1386/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πάσσο Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο τμήμα), Ασπασία Καρέλλου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1386/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως ή για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσίαν εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1386 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1386/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πάσσο Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο τμήμα), Ασπασία Καρέλλου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΗΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΕΡΙΘΑΛΨΕΩΣ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ζωή Γεωργοπούλου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Χ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/8/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 147/2009 μη οριστική, 225/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 4149/2013 μη οριστική και 5949/2014 οριστική του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείoν με την από 20/1/2015 αίτησή του και τους από 2/4/2015 και από 1/9/2015 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 29/9/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 20/1/2015 αιτήσεως αναιρέσεως και των από 2-4-2015 και 1-9-2015 προσθέτων λόγων. Ο αναιρεσίβλητος ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 345 του Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ’ αυτά, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα των διαδίκων.
Η παράβαση της ανωτέρω υποχρεώσεως του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 γ’ του Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως, όταν καταλείπονται αμφιβολίες για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας. Δεν θεμελιώνει όμως το λόγο αυτό η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει ρητά στην απόφασή του, ποιά αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποιά για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε σε καθένα απ’ αυτά.
Εξάλλου ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλ’ ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμον ισχυρισμοί.
Περαιτέρω, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως ή για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσίαν εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν.
Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 γ του Κ.Πολ.Δ. προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την .../9-9-2014 ένορκη βεβαίωση του Δ. Κ., από την οποία, αλλά και από πολλά άλλα αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται η πλαστότητα του αποσπάσματος συνεδρίασης του Διοικητικού του Συμβουλίου.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον από τη γενική βεβαίωση στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, εκτός των άλλων και "...άπασες οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπό του εναγομένου - εκκαλούντος εφεσιβλήτου νομίμως, κατ’ άρθρο 671 ΚΠολΔ ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις..." σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της και ειδικότερα από την αναφορά ότι τα τρία έγγραφα, μεταξύ των οποίων και το ως άνω απόσπασμα συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσείοντος ( της 29-7-2008 ) είναι γνήσια, κρίση στην οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε μετά συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων, στα οποία περιλαμβάνεται και η διενεργηθείσα γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, δεν καταλείπονται αμφιβολίες ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη της και την ως άνω ένορκη βεβαίωση.
Περαιτέρω, οι προβαλλόμενες με τους δύο λόγους του από 1-9-2015 δικογράφου των πρόσθετων λόγων αιτιάσεις, με την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 και 11 Κ.Πολ.Δ., ότι παρά την αμφισβήτηση εκ μέρους του της γνησιότητας των τριών εγγράφων και την ένσταση πλαστότητας που πρότεινε, δεν διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη για τη διαπίστωση της πλαστότητας του περιεχομένου των τριών εγγράφων (του υπ’ αριθμ. ...29-7-2008 αποσπάσματος πρακτικών συνεδριάσεως του Δ.Σ.
του και των από 21-12-2007 και 31-3-2008 "βεβαιώσεων" που φέρονται ότι έχουν υπογραφεί από τον Πρόεδρό του Γ. Κ.), αλλά τα δέχθηκε ως γνήσια, είναι αβάσιμες, καθόσον τη γνησιότητα των εγγράφων αυτών το Εφετείο τη δέχθηκε συνεκτιμώντας τα εις την προσβαλλόμενη απόφαση αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, στα οποία περιλαμβάνεται και η γραφολογική πραγματογνωμοσύνη που διεξήχθη.
Επιπλέον με την παραδοχή ότι τα ως άνω τρία έγγραφα είναι γνήσια το Εφετείο απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων τον προβληθέντα από το αναιρεσείον ισχυρισμό περί πλαστότητας.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 10 Κ.Πολ.Δ με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά.
Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αρ. 12 λόγος αναιρέσεως για παραβίαση των ορισμών του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο, ενώ αντιθέτως δεν ιδρύεται εάν το δικαστήριο έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα αποδεικτικό μέσο, από άλλα ισοδύναμα μέσα ή εάν έκρινε τους μάρτυρες ενός διαδίκου πιο αξιόπιστους από του άλλου.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 671 παρ.1 εδ. α’ του Κ.Πολ.Δ που ορίζει ότι το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, προκύπτει ότι κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, τα οποία εκτιμά ελευθέρως, κατά το γενικό κανόνα του άρθρου 340 Κ.Πολ.Δ., χωρίς να υποχρεούται να τηρήσει τους κανόνες του νόμου ως προς την αποδεικτική δύναμη αυτών, με εξαίρεση τη δικαστική ομολογία και τα δημόσια έγγραφα.
