο και, επιπλέον, το συγκεντρωτικό ημερολόγιο της στο οποίο εμφανιζόταν ο λογαριασμός του καθ' ου κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως 31-12-2009 με το υπόλοιπο της οφειλής του τελευταίου να ανέρχεται στο προαναφερόμενο ποσό των 7.822,80 ευρώ.

Κατόπιν των ανωτέρω ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. …., δυνάμει του υπ' αριθμό .../9-4-2013 κατασχετηρίου εγγράφου, επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση σε βάρος του καθ' ου, ως τρίτου, όλων όσων ο τελευταίος όφειλε να καταβάλει στην εταιρία "... και Σία Ο.Ε." από τις μεταξύ τους συναλλαγές. Το ως άνω κατασχετήριο έγγραφο επιδόθηκε στον καθ' ου στις 15-4-2013 και, στη συνέχεια, ο καθ' ου υπέβαλε νομότυπα και εμπρόθεσμα ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βέροιας την υπ' αριθμό ...-4-2013 δήλωσή του ως τρίτου με την οποία δήλωσε ότι: "Με την εταιρία "Χ.

Κ. κ ΣΙΑ Ο.Ε." ουδέποτε είχα συνεργασία και δεν της οφείλω οποιοδήποτε ποσό. Η μόνη εταιρία στην οποία ανέθεσα την ανέγερση του καταστήματος μου ήταν βουλγάρικη, αλλά ούτε σ' αυτήν οφείλω εργολαβικό τίμημα. Αγνοώ τυχόν συνεργασία της βουλγάρικης εταιρίας με την εταιρία "Χ. Κ. κ ΣΙΑ Ο.Ε." και την εξ αυτού του λόγου πιθανή εμπλοκή του ονόματος μου.

Για όλο το έργο (ανέγερση καταστήματος) έχω εξοφλητικές αποδείξεις. ΔΗΛΩΝΩ ΡΗΤΑ ότι ΔΕΝ ΟΦΕΙΛΩ ΤΙΠΟΤΑ ΣΤΗΝ ΕΤΑΙΡΙΑ "Χ. Κ. κ ΣΙΑ Ο.Ε." Η' ΣΕ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΑΛΛΗ ΕΤΑΙΡΙΑ.". Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο καθ' ου υπέβαλε αρνητική δήλωση αναφορικά με οφειλή του προς την εταιρία "... και Σία Ο .Ε." δεδομένου ότι δεν είχε πραγματοποιήσει καμία συναλλαγή μαζί της στα πλαίσια της ανέγερσης του καταστήματος του.

Ειδικότερα, με την υπ' αριθμό ... σύμβαση εργολαβίας, που καταρτίστηκε στη Βέροια, στις 28-7-2009, ο καθ ' ου ανέθεσε στην εδρεύουσα στην πόλη … της Βουλγαρίας εταιρία με την επωνυμία "...", το έργο της κατασκευής ενός βιομηχανικού κτιρίου, εμβαδού 200,00 τ.μ., σε ακίνητο του που βρίσκεται στη ... Ν. Ημαθίας. Το συνολικό κόστος του παραπάνω έργου συμφωνήθηκε στο ποσό των 44.000,00 ευρώ το οποίο ο καθ' ου ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην εργολάβο εταιρία σε τέσσερις δόσεις ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών που θα εκτελούνταν κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην πιο πάνω σύμβαση εργολαβίας.

Την επίβλεψη του παραπάνω έργου ανέλαβε, για λογαριασμό της εργολάβου εταιρίας, ο Χ. Ο. ο οποίος εξετάστηκε με επιμέλεια του καθ' ου ως μάρτυρας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Ακολούθως, το ανωτέρω έργο εκτελέστηκε από την εργολάβο εταιρία στην οποία ο καθ' ου κατέβαλε τμηματικά το ως άνω συμφωνηθέν εργολαβικό αντάλλαγμα και επιπλέον, κατέβαλε και το ποσό των 1.900,00 ευρώ για την εκτέλεση συμπληρωματικών εργασιών που δεν συμπεριλαμβανόταν στην, αρχική συμφωνία.

Ακολούθως, το ως άνω έργο εκτελέστηκε από την εργολάβο εταιρία και παραδόθηκε στον καθ' ου σύμφωνα με το από 15-12-2009 πρωτόκολλο παράδοσης που καταρτίστηκε μεταξύ του καθ' ου και του Χ. Ο. ως εκπροσώπου της εργολάβου εταιρίας. Ωστόσο, για να καταστεί δυνατή η ηλεκτροδότηση του κατασκευασθέντος κτιρίου ο ανωτέρω Χ.

Ο. παρέδωσε στον καθ' ου το υπ' αριθμό ...-12-2009 τιμολόγιο πώλησης που είχε εκδώσει στο όνομα του καθ' ου η εταιρία "... και Σία Ο.Ε." καθώς επίσης και τα συνοδεύοντα αυτό υπ ' αριθμούς ...-8-2009, ...-9-2009, ...-10-2009, ...-10-2009, ...-10-2009, ...-10- 2009, ...-11-2009, ...-11-2009 δελτία αποστολής και με την προσκομιδή αυτών στην αρμόδια υπηρεσία κατέστη δυνατή η ηλεκτροδότηση του κτιρίου.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι καμία συναλλακτική σχέση δεν συνέδεε την εταιρία "... και Σία Ο.Ε." με τον καθ' ου, αφού ο τελευταίος ανέθεσε την κατασκευή του ανωτέρω έργου στην εταιρία "..." η οποία, κατά τους όρους της προαναφερόμενης σύμβασης εργολαβίας, ανέλαβε την εκτέλεσή του με υλικά και προσωπικό που θα εξεύρισκε η ίδια} η οποία και χρησιμοποίησε υλικά και υπηρεσίες που αγόρασε από την εταιρία "...

