Legislator Case Law & Legislation
1386/2016 AI generated

1386/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1386/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Νικήτα Χριστόπουλο, Πέτρο Σαλίχο - Εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1386/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η εν λόγω αιτιολογία πρέπει να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή αυτούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ., και κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής.

Keywords

AI generated
seizure of motor vehicle action to recover possession contract for vehicle sale motor vehicle expenses vehicle keeper bearer share
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1386 / 2016 (Β Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1386/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Νικήτα Χριστόπουλο, Πέτρο Σαλίχο - Εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου D. P. του Ζ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Παπαθανασίου, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 6251/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Mε πολιτικώς ενάγοντα τον D. S., κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Μαρτίου 2016 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 350/2016.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξένησε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγικό αίτιο, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντα, έστω κι αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς επανόρθωση.

Ως γεγονότα νοούνται πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Περαιτέρω, με την παρ. 1 του άρθρου 406 Α του Π.Κ., όπως αυτό προστέθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 3904/2010, ορίζεται ότι εξαλείφεται, μεταξύ άλλων, το αξιόποινο του εγκλήματος της απάτης, αν ο υπαίτιος με δική του θέληση και πριν εξεταστεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα, η δε μερική μόνο ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μόνο μέρος.

Με την παρ.2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι δεν κινείται ποινική δίωξη και η υπόθεση τίθεται στο αρχείο με αιτιολογημένη πράξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών, εάν ο υπαίτιος των πράξεων της παραγράφου 1, μέχρι την άσκηση της ποινικής δίωξης, ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα, καταβάλλοντας αποδεδειγμένα ή κατά δήλωση του παθόντος ή των κληρονόμων του το κεφάλαιο και τους τόκους υπερημερίας, ενώ με την παρ. 3 του ως άνω άρθρου ορίζεται ότι ο υπαίτιος των πλημμελημάτων, που προβλέπονται στα άρθρα 386 έως 406, απαλλάσσεται από κάθε ποινή αν, μέχρι το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα, καταβάλλοντας αποδεδειγμένα ή κατά δήλωση του παθόντος ή των κληρονόμων του το κεφάλαιο και τους τόκους υπερημερίας.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.

Η εν λόγω αιτιολογία πρέπει να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή αυτούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ., και κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής.

Προϋπόθεση, όμως, της δυνατότητας αξιολόγησης και σε περίπτωση ευδοκίμησής τους της επέλευσης του ευνοϊκότερου για τον κατηγορούμενο αποτελέσματος, είναι η προβολή τους κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή εγγράφως και με προφορική ανάπτυξή τους κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελίωσής τους, άλλως το δικαστήριο δεν υπέχει υποχρέωση απάντησης και μάλιστα αιτιολογημένης (Ολ.Α.Π.2/2005).

Τέλος, όπως προκύπτει από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠοινΔ., εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ’ αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτής, όταν ο δικαστής, χωρίς να την παρερμηνεύει, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά της τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την επ’ ακροατηρίου διαδικασία, αλλά σε άλλη διάταξη νόμου, που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Υπάρχει τέτοια περίπτωση και όταν η ουσιαστική ποινική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, όπως συμβαίνει, όταν στην απόφαση δεν αναφέρονται κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο τα πιο πάνω περιστατικά ή, κατά την παράθεση αυτών, υπάρχει αντίφαση είτε μεταξύ αυτών στην αιτιολογία που τα περιέχει είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της αποφάσεως, κατά τρόπο ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ.Α.Π.2/2011, Ολ.Α.Π. 3/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμ. 6251/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε, σε δεύτερο βαθμό, ένοχος απάτης σε βαθμό πλημμελήματος και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά ακριβή μεταφορά τα εξής: "Από την κατάθεση του μάρτυρα της κατηγορίας, που εξετάστηκε ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

Περί τα μέσα του μηνός Οκτωβρίου 2008 ο εγκαλών συμφώνησε με τον ομοεθνή του (Αλβανικής υπηκοότητας) κατηγορούμενο να αγοράσει από αυτόν ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής Seat Ibiza, με αριθμό κυκλοφορίας ..., το οποίο, κατά τους ψευδείς ισχυρισμούς του τελευταίου, ανήκε στην κυριότητά του. Ο εγκαλών κατέβαλε το συμφωνηθέν τίμημα ύψους 2.800 ευρώ και παρέλαβε στην κατοχή του το επίδικο αυτοκίνητο από τον κατηγορούμενο, πλην όμως ανακάλυψε εκ των υστέρων, από την επισκόπηση της άδειας κυκλοφορίας του τελευταίου, που σκόπιμα ο κατηγορούμενος παρέλειψε να του επιδείξει και παραδώσει ξεχωριστά κατά το χρόνο της παραχωρήσεως της κατοχής του - ισχυριζόμενος ότι αυτή βρισκόταν μέσα στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου - ότι ο τελευταίος, παρότι η άδεια κυκλοφορίας του τελευταίου είχε εκδοθεί στο όνομά του, δεν ήταν κύριος τούτου, διότι αυτή είχε παρακρατηθεί από άλλο πρόσωπο (τον εξάδελφό του J.