Ενόψει αυτών ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.12 Κ.Πολ.Δ δεν ιδρύεται σε υποθέσεις που δικάζονται κατά την ανωτέρω ειδική διαδικασία. Στην προκείμενη περίπτωση με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως, με την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 10, 12 και 13 Κ.Πολ.Δ., το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες, ότι με το να δεχθεί το Εφετείο ότι τα τρία ως άνω έγγραφα που πρόσβαλε ως πλαστά είναι γνήσια, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και έλαβε υπόψη του έγγραφα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και χωρίς να αποδειχθεί η γνησιότητά τους.
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι καθόσον το Εφετείο στην κρίση του για τη γνησιότητα των ως άνω τριών εγγράφων κατέληξε αφού έλαβε υπόψη του τα εις την προσβαλλόμενη απόφαση αναλυτικά αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, ήτοι όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, "...τις ένορκη και ανωμοτί επ’ ακροατηρίω του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μαρτυρικές καταθέσεις, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με τη μη οριστική και εκκαλούμενη πρακτικά, άπασες τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπό του εναγομένου - εκκαλούντος, εφεσιβλήτου νομίμως, κατ’ άρθρο 671 Κ.Πολ.Δ.
ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις...". Το σκέλος που αφορά την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ είναι απαράδεκτο, καθόσον α) δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως στις ειδικές διαδικασίες, όπως είναι η των εργατικών διαφορών κατά την οποία δικάζεται η ένδικη υπόθεση, όπου το δικαστήριο δεν υποχρεούται να τηρήσει τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, με εξαίρεση τη δικαστική ομολογία και τα δημόσια έγγραφα, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω και β) τα επικαλούμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν ιδρύουν τον ως άνω αναιρετικό λόγο, αφού σ’ αυτόν ουδέν διαλαμβάνεται σχετικά με την αποδεικτική δύναμη που προσέδωσε ή δεν προσέδωσε το δικαστήριο της ουσίας στα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν.
Περαιτέρω το σκέλος των ως άνω λόγων που αφορά την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ., είναι αόριστο, καθόσον το αναιρεσείον δεν αναφέρει ότι το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, ούτε επικαλείται συγκεκριμένα περιστατικά που να συνιστούν την ως άνω εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).Τα κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε που ανάγονται μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος αν αυτό διατυπώνεται σαφώς δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελή ισχυρισμό επιχειρήματα των διαδίκων.
Στην προκείμενη περίπτωση επί αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου δικηγόρου στην οποία εξέθετε ότι προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον την 1-1-1998 με σύμβαση έμμισθης εντολής, προκειμένου να παρέχει σ’ αυτό τις ως δικηγόρου υπηρεσίες του επί πενθήμερο (από Δευτέρα έως Παρασκευή) επί τρίωρο για κάθε εργάσιμη ημέρα, με πάγια αντιμισθία 230.000 δρχ. (674,98 ευρώ), ότι από 1-5-2003 συμφώνησε με το εναγόμενο να παρέχει τις ως άνω υπηρεσίες του επί οκτάωρο ημερησίως επί πέντε ημέρες την εβδομάδα, αντί των νομίμων ελαχίστων αποδοχών δικηγόρου με πάγια αντιμισθία, και με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το εις αυτή χρηματικό ποσό, για διαφορές αποδοχών του από 1-5-2003 έως 31-7-2008, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε εν μέρει την αγωγή (για το ποσό των 92.046,39 ευρώ) και μετά την άσκηση εφέσεως και από τους δύο διαδίκους το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα :
Ο ενάγων - εφεσίβλητος - εκκαλών προσελήφθη από το εναγόμενο -εκκαλούν εφεσίβλητο την 1-1-1998 δυνάμει συμβάσεως εμμίσθου εντολής, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του ως δικηγόρος, με πάγια μηνιαία αμοιβή 230.000 δραχμών και ήδη 674,98 ευρώ, καταβλητέα στο τέλος κάθε μήνα, καθώς και με έκτακτη πρόσθετη παροχή, ισούμενη με το ποσό του γραμματίου προεισπράξεως.
