Legislator Case Law & Legislation
1386/2018 AI generated

1386/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1386/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1386/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ ετέρου, η εφαρμογή της ανωτέρω ρύθμισης, η οποία περιορίζει με το ως άνω όριο την ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου και επί των ήδη γεγενημένων αξιώσεων είναι ανίσχυρη, διότι είναι αντίθετη προς το προαναφερθέν άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε (μαζί με τη σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των νόμων ισχύ.

Keywords

AI generated
pecuniary penalties income ceiling capacity to incur bill liability financial hardship mental health status limited legal capacity
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1386 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1386/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) α. Π. χας Π. Π., το γένος Β. Ν. και β. Κ. Π. του Π., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του ήδη αποβιώσαντος Π. Π. του Β., 2) Π. χας Π. Π., το γένος Β. Ν., κατοίκου ..., 3) Κ. Π. του Π., κατοίκου ... και 4) α. Π. χας Π. Π., το γένος Β. Ν., κατοίκου ... και β. Ι. Ν. του Β., κατοίκου ... και προσωρινά διαμένοντος στην …, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της ήδη αποβιωσάσης Ε. χας Β. Ν., το γένος Ν. Τ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κοτζαμανίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Ν. του Σ., κατοίκου ... και 2) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων το 2ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη, ενώ ο 1ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-6-2010 αγωγή των ήδη 1ης και 2ου των αναιρεσειόντων, των ήδη αποβιωσάντων Π. Π. του Β. και Ε. χας Β. Ν., καθώς και της Ζ. Κ. του Α., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1161/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-5-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και το 2ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 242/2015, ΑΠ 546/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα, προκύπτει ότι η κρινόμενη από 16-5-2016 (αρ. κατ. 84/2016) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1161/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ), είχε προσδιοριστεί για τη σημερινή δικάσιμο, με αριθμό πινακίου …0, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2 - 4 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, από την υπ' αρ. ….1Ε/10-10-2017 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κατερίνης, Ε. Μ., την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στον 1ο αναιρεσίβλητο (κατά το άρθρο 128 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκε ο 1ος αναιρεσίβλητος, ούτε και κατέθεσε δήλωση μη παράστασης, κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον οι επισπεύδοντες τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείοντες και το 2ο αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ, με την επωνυμία ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ και χάριν συντομίας ΕΚ.

Επομένως, αφού ο 1ος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 περ. α' και γ' ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους, που εκπροσωπούνται νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο και παρά την απουσία αυτού.

Εξάλλου, η κρινόμενη από 16-5-2016 (αρ. κατ. 84/2016) αίτηση για την αναίρεση της προαναφερόμενης υπ' αριθμ. 1161/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχει ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 αρ. 1 και 3 ΚΠολΔ), με την επισήμανση ότι, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και ειδικότερα, από την προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. σελ. 29 και 30 αυτής) και από την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 31/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης (βλ. σελ. 1β και 2α αυτής), που επισκοπούνται παραδεκτά κατ' άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ ως διαδικαστικά έγγραφα, Α) η 1η αναιρεσείουσα, Π. χήρα Π. Π., το γένος Β. Ν. και ο 3ος αναιρεσείων, Κ. Π. του Π., παρίστανται ατομικά αλλά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αρχικού 1ου ενάγοντα Π. Π., νόμιμου, όσο ζούσε, συζύγου της 1ης και πατέρα του 3ου των ανωτέρω αναιρεσειόντων, που απεβίωσε στις 9-4-2012, δηλαδή, μετά την άσκηση της από 28-6-2010 ένδικης αγωγής και πριν από τη συζήτηση αυτής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (13-12-2012) και Β) η 1η επίσης ως άνω αναιρεσείουσα και ο 4ος αναιρεσείων, Ι. Ν., παρίστανται με την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της μητέρας τους, Ε. Ν., αρχικής 4ης ενάγουσας, που απεβίωσε στις 4-2-2011, δηλαδή μετά την άσκηση της ένδικης ως άνω αγωγής και πριν από τη συζήτησή της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Συνεπώς, η δίκη που διακόπηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στο πρόσωπο των αρχικών 1ου και 4ης των εναγόντων λόγω του θανάτου αυτών συνεχίστηκε εκουσίως από τους ανωτέρω εξ αδιαθέτου κληρονόμους τους, οι οποίοι επομένως, παραδεκτά άσκησαν την ένδικη αίτηση αναίρεσης, με τις ανωτέρω ιδιότητές τους και συνεχίζουν επίσης, παραδεκτά τη συζήτηση της αναίρεσης, που χωρεί νομίμως κατ' άρθρ. 566 παρ. 1 σε συνδ. με 286, 287 και 290 ΚΠολΔ.

Με το τέταρτο άρθρο του Ν. 4092/2012, ο οποίος, σύμφωνα με το έβδομο άρθρο αυτού, ισχύει από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 220 τ. Α'/8.11.2012), εισήχθησαν περιορισμοί στο ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης που καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο. Ειδικότερα, με το στοιχείο γ' του άνω άρθρου, αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 19 του Π.Δ. 237/1986 και προβλέπεται πλέον, μεταξύ άλλων, α) ότι η αποζημίωση που καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ για κάθε δικαιούχο. Με την ίδια δε αυτή διάταξη ορίστηκε περαιτέρω ότι η εν λόγω ρύθμιση "καταλαμβάνει και τις ήδη γεγενημένες αξιώσεις κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, χωρίς πάντως να θίγει αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση" και ότι "οι τόκοι που στις περιπτώσεις της προηγουμένης παραγράφου του παρόντος άρθρου υποχρεούται να καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο υπολογίζονται σε κάθε περίπτωση με επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%) ετησίως".

Οι προεκτεθείσες διατάξεις του Ν. 4092/2012 είναι ανίσχυρες για τους ακόλουθους λόγους: Ο καθορισμός του ποσού των 6.000 ευρώ ως ανωτάτου ορίου για ψυχική οδύνη κάθε δικαιούχου προσκρούει ευθέως στην παρ. 4 του άρθρου 1 της δεύτερης Οδηγίας 84/5/ΕΟΚ, κατά την οποία "κάθε κράτος μέλος ιδρύει ή εγκρίνει οργανισμό, αποστολή του οποίου είναι να αποζημιώνει, τουλάχιστον εντός των ορίων της υποχρέωσης ασφάλισης, τις υλικές ζημιές ή τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται από οχήματα αγνώστων στοιχείων ή για τα οποία δεν έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης που προβλέπεται στην παρ. 1", διάταξη η οποία καλύπτει και την χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, κατά τα προεκτεθέντα.

Επίσης, το επιβληθέν ανώτατο όριο των 6.000 ευρώ είναι αντίθετο και προς την αρχή της stricto sensu αναλογικότητας (άρθρο 25 § 1 εδάφ. δ' του Συντάγματος), διότι η παρέμβαση αυτή του νομοθέτη δεν είναι πρόσφορη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, ήτοι για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του Επικουρικού Κεφαλαίου, αλλά ούτε και αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού αυτού, αφού θα μπορούσε να επιτευχθεί το αποτέλεσμα αυτό με ηπιότερο τρόπο, είτε με το να προβλεφθεί μία έκτακτη επιδότησή του από τον κρατικό προϋπολογισμό, είτε με το να υποχρεωθεί αυτό να εξυγιάνει τα οικονομικά του μέσω της αύξησης των εσόδων του και του περιορισμού των λειτουργικών του δαπανών.

Εξ ετέρου, η εφαρμογή της ανωτέρω ρύθμισης, η οποία περιορίζει με το ως άνω όριο την ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου και επί των ήδη γεγενημένων αξιώσεων είναι ανίσχυρη, διότι είναι αντίθετη προς το προαναφερθέν άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε (μαζί με τη σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των νόμων ισχύ.

Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα".

Καλύπτονται έτσι τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεγενημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.ΑΠ 6/2007, Ολ.ΑΠ 40/1998).

