1386/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Α. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Καραϊσκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Legislator headnote
AI generated1386/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, εφόσον η τελευταία αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε κατά την προσήκουσα εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως (σε αμφότερες τις συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως) παρά την ερημοδικία της πιο πάνω απολειπομένης αναιρεσίβλητης (άρθρο 576 ΚΠολΔ) και στις δύο αιτήσεις αναιρέσεως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1386 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1386/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Α. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Καραϊσκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, 2. Ψ2, 3. ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "΄..... Ο.Ε.", που εδρεύει στο Θεολόγο Μαλεσίνας Φθιώτιδας και εκπροσωπείται νόμιμα, 4. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 5. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ASSOCIATION OF LLOYD'S UNDERWRITERS - SINKO A.E.", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1ος και 3η αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καραμανλή, η 4η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., η 5η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρύσα Πετρουλέα και η 2η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε.
Β. Των αναιρεσειόντων: 1. Χ3, 2. Χ4, 3. Χ6, 4. Χ7, 5. Χ5, κατοίκων όλων ....., 6. Χ1, 7. Ζ1 συζ. Χ1 και 8. Ζ2, κατοίκων ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Φωτεινή Κανέτη και Ευθύμιο Καραϊσκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, 2. Ψ2, 3. ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "΄.... Ο.Ε.", που εδρεύει στο Θεολόγο Μαλεσίνας Φθιώτιδας και εκπροσωπείται νόμιμα, 4. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 5. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ASSOCIATION OF LLOYD'S UNDERWRITERS - SINKO A.E.", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1ος και 3η αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καραμανλή, η 4η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., η 5η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρύσα Πετρουλέα και η 2η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 28-3-2001, 02-07-2001, 11-09-2001 και 20-9-2001 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 57/2004 οριστική του Εφετείου Λαμίας και μετά από άσκηση αναίρεσης η 529/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παραπέμφθηκε εκ νέου η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε την 259/2005 οριστική απόφασή του. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η υπό στοιχείο Α. αναιρεσείουσα με την από 27 Ιανουαρίου 2006 αίτησή της (αριθ.έκθ.κατάθεσης 3/2006) και οι υπό στοιχείο Β. αναιρεσείοντες με την από 27 Ιανουαρίου 2006 αίτησή τους (αριθ. έκθ. κατάθεσης 2/2006).
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης, ανέγνωσε την από 31 Ιανουαρίου 2007 κοινή έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την συνεκδίκαση των ως άνω αιτήσεων αναίρεσης, την απόρριψη της με αριθμό έκθ. κατάθεσης 2/2006 κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως προς τον αναιρεσείοντα Χ1 και την κατά τα λοιπά παραδοχή ως βάσιμων των δευτέρου και τρίτου λόγων των συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναίρεσης και την απόρριψη του πρώτου λόγου αυτών. Η πληρεξούσια της 5ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη των αιτήσεων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να συνεκδικασθούν, γιατί διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων, α) η με αριθμό πιν. 28 από 27-1-2006 αίτηση αναιρέσεως των Χ3, Χ4,Χ6, Χ7, Χ5, Χ1, Ζ1 συζ. Χ1 και Ζ2, κατά των Ψ1, Ψ2, της εταιρείας με την επωνυμία ΄.... Ο.Ε., της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία Η ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε. και ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ASSOCIATION OF LLOYD'S UNDERWRITERS - SINKO A.E., και της 259/2005 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας και β) η με αριθμό πιν. 27 από 27-1-2006 αίτηση αναιρέσεως της ασφαλιστικής εταιρείας ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΑΕ κατά των Ψ1, Ψ2, της εταιρείας με την επωνυμία ΄..... Ο.Ε., της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία Η ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε. και ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ASSOCIATION OF LLOYD'S UNDERWRITERS - SINKO A.E., και κατά της ίδιας ως άνω αποφάσεως.