Κατά τη συμφωνία των διαδίκων ο ενάγων άρχισε να παρέχει τις ανωτέρω υπηρεσίες του επί πενθήμερο εβδομαδιαίως, επί τρίωρο για κάθε εργάσιμη ημέρα. Αναφορικά με το ουσιώδες για την έκβαση της ένδικης δίκης ζήτημα, αν οι διάδικοι συμφώνησαν όπως ο ενάγων παρέχει, από 1-5-2003 κι’ εντεύθεν τις ως άνω υπηρεσίες του στο εναγόμενο επί οκτάωρο ημερησίως, επί πέντε ημέρες την εβδομάδα, αντί των ελάχιστων νόμιμων αποδοχών δικηγόρου με πάγια αντιμισθία, για την απόδειξη του οποίου ο ενάγων, προσκόμισε και επικαλέστηκε, εκτός των άλλων, το υπ’ αριθμ. ...29-7-2008 απόσπασμα πρακτικού συνεδριάσεως του ΔΣ του εναγομένου και τις χωρίς αριθμό πρωτοκόλλου, από 21-12-2007 και από 31-3-2008 βεβαιώσεις που φέρεται ότι υπογράφει ο πρόεδρος του ΔΣ του τελευταίου Γ.
Κ., τη γνησιότητα των οποίων αμφισβήτησε το εναγόμενο και προσέβαλε ως πλαστά, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής : Σύμφωνα με την από 17-1-2014 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, την οποία συνέταξε και κατέθεσε η ορισθείσα με την 4149/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών γραφολόγος Β. Θ. Α., οι υπογραφές που έχουν τεθεί παρά πόδα του κειμένου των από 21-12-2007 και 31-3 -2008 βεβαιώσεων, έχουν χαραχθεί από τον Πρόεδρο του ΔΣ του εναγομένου Γ.
Κ., ενώ σύμφωνα με την από 24-1 -2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, την οποία συνέταξε και κατέθεσε ο ορισθείς με την ίδια ως άνω απόφαση πραγματογνώμων Εξεταστής Πειστηρίων Φωνής και ‘ Ηχου Ε. Θ. Μ., η υπ’ αριθμ ...29-7-2008 συνεδρίαση του ΔΣ του εναγομένου, διήρκεσε 5 ώρες και 50 λεπτά, ωστόσο η συνολική ηχογράφηση των ομιλιών / συνομιλιών έχει διάρκεια 2 ωρών, 30 λεπτών και 6 δευτερολέπτων.
Συνεπώς, η διενεργηθείσα ηχογράφηση δεν ήταν συνεχής, είτε λόγω της πιθανής χρήσης του κομβίου παύσεως της ηχογραφήσεως, για χρονικό διάστημα το οποίο δεν μπορεί να προσδιορισθεί, είτε λόγω εξαντλήσεως του συνόλου της μαγνητοταινίας ανά πλευρά κασέτας. Το χρονικό διάστημα μεταξύ του σταματήματος της ηχογραφήσεως για τους ανωτέρω λόγους δεν μπορεί να προσδιορισθεί.
Επιπροσθέτως, ακόμη και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η ηχογράφηση δεν είχε διακοπεί και συνεχιζόταν κανονικά η επιλεκτική ενεργοποίηση/ απενεργοποίηση των μικροφώνων από τους ομιλητές, είχε ως αποτέλεσμα να μην καταγράφονται όλες οι ομιλίες/ συνομιλίες στο σύνολό τους. Κατ’ επέκταση, δεν μπορεί, είτε να αποκλειστεί, είτε να επιβεβαιωθεί, αν συζητήθηκε το θέμα του ενάγοντος.
