Legislator Case Law & Legislation
1386/2008 AI generated

Supreme Court allows appeal against bank's promotion decision based on equal treatment principle for lawyers.

Case Number 1386/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the first and fourth grounds of appeal regarding a bank's internal promotion decision. The bank argued that the promotion was based on a binding internal regulation rather than voluntary offers, negating the principle of equal treatment. However, the court found the lower court erred by applying inapplicable rules and failing to enforce the mandatory equal treatment provisions of the Civil Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 288 of the Civil Code and Article 22 of the Constitution; The employer must treat employees with identical qualifications and services equally regarding voluntary benefits, unless the exception is objectively fair and justified by good faith.

Keywords

AI generated
principle of equal treatment voluntary versus contractual benefits internal promotion regulations Civil Code equal treatment lawyer employment status

Cited Legislation

AI generated
Article 288 of the Civil Code
Article 22 of the Constitution
Article 201 of the Civil Code
Article 207 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 380 of the Code of Civil Procedure
Article 206 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
1191/1983
13901/2002
86/2003
1784/2003
1406/2004
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1386 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1386/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαϊου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Λένη.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ, η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά της ως δικηγόρος, με δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/7/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2229/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2003/2006 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/1/2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας, ανέγνωσε την από 21/4/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και τετάρτου λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, που απορρέει από τα άρθρα 288 του ΑΚ και 22 παρ. 1β' του Συντάγματος και έχει εφαρμογή σε οποιαδήποτε ενοχική σχέση, επομένως και στη σχέση της έμμισθης εντολής δικηγόρου με πάγια αντιμισθία (Ολ. ΑΠ 1191/1983), εκείνος που χρησιμοποιεί με αμοιβή περισσότερα πρόσωπα, τα οποία έχουν τα ίδια προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες για την εξυπηρέτηση αναγκών του της αυτής κατηγορίας, υποχρεούται να μεταχειρίζεται ομοιόμορφα τα πρόσωπα αυτά, από απόψεως οικειοθελών παροχών, ανεξάρτητα από το χρόνο που προσλήφθηκε το καθένα, εκτός αν η εξαίρεση ορισμένων από αυτά είναι κατ' αντικειμενική κρίση δίκαιη και εύλογη και δικαιολογείται έτσι κατά την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών.

Βασική προϋπόθεση, πάντως, για την εφαρμογή της ανωτέρω αρχής και στους δικηγόρους που απασχολούνται στον ίδιο εντολέα με πάγια αντιμισθία, είναι η παροχή του εντολέα σε ορισμένους από αυτούς να χορηγήθηκε οικειοθελώς, δηλαδή από δική του πρωτοβουλία και χωρίς να έχει σχετική νομική ή συμβατική υποχρέωση, όπως όταν η παροχή προβλέπεται από κανονισμό με νομική ή συμβατική ισχύ.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 201 ΑΚ, αν δια της δικαιοπραξίας τα αποτελέσματα αυτής εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση αναβλητική),αυτά επέρχονται όταν θα συμβεί το γεγονός (πλήρωση αιρέσεως), κατά δε το άρθρο 207 του ίδιου κώδικα, η αίρεση λογίζεται ότι πληρώθηκε, αν η πλήρωση παρακωλύθηκε εναντίον της καλής πίστεως από εκείνον, ο οποίος θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της.

Τέτοια δικαιοπραξία υπό αναβλητική αίρεση επί της οποίας έχει εφαρμογή το άρθρο 207 ΑΚ είναι και εκείνη με την οποία συμφωνείται μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού, η προαγωγή ή η χορήγηση μισθολογικών ή άλλων παροχών που βελτιώνουν τη θέση του στην επιχείρηση, αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις προβλεπόμενες από τον κανονισμό του εργοδότη που έχει συμβατική ισχύ.