ΙΙ. Από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τους αναιρεσείοντες αμφοτέρων των ως άνω αιτήσεων αναιρέσεως, ....΄ και ..... από ..... εκθέσεις επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ..... προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο των κρινομένων από 27-1-2006 αιτήσεων αναιρέσεως, με τις πράξεις ορισμού δικασίμου για την οριζόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση και με κλήση προς συζήτηση για τη συνεδρίαση αυτή επιδόθηκαν, με επιμέλεια των πληρεξουσίων των αναιρεσειόντων Φωτεινής Κανέτη και Ευθυμίου Καραϊσκου, αντίστοιχα, νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη (σε αμφότερες τις συνεκδικαζόμενς αιτήσεις αναιρέσεως) Ψ2.
Συνεπώς, εφόσον η τελευταία αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε κατά την προσήκουσα εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως (σε αμφότερες τις συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως) παρά την ερημοδικία της πιο πάνω απολειπομένης αναιρεσίβλητης (άρθρο 576 ΚΠολΔ) και στις δύο αιτήσεις αναιρέσεως.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρεστική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το κριθέν από την αναιρετική απόφαση νομικό ζήτημα, που μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο.
Νομικό όμως ζήτημα δεν επιλύεται αν η αναιρετική απόφαση αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης ( άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) και ειδικότερα για το λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά απ' αυτήν δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της αοριστίας και ανεπάρκειας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού.
Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της αποφάσεως που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να εκτιμήσει αυτά διαφορετικά. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη 259/2005 απόφαση του Εφετείου Λαμίας η από το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, δεν συμμορφώθηκε με το κριθέν από την 529/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, ζήτημα της διαπιστώσεως, στη αναιρεθείσα 57/2004 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ).
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της αναιρεθείσας ως άνω απόφασης του Εφετείου ως προς τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε και με δεδομένο ότι δεν υπήρξε αμφισβήτηση του εννοιολογικού περιεχομένου του νομικού κανόνα που εφαρμόσθηκε.
IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. ΓπΝ/1911, 297, 298,! 300 330 και 914 ΑΚ, προκύπτει, ότι αναγκαία προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση σε περίπτωση σύγκρουσης αυτοκινήτων είναι η υπαιτιότητα του αυτοκινήτου που προκάλεσε τη ζημία, καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του οδηγού και της σύγκρουσης από την οποία προκλήθηκαν οι ζημίες.
Τέτοιος αιτιώδης σύνδεσμος, πρόσφορος για την επέλευση του αποτελέσματος υπάρχει, όταν η σχετική πράξη ή παράλειψη του ζημιώσαντος ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να προκαλέσει τη ζημία. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή αν η ζημία τελεί προς το επιζήμιο γεγονός σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, οπότε είναι αποζημιωτέα, ως ζήτημα καθαρώς πραγματικό κρίνεται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας.
Η κρίση όμως περί του αν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του αποτελέσματος που επήλθε, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω, η ύπαρξη της υπαιτιότητας ή της συνυπαιτιότητας, καθώς και ο βαθμός πταίσματος των υπαιτίων οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, δεν αναιρούνται από μόνο το γεγονός ότι ένας από τους οδηγούς αυτούς παραβίασε τις διατάξεις του ΚΟΚ, αφού μόνη παραβίαση των διατάξεων αυτού από τους οδηγούς δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος.
Αποτελεί απλά στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του επελθόντος αποτελέσματος. Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος εφαρμόσθηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης.
Ο λόγος αυτός, άρα δεν ιδρύεται, όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολόγηση απλά του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα, σε σχέση με την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων που αναφέρονται παρακάτω, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 14-5-2001 και περί ώρα 15.05 ο ενάγων - εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος Ψ1 οδηγούσε το με αριθμ.
κυκλ. ..... ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της ενάγουσας - εναγομένης και ήδη εφεσιβλήτου εταιρίας με την επωνυμία "..... ΟΕ", που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στην εναγομένη - εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ" και εκινείτο στην επαρχιακή οδό ..... στο ρεύμα πορείας αυτής προς ....., στο ύψος του 1ου χιλιομ.
της εν λόγω οδού, όπου υπάρχει αριστερή σε σχέση με την πορεία του κλίση του οδοστρώματος. Κατά τον ίδιο χρόνο ο Χ2, συγγενής των εναγόντων της πρώτης και δεύτερης αγωγής, οδηγούσε το με αριθμ. ..... ΙΧΕ αγροτικό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της συζύγου του (εναγομένης - ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας) Χ3, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ ΑΕ" και εκινείτο στον ίδιο δρόμο, αλλά με αντίθετη κατεύθυνση από αυτή του φορτηγού, δηλαδή προς ......