Κατά τη διενέργεια της ανωτέρω πραγματογνωμοσύνης δεν παρέστησαν τεχνικοί σύμβουλοι από πλευράς εναγομένου. Η επισυναπτόμενη στο προσκομιζόμενο από το εναγόμενο πρακτικό της υπ’ αριθμ, ...29-7-2008 Συνεδριάσεως του ΔΣ, βεβαίωση της Σ. Κ., εκπροσώπου της εταιρείας " ... ", η οποία τηρεί τα ηχογραφημένα πρακτικά του ΔΣ του εναγομένου αναφέρει ότι :"...
το παρόν πρακτικό είναι ακριβής απόδοση της συζήτησης η οποία έγινε κατά την υπ’ αριθμ. ...29-7-2008 συνεδρίαση του ΔΣ του ... ". Ωστόσο, από την ως άνω πραγματογνωμοσύνη προκύπτει ότι δεν πρόκειται για ακριβή απόδοση της συζητήσεως, η οποία έγινε κατά την υπ’ αριθμ. ...29-7-2008 συνεδρίαση του ΔΣ του εναγομένου, αλλά ακριβή απόδοση του ηχογραφηθέντος τμήματος της συζητήσεως αυτής, η οποία είναι διάρκειας 2 ωρών, 30 λεπτών και 6 δευτερολέπτων, ενώ η συζήτηση διήρκεσε 5 ώρες και 50 λεπτά.
Συγκεκριμένα διήρκεσε από τις 9.30 έως τις 15.20 της 29- 7-2008. Στο προσκομιζόμενο πρακτικό, συνεχίζει το Εφετείο, αναφέρεται ότι το ΔΣ του εναγομένου συνήλθε, κατά την ημερομηνία αυτή, στις 9.00 και ότι ανεγνώσθη η από 10-7-2008 επιστολή του ενάγοντος, επιβεβαιώθηκε από το ΔΣ το αληθές και ακριβές του συνόλου των αναφερομένων σε αυτήν, πλην όμως αποφασίζει ότι, για οικονομικούς λόγους συντρέχει προς το παρόν αντικειμενική αδυναμία καταβολής των ποσών που οφείλονται στον ενάγοντα.
Περαιτέρω στο τεχνικό σύμβουλο Φ. Γ. (παρέστη ως τεχνικός σύμβουλος του εναγομένου στην γραφολογική πραγματογνωμοσύνη) δόθηκε από το εναγόμενο η εντολή να διακριβωθεί, αν οι από 21-12-2007 και 31-3-2008 "βεβαιώσεις" εκδόθηκαν σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται και ακολουθείται απαρεγκλίτως από το εναγόμενο.
Σύμφωνα με την από 16-1-2014 έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεώς του, τα ανωτέρω επίδικα έγγραφα δεν εκδόθηκαν εντός του πλαισίου των προβλεπομένων και καθιερωμένων διαδικασιών. Υπ’ αυτή την έννοια το εναγόμενο θεωρεί ότι οι επίδικες βεβαιώσεις είναι πλαστές. Ωστόσο δεν αμφισβητείται από την εν λόγω έκθεση το γνήσιο της υπογραφής του Γ.
Κ., το οποίο αποτελούσε και το αντικείμενο της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε.
Συνεπώς, συνεχίζει το Εφετείο, από το σύνολο των ανωτέρω προκύπτει ότι, κατά την υπ’ αριθμ. ... 29-7-2008 συνεδρίαση του ΔΣ του εναγομένου, μεταξύ 9.00 και 9.30, χωρίς να ηχογραφείται, αναγνώσθηκε η από 10-7-2008 και με αριθμό εισερχομένου πρωτοκόλλου 00150/11-7-2008 επιστολή του ενάγοντος, επιβεβαιώθηκε από το ΔΣ το αληθές και ακριβές του συνόλου των αναφερομένων σε αυτή, πλην όμως αποφασίσθηκε ότι, για λόγους οικονομικούς, συνέτρεχε προς το παρόν αντικειμενική αδυναμία καταβολής των ποσών που οφείλονται στον ενάγοντα. Καταλήγει δε το Εφετείο, ότι εφόσον, τα ως άνω τρία έγγραφα ήταν γνήσια και μη πλαστά, ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή. Ως προς την προβληθείσα από το εναγόμενο ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης αξιώσεως το Εφετείο δέχθηκε, ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 έως 30-4-2003 ο ενάγων, βάσει της ανωτέρω συμφωνίας ελάμβανε ως μηνιαία αντιμισθία το ποσό των 230.000 δρχ. και ήδη 674,98 ευρώ, η δε νέα αντιμισθία, κατόπιν της νέας συμφωνίας άρχισε από 1-5-2003. Για τη μη καταβολή της νέας συμφωνηθείσας αντιμισθίας ο ενάγων άρχισε να οχλεί το εναγόμενο από το θέρος του 2003 και εφεξής, χωρίς αποτέλεσμα. Το εναγόμενο ως αιτία μη καταβολής πρόβαλε οικονομικές δυσχέρειες, τον διαβεβαίωνε ωστόσο, ότι θα καταβάλλει.