Έτσι, η ανωτέρω διάταξη του Ν. 4092/2012 με το να περιορίσει δραστικά το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, καταργεί ουσιαστικά την αστική αυτή απαίτηση των δικαιούχων, που γεννήθηκε με το θάνατο συγγενικού προσώπου σε τροχαίο ατύχημα. Κατά συνέπεια, είναι ασυμβίβαστη προς τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφού τείνει σε αδικαιολόγητη αποστέρηση περιουσιακού στοιχείου των ως άνω προσώπων, χωρίς να συντρέχουν λόγοι δημόσιας ωφέλειας.

Και τέτοιο λόγο δεν συνιστά το ταμειακό απλώς συμφέρον του Επικουρικού Κεφαλαίου (Ολ.ΑΠ 3, 4 και 5/2017, Ολ.ΑΠ 4/2012).

Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 349/2014).

Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί κατ' ουσίαν την ένσταση του 2ου αναιρεσιβλήτου ΕΚ, περί περιορισμού της ευθύνης του μέχρι το ποσό των 6.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, την οποία είχε προτείνει ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και είχε επαναφέρει ενώπιον του Εφετείου με τον 4ο λόγο της έφεσής του, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 4 εδ. γ' του Ν. 4092/2012, την οποία όφειλε να μην εφαρμόσει ως αντισυνταγματική, καθώς επίσης τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 25 παρ. 1 περ. δ' του Συντάγματος, άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και την Οδηγία υπ' αρ. 84/5/ΕΟΚ, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, αν και συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους.

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται παραδεκτά για τις ανάγκες του ερευνώμενου 1ου αναιρετικού λόγου (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι σε τροχαίο δυστύχημα, που συνέβη, στις 30-5-2010 και ώρα 21:50, στην παράπλευρη βοηθητική οδό της επαρχιακής οδού Παραλίας Κατερίνης - Κατερίνη, τραυματίστηκε θανάσιμα οδηγώντας το ποδήλατό του ο Β.

Π., ηλικίας 27 ετών, στενός συγγενής των αναιρεσειόντων και ειδικότερα, γιος της 1ης τούτων, αδελφός του 3ου και εγγονός της Ε. Ν. από μητρική γραμμή, στη θέση της οποίας έχουν υπεισέλθει ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής, τα γνήσια τέκνα της, δηλαδή η θυγατέρα της, Π., μητέρα του θύματος και ο γιος της, Ι. Ν., θείος του θύματος.

Οι συγγενείς (γονείς, αδελφός, γιαγιά του θύματος), καθώς και η Ζ. Κ., ως μνηστή του θύματος, που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, άσκησαν κατά του οδηγού του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ανασφάλιστο και κατά του ΕΚ (ήδη αναιρεσίβλητοι) την από 28-6-2010 (αρ. κατ. …2/2010) αγωγή, με την οποία, μεταξύ άλλων κονδυλίων, που δεν αφορούν την παρούσα αναιρετική δίκη, αξίωναν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και ειδικότερα, κάθε γονέας και ο αδελφός το ποσό των 300.000 ευρώ, η γιαγιά 100.000 ευρώ και η μνηστή 150.000 ευρώ, ποσό που περιορίστηκε κατά 50 ευρώ, για να παρασταθούν στην ποινική δίκη ως πολιτική αγωγή.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο τον εναγόμενο οδηγό του αυτοκινήτου και απέρριψε την ένσταση του εναγομένου ΕΚ περί περιορισμού της ευθύνης του μέχρι το ποσό των 6.000 ευρώ. Ακολούθως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε σε κάθε γονέα το ποσό των 80.000 ευρώ για την ανωτέρω αιτία, στον αδελφό του θύματος το ποσό των 50.000 ευρώ, στην γιαγιά το ποσό των 20.000 ευρώ και στη μνηστή το ποσό των 30.000 ευρώ.

Κατά της απόφασης αυτής οι εναγόμενοι άσκησαν ξεχωριστά έφεση και ειδικότερα, ο μεν υπαίτιος οδηγός την από 15-3-2013 (αρ. κατ. …7/2013) έφεση και το 2ο εναγόμενο ΕΚ την από 4-9-2013 (αρ. κατ. …7/2013) έφεση, ενώ οι ενάγοντες συγγενείς άσκησαν, ξεχωριστά για κάθε έφεση, αντέφεση με τις από 19-2-2014 προτάσεις τους, οι οποίες συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική δίκη ζήτημα και, μετά την ουσιαστική παραδοχή του 4ου λόγου της έφεσης του ΕΚ, με τον οποίο τούτο είχε επαναφέρει την ένσταση περιορισμού της ευθύνης του, κατ' άρθρ. 4 εδ. γ' του Ν. 4092/2012, την οποία επίσης είχε προτείνει και πρωτόδικα, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση ως προς το ΕΚ, έκρινε την αγωγή ως προς το 2ο εναγόμενο ΕΚ, αναφορικά με την αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, νόμιμη, μέχρι το ποσό των 6.000 ευρώ για κάθε συγγενή και απέρριψε την αγωγή ως προς το ΕΚ ως μη νόμιμη για το πέραν των 6.000 ευρώ αιτούμενο ποσό της ανωτέρω αξίωσης.

Επίσης, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή ως προς την 5η ενάγουσα, μνηστή του θύματος. Ακολούθως, μετά την ουσιαστική παραδοχή των εφέσεων των εναγομένων, που έπλητταν το κεφάλαιο της υπαιτιότητας και το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης και μετά την ουσιαστική απόρριψη των δύο αντεφέσεων της οικογένειας, που έπλητταν το κεφάλαιο ως προς το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης και περιορίζοντας τα ποσά αυτής, που είχαν επιδικασθεί πρωτοδίκως στους γονείς και στον αδελφό, επιδίκασε τελικά για την αιτία αυτή σε κάθε γονέα το ποσό των 65.000 ευρώ, στον αδελφό το ποσό των 45.000 ευρώ και στη γιαγιά το ποσό των 20.000 ευρώ και, λόγω του, στο μεταξύ, θανάτου του πατέρα του θύματος και της γιαγιάς προσαύξησε με τα επιδικασθέντα σ' αυτούς ποσά (65.000 και 20.000 ευρώ αντίστοιχα) τα ποσά, που επιδικάσθηκαν στη μητέρα του θύματος και ειδικότερα:

Α) κατά ποσοστό 1/4 ίσο με 16.250 (65.000 χ 1/4) ευρώ και Β) στον αδελφό του θύματος κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου ίσο με 48.750 (65.000 χ 3/4) ευρώ από την αξίωση του πατέρα του θύματος, Π. Π. του Β., καθώς επίσης Γ) στη μητέρα και στο θείο του θύματος (Π. Π. και Ι. Ν.) ως γνήσια τέκνα και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της Ε. Ν., γιαγιάς του θύματος, το ποσό των 10.000 ευρώ σε καθένα τούτων (20.000 χ 1/2 εξ αδιαιρέτου καθένας).

Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο για το ερευνώμενο με τον 1ο αναιρετικό λόγο ζήτημα του περιορισμού της ευθύνης του ΕΚ δέχτηκε τα ακόλουθα: "...6. Ωστόσο η ένδικη αγωγή, κατά το μέρος αυτής που στρέφεται σε βάρος του δευτέρου εναγομένου - νομικού προσώπου, με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο", όσον αφορά, ειδικότερα, την αναγνώριση της εις ολόκληρον υποχρέωσής του για την καταβολή της αιτούμενης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, ενός εκάστου των εναγόντων, είναι νόμιμη, κατ' εφαρμογή των άρθρων 2, 10 και 19 παρ. 1 εδ.

β' και 2 εδ. α' του Ν. 489/1976, όπως κωδικοποιήθηκε με το Π.Α. 237/1986 και όπως οι εν λόγω διατάξεις ισχύουν πλέον, μετά την εφαρμογή του Ν. 4092/2012 (ΦΕΚ Α' 220/8-11- 2012), μόνο μέχρι του ποσού των 6.000 ευρώ για κάθε ενάγοντα - δικαιούχο, αντίστοιχα και απορριπτέα, ως νόμω αβάσιμη, ως προς το υπόλοιπο αιτούμενο ποσό για τον καθένα τους, αντίστοιχα, καθόσον ο με τη συγκεκριμένη ρύθμιση θεσπισθείς περιορισμός της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου (που έχει αναδρομική ισχύ) καταλαμβάνει και τις ήδη γεννημένες αξιώσεις κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, εκτός απ' αυτές που έως το χρόνο έναρξης της εφαρμογής του (ήτοι, έως την έναρξη της τυπικής ισχύος του Ν. 4092/2012), είχαν επιδικασθεί με οριστική δικαστική απόφαση, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω (άρθρο τέταρτο παρ.