Στην περίπτωση αυτή, παρακώλυση της αιρέσεως εναντίον της καλής πίστεως, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, υφίσταται και όταν κρίνεται από τον εργοδότη ότι ο μισθωτός δεν έχει τις συμφωνηθείσες προϋποθέσεις προαγωγής ή μισθολογικής εξελίξεώς του, πλην όμως η κρίση του αυτή είναι καταφανώς άδικη.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 32 του Οργανισμού των Υπηρεσιών της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ, ο οποίος εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του ν.δ. 2510/1953, κυρώθηκε με το από 26-9-1953 β.δ. και έχει ισχύ νόμου, προκειμένου περί δικηγόρων, που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στην Τράπεζα, εφαρμογή έχουν οι διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων και όχι αυτές του Οργανισμού, ενώ η εξέλιξή τους ρυθμίζεται από Κανονισμό ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 3 του πιο πάνω Οργανισμού καταρτίζεται με πράξη της Διοικήσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε τα εξής: Κατά το άρθρο 11 παρ. 4 του Κανονισμού Λειτουργίας της Διευθύνσεως Δικαστικού και του Νομικού Συμβουλίου της Εθνικής Τράπεζας, ο οποίος έχει εγκριθεί και τροποποιηθεί με τις υπ' αριθμ. 443/1992 και 533/1995 πράξεις του διευθύνοντος συμβούλου και επομένως έχει συμβατική ισχύ, η κατ' αντιστοιχία προς το λογιστικό κλάδο απονομή του βαθμού του συμπράττοντος υποδιευθυντή γίνεται εφόσον συντρέχουν τα απαραίτητα τυπικά προσόντα και επιπλέον ο κρινόμενος είναι δικηγόρος στον Άρειο Πάγο, έχει δεκαετή τουλάχιστον πραγματική δικηγορία στο Δικαστικό της Τράπεζας, έχει ασκήσει τα καθήκοντά του με ζήλο και έχει επιδείξει ιδιαίτερη αφοσίωση στην Τράπεζα.

Περαιτέρω δέχτηκε ότι η αναιρεσίβλητη, που είναι δικηγόρος, διορισμένη στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, προσλήφθηκε στις 17-10-1986 από την αναιρεσείουσα Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος με σύμβαση έμμισθης εντολής προκειμένου να προσφέρει τις νομικές της υπηρεσίες σ' αυτήν έναντι πάγιας μηνιαίας αμοιβής και εντάχθηκε στο Ειδικό Γραφείο Δικαστικού Θεσσαλονίκης, στο οποίο και υπηρετούσε έκτοτε.

Από την 1-7-1993 της απονεμήθηκε ο κατ' αντιστοιχία βαθμός του Τμηματάρχη Α'. Ακολούθως και συγκεκριμένα το έτος 1998 της χορηγήθηκε το δικαίωμα πρώτης υπογραφής και το έτος 1999 της ανατέθηκαν προσωρινά από το Διευθυντή Δικαστικού καθήκοντα Προϊσταμένης του Ειδικού Γραφείου Δικαστικού Θεσσαλονίκης, εξακολουθώντας παράλληλα να χειρίζεται και τις υποθέσεις που είχε χρεωθεί πριν από την τοποθέτησή της στη θέση αυτή.

Τα εν λόγω καθήκοντα τα άσκησε επιτυχώς μέχρι τις 20-11-2000, οπότε τοποθετήθηκε ως προϊσταμένη του Β' Ειδικού Γραφείου Δικαστικού Θεσσαλονίκης, το οποίο προήλθε από τη διάσπαση του μέχρι τότε ενιαίου Γραφείου Δικαστικού σε δύο επιμέρους μονάδες. Με την υπ' αριθμ. 301/21-6-1999 πράξη του Διοικητή της εναγομένης, η οποία εκδόθηκε κατόπιν της από 28-5-1999 εισηγήσεως της προβλεπομένης από το άρθρο 11 παρ. 3 του Κανονισμού Λειτουργίας της Διευθύνσεως Δικαστικού και του Νομικού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας, επιτροπής, απονεμήθηκε ο κατά λογιστική αντιστοιχία βαθμός του συμπράττοντος υποδιευθυντή στους δικηγόρους Α, Β και άλλους είκοσι οκτώ (28), αναδρομικά τους πέντε πρώτους από 1-1-1998, στους έκτο και έβδομο από 1-71998 και τους λοιπούς είκοσι τρεις από 1-1-1999, ενώ στην ενάγουσα δεν απονεμήθηκε ο βαθμός αυτός, χωρίς καμία αιτιολογία, παρά την αντίθετη εισήγηση της αρμόδιας Επιτροπής, η οποία στον συνταχθέντα από αυτήν πίνακα προακτέων με 32 δικηγόρους της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος από τους οποίους οι δύο προέρχονταν από την Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος, κατατάχθηκε στην 30ή θέση.