Συνεπώς, καταλήγει το Εφετείο, εφόσον ο ενάγων προέβαινε σε οχλήσεις, υπήρχαν διαβεβαιώσεις ότι θα καταβληθούν τα οφειλόμενα και προκύπτει συμφωνία για νέα αντιμισθία, ο περί καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης αξιώσεως ισχυρισμός του εναγομένου είναι αβάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου, δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος και του επιδίκασε το αιτούμενο με την αγωγή χρηματικό ποσό (το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε αναγνωρίσει την υποχρέωση του εναγομένου για καταβολή του ως άνω ποσού).
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 63 και 92 του Κώδικα περί Δικηγόρων, σε συνδυασμό με τα άρθρα 713 επ. ΑΚ, καθόσον με τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ουσιαστικών ως άνω κανόνων δικαίου, καθώς επίσης ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν το πραγματικό του ως άνω κανόνα δικαίου, οι δε προβαλλόμενες με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμες και απορριπτέες.
Η αποδιδόμενη με τον έκτο λόγο αναιρέσεως μέρος πρώτο πλημμέλεια, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, εκ του ότι ο ενάγων δικηγόρος σε προσωπική του υπόθεση δεν προσκόμισε τις 2 ως άνω " βεβαιώσεις " κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής του και από τις οποίες ωφελείτο, αποδεικνύει την πλαστότητα των εγγράφων αυτών, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, καθόσον τα ως άνω αναφερόμενα δεν ιδρύουν τον ως άνω λόγο αναιρέσεως.
Το δεύτερο μέρος του έκτου λόγου αναιρέσεως, με το οποίο το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν ελήφθησαν υπόψη πράγματα που πρότεινε και τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πολλές γνήσιες βεβαιώσεις από τις οποίες αποδεικνύεται η πλαστότητα των δύο ως άνω " βεβαιώσεων", με την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. ( αληθώς από το άρθρο 559 αρ 11γ Κ.Πολ.Δ ) είναι αόριστος, καθόσον δεν αναφέρεται ποιες συγκεκριμένες βεβαιώσεις δεν λήφθηκαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Ανεξάρτητα όμως από τα ανωτέρω ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, από την ρητή αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται ότι λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και όλα τα έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέστηκε το αναιρεσείον.
Επειδή, από το άρθρο 559 αρ. 17 Κ.Πολ.Δ που ορίζει ότι η απόφαση αναιρείται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες προκύπτει ότι ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε αντιφάσεις του διατακτικού και μάλιστα τέτοιες που να προκαλούν αοριστία, ώστε η απόφαση να μην μπορεί να εκτελεστεί. Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 17 αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι έχει αντιφατικές διατάξεις, διότι στο δεύτερο φύλλο, 1η σελίδα αναφέρεται ότι η πρωτόδικη υπ’ αριθμ. 147/2009 απόφαση είναι μη οριστική, ενώ προηγουμένως ( στο πρώτο φύλλο 2η σελίδα αναφέρεται ότι με την ίδια απόφαση έγιναν δεκτά όσα αυτή έταξε και η μεταγενέστερη υπ’ αριθμ. 225/2010 απόφαση. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες δεν αναφέρονται σε αντιφάσεις του διατακτικού αλλά του εισαγωγικού (1° φύλλο 2η σελίδα ) και του ιστορικού ( 2° φύλλο 1η σελίδα) της ως άνω αποφάσεως.