γ' του Ν. 4092/2012), αφού η παρούσα υπόθεση συζητήθηκε πρωτοδίκως, στις 13-12-2012, μετά την ισχύ του ως άνω νόμου, δοθέντος ότι η ανωτέρω ρύθμιση δεν είναι αντισυνταγματική (ενόψει του γενικού και αντικειμενικού χαρακτήρα του εν λόγω περιορισμού, της ύπαρξης σκοπού δημόσιου συμφέροντος, προκειμένου να διασφαλισθεί η βιωσιμότητα του Επικουρικού Κεφαλαίου, που επιτελεί λειτουργία δημόσιου συμφέροντος και οιονεί κοινωνικής ασφάλισης, ώστε να μην αναγκάζεται το κράτος να παρεμβαίνει παρέχοντας την αναγκαία ρευστότητα και της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας), ούτε αντίκειται στα άρθρα 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α.

και 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., όπως και στη Δεύτερη Οδηγία του Συμβουλίου της 30.12.1983 (84/5/ΕΟΚ), σε συνδυασμό με άρθρα 3 και 10 της Οδηγίας 2009/103/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου... Επομένως, ενόψει των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε αντίθετα, θεωρώντας την ένδικη αγωγή, νόμιμη, ως προς ολόκληρο το αιτούμενο από κάθε ενάγοντα χρηματικό ποσό για τη χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης που υπέστη από το θάνατο του προρρηθέντος θύματος (κι όχι μόνον έως το ποσό των 6.000 ευρώ για κάθε δικαιούχο - ενάγοντα), εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προρρηθείσες νομικές διατάξεις στην προκειμένη περίπτωση, όπως βάσιμα υποστηρίζει το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν - Επικουρικό Κεφάλαιο, με το συναφή λόγο της κρινόμενης έφεσής του.

Κατά συνέπεια, με βάση αυτά τα δεδομένα, πρέπει, κατά μερική παραδοχή (για το λόγο αυτό) της έφεσής του, ως ουσία βάσιμης, αφού εξαφανισθεί (μερικά) η απόφαση (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), ως προς το συγκεκριμένο κεφάλαιό της, να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν Δικαστήριο η ένδικη αγωγή, ως προς το κατά τα άνω, αντίστοιχο, μέρος της, όσον αφορά το εναγόμενο - Επικουρικό Κεφάλαιο, η οποία (αγωγή) πρέπει να απορριφθεί, ως μη νόμιμη...".

Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο και με το να κρίνει νόμιμη και ισχυρή τη διάταξη του άρθρου 4 εδ. γ' του Ν. 4092/2012, την οποία εφάρμοσε περιορίζοντας ως προς το Ε.Κ. το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης για κάθε συγγενή, κατ' ανώτατο όριο μέχρι του ποσού των 6.000 ευρώ, εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 25 παρ. 1 περ.

δ' του ισχύοντος Συντάγματος, άρθρο 6 ΕΣΔΑ και την Οδηγία 84/5/ΕΟΚ, αν και συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους και εσφαλμένα δεν υπήγαγε στους ανωτέρω κανόνες δικαίου τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, τα οποία πληρούσαν το πραγματικό τους, τους οποίους επομένως παραβίασε ευθέως, με το να εφαρμόσει την διάταξη του άρθρου 4 εδ.

γ' του Ν. 4092/2012, αν και αυτή είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Επομένως, ο 1ος αναιρετικός λόγος πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, αναφορικά με το 2ο αναιρεσίβλητο ΕΚ, χωρίς τον ανωτέρω περιορισμό της ευθύνης του μέχρι του ποσού των 6.000 ευρώ, κατά το μέρος, που η ανωτέρω αξίωση έχει επιδικασθεί στους γονείς, στον αδελφό και στη γιαγιά του θύματος και ήδη Α) στην αναιρεσείουσα, Π.

χήρα Π. Π., όπως παρίσταται ατομικά, αλλά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του συζύγου της εν ζωή και πατέρα του θύματος Π. Π. και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της γιαγιάς του θύματος Ε. Ν., Β) στον αναιρεσείοντα Κ. Π., αδελφό του θύματος, ατομικά αλλά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του Π. Π., πατέρα αυτού και του θύματος και Γ) στον αναιρεσείοντα Ι.

Ν. ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο της γιαγιάς του θύματος Ε. Ν. ως γνήσιο τέκνο αυτής.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα, που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 9/2015).

Εξάλλου, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής σύμβασης, για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται έτσι τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα, απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά. Τέτοιες είναι, κατά το ελληνικό δίκαιο και οι απαιτήσεις από αδικοπραξία για καταβολή αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατά τα άρθρα 297, 298, 299, 57, 59, 932 Α.Κ. (ΑΠ Ολ. 40/1998).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 198/2015).

Με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ για την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 περ. δ' του Συντάγματος, 932 ΑΚ και αυτές σε συνδυασμό με τις διατάξεις της ΕΣΔΑ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε αυτούς και με ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, επιδίκασε σε κάθε γονέα 65.000 ευρώ, στον αδελφό 45.000 ευρώ και στη γιαγιά του θύματος από μητρική γραμμή το ποσό των 20.000 ευρώ, ποσά όμως, που είναι δυσανάλογα μικρά σε σχέση με τα αιτηθέντα από αυτούς, σύμφωνα με τις συνθήκες του τροχαίου δυστυχήματος, κατά παράβαση της Συνταγματικής Αρχής της Αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας και συγχρόνως, απαξίωσε την ενοχική ως άνω αξίωσή τους, την οποία προστατεύουν οι υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις της ΕΣΔΑ κατά το άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο σύμφωνα με την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του δέχθηκε ως προς τις συνθήκες τέλεσης του τροχαίου δυστυχήματος, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στο ερευνώμενο με τον 2ο λόγο αναίρεσης ζήτημα της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης τα ακόλουθα, κατ' ακριβή αντιγραφή: "Στις 30.5.2010, ημέρα Κυριακή και περί ώρα 21:50, ενόσω επικρατούσαν σκοτάδι και άριστες καιρικές συνθήκες, ο Β.

Π., ιδιωτικός υπάλληλος, κάτοικος εν ζωή ….(…) ηλικίας 27 περίπου ετών (ύψους 1,90 μ. και βάρους 90 περίπου κιλών), γιος του πρώτου και της δεύτερης των εναγόντων, αδελφός του τρίτου και εγγονός της τέταρτης, αντίστοιχα, οδηγώντας, με ταχύτητα που δεν ξεπερνούσε τα 10 περίπου χλμ/ώρα, το άνευ αριθμού και πινακίδας κυκλοφορίας δίκυκλο ποδήλατό του, εργοστασίου κατασκευής BERETTA, τύπου TRX, το οποίο δεν διέθετε (από την εργοστασιακή κατασκευή του) φωτισμό, αλλά στο πίσω τμήμα του (πίσω από τη θέση του αναβάτη) έφερε αντανακλαστικά στοιχεία ερυθρού χρώματος, στο εμπρόσθιο τμήμα του (στο τιμόνι) αντανακλαστικά στοιχεία, λευκού χρώματος και στο πεντάλ του αντανακλαστικά στοιχεία, πορτοκαλί χρώματος, αντίστοιχα (άρθρο 76 του ΚΟΚ).

Ο ποδηλάτης, Β. Π., έβαινε, σύννομα, κατά τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του ΚΟΚ (που απαγορεύει την κίνηση ποδηλάτων σε αυτοκινητόδρομους και σε οδούς ταχείας κυκλοφορίας και με ταχύτητα ανώτερη των 50 χλμ/ώρα), επί της παράπλευρης βοηθητικής οδού της Επαρχιακής οδού Παραλίας Κατερίνης - Κατερίνης (χωρίς να υπάρχει οδικός ποδηλατόδρομος σε καμία από τις δύο ως άνω οδούς), με κατεύθυνση από Παραλία προς Κατερίνη, πλησιάζοντας το δημοτικό διαμέρισμα της Περίστασης (που απέχει 3 περίπου χιλιόμετρα από την πόλη της Κατερίνης), κινούμενος στο αριστερό σε σχέση με την πορεία του άκρο του οδοστρώματος, σε απόσταση ενός περίπου μέτρου, δίπλα από το υπάρχον στο σημείο εκείνο χωμάτινο (και με γρασίδι επ' αυτού) έρεισμα του δρόμου.