P. του J. και D., ο οποίος είχε πωλήσει τούτο προηγουμένως στον κατηγορούμενο). Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι εάν ο εγκαλών γνώριζε το πιο πάνω νομικό ελάττωμα του επίδικου αυτοκινήτου δεν θα το αγόραζε από τον κατηγορούμενο, χωρίς η εν λόγω κρίση να αναιρείται από το μεταγενέστερο των ανωτέρω γεγονός, ότι ο πιο πάνω κύριος του αυτοκινήτου (J.

P.) με την από 22-12-2008 υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986 δήλωσε ότι παραχωρεί την κυριότητα του τελευταίου στον κατηγορούμενο, ώστε να εκληφθεί το άνω νομικό ελάττωμα ως προϊόν, απλώς, αμελούς συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, κρίση που ενισχύεται και από το ότι α) ο εγκαλών, μετά την ανακάλυψη του εν λόγω ελαττώματος, άρχισε (ενόψει και ορισμένων σημαντικών μηχανικών βλαβών που παρουσίαζε το εν λόγω αυτοκίνητο) να αναζητά τον κατηγορούμενο, ο οποίος προσπαθούσε να τον αποφύγει και β) ο άνω εξάδελφός του - τον οποίο επίσης αναζήτησε ο εγκαλών χωρίς αποτέλεσμα- προέβη στην άνω δήλωση λίγες μόνον ημέρες πριν από την κατάθεση (στις 7-1-2009) της από 28-11-2008 μηνύσεως, προκειμένου να αποφύγει περαιτέρω ποινικές εμπλοκές.

Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ’ αυτόν πράξεως, όπως αυτή περιορίσθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως προς τις αποδιδόμενες σ’ αυτόν (δια του κατηγορητηρίου) ψευδείς παραστάσεις". Με βάση τις παραδοχές αυτές, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, συμπληρούμενο από το διατακτικό, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε στο αιτιολογικό της την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς επιλεκτική εκτίμηση αποδεικτικών μέσων και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξης της απάτης, εκθέτει τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς, επίσης, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ.α, 27 παρ. 1 και 386 παρ.1 εδ.

α του Π.Κ. τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ο τρόπος με τον οποίο ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων έδρασε στην τέλεση της παραπάνω πράξης της απάτης, με την παράθεση πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν τις παραδοχές της απόφασης.

Ακόμη, παρατίθενται στο σκεπτικό, παραδεκτώς συμπληρούμενο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, από το διατακτικό,: α) ο σκοπός του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, β) η εν γνώσει αυτού παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και γ) η βλάβη ξένης περιουσίας και συγκεκριμένα του αναφερόμενου εγκαλούντα, η οποία (βλάβη) τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις ως άνω παραπλανητικές ενέργειες του αναιρεσείοντα.

Εξάλλου, το ως άνω Δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα κατ’ είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα και δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας η αναλυτική παράθεση αυτών και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Ακόμη δεν ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διάφορων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης.

Περαιτέρω, η αιτίαση του αναιρεσείοντα, κατ’ εκτίμηση, ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 406 Α’ του Π.Κ., το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του όπως παύσει τη σε βάρος του ποινική δίωξη κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άνω άρθρου, λόγω της πλήρους ικανοποιήσεως του ζημιωθέντα - εγκαλούντα D.

S. πριν την άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του για την εν λόγω πράξη, ή, σε κάθε περίπτωση, κατ’ εφαρμογή της παρ. 3 του ίδιου άρθρου τον απαλλάξει από κάθε ποινή, είναι αβάσιμη, διότι στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης δεν υπέβαλε ο συνήγορός του σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό, ανεξαρτήτως δε τούτου, στην παρούσα περίπτωση δεν συντρέχουν, οίκοθεν, ως αιτιάται ο αναιρεσείων, οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, διότι ελλείπει η απαραίτητη προϋπόθεση της σχετικής δηλώσεως του παθόντα - εγκαλούντα, αλλά ούτε και αποδεδειγμένα προέκυψε, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά και τα για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου έγγραφα της δικογραφίας, η πλήρης ικανοποίηση του ανωτέρω παθόντα, η δε υπεύθυνη δήλωση, που αυτός επικαλείται, δεν αφορά στη σχέση αυτού (παθόντα) και του κατηγορουμένου, ούτε προκύπτει εξ αυτής και μόνο, άνευ άλλης ενέργειας, η πλήρης ικανοποίησή του.

Επομένως, προχωρώντας το Τριμελές Εφετείο στην εκδίκαση της υπόθεσης και την καταδίκη του αναιρεσείοντα, δεν υπερέβη την εξουσία του. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ , Ε’ και Η’ (κατ’ εκτίμηση) του ΚΠοινΔ. λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και υπέρβαση εξουσίας, είναι αβάσιμοι.

Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου ουσίας και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ.).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4 Μαρτίου 2016 αίτηση του D. P. του Z. και D. περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 6251/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Σεπτεμβρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2016.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