Ο έβδομος λόγος αναιρέσεως, μέρος πρώτο, από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, διότι στη 2η σελίδα του 6ου φύλλου αναφέρεται ότι ο ίδιος ο ενάγων συνέταξε το "απόσπασμα " του υπ’ αριθμ. ...29-7-2009 πρακτικού του ΔΣ του και ότι το απόσπασμα αυτό είναι γνήσιο, ενώ είναι κοινώς γνωστό ότι τα πρακτικά του ΔΣ συντάσσει αποκλειστικά ο γραμματέας του, και ως εκ τούτου είναι αντιφατική η παραδοχή ότι το απόσπασμα που συνέταξε ο ενάγων είναι γνήσιο και αποδεικνύει, μαζί με τις 2 ως άνω βεβαιώσεις την αξίωσή του. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον τα αναφερόμενα στο 6 φύλλο δεν αποτελούν αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως αλλά παράθεση των ισχυρισμών του εναγομένου - εκκαλούντος. Το δεύτερο μέρος του έβδομου λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, διότι η σύνταξη αποσπάσματος πρακτικού του ΔΣ από πρόσωπο που δεν αποτελεί μέλος του συνιστά εκ προθέσεως πλαστότητα του αποσπάσματος, με την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το Εφετείο δεν διαλαμβάνει παραδοχές ότι το ως άνω απόσπασμα συντάχθηκε από τον αναιρεσίβλητο.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. ‘ Ετσι ο λόγος αυτός θεμελιώνεται όταν το Εφετείο από σφάλμα αναγνώσεως του εγγράφου, απέδωσε σε αυτό περιεχόμενο καταφανώς διάφορο του αληθινού, όχι δε και όταν το δικαστήριο, χωρίς να υποπέσει σε σφάλμα αναγνώσεως καταλήγει σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για πλημμέλεια αναγόμενη αποκλειστικά στην κυριαρχική εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου. Εξάλλου ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας μόρφωσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι όταν το συνεκτίμησε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα.
Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραμόρφωσε, α) το περιεχόμενο του ως άνω αποσπάσματος του ΔΣ, διότι κρίθηκε ότι είναι γνήσιο, ενώ αποδείχθηκε η πλαστότητά του, από την παραδοχή ότι το συνέταξε υστεροβούλως ο ενάγων και β) οι δύο ως άνω βεβαιώσεις είναι πλαστές, εφόσον η υπογραφή του προέδρου που έχει τεθεί σ’ αυτές έγινε με εξαπάτηση του προέδρου από τον ενάγοντα.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο δεν υπέπεσε σε σφάλμα αναγνώσεως των ως άνω εγγράφων, αλλά αφού τα ανέγνωσε σωστά οδηγήθηκε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που το αναιρεσείον θεωρεί ορθό, με τη συνεκτίμηση και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επιπλέον ο λόγος αυτός εδράζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι τα τρία ως άνω έγγραφα είναι πλαστά, ενώ κατά τις παραδοχές του Εφετείου είναι γνήσια.
Η προβαλλόμενη με τον ένατο λόγο αναιρέσεως αιτίαση, από το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ, ότι το Εφετείο δεν έπρεπε να λάβει υπόψη τις δύο ως άνω βεβαιώσεις, οι οποίες προσκομίστηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου όχι κατά την πρώτη συζήτηση αλλά στη δεύτερη (επαναληπτική) είναι αλυσιτελής, καθόσον ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί αν η προσκόμιση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο των ως άνω βεβαιώσεων ήταν νόμιμη ή όχι, αφού στην κατ’ έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων (άρθρο 529 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και για την προσκόμισή του ενώπιον του Εφετείου το αναιρεσείον ουδεμία αιτίαση προβάλλει.