Πίσω από το Β. Π., σε σταθερή απόσταση ενός έως ενάμιση, περίπου, μέτρου και δεξιότερα, κατά ένα περίπου μέτρο απ' αυτόν, κινείτο, σύννομα, κατά τη διάταξη του άρθρου 40 παρ. 1δ' του ΚΟΚ (που απαγορεύει τους ποδηλάτες να κινούνται ανά δύο ή και πλείονες παράλληλα), στον ίδιο δρόμο, η φίλη του, πέμπτη ενάγουσα, Ζ.

Κ., 28 περίπου ετών (γεννηθείσα στις2-9-1982), κάτοικος ... (επί της οδού ...), οδηγώντας το ποδήλατό της. Η Ζ. Κ. φορούσε ροζ μπλούζα και σκούρου χρώματος παντελόνι και έφερε μια μεγάλη άσπρη τσάντα στην πλάτη της, ενώ ο Β. Π. φορούσε κόκκινη μπλούζα και σκούρου, επίσης, χρώματος παντελόνι. Οι δύο παραπάνω ποδηλάτες είχαν ξεκινήσει με τα ποδήλατά τους από την Κατερίνη στις 20:20' περίπου, είχαν μεταβεί έως την Παραλία Κατερίνης (διαδρομή 8 περίπου χιλιομέτρων) και κατά τον ανωτέρω χρόνο επέστρεφαν στην Κατερίνη.

Αμφότεροι οι ως άνω ποδηλάτες (όπως πράττουν συνήθως οι ποδηλάτες, αλλά και οι πεζοί, όταν κινούνται σε οδούς, που κυκλοφορούν και οχήματα, κατά τη διάρκεια της νύκτας) κινούντο στο αντίθετο για την κατεύθυνσή τους ρεύμα κυκλοφορίας της εν λόγω στενής βοηθητικής οδού, δηλαδή, στο ρεύμα της προς Παραλία, προκειμένου να αποφύγουν (παρότι κυκλοφορούσαν σε παράδρομο, με αραιή κίνηση αυτοκινήτων) ενδεχόμενο τροχαίο, εναντίον τους, ατύχημα, λόγω της νυκτερινής ώρας.

Συγκεκριμένα, επιδίωκαν αφενός να μην έχουν από πίσω τους (πίσω από τις πλάτες τους) κίνηση οχημάτων, που δεν θα έβλεπαν και δεν θα ήλεγχαν, όπως θα συνέβαινε, αν κυκλοφορούσαν ομόρροπα με την κίνηση των αυτοκινήτων που είχαν κατεύθυνση, από Παραλία προς Κατερίνη και αφετέρου να ελέγχουν την κίνηση των αντιθέτως κινουμένων οχημάτων (προς Παραλία), οι οδηγοί των οποίων, πλησιάζοντας προς το μέρος τους κατά μέτωπο, θα μπορούσαν να τους αντιληφθούν ευχερέστερα με τα φώτα τους.

Η ως άνω ασφαλτοστρωμένη βοηθητική οδός, που είναι δίπλα από την Επαρχιακή οδό, είναι ευθεία, οριζόντια και διπλής κατεύθυνσης, χωρίς διαγράμμιση (χωρίς τα δύο ρεύματά της να χωρίζονται μεταξύ τους από κάποια μονή ή διπλή διαχωριστική γραμμή), με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, με πλάτος οδοστρώματος έξι (6) περίπου μέτρων και χωμάτινο έρεισμα (με πράσινο ανεπτυγμένο επ' αυτού γρασίδι εκείνη την εποχή) και από τις δύο πλευρές της, πλάτους δύο (2) περίπου μέτρων από κάθε πλευρά, αντίστοιχα.

Ειδικότερα, στο δεξιά, σε σχέση με την πορεία της προς Κατερίνη, άκρο της υπάρχει τσιμεντένια, χαμηλού ύψους, διαχωριστική μπάρα, μετά απ' αυτήν το χωμάτινο έρεισμα με τη χλόη και αμέσως μετά εκτείνεται η Επαρχιακή οδός, ενώ στο αριστερό, κατά την ίδια πορεία της, άκρο, έχει το ως άνω χωμάτινο έρεισμα με τη χλόη και δίπλα απ' αυτό αποστραγγιστικό κανάλι, που εκείνη την εποχή δεν είχε νερό.

Να επισημανθεί ότι το ασφάλτινο οδόστρωμα της ως άνω οδού ήταν καταστραμμένο σε πολλά σημεία του και στα δύο ρεύματα, έχοντας με πολλές συνεχόμενες (βάθους έως 15 περίπου εκατοστά) λακκούβες. Τριάντα (30) περίπου μέτρα πιο πάνω (κατά την πορεία της προς Κατερίνη), η εν λόγω παράπλευρη οδός τέμνεται κάθετα με τον πεζόδρομο του δημοτικού διαμερίσματος της Περίστασης, στην είσοδο του οποίου υπήρχαν (ως διαχωριστικό και αποτρεπτικό για τη διέλευση οχημάτων) πράσινα κολωνάκια και υπερυψωμένο τσιμεντένιο κράσπεδο...

Τέλος, κατά τον παραπάνω χρόνο, η κυκλοφορία των οχημάτων και η κίνηση των πεζών, στο ανωτέρω σημείο ήταν αραιή, υπήρχε (μετρίως επαρκής) εξωτερικός τεχνητός φωτισμός από μία παρακείμενη κολώνα φωτισμού της ΔΕΗ (ενώ η πιο πάνω, σε απόσταση 25 περίπου μέτρων, υπάρχουσα κολώνα ηλεκτροφωτισμού δεν λειτουργούσε) και το ανώτατο όριο ταχύτητας, λόγω κατοικημένης περιοχής, οριζόταν στα 50 χιλιόμετρα την ώρα.

Κατά τον ίδιο χρόνο και στον ίδιο τόπο, ο πρώτος των εναγομένων, Ν. Ν., ηλικίας 24 περίπου ετών, τότε και άγαμος, ιδιωτικός υπάλληλος, κάτοικος ... και ήδη κάτοικος ..., όπου εργάζεται πλέον, έγγαμος με ένα τέκνο (βλ., εκτός των άλλων και ένορκη κατάθεση του Κ. Κ. από την ποινική δίκη), οδηγούσε, με ταχύτητα 100 περίπου χιλιομέτρων την ώρα, όντας σε κατάσταση μέθης, χωρίς να διαθέτει άδεια οδήγησης, αλλά και την αναγκαία οδηγική ικανότητα και εμπειρία, αφού, παρότι είχε συμμετάσχει πολλές φορές στις προβλεπόμενες σχετικές εξετάσεις των υποψηφίων οδηγών, δεν είχε κατορθώσει να αποκτήσει την αντίστοιχη άδεια, το με αριθμό κυκλοφορίας ...3 Ι.Χ.Ε.

αυτοκίνητό του, εργοστασίου κατασκευής AUDI, τύπου A3, 1800 c.c., που είχε κυκλοφορήσει για πρώτη φορά στις 6-4-2003 και ήταν ανασφάλιστο... κινούμενος στην ίδια παράπλευρη βοηθητική οδό, με κατεύθυνση προς Κατερίνη, ενδεχομένως για να αποφύγει τους τυχόν διενεργούμενους από τους αστυνομικούς υπαλλήλους, λόγω της συγκεκριμένης ημέρας (βράδυ Κυριακής), ελέγχους ("αστυνομικά μπλόκα") στα κινούμενα εκείνη την ώρα οχήματα (για άδειες οδήγησης, ασφάλιση και αλκοτέστ).