Η παραπάνω επαρχιακή οδός στο σημείο του 1ου χιλιομέτρου, που διέρχεται μέσα από κατοικημένη περιοχή με ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας 50 χιλιομ/ωρα, έχει πλάτος οδοστρώματος 11,60 μ. με επικάλυψη ασφαλτοτάπητος, μία λωρίδα κυκλοφορίας σε κάθε ρεύμα πορείας πλάτους 5,80 μ. η καθεμία, που διαχωρίζονται μεταξύ τους με νοητή διαχωριστική γραμμή.
Η ορατότητα δεν περιορίζεται, αφού ο δρόμος στο σημείο εκείνο μετά τήν ελαφριά κλίση που προαναφέρθηκε είναι ευθεία τουλάχιστον 500 μέτρα προς ....... Στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος με κατεύθυνση προς ..... ήταν σταθμευμένο προσωρινά το με αριθμ. κυκλ. ...... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της ενάγουσας εναγομένης Ψ2 με μπαγκαζιέρα μεταφοράς οικιακών οικοσκευών, το οποίο καταλάμβανε πλάτος οδοστρώματος 1,55 μ.
και μήκος 2,60 μ. από το ρεύμα πορείας, όπου εκινείτο το αυτοκίνητο του Χ2, που είχε πλάτος, όπως προαναφέρθηκε 5,80 μ., αφήνοντας έτσι ελεύθερο οδόστρωμα 4,25 μ. Όταν ο οδηγός Χ2 έφθασε στο παραπάνω σημείο της εν λόγω επαρχιακής οδού, επεχείρησε να προσπεράσει το αυτοκίνητο της Ψ2, που ήταν σταθμευμένο στο άκρο δεξιό της οδού.
Λόγω όμως του ότι δεν τελούσε σε πλήρη νηφαλιότητα κατά την οδήγηση του αυτοκινήτoυ του, αφού κατά τη γενόμενη σχετική εξέταση αίματος , που έγινε μετά το ατύχημα, διαπιστώθηκε ότι βρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνεύματος και συγκεκριμένα η περιεκτικότητα του οινοπνεύματος στο αίμα του ανερχόταν σε ποσοστό 2,95 ο/οο ανά λίτρο αίματος, αλλά και της μεγάλης για τις περιστάσεις ταχύτητας που είχε αναπτύξει, κινούμενος εντός κατοικημένης περιοχής με ταχύτητα μεγαλύτερη του επιτρεπoμένου ορίου των 50 χιλιμ/ώρα και συγκεκριμένα με 70 χιλμ/ώρα τουλάχιστον, έχασε τον, έλεγχο του αυτοκινήτου του αυτοκινήτου του και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας, όπου εκινείτο κανονικά εντός του ρεύματος πορείας του και με πολύ μικρή ταχύτητα (βλ.
έκθεση αυτοψίας) Ψ1, οδηγώντας το προαναφερόμενο φορτηγό αυτοκίνητο. Ο τελευταίος αντιλαμβανόμενος το αγροτικό αυτοκίνητο να εισέρχεται στο ρεύμα πορείας του, προκειμένου να αποφύγει τη μετωπική σύγκρουση, πιστεύοντας δικαιολογημένα ότι αυτό θα συνεχίσει την πορεία του και θα τον αποφύγει από τη δεξιά του πλευρά, τροχοπέδησε και προέβη σε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα πορείας.
Όμως ο Χ2 αντιλαμβανόμενος το φορτηγό αυτοκίνητο του Ψ1 μπροστά του, στην προσπάθειά του να επαναφέρει το όχημα του, εισήλθε στο κανονικό ρεύμα πορείας του και εκεί συγκρούστηκαν πλαγιομετωπικά τα δύο οχήματα, με συνέπεια να τραυματισθούν θανάσιμα οι Χ2 και ...... οδηγός και συνοδηγός του αγροτικού αυτοκινήτου αντίστοιχα και να υποστούν υλικές ζημιές τα άνω οχήματα.