Ανεξάρτητα όμως από τα ανωτέρω ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον η συζήτηση που επαναλαμβάνεται θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης, ώστε αυτή και η αρχική συνιστούν τα δύο στάδια μιας ενιαίας συζήτησης. Με τον δέκατο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, με την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1,12 και 13 Κ.Πολ.Δ το αναιρεσείον αιτιάται το Εφετείο ότι τα τρία ως άνω έγγραφα (το απόσπασμα πρακτικού του ΔΣ και οι δύο βεβαιώσεις) τα συνέταξε υστεροβούλως ο ενάγων, παραπλανώντας το Γενικό Γραμματέα του και εκμεταλλευόμενος την προς αυτόν εμπιστοσύνη του τελευταίου και του Προέδρου του, προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή του, γι’ αυτό δεν προσκόμισε τις δύο βεβαιώσεις κατά την πρώτη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Τα ως άνω ιστορούμενα δεν ιδρύουν τους ως άνω λόγους αναιρέσεως, αλλά πλήττουν την ανέλεγκτη από τον ‘ Αρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.
Με τον πρώτο μέρος του πρώτου πρόσθετου λόγο αναιρέσεως του από 2-4-2015 δικογράφου των πρόσθετων λόγων, από το άρθρο 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο, για το κρίσιμο ζήτημα της μετατροπής της χρονικής διάρκειας της ημερήσιας απασχόλησης του ενάγοντος (μετατροπή από απλή σε πλήρη ) δέχθηκε ότι από 1-5-2003 μετατράπηκε σε πλήρη χωρίς ο ίδιος να προσκομίσει κάποιο αποδεικτικό στοιχείο.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον την κρίση του αυτή το δικαστήριο τη στήριξε στα προαναφερθέντα αναλυτικά αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία. Το δεύτερο μέρος του ίδιου λόγου αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ με το οποίο το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση ότι για την απόδειξη της μειωμένης απασχόλησης του ενάγοντος προσκόμισε και επικαλέστηκε, εκτός από τις καταθέσεις των μαρτύρων του και πλήθος εγγράφων, δικαστικών αποφάσεων και πρακτικών, τα οποία όμως το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του είναι αβάσιμο, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε και επικαλέστηκε το αναιρεσείον.
Ο δεύτερος πρόσθετος λόγος του ίδιου ως άνω δικογράφου, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ και ειδικότερα την ύπαρξη αντιφατικών αιτιολογιών με την αναγραφή στο 12° φύλλο "απόσπασμα δήθεν πρακτικού συνεδριάσεως του ΔΣ του Ταμείου της 29-7-2008" είναι αβάσιμος, καθόσον η μνεία αυτή δεν αποτελεί αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως αλλά παράθεση μέρους των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος.
Επίσης αβάσιμη και απορριπτέα είναι η αιτίαση, από το άρθρο 559 αρ. 19, που προβάλλεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο του ως άνω δικογράφου, ότι το Εφετείο δέχθηκε ( στην 18η σελίδα) ως προς τις δύο ως άνω βεβαιώσεις ότι, "... τα έγγραφα αυτά δεν εξεδόθησαν εντός του πλαισίου των προβλεπομένων και καθιερωμένων διαδικασιών του Ταμείου...", καθόσον τα ανωτέρω είναι, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, διαπιστώσεις του ορισθέντος από το αναιρεσείον τεχνικό σύμβουλο Φ.
Γ.. Με τον τέταρτο και τελευταίο πρόσθετο λόγο του ως άνω δικογράφου, προβάλλονται οι αιτιάσεις, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 8 Κ.Πολ.Δ, ότι, α ) δεν ερευνήθηκε καθόλου η παντελής και προφανής έλλειψη γνησιότητας του κειμένου των τριών ως άνω εγγράφων, προκειμένου να ερευνηθεί αν είναι πλαστά, και έτσι παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών και τα διδάγματα της κοινής πείρας και β) δεν ελήφθησαν υπόψη πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα η προταθείσα έλλειψη γνησιότητας των ως άνω εγγράφων και η πλαστότητα αυτών.
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, καθόσον ερευνήθηκε η γνησιότητα των ως άνω εγγράφων και το δικαστήριο δέχθηκε ότι είναι γνήσια, καθώς επίσης λήφθηκαν υπόψη οι σχετικοί περί πλαστότητας ισχυρισμοί του εναγομένου και απορρίφθηκαν κατ’ ουσίαν. Μετά απ’ αυτά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως θα πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-1-2015 αίτηση και τα από 2-4-2015 και 1-9-2015 δικόγραφα πρόσθετων λόγων για αναίρεση της 5949/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