Ειδικότερα, ο Ν. Ν. και ο συνομήλικός του, φίλος του, Κ. Κ., κάτοικος ..., είχαν μεταβεί το απόγευμα της ίδιας μέρας, με το ως άνω επιβατικό αυτοκίνητο, σε καφέ - μπαρ της Παραλίας Κατερίνης, απ' όπου αναχώρησαν γύρω στις 21:30', αφού, όμως, προηγουμένως, είχαν καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοόλ, το οποίο επηρέασε εξαιρετικά αρνητικά την ούτως ή άλλως μειωμένη ικανότητά του (του εναγομένου) για οδήγηση, έχοντας περιορίσει σε σημαντικότατο βαθμό την ικανότητα αντίληψης, αντίδρασης και διενέργειας των ενδεδειγμένων χειρισμών και ελιγμών κατά την οδήγηση, επιφέροντας πολύ μεγάλη μείωση στην προσοχή, στα αντανακλαστικά του και στην ικανότητα εκτίμησης των αποστάσεων και του περιβάλλοντος.

Αξίζει να επισημανθεί ότι ενώ, όπως αναφέρεται στο τέλος της αμέσως παραπάνω νομικής σκέψης, ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται (άρθρο 42 παρ. 1 του ΚΟΚ) ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, "όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό του είναι από 0,50 γραμμάρια, ανά λίτρο αίματος και άνω, μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου", μία (1) ώρα και πενήντα (50) περίπου λεπτά μετά το επίδικο ατύχημα, στις 23:40', κατά την πρώτη μέτρηση στον εκπνεόμενο αέρα του εναγομένου, με τη χρήση ηλεκτρονικής συσκευής μέτρησης αλκοόλης, η περιεκτικότητα οινοπνεύματος στον οργανισμό του διαπιστώθηκε στα 1,41 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα (ήτοι, πολύ πάνω από το ανώτατο επιτρεπτό όριο) και στις 23:56', δηλαδή, μετά από άλλα δεκαέξι (16) λεπτά της ώρας από την πρώτη μέτρηση, στα 1,28 χιλιοστά, αντίστοιχα, ενώ, με τη μέθοδο της αιμοληψίας, που διενεργήθηκε, στις 22:40', μία (1) περίπου ώρα μετά το ατύχημα, βρέθηκε ότι το ποσοστό του οινοπνεύματος στο οργανισμό του (με ανώτατο όριο τα 0,50 γραμμάρια, ανά λίτρο αίματος), ήταν δύο γραμμάρια και τέσσερα εκατοστά του γραμμαρίου (2,04‰ ανά λίτρο αίματος.

Όταν ο εναγόμενος - νεαρός οδηγός έφθασε με το ανωτέρω όχημά του στο προπεριγραφέν χιλιομετρικό σημείο, πριν από τον πεζόδρομο της Περίστασης (κοντά στο γήπεδο), χωρίς να έχει αντιληφθεί καθόλου τους επί της ίδιας οδού κινούμενους ποδηλάτες, έχασε, πιθανότατα, λόγω των πολλών ανωμαλιών του οδοστρώματος, τον έλεγχο του οχήματός του, που εκτράπηκε από την πορεία του προς τα αριστερά και εξήλθε από το οδόστρωμα στο (από αριστερά υπάρχον) χωμάτινο έρεισμα της οδού και κατά την προσπάθειά του να το επαναφέρει, πέρασε από αριστερά το ποδήλατο της Ζ.

Κ. και αμέσως μετά, προσέκρουσε με ιδιαίτερη σφοδρότητα, με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του (με την εμπρόσθια δεξιά γωνία του) αυτοκινήτου του στο πίσω τμήμα του (προπορευόμενου) ποδηλάτου του προρρηθέντος, Β. Π. (που εκείνη τη στιγμή απείχε γύρω στο ένα μέτρο από την άκρη του οδοστρώματος), ο οποίος επέπεσε αρχικά με βιαιότητα στο δεξιό τμήμα του εμπρόσθιου υαλοθώρακα (παρμπρίζ) του αυτοκινήτου (που έσπασε) και στη συνέχεια, εκτινάχθηκε και κατέπεσε με σφοδρότητα στο οδόστρωμα, διαγράφοντας, σε ευθεία πορεία, απόσταση 21 περίπου μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης, ενώ το ποδήλατό του εκσφενδονίσθηκε στην ίδια περίπου απόσταση, αριστερά έξω από το οδόστρωμα και κατέπεσε μέσα στο παρακείμενο αποστραγγιστικό κανάλι.

Δυστυχώς, οι συνέπειες της παραπάνω σύγκρουσης ήταν τραγικές για τον ποδηλάτη, Β. Π., ο οποίος τραυματίσθηκε θανάσιμα και εξέπνευσε μερικές ώρες αργότερα στο Γενικό Νοσοκομείο … "...", όπου διακομίσθηκε, λόγω "βαριάς κλειστής κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης, διάχυτης υπαραχνοειδούς αιμορραγίας και αιμορραγικών διηθήσεων του στελέχους".

Το Ε.Κ.Α.Β. προσήλθε στον τόπο του ατυχήματος, στις 22:00', μετά από τηλεφωνική ειδοποίησή του, στις 21:55', από τον Ν. Η. (από το με αριθμό κλήσης 69...3 κινητό του τηλέφωνο), ο οποίος την παραπάνω χρονική στιγμή καθόταν με μια φίλη του στις υπερυψωμένες κερκίδες του παρακείμενου ποδοσφαιρικού γηπέδου και μετά το θόρυβο που ακούσθηκε από τη σύγκρουση έσπευσε στο σημείο του ατυχήματος...

Ο εναγόμενος - οδηγός, ο οποίος, όπως προϊστορείται, όντας υπό την επήρεια οινοπνεύματος, δεν είχε αντιληφθεί κανέναν από τους δύο, κινούμενους στο οδόστρωμα, ποδηλάτες, κατάλαβε, μετά από τη σύγκρουση, ότι "προσέκρουσε πάνω σε κάποιο αντικείμενο" κι όταν ο προαναφερόμενος συνοδηγός του είπε ότι "μάλλον κτύπησε άνθρωπο", πανικοβλήθηκε και αναπτύσσοντας, ακόμη παραπάνω, την ταχύτητα του οχήματός του, εισήλθε στον παρακείμενο πεζόδρομο, αφού προσέκρουσε στο υπερυψωμένο κράσπεδο, στα κείμενα στη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος μεταλλικά διαχωριστικά κολωνάκια και στον πρώτο μεταλλικό πάγκο του πεζόδρομου ακινητοποιήθηκε αρχικά, προσωρινά, έξω από τα κοιμητήρια της Περίστασης, όπου εντοπίστηκε από περιπολικό της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Κατερίνης, οι δύο άνδρες του οποίου, εκτελώντας διατεταγμένη υπηρεσία εποχούμενης περιπολίας, είχαν ήδη ειδοποιηθεί για το ατύχημα και ακολούθως, μετά από σύντομη καταδίωξη, ακινητοποιήθηκε, αναγκαστικά, λόγω των βλαβών που υπέστη το ίδιο το ζημιογόνο αυτοκίνητο, στην οδό … Δίκα.........

Όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν ανενδοίαστα από την προσήκουσα αξιολόγηση και τη συνδυασμένη εκτίμηση, τόσο της έκθεσης αυτοψίας της αρμόδιας Αστυνομικής Αρχής... που επιλήφθηκε του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, με το πρόχειρο σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει..., όσο και όλων των περιλαμβανομένων στη σχηματισθείσα, ύστερα από την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του εναγομένου - οδηγού, για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (άρθρα 28 και 302 παρ. 1 ΠΚ) και της παράβασης των άρθρων 42 παρ. 1, 7γ' και 10, 43 παρ. 2 α' και β', 94 παρ. 1, 3α, 5α του ΚΟΚ και 17 του Ν. 2170/1993, συναφή ποινική δικογραφία, εγγράφων και ένορκων καταθέσεων, μεταξύ των οποίων (περιέχονται) και οι ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις των προρρηθέντων, αυτοπτών μαρτύρων, Ζ.

Κ. και Κ. Κ., όπως και η προανακριτική έκθεση εξέτασης του πρώτου εναγομένου, ως κατηγορουμένου και ιδίως, από το περιεχόμενο της, από 31-5-2010, έκθεσης τεχνικής πραγματογνωμοσύνης του ορισθέντος, ύστερα από παραγγελία του Τμήματος Τροχαίας Κατερίνης, πραγματογνώμονος, Ν. Κ.. Τέλος, η ανωτέρω κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ενισχύεται και από το περιεχόμενο των υπ' αριθμ.

…6/2013 πρακτικών και απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Κατερίνης, δυνάμει της οποίας ο εναγόμενος, Ν. Ν., καταδικάσθηκε για μεν την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια σε φυλάκιση τεσσάρων (4) ετών, για δε τις πράξεις της παράβασης των άρθρων 43 παρ. 2α' και β' και 17 του Ν. 2170/1993, σε φυλάκιση ενός (1) έτους και οκτώ (8) μηνών, αντίστοιχα και συνολικά, σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών και δέκα (10) μηνών, που εκτιμάται ελεύθερα στην προκείμενη πολιτική δίκη, ως δικαστικό τεκμήριο, χωρίς να δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο...

Υπό τις παραπάνω πραγματικές συνθήκες, το επίδικο τροχαίο ατύχημα και οι εντεύθεν τραγικές συνέπειές του, οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα (άρθρο 330 παρ. 2 ΑΚ) του ως άνω εναγομένου - οδηγού, ο οποίος δεν προείδε το αποτέλεσμα της προπεριγραφείσας οδικής συμπεριφοράς του, εξαιτίας μη καταβολής της προσοχής και επιμέλειας που με αντικειμενική κρίση μπορούσε και έπρεπε να καταβάλει, με τις ίδιες περιστάσεις, ο μέσος, συνετός και ευσυνείδητος οδηγός Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου, με βάση τους νομικούς κανόνες, την κοινή πείρα και τις ανωτέρω επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες, την οποία, τέλος (επιμέλεια) αν επιδείκνυε, θα μπορούσε να το προβλέψει και να το αποφύγει. Ειδικότερα, το πταίσμα του ως άνω οδηγού συνίσταται στο ότι αντίθετα με όσα επιβάλλουν οι ουσιώδεις κανόνες της ασφαλούς οδήγησης που ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 16 παρ. 4, 19 παρ. 1, 2 και 3, 20 παρ. 1, 94 παρ. 1, 3 και 5 και 42 παρ. 1 του ΚΟΚ (διαπράττοντας τις αντίστοιχες παραβάσεις που τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με το πιο πάνω ζημιογόνο αποτέλεσμα), όπως οι περισσότερες απ' αυτές εκτενώς αναπτύσσονται στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη, από απερισκεψία του, στερούμενος της αναγκαίας, κατά νόμο, άδειας οδηγήσεως, δεν οδηγούσε το ανωτέρω όχημά του, με την επιβαλλόμενη σύνεση και ιδιαίτερα τεταμένη την προσοχή του, ώστε να είναι σε θέση να αντιληφθεί έγκαιρα τους πιθανούς κινδύνους της οδού, δεν ασκούσε τον προσήκοντα έλεγχο και εποπτεία του ούτε ρύθμισε ανάλογα την ταχύτητά του, μειώνοντάς την, υπό τις προπεριγραφείσες περιστάσεις και συνθήκες (στενό οδόστρωμα, ανώμαλη διαμόρφωση του οδοστρώματος, νύκτα, έλλειψη άδειας οδήγησης, επήρεια οινοπνεύματος) και κάτω από το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χλμ/ώρα, το οποίο, ούτως ή άλλως, είχε παραβεί, έτσι ώστε να είναι σε θέση να εκτελεί, κάθε στιγμή, τους αναγκαίους χειρισμούς και να μπορεί ακόμη και να διακόψει την πορεία του οχήματός του, αν χρειαζόταν, μπροστά από οποιοδήποτε προβλέψιμο εμπόδιο ή κίνδυνο, που θα βρισκόταν στο ορατό απ' αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού και επιπλέον, οδηγούσε το ως άνω αυτοκίνητό του, με την υπερβολική ταχύτητα των 100 περίπου χλμ/ώρα και υπό την επήρεια οινοπνεύματος, σε κατάσταση μέθης (με επιτρεπτό όριο τα 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνευόμενου αέρα, μία ώρα και 50 περίπου λεπτά μετά το επίδικο ατύχημα, μετά την απορρόφηση από τον οργανισμό του σημαντικής ποσότητας αλκοόλης, στις 23:40', με τη χρήση ηλεκτρονικής συσκευής, η περιεκτικότητα οινοπνεύματος στον οργανισμό του διαπιστώθηκε 1,41 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και στις 23:56', στα 1,28 χιλιοστά, αντίστοιχα, ενώ, με τη μέθοδο της αιμοληψίας, που διενεργήθηκε, στις 22:40', μία περίπου ώρα μετά το ατύχημα, βρέθηκε ότι το ποσοστό του οινοπνεύματος στον οργανισμό του, με ανώτατο όριο τα 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος, ήταν 2,04‰ ανά λίτρο αίματος), γεγονός που συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος, αφού (η κατανάλωση της συγκεκριμένης ποσότητας αλκοόλ) επηρέασε πολύ αρνητικά την ικανότητά του για οδήγηση, περιορίζοντας, σε σημαντικότατο βαθμό, την (ούτως ή άλλως μειωμένη) ικανότητα αντίληψης, αντίδρασης και διενέργειας των ενδεδειγμένων χειρισμών.

Έτσι, λόγω έλλειψης της απαιτούμενης οδηγικής ικανότητας και επιδεξιότητας, καθώς και της ανάλογης εμπειρίας, αλλά και από προφανή επιπολαιότητά του και κάτω από την άμεση επήρεια οινοπνεύματος, χωρίς να έχει αντιληφθεί καθόλου την κίνηση των λοιπών χρηστών του οδοστρώματος της επίμαχης παράπλευρης οδού, όπως οι δύο παραπάνω ποδηλάτες, απώλεσε πλήρως τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, το οποίο, όπως προεκτίθεται, εκτράπηκε από την κανονική πορεία του προς το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, βγήκε έξω από το οδόστρωμα, από την αριστερή πλευρά και με ανεξέλεγκτη πλέον κίνηση και πορεία, προσέκρουσε στο πίσω τμήμα του κινούμενου στο αριστερό άκρο του οδοστρώματος της βοηθητικής οδού, ποδηλάτη, Β.

Π., τον οποίο δεν είχε αντιληφθεί προηγουμένως, μολονότι στο εν λόγω σημείο υπήρχε (μετρίως επαρκής) εξωτερικός τεχνητός φωτισμός, το ποδήλατό του έφερε αντανακλαστικά στοιχεία και ο ίδιος φορούσε κόκκινη μπλούζα. Στοιχεία που να μπορούν να θεμελιώσουν (οποιασδήποτε μορφής και έκτασης) υπαιτιότητα του ως άνω θύματος, οδηγού του δικύκλου, δεν προέκυψαν από το προσκομιζόμενο αποδεικτικό υλικό, από το οποίο, αντίθετα, αποδείχθηκε ότι το συγκεκριμένο ατύχημα, που προκλήθηκε από την (οφειλόμενη στους προεκτεθέντες λόγους) απώλεια του ελέγχου του οχήματος του εναγομένου και την ξέφρενη, με υπερβολική ταχύτητα, πορεία του, αρχικά, έξω από το οδόστρωμα και ακολούθως, μέσα σ' αυτό, δεν συνδέεται αιτιωδώς με κάποια αμελή ενέργεια ή παράλειψη του ιδίου (του θανόντος), αφού όση επιμέλεια και να επιδείκνυε ο τελευταίος δεν θα μπορούσε να το προβλέψει και να το αποφύγει, καθόσον δεν ήταν δυνατό να προβλέψει, ως πιθανή, την τόσο αντικανονική και παράνομη κίνηση του πρώτου εναγομένου - οδηγού.