και Σία Ο.Ε.". Το παραπάνω γεγονός προκύπτει τόσο από το περιεχόμενο της ανωτέρω εργολαβικής σύμβασης που συνήφθη μεταξύ του καθ' ου και της εταιρίας "...", όσο και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Χ. Ο. ο οποίος ανέφερε ότι η εργολάβος εταιρία ανέθεσε στην εταιρία "... και Σία Ο.Ε." τη μεταλλική κατασκευή του ως άνω έργου, συμπέρασμα που ενισχύεται και από τις υπ' αριθμούς ...9- 2009, ...-10-2009 και ...-12-2009 αποδείξεις είσπραξης, ποσού 8.500,00 ευρώ, 6.000,00 ευρώ και 4.000,00 ευρώ αντίστοιχα, από τις οποίες προκύπτει ότι ο ανωτέρω Χ.

Ο. κατέβαλε τα ως άνω ποσά στην εταιρία "... και Σία Ο.Ε." για λογαριασμό της εργολάβου αλλοδαπής εταιρίας. Τέλος, θα πρέπει να επισημανθεί ότι το επίμαχο τιμολόγιο πώλησης και τα συνοδεύοντα αυτά δελτία αποστολής δεν φέρουν την υπογραφή του καθ' ου ως παραλήπτη, καθώς επίσης και ότι η έκδοση του συγκεκριμένου τιμολογίου προηγήθηκε της παράδοσης του ως άνω έργου στον καθ' ου από την εργολάβο εταιρία, στοιχεία που υποδηλώνουν αφενός μεν ότι ο καθ ' ου δεν είχε συμβληθεί με την εταιρία "...

και Σία Ο.Ε.", αφετέρου δε ότι η έκδοση του τιμολογίου στο όνομα του καθ' ου πραγματοποιήθηκε προκειμένου να επιτευχθεί η ηλεκτροδότηση του κτιρίου που είχε κατασκευαστεί και όχι επειδή είχε προηγηθεί αντίστοιχη συναλλαγή μεταξύ του καθ' ου και της εταιρίας "... και Σία Ο.Ε.", όπως βάσιμα ισχυρίζεται ο καθ' ου.

Με βάση τα παραπάνω, η ως άνω αρνητική δήλωση στην οποία προέβη ο καθ' ου και ήδη εφεσίβλητος ήταν αληθής και ειλικρινής". Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο δικάσαν ως Εφετείο, απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την ανακοπή του αναιρεσείοντος με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η προσβαλλόμενη με ημερομηνία 22.04.2013 δήλωση του αναιρεσιβλήτου είναι άκυρη ως αόριστη και αναληθής και να αναγνωριστεί η ύπαρξη, της απαίτησης της οφειλέτριας εταιρίας με την επωνυμία "...

κ Σία Ο.Ε" κατά του εφεσιβλήτου, ύψους 7.882,80 ευρώ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, προέβη σε ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 30,32,33,34 του ΚΕΔΕ και 985 επ. ΚΠολΔ, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων, και έτσι καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος των ως άνω διατάξεων.

Ειδικότερα με επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που δικαιολογούν το άνω αποδεικτικό πόρισμα, δέχεται το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, ότι η ως άνω αρνητική δήλωση στην οποία προέβη ο αναιρεσίβλητος ήταν αληθής και ειλικρινής. Τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα με το δεύτερο από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου, απορριπτέα κρίνονται ως αβάσιμα, καθώς και ο σχετικός λόγος αναίρεσης.

Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται η αιτίαση ότι αυτό (πρωτοδικείο) δεν έλαβε υπόψη, 1) το από 25.8.2009 ιδιωτικό συμφωνητικό που φέρεται ότι συνήφθη μεταξύ του καθ' ου η ανακοπή και της ανωτέρω οφειλέτριας του Δημοσίου εταιρίας (Χ. Κ. ΣΙΑ Ο.Ε.) που κατατέθηκε στη Δ.Ο.Υ. … στις 15-10-2009, 2) την κατάσταση συμφωνητικών γ' τριμήνου 2009 της ως άνω οφειλέτριας εταιρίας με ημερομηνία κατάθεσης στη Δ.Ο.Υ … 15.10.2009, 3)τις υπ' αριθμούς ...-10-2009, ...-10-2009 φορτωτικές του Τ.

Δ. και την υπ' αριθμό ...-8-2009 φορτωτική του Τ. Δ. με αποστολέα την εταιρία "... και Σία Ο.Ε." και 4) την από 21-12-2009 υπεύθυνη δήλωση της ως άνω οφειλέτριας προς το "Ι.Κ.Α." , τα οποία προσκόμισε και επικαλέστηκε το πρώτον στο Εφετείο το αναιρεσείον. Η επικαλούμενη πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης δεν δημιουργεί αναιρετικό λόγο από τους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ.

Επομένως ο προβαλλόμενος λόγος, ο οποίος εμπίπτει στη ρύθμιση του άρθρου 559 αριθ,11 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν μειωμένα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ, 22 παρ.1 και 3 ν.3693/1957)...

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25.09.2017 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 9/2017 απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας.

Επιβάλλει στο αναιρεσείον τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Νοεμβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου