1386/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1386/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 19-2-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.
Full text
Απόφαση 1386 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1386/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (Δ.Ε.Η.) Α.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-4-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2048/2010 του ίδιου δικαστηρίου και 2367/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-5-2014 αίτησή του, η οποία φέρεται για συζήτηση με την από 22-9-2015 κλήση της αναιρεσίβλητης μετά τη ματαίωση αυτής κατά την αρχικά ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο της 20-9-2015.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 19-2-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις ...20-2-2015 και ...30-11-2015 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν. Β., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση της υπόθεσης αναιρεσίβλητη, προκύπτει ότι ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα: α) της υπό κρίση από 21-5-2014 αίτησης για αναίρεση της 2367/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 22-9-2015, κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση και β) της από 22-9-2015 κλήσης της αναιρεσίβλητης για συζήτηση της αίτησης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 1-3-2016, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (20-9-2016), επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στη δικηγόρο Αθηνών Κ.
Σ., ως υπογράψασα το δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης (άρθρο 143 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Εξ άλλου από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης αυτού του δικαστηρίου προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την τελευταία αυτή νόμιμη δικάσιμο της υπόθεσης (20-9-2016), ο αναιρεσείων δεν παρέστη ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Εφόσον δε η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο κατά τη μετ' αναβολήν δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 226 παρ. 4 εδ. γ και δ Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ. β του ίδιου κώδικα), πρέπει ο αναιρεσείων να δικασθεί ερήμην, να προχωρήσει όμως η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά το άρθρο 216 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. η αγωγή, εκτός άλλων στοιχείων, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Σε αντίθετη περίπτωση είναι αόριστη και το δικαστήριο οφείλει να την απορρίψει για το λόγο αυτό, έστω και αν μνημονεύεται ο νομικός κανόνας με βάση τον οποίο ζητείται η παραδοχή του αιτήματος που υποβάλλεται.
Εξ άλλου το ορισμένο ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο αξιώνει περισσότερα στοιχεία από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά, οπότε υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.
α Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης. Περαιτέρω σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 3, 3, 4 παρ. 1 και 8, 5 παρ. 3 και 4 και 42 παρ. 4 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΚΚΠ/ΔΕΗ), που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β 1274) με την 2842/1973 απόφαση του Υπουργού Απασχολήσεως, κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν.δ. 210/1974 και επέχει ισχύ νόμου, όπως ισχύει μετά τη δημοσίευση της από 23-3-1990 ΣΣΕ Προσωπικού ΔΕΗ (ΦΕΚ Β 227), το προσωπικό συνδέεται με τη ΔΕΗ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο.
Έκτακτο προσωπικό είναι εκείνο που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου για την κάλυψη έκτακτων ή πρόσκαιρων αναγκών και μπορεί να ενταχθεί μετά από διετή υπηρεσία στο τακτικό προσωπικό με απόφαση του διοικητή, μετά από γνώμη του πρωτοβάθμιου συμβουλίου κρίσεως. Το τακτικό προσωπικό κατατάσσεται σε κλάδους, υποδιαιρούμενους σε κατηγορίες, που μπορούν να υποδιαιρεθούν σε βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και ποσοστό οργανικών θέσεων που καθορίζεται για κάθε κατηγορία με απόφαση του γενικού διευθυντή ανάλογα με τις υπάρχουσες ανάγκες.
Κάθε μισθωτός, κατά την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό, κατατάσσεται σε μισθολογικό κλιμάκιο, βαθμίδα, κατηγορία και κλάδο προς πλήρωση οργανικής θέσης. Η κατάταξη σε μισθολογικό κλιμάκιο αποτελεί αποκλειστικά μισθολογική διαβάθμιση και δεν παρέχει δικαίωμα ασκήσεως καθηκόντων ορισμένης θέσης στη διάρθρωση των υπηρεσιών της επιχείρησης.
Ο συνολικός αριθμός των οργανικών θέσεων καθορίζεται κάθε φορά από το διοικητικό συμβούλιο και είναι αντίστοιχος με την εκάστοτε ισχύουσα διάρθρωση της επιχείρησης, ενώ η κατανομή αυτών ενεργείται ανάλογα με τις υφιστάμενες ανάγκες με απόφαση του διοικητή, ο οποίος μπορεί να μεταβάλλει το ποσοστό των οργανικών θέσεων.
Η κατάταξη γίνεται σε μισθολογικό κλιμάκιο της κατώτερης βαθμίδας κάθε κατηγορίας με απόφαση του διοικητή κατόπιν προτάσεως της ιεραρχίας. Το διοικητικό συμβούλιο μετά από εισήγηση του διοικητή αποφασίζει για την ένταξη των τακτικών μισθωτών σε οποιοδήποτε μισθολογικό κλιμάκιο κάθε κατηγορίας. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η ένταξη του έκτακτου προσωπικού σε οργανικές θέσεις του τακτικού προσωπικού μετά τη συμπλήρωση του ελάχιστου χρόνου υπηρεσίας, αποτελεί υποχρέωση της ΔΕΗ, η οποία απορρέει από τις διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ και πρέπει να εκπληρώνεται από αυτήν κατά τη διάταξη του άρθρου 288 Α.Κ., σύμφωνα με το οποίο ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (Ολ.