Ειδικότερα, ο ανωτέρω, Β. Π., οδηγούσε, κανονικά (με την επιτρεπόμενη κατά τον ΚΟΚ και τις ανωτέρω περιστάσεις ταχύτητα) και με τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή, που με αντικειμενική κρίση μπορούσε και έπρεπε να καταβάλει, με τις ίδιες περιστάσεις, ο μέσος, συνετός και ευσυνείδητος οδηγός ποδηλάτου, με βάση τους νομικούς κανόνες, την κοινή πείρα και τις κατά τα άνω επικρατούσες περιστάσεις και οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες, το ως άνω δίκυκλό του, καθόσον, φορώντας μπλούζα έντονου (κόκκινου) χρώματος, ώστε να καθίσταται ευχερώς αντιληπτός από τους (κινούμενους πίσω ή αντίθετα απ' αυτόν) λοιπούς χρήστες της ίδιας οδού, κινείτο, με το συγκεκριμένο ποδήλατο, που διέθετε τα αναγκαία, κατά νόμο, για τον ίδιο λόγο, αντανακλαστικά στοιχεία, ενώ το επίδικο ατύχημα, υπό τις προπεριγραφείσες περιστάσεις και συνθήκες, θα είχε προκληθεί, ακόμη κι αν το θύμα κινείτο από την άλλη πλευρά (στη δεξιά άκρη) του οδοστρώματος, κατά την επαναφορά του ζημιογόνου αυτοκινήτου στο ρεύμα κυκλοφορίας, που κινείτο προηγουμένως.

Κατά συνέπεια, μετά τα παραπάνω, ο νόμιμος (άρθρο 300 του ΑΚ και άρθρα 5 και 6 του Ν. ΓπΝ/1911) αυτοτελής ισχυρισμός των εναγομένων, που επαναφέρεται παραδεκτά στην παρούσα δίκη, με τους αντίστοιχους λόγους των κρινόμενων εφέσεών τους, περί του ότι αποκλειστικά υπαίτιος ή διαφορετικά συνυπαίτιος (κατά ποσοστό 99% και 98%, όπως υποστήριξε έκαστος, αντίστοιχα) του επιδίκου ατυχήματος και των εντεύθεν συνεπειών του είναι ο (ίδιος ο) θανατωθείς σ' αυτό οδηγός του ποδηλάτου, Β.

Π., είναι απορριπτέος, ως ουσία αβάσιμος...". Ακολούθως το Εφετείο προκειμένου να καθορίσει και να επιδικάσει τα ανωτέρω ποσά χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης στους αναιρεσείοντες - συγγενείς δέχθηκε, επίσης ανελέγκτως αναιρετικά, τα ακόλουθα περιστατικά, που αποτελούν τα προσδιοριστικά στοιχεία και τις συμπαρομαρτούσες συνθήκες του τροχαίου δυστυχήματος: "...Περαιτέρω, προέκυψε ότι ο θανών στο επίδικο τροχαίο δυστύχημα, σε ηλικία είκοσι επτά (27) ετών, ποδηλάτης, Β.

Π., ιδιωτικός υπάλληλος, γιος του πρώτου, Π. Π. (56 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος) και της δεύτερης των εναγόντων, Π. συζ. Π. Π. (49 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος), αδελφός του τρίτου ενάγοντος, Κ. Π. (26 ετών και άγαμου τότε) και εγγονός της τέταρτης των εναγόντων, Ε. χήρας Β. Ν. (80 ετών τότε), αντίστοιχα, ήταν ένας υγιέστατος, ζωντανός νέος άνδρας, που συμβίωνε ακόμη με τα ως άνω μέλη της οικογένειάς του στην κατοικία τους (...), διατηρώντας στενότατες σχέσεις αγάπης και στοργής με όλους και όπως είναι πρόδηλο, βρισκόταν στην αρχή της προσωπικής και επαγγελματικής του ζωής, με προοπτική να ζήσει για πολλά χρόνια ακόμη, να δημιουργήσει δική του οικογένεια και πλήρη οικονομική αυτοτέλεια και γενικά να χαρεί τη ζωή.

Ο αδόκητος, αιφνίδιος και τραγικός θάνατος του Β. Π., που προήλθε από την προπεριγραφείσα παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου - οδηγού του ζημιογόνου ανασφάλιστου οχήματος, προξένησε (και) μη περιουσιακή ζημία στα έννομα αγαθά των προσώπων όλων των ως άνω εναγόντων, οι οποίοι συνδέονταν μαζί του με μεγάλη αγάπη, στενό ψυχικό δεσμό...

και εξ αντικειμένου στενή συγγένεια και περιλαμβάνονται όλοι στην οικογένειά του, κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ. Η θανάτωση του αγαπημένου τους προσώπου, κάτω από τις παραπάνω τραγικές συνθήκες, συγκλόνισε ανεπανόρθωτα τον ψυχικό τους κόσμο, διατάραξε τη συναισθηματική τους ισορροπία και τους δημιούργησε έντονα και βαθύτατα συναισθήματα θλίψης, οδύνης, απογοήτευσης και απαισιοδοξίας, που είναι πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο να εξαλειφθούν ολοσχερώς στο μέλλον.

Για να επέλθει κάποια σχετική εξισορρόπηση στη δυσμενή αυτή κατάσταση που δημιουργήθηκε σ' όλους τους ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητους - αντεκκαλούντες και να τους δοθεί κάποια ευχέρεια να την ξεπεράσουν, πρέπει να τους επιδικασθεί εύλογη χρηματική ικανοποίηση, η οποία αποσκοπεί στην ανακούφισή τους από τον πόνο και τη στεναχώρια τους και αποσκοπεί, πρωτίστως, στην παροχή προς αυτούς των απαραίτητων εκείνων οικονομικών μέσων, που σε κάποιο βαθμό, είναι ικανά να συντελέσουν στην άρση των ηθικών συνεπειών της προσβολής που δέχθηκαν, προκειμένου να καταστεί (σε ένα βαθμό) δυνατή η ηθική τους παρηγοριά και η ψυχική τους ανακούφιση.

Το παρόν Δικαστήριο, για τον καθορισμό του ύψους της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης ενός εκάστου των ως άνω εναγόντων, λαμβάνει υπόψη του, με αξιολόγηση και στάθμιση όλων των διαμορφωτικών συνθηκών κατά τον κρίσιμο χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, μεταξύ των άλλων, το είδος της προσβολής που δέχθηκαν, τη διάρκεια και την ένταση της θλίψης και του ψυχικού άλγους που δοκίμασαν, το μέγεθος και την ένταση της οδυνηρής εμπειρίας που βίωσαν, την απαιτούμενη για την καταπολέμησή του (του ψυχικού άλγους) προσπάθεια εκάστου, το στενό συναισθηματικό σύνδεσμό τους και το βαθμό της συγγένειας που συνέδεε τον καθένα τους με το θανατωθέντα, την ηλικία του τελευταίου, αλλά και ενός εκάστου των εναγόντων, τις ιδιαίτερες παραπάνω συνθήκες του αδικήματος, το βαθμό και τη βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου οδηγού, την έλλειψη οιουδήποτε πταίσματος εκ μέρους του θύματος, καθώς και την κοινωνική θέση και την οικονομική κατάσταση όλων των διαδίκων φυσικών προσώπων.

Ενόψει των παραπάνω, η εύλογη, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, που δικαιούται καθένας από τους ενάγοντες, εκτός από το μερικότερο ποσό των πενήντα (50) ευρώ, που επιφυλάχθηκε έκαστος των τριών πρώτων εξ αυτών να επιδιώξει, με την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος, στην ποινική δίκη σε βάρος του εναγομένου, ανέρχεται ειδικότερα στα παρακάτω ποσά:

α) στο ποσό των εξήντα πέντε χιλιάδων (65.000) ευρώ για καθένα από τους πρώτο και δεύτερη των εναγόντων, αντίστοιχα, γονείς του θύματος, β) στο ποσό των σαράντα πέντε χιλιάδων (45.000) ευρώ για τον τρίτο ενάγοντα, αδελφό του/ θύματος και γ) στο ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ για την (τέταρτη των εναγόντων, γιαγιά του θύματος, αντίστοιχα...".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης για κάθε γονέα του θύματος σε 65.000 ευρώ, στον αδελφό 45.000 ευρώ και στη γιαγιά 20.000 ευρώ, δεν παραβίασε ευθέως, αλλά ούτε και εκ πλαγίου την Αρχή της Αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο δεν μειονεκτούν και μάλιστα καταφανώς εκείνων, που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης σε γονείς, αδελφό και γιαγιά του θύματος.