Κατά το χρόνο διενέργειας των ως άνω προαγωγών (21-6-1999), η αναιρεσίβλητη είχε όλα τα απαιτούμενα από το άρθρο 11 παρ. 3 του ως άνω Κανονισμού της αναιρεσείουσας, σε συνδυασμό προς το άρθρο 10 παρ. 4 περ. β' του Οργανισμού της Υπηρεσίας της, τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για την προαγωγή της στον κατά λογιστική αντιστοιχία βαθμό του συμπράττοντος υποδιευθυντή, δηλαδή είχε τριετή ευδόκιμη υπηρεσία στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' και δεκαετή δικηγορική υπηρεσία στο δικαστικό Γραφείο της εναγομένης, ήταν δικηγόρος στον Άρειο Πάγο, προαχθείσα το έτος 1997 και με βάση τα προεκτεθέντα ασκούσε τα καθήκοντά της με ζήλο, επιτυχία και ιδιαίτερη αφοσίωση.

Δεν υστερούσε δε έναντι των προαχθέντων ως άνω συναδέλφων της ως προς τα προαναφερόμενα προσόντα, ώστε να δικαιολογείται η εξαίρεση αυτής από την απονομή του ως άνω βαθμού. Κατέληξε δε δεχόμενο ότι, ενόψει αυτών, η αναιρεσείουσα, κατά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως παρέλειψε να την προαγάγει στον κατά λογιστική αντιστοιχία βαθμό του συμπράττοντος υποδιευθυντή από 1-1-1999, εφόσον είχε τα ίδια προσόντα και παρείχε τις ίδιες υπηρεσίες με τους προαχθέντες ως άνω συναδέλφους της.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ειδικότερα, δια της εσφαλμένης εφαρμογής, τις μη εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση διατάξεις από τις οποίες απορρέει η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και δια της μη εφαρμογής, τις εφαρμοστέες διατάξεις των άρθρων 201 και 207 του ΑΚ.

Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, εφόσον κατά τις παραδοχές του Εφετείου, το προς προαγωγή των δικηγόρων της αναιρεσείουσας Τράπεζας στον, κατά λογιστική αντιστοιχία, βαθμό του συμπράττοντος υποδιευθυντή, δικαίωμα, απορρέει από τον συμβατικής ισχύος Κανονισμό Λειτουργίας της Διευθύνσεως Δικαστικού, δεν αποτελεί οικειοθελή αλλά συμβατική παροχή, επί της οποίας και έχουν εφαρμογή οι προαναφερθείσες διατάξεις του ΑΚ.

Επομένως, ο τέταρτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η σχετική πλημμέλεια, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 380 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά την διάταξη του άρθρου 206 Κ.Πολ.Δ, με την οποία σκοπείται η εξασφάλιση της δικονομικής τάξης και η τήρηση του επιβαλλόμενου μέτρου ευπρεπείας και κοσμιότητας κατά τη σύνταξη των δικογράφων, το δικαστήριο μπορεί ύστερα από αίτηση ενός διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως, να διατάξει να διαγραφούν από τα δικόγραφα ή τις προτάσεις των διαδίκων εξυβριστικές ή άλλες ανάρμοστες φράσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσίβλητης προκύπτει ότι περιέχονται σ' αυτές οι φράσεις: α) "το πανίσχυρο όσο και βρωμερό σύστημα κατάφερε να εμπλέξει σε συνέργεια ένα πλήθος των εγγυητών της νομιμότητας δικαστών όλων των βαθμίδων της ιεραρχίας για να κρύψουν την ανεπάρκεια των αργόμισθων νομικών παραστατών τους αν όχι τη συνειδητή διασπάθηση του δημοσίου χρήματος για να ικανοποιήσουν ιδιοτελείς απαιτήσεις των σκοτεινών και κρυπτόμενων αφεντικών τους.." και β) "η πορεία της 2553/2001 αγωγής (απόφαση 13901/2002 του Πρωτοδικείου, 86/2003 προδικαστική εφετείου, 1784/2003 οριστική του Εφετείου και 1406/2004 του Αρείου Πάγου) επιβεβαιώνει την ασύμμετρη απειλή ή τη διαπίστωση ότι η δικαιοσύνη είναι όπως το φίδι.

Δαγκώνει μόνο τους ξυπόλυτους". Οι φράσεις αυτές είναι ανάρμοστες και υβριστικές καθόσον φανερώνουν καταφρόνηση προς τους δικαστές που εξέδωσαν τις προαναφερόμενες αποφάσεις και προς τη δικαιοσύνη γενικότερα και πρέπει για το λόγο αυτό να διαταχθεί η διαγραφή τους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2003/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουνίου 2008 .

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