Α.Π. 4/2007). Περαιτέρω όμως από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει με σαφήνεια ότι κατά την ένταξη του έκτακτου στο τακτικό προσωπικό της ΔΕΗ και την κατάταξή του σε συγκεκριμένο κλάδο, κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο, απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί, εκτός των άλλων, η ύπαρξη αντίστοιχης κενής οργανικής θέσης.
Συνεπώς στο δικόγραφο αγωγής με την οποία ζητείται να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της ΔΕΗ να κατατάξει τον ενάγοντα μισθωτό αυτής σε συγκεκριμένη κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο του τακτικού προσωπικού της με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ, απαιτείται να διαλαμβάνεται εκτός των άλλων στοιχείων η ύπαρξη κενής οργανικής θέσης κατά τον αναφερόμενο χρόνο ένταξης, από τον οποίο ζητείται η ορθή κατάταξη, διαφορετικά η αγωγή είναι απορριπτέα ως αόριστη (Α.Π. 1210/2015, 1113/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 6-4-2009 αγωγή του ο ήδη αναιρεσείων εξέθεσε τα εξής: Ότι την 1-9-1990 προσελήφθη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ως εργάτης στον Ατμοηλεκτρικό Σταθμό Αλιβερίου. Ότι από τότε εργάσθηκε με την ανωτέρω ειδικότητα και με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συνεχώς μέχρι τις 20-9-1993.
Ότι στις 21-9-1993 μετά την 295/1993 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης η σύμβαση εργασίας του μετατράπηκε σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του εργάτη ΓΥ/5 και με εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο το 12ο. Ότι στις 4-5-1994 η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, όμως στις 3-6-1997, μετά την έκδοση της 13592/1994 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων) και της 14/1997 απόφασης του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης, υπεγράφη μεταξύ αυτού και της εναγομένης ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο θεωρήθηκε η από 21-9-1993 σύμβαση εργασίας του έγκυρη και ισχυρή και μηδέποτε λυθείσα, ο δε χρόνος κατά τον οποίο αυτός έμεινε εκτός υπηρεσίας θεωρήθηκε ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας και ασφάλισης στην εναγομένη.
Ότι η εναγόμενη, αν και τον προσέλαβε ως εργάτη γενικών καθηκόντων στην κατηγορία ΓΥ/5 με τυπικό προσόν ένταξης το απολυτήριο δημοτικού σχολείου, τον χρησιμοποίησε εξ αρχής ως τεχνίτη οργάνων στην ομάδα οργάνων του τομέα συντήρησης του Ατμοηλεκτρικού Σταθμού Αλιβερίου αφού διέθετε όλα τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, γεγονός που γνώριζε η εναγόμενη.
Ότι ειδικότερα από την πρόσληψή του εκτελούσε εργασίες συντήρησης, επισκευών και αποκατάστασης των βλαβών του εξοπλισμού οργάνων και αυτοματισμών του σταθμού υπό την επίβλεψη και τις οδηγίες του αρμοδίου διπλωματούχου μηχανικού, εργοδηγού οργάνων και αυτοματισμών, των αρχιτεχνιτών και τεχνιτών. Ότι πριν από τη μετατροπή της σύμβασής του σε σύμβαση αορίστου χρόνου είχε προσκομίσει στην εναγόμενη το από 28-9-1984 απολυτήριο του Λυκείου Αυλωναρίου, το ...16-6-1986 πτυχίο της 1ης Τεχνικής Επαγγελματικής Σχολής Αγίων Αναργύρων της ειδικότητας Ραδιοφωνίας-Τηλεόρασης, επί πλέον δε στις αρχές Φεβρουαρίου 2002 προσκόμισε την 31/2002 άδεια άσκησης επαγγέλματος βοηθού ραδιοτεχνίτη και στα μέσα Απριλίου 2002 προσκόμισε την 244/2002 άδεια άσκησης επαγγέλματος ραδιοτεχνίτη, με σκοπό να καταταγεί κατά την ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου στην κατηγορία Τ4/Γ (ηλεκτροτεχνικών εγκαταστάσεων και εξοπλισμού) με εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο το 10ο.
Ότι εξαιτίας της μη κατάταξής του στην κατηγορία Τ4/Γ από τις 21-9-1993 αλλά από την 1-11-2009 που μετετάγη στην κατηγορία αυτή, βρίσκεται στο 6ο μισθολογικό κλιμάκιο, ενώ θα έπρεπε από την 1-5-2009 να βρίσκεται στο 4ο μισθολογικό κλιμάκιο. Ότι η εναγόμενη είναι υπερήμερη οφειλέτρια των μισθολογικών διαφορών που προκύπτουν, δεδομένου ότι δεν τον κατέταξε στην κατηγορία Τ4/Γ από την πρόσληψη του στις 21-9-1993, με συνέπεια να του οφείλει ως χρηματικές μηνιαίες διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 21-9-1993 έως 31-8-2008 τα αναλυτικά αναφερόμενα ποσά και συνολικά το ποσό των 39.784,85 ευρώ.
Ζήτησε δε: Α) να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη όφειλε να τον εντάξει στην κατηγορία Τ4/Γ (τεχνίτη οργάνων και αυτοματισμών στην ομάδα οργάνων του τομέα συντήρησης του Ατμοηλεκτρικού Σταθμού Αλιβερίου) από 21-9-1993 με ταυτόχρονη προαγωγή στο 10° μισθολογικό κλιμάκιο λόγω αναγνώρισης προϋπηρεσίας και στη συνέχεια να τον προαγάγει την 1-9-1994 στο 9° μισθολογικό κλιμάκιο, την 1-5-1997 στο 8° μισθολογικό κλιμάκιο, την 1-5-2000 στο 7° μισθολογικό κλιμάκιο, την 1-5-2003 στο 6ο μισθολογικό κλιμάκιο, την 1-5-2006 στο 5° μισθολογικό κλιμάκιο, την 1-5-2009 στο 4ο μισθολογικό κλιμάκιο, με ημερομηνία μελλοντικής προαγωγής του στο επόμενο (3ο) μισθολογικό κλιμάκιο την 1-5-2012 και Β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 39.784,75 ευρώ για διαφορές αποδοχών και το ποσό των 10.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπραξία των οργάνων της εναγομένης.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η υπό κρίση αγωγή ήταν απορριπτέα ως αόριστη αφού για τη θεμελίωσή της ο ενάγων δεν εξέθεσε, όπως έπρεπε κατά τα προεκτεθέντα, ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο κατά τον οποίο εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης υπήρχε αντίστοιχη κενή οργανική θέση στην κατηγορία Τ4/Γ και στο 10ο μισθολογικό κλιμάκιο, στο οποίο αυτός δεν κατατάχθηκε αντίθετα με την καλή πίστη.
Συνεπώς το εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προπαρατεθείσες διατάξεις ούτε εκείνες των άρθρων 281 Α.Κ., 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 παρ. 1, 17 παρ. 1, 20 παρ. 1, 22 παρ. 5, 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 1 παρ. 1 και 6 παρ. 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ).
Συνακόλουθα ο πρώτος λόγος αναίρεσης, ο οποίος ευρίσκεται διάσπαρτος και στους λοιπούς λόγους και με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.
αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν αυτό απέρριψε την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (Ολ.
Α.Π. 3/1997, 44/1990). Στην προκειμένη περίπτωση ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο κατά την απόρριψη της αγωγής του διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού, όπως ήδη έχει εκτεθεί, για το παραδεκτό του προαναφερθέντος λόγου αναίρεσης απαιτείται ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, προϋπόθεση που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση κατά την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη.
Τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Ολ.
Α.Π. 10/2005). Περαιτέρω για τη θεμελίωση του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ. για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει η παραβίαση να αφορά την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτόν, ενώ ο ως άνω λόγος δεν θεμελιώνεται όταν η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορά την εκτίμηση αποδείξεων (Ολ.
Α.Π. 2/2008, Α.Π. 115/2010). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο απορρίπτοντας την αγωγή του ως αόριστη για το λόγο ότι δεν επικαλούνταν με αυτήν ότι υπήρχαν κενές οργανικές θέσεις για την κατάταξή του, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής διότι όπως κατά λέξη αναγράφεται στο αναιρετήριο: "Οι κανόνες της κοινής πείρας και λογικής εξηγούν και λένε πολύ απλά, εάν δεν έχεις κενή οργανική θέση, σε ποια θέση χρησιμοποιείς άραγε και δη επί σειράν ετών έναν εξειδικευμένο τεχνικό υπάλληλο, όπως ήμουν και είμαι εγώ;".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως λόγω αοριστίας διότι δεν αναφέρεται ο κανόνας δικαίου κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση, σε κάθε δε περίπτωση διότι οι αιτιάσεις που αποδίδονται με αυτόν στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν συνιστούν παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας με την προεκτεθείσα έννοια.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλά απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (Ολ.
Α.Π. 3/1997).
Συνεπώς οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους (παρά την επίκληση και του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ.) ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες αυτός επικαλέσθηκε και προσκόμισε για την απόδειξη της βασιμότητας της αγωγής του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού ο λόγος αυτός προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, γεγονός που δεν συνέβη εν προκειμένω κατά τα προεκτεθέντα. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-5-2014 αίτηση για αναίρεση της 2367/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιουλίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