Επομένως, ο 2ος αναιρετικός λόγος για την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της Αρχής της Αναλογικότητας από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες - συγγενείς με την ιδιότητα που παρίστανται, κατά τα προεκτεθέντα και με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1δ' του Συντ/τος, 932 ΑΚ και των υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεων της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την περιουσία του, στην οποία περιλαμβάνονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα, η απαίτηση από αδικοπραξία για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης (ΑΠ 76/2016) και με τους οποίους κανόνες οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην πληττόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι κατά παράβαση της αρχής της Αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε σε καθένα από αυτούς, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση τα προαναφερόμενα ποσά, που κατά την άποψή τους, είναι δυσανάλογα μικρά σε σχέση με τα ποσά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις σε γονείς, αδελφό και γιαγιά, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013, προκύπτει ότι, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο εκτός από εκείνους, που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως, αν, κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση (ΑΠ 51/2016, ΑΠ 292/2015, ΑΠ 1749/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως έχει εκτεθεί προηγουμένως στον 1ο αναιρετικό λόγο, περιόρισε την υποχρέωση του 2ου εναγομένου ΕΚ εσφαλμένα μέχρι το ποσό των 6.000 ευρώ, αν και ορθά έκρινε ως προς το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, που επιδίκασε στην οικογένεια του θύματος, όπως ειδικότερα εκτέθηκε στον 2ο αναιρετικό λόγο.

Επομένως, μετά την ουσιαστική παραδοχή του 1ου λόγου της αίτησης αναίρεσης σε βάρος του 2ου αναιρεσιβλήτου ΕΚ δεν απολείπεται άλλο ζήτημα για διευκρίνιση της υπόθεσης και δεν υπάρχει πλέον στάδιο περαιτέρω εκδίκασης αυτής ως προς το αναιρούμενο κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης σε βάρος του ΕΚ.

Συνακόλουθα, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 580 αρ. 3 ΚΠολΔ πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί από το Δικαστήριο τούτο κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος, που αφορά την υποχρέωση του ΕΚ να καταβάλει στους συγγενείς του θύματος τα επιδικασθέντα ποσά της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, χωρίς όμως τον (εσφαλμένο) περιορισμό της ευθύνης του μέχρι το ποσό των 6.000 ευρώ.

Στη συνέχεια, πρέπει να απορριφθεί ο 4ος λόγος της από 4-9-2013 (αρ. κατ. 97/2013) έφεσης του ΕΚ (περί περιορισμού της ευθύνης του κατ' άρθρ. 4 εδ. γ' του Ν. 4092/2012), να διακρατηθεί κατά το κεφάλαιο αυτό η κρινόμενη αγωγή, που πρέπει να γίνει δεκτή ως νόμω και ουσία βάσιμη και να αναγνωρισθεί, μετά την μετατροπή του καταψηφιστικού αυτής αιτήματος σε αναγνωριστικό (άρθρ. 70, 224 ΚΠολΔ), ότι το 2ο εναγόμενο ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ έχει υποχρέωση να καταβάλει εις ολόκληρο με τον συνεναγόμενό του και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο, Ν.

Ν., στους ενάγοντες - συγγενείς και ήδη αναιρεσείοντες τα ακόλουθα χρηματικά ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης: Α) στην Π. χήρα Π. Π., μητέρα του θύματος, ατομικά 65.000 ευρώ και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου του αρχικού 1ου ενάγοντα, νόμιμου εν ζωή συζύγου της Π. Π. του Β., πατέρα του θύματος, το ποσό των 16.250 ευρώ και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο της μητέρας της κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και γιαγιάς του θύματος, Ε.

χήρας Β. Ν., αρχικής 4ης ενάγουσας, το ποσό των 10.000 ευρώ και συνολικά για την αιτία αυτή το ποσό των 91.250 ευρώ. Β) Στον Κ. Π. του Πο., αδελφό του θύματος, ατομικά το ποσό των 45.000 ευρώ και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο του αρχικού 1ου ενάγοντα, Π. Π. του Β., πατέρα αυτού και του θύματος, κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου, το ποσό των 48.750 ευρώ και συνολικά το ποσό των 93.750 ευρώ.

Γ) Στον Ι. Ν. του Β., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου της μητέρας του Ε. χήρας Β. Ν., αρχικής 4ης ενάγουσας, γιαγιάς του θύματος από μητρική γραμμή, το ποσό των 10.000 ευρώ. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 εδ.

Β'δ' ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί το 2ο αναιρεσίβλητο ΕΚ, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων συγγενών (εναγόντων - εφεσιβλήτων), που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις κατά το νόμιμο αίτημα αυτών, λόγω της δυσχέρειας του νομικού ζητήματος (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ), για το οποίο έχει εκδοθεί απόφαση της ολομέλειας του Δικαστηρίου τούτου, ενώ αντιθέτως, δεν θα περιληφθεί στην απόφαση αυτή διάταξη περί δικαστικών εξόδων σε βάρος των αναιρεσειόντων και υπέρ του 1ου αναιρεσιβλήτου, ως προς τον οποίο δεν αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση και συνεπώς, οι αναιρεσείοντες θεωρούνται ηττηθέντες έναντι αυτού, διότι, λόγω της ερημοδικίας του ο 1ος αναιρεσίβλητος δεν υποβλήθηκε σε δικαστική δαπάνη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-5-2016 (αρ. κατ. 84/2016) αναίρεση κατά της υπ' αριθμ. 1161/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ) ως προς τον 1ο αναιρεσίβλητο.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1161/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ) κατά το αναιρούμενο μέρος της υπόθεσης, ήτοι κατά το μέρος που αφορά την ευθύνη του 2ου αναιρεσιβλήτου ΝΠΙΔ με την επωνυμία ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης χωρίς τον περιορισμό του άρθρου 4 εδ. γ' του Ν. 4092/2012.

Διακρατεί και δικάζει κατά τούτο την υπόθεση.

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσίαν τον 4ο λόγο της από 4-9-2013 (αρ. κατ. 97/2013) έφεσης του εκκαλούντος ΕΚ και ήδη 2ου αναιρεσιβλήτου κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της υπόθεσης.

Κρατεί και δικάζει κατά τούτο την από 28.6.2010 (αρ. κατ. 1662/2010) αγωγή αναφορικά με τους 1ο έως 4η των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, όπως παρίστανται νόμιμα.

Αναγνωρίζει, ότι το 2ο εναγόμενο ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ έχει υποχρέωση να καταβάλει εις ολόκληρο με τον συνεναγόμενό του και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο Ν. Ν., στους ενάγοντες συγγενείς, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τα ακόλουθα χρηματικά ποσά: Α) στην Π. χήρα Π. Π., μητέρα του θύματος, ατομικά 65.000 ευρώ και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου του αρχικού 1ου ενάγοντα, νόμιμου εν ζωή συζύγου της Π. Π. του Β., πατέρα του θύματος, το ποσό των 16.250 ευρώ και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο της μητέρας της κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και γιαγιάς του θύματος, Ε. χήρας Β. Ν., αρχικής 4ης ενάγουσας, το ποσό των 10.000 ευρώ και συνολικά για την αιτία αυτή το ποσό των 91.250 ευρώ. Β) Στον Κ. Π. του Π., αδελφό του θύματος ατομικά το ποσό των 45.000 ευρώ και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο του αρχικού 1ου ενάγοντα, Π. Π. του Β., πατέρα αυτού και του θύματος, κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου, το ποσό των 48.750 ευρώ και συνολικά το ποσό των 93.750 ευρώ. Γ) Στον Ι. Ν. του Β., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου της μητέρας του Ε. χήρας Β. Ν., αρχικής 4ης ενάγουσας, γιαγιάς του θύματος από μητρική γραμμή, το ποσό των 10.000 ευρώ.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Και

Καταδικάζει το 2ο αναιρεσίβλητο ΕΚ (2ο εναγόμενο - εκκαλούν) στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (εναγόντων - εφεσιβλήτων), που ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Σεπτεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