Ενδεικτικό της αυξημένης τις περιστάσεις ταχύτητας, που είχε αναπτύξει ο παραπάνω οδηγός Χ2 και της σφοδρότητας της σύγκρουσης, κατά την οποία καταστράφηκε ολοσχερώς το εμπρόσθιο τμήμα και η καμπίνα του αγροτικού αυτοκινήτου, είναι και οι θέσεις του οδοστρώματος, στις οποίες κατέληξαν τα δύο οχήματα μετά τη σύγκρουση και συγκεκριμένα το αγροτικό αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Χ2 εκτινάχθηκε 35 μ.
πίσω, ενώ το φορτηγό αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Ψ1 με σύρσιμο στο οδόστρωμα συνέχισε την πορεία του, προς αριστερά και επέπεσε πλάγια στο σταθμευμένο αυτοκίνητο της Ψ2, τραυματίζοντας την ίδια που βρισκόταν στη θέση του οδηγού και προκαλώντας υλικές ζημιές στο όχημά της . Το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του αγροτικού αυτοκινήτου Χ2, ο οποίος κατά την οδήγησή του, δεν τελούσε, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, σε νηφαλιότητα, αλλά σε κατάσταση, πλήρους μέθης, καθόσον σύμφωνα με τη γενομένη εργαστηριακή εξέταση αίματος μετά το ατύχημα που έγινε από το τμήμα χημείου της Διεύθυνσης εγκληματολογικών ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας, η περιεκτικότητα του οινοπνεύματος στο αίμα του ανερχόταν σε πoσoστό 2,95 ο/οο (βλ.
με αριθμ. ..... σχετική έκθεση), δηλαδή πολύ πάνω από το ανώτατο όριο των 0,80 ο/οο, που καθορίστηκε με την εκδοθείσα, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 42 του ΚΟΚ, με αριθμ. 13382/1977 κοινή απόφαση των Υπουργών Συγκοινωνιών και Δημοσίας τάξεως. Εν όψει αυτής της καταστάσεώς του και κατά σαφή παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ 1, 19 παρ. 1, 2, 3 κι άρθρο 42 του ΚΟΚ, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του αυτοκινήτου που οδηγούσε, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς για την αποφυγή ατυχημάτων, ούτε μείωσε την αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα που είχε αναπτύξει, λαμβάνοντας υπόψη τη κατάστασή του καθώς και ότι εκινείτο εντός κατοικημένης περιοχής, με συνέπεια φθάνοντας στο 1ο χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού ......, που στο σημείο εκείνο είναι ευθεία τουλάχιστον 500 μέτρα έμπροσθέν του και επιχειρώντας να προσπεράσει το σταθμευμένο όχημα της Ψ2, να χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου του και μη έχοντας την ικανότητα λόγω της καταστάσεώς του να προβεί σε ασφαλή προσπέραση, γεγονός που μπορούσε να πράξει αν ήταν νηφάλιος ,αφού όπως προαναφέρθηκε το σταθμευμένο όχημα δεν εμπόδιζε την πορεία του λόγω του αρκετού πλάτους του ελεύθερου οδοστρώματος (4,25μ), να εισέλθει αιφνιδίως στο αντίθετο ρεύμα πορείας και να αναγκάσει τον Ψ1 οδηγό του φορτηγού, που εκινείτο κανονικά στο ρεύμα του, έχοντας εξέλθει από αριστερή σε σχέση με την πορεία του στροφή, να πραγματοποιήσει ελιγμό προς τα αριστερά με τροχοπέδηση, προσπαθώντας να αποφύγει τη μετωπική σύγκρουση, την οποία τελικά δεν απέφυγε λόγω της προσπάθειας επαναφοράς του αγροτικού οχήματος στο κανονικό ρεύμα πορείας, όπου όμως εκινείτο ήδη το φορτηγό αυτοκίνητο.
Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο Χ2 είχε διανύσει ήδη απόσταση 5 χιλιομ. πριν το ατύχημα, ακόμη και αν αποδεικνυόταν βάσιμος, δεν αναιρεί την παραπάνω κρίση ότι βρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνεύματος, ούτε απoδεικvύει άνευ άλλου τινός ότι ασκούσε τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του. Τον οδηγό του φορτηγού Ψ1 δεν βαρύνει οποιαδήποτε αμέλεια διότι αυτός, επιδεικνύοντας την επιμέλεια του μέσου τουλάχιστον συνετού οδηγού, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, που έχουν περιγραφεί, όταν αντίκρυσε σε μικρή απόσταση λόγω της στροφής το όχημα του Χ2, προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση, τροχοπέδησε και πραγματοποίησε ελιγμό προς τα αριστερά, λόγω της ύπαρξης βράχων μετά το πεζοδρόμιο στα δεξιά του, προβαίνοντας στη μόνη δυνατή αποφευκτική ενέργεια, δηλαδή την κίνηση προς τα αριστερά και είσοδο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, αφού κίνηση προς τα δεξιά του ρεύματος πορείας του θα είχε ως συνέπεια την πρόσκρουσή του στα βράχια, που υπήρχαν μετά το πεζοδρόμιο (βλ.
έκθεση αυτοψίας). Έτσι ενώ ο Ψ1 βρέθηκε στο αντίθετο με αυτό που κινούνταν ρεύμα πορείας, ξαφνικά ο οδηγός του αγροτικού Χ2 επέστρεψε με απότομο ελιγμό στο ρεύμα πορείας του, όπου όμως βρισκόταν ήδη το φορτηγό αυτοκίνητο, με αναπόφευκτη πλέον συνέπεια τη σύγκρουση των οχημάτων, παρά τον προς τα δεξιά νέο ελιγμό του οδηγού του φορτηγού, προκειμένου να αποφύγει την πρόσκρουση.
Η τροχοπέδηση και ο αποφευκτικός ελιγμός προς τα αριστερά του Ψ1, οδηγού του φορτηγού και η είσοδός του στο αντίθετο ρεύμα, ήταν υπό τις περιγραφόμενες συνθήκες οι ενδεδειγμένοι αποφευκτικοί ελιγμοί, αφού προς τα δεξιά του δεν υπήρχε επαρκής χώρος και ήταν βέβαιη η πρόσκρουσή του στα βράχια που υπήρχαν στα δεξιά της οδού, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι ο χρόνος αντίδρασης που αναγνωρίζεται σε κάθε μέσο συνετό οδηγό είναι, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, 1 έως 2 δευτερόλεπτα.
Εξάλλου καμία αμέλεια δεν βαρύνει την οδηγό του σταθμευμένου αυτοκινήτου Ψ2, αφού το τελευταίο καταλάμβανε μόνο 1,55μ από το πλάτος του οδοστρώματος, επιτρέποντας την ασφαλή διέλευση των οχημάτων από το ελεύθερο οδόστρωμα, πλάτους 4,25 μ. Επομένως η θέση στάθμευσης του παραπάνω αυτοκινήτου στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος της άνω επαρχιακής οδού δεν συνετέλεσε με οποιοδήποτε τρόπο στη σύγκρουση των δύο άλλων οχημάτων.
Κατ΄ ακολουθίαν οι ισχυρισμοί των εναγόντων περί αποκλειστικής συνυπαιτιότητας των Ψ1 και Ψ2 στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος είναι ουσιαστικά αβάσιμοι. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε όμοια ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας και ακολούθως απέρριψε την από 2-7-2001 αγωγή της Χ3 κλπ.
καθώς και την από 11-9-2001 αγωγή των Ζ1 και Ζ2 ως αβάσιμες στην ουσία τους, καθώς και τις σχετικές ενστάσεις των παραπάνω εναγόντων ως εναγομένων στις αγωγές των Ψ1 και Ψ2 αντίστοιχα, περί συνυπαιτιότητας των οδηγών του φορτηγού και επιβατικού αυτοκινήτου αντίστοιχα, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και δεν έσφαλε.
Κατ' ακολουθίαν ο σχετικός πρώτος λόγος της κρινόμενης έφεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο: α) απέρριψε κατ' ουσίαν την από 15-1-2003 έφεση των αναιρεσειόντων (πλην του έκτου των αναιρεσειόντων Χ1) κατά της 87/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, που είχε δεχθεί ότι αποκλειστικώς υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος ήταν ο Χ2, οδηγός του ......
Ι.Χ.Ε. αγροτικού αυτοκινήτου και απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη ως προς τον εκκαλούντα Χ1, για το λόγο ότι η έφεση δεν διελάμβανε ουδεμία νομική πλημμέλεια της εκκαλουμένης απόφασης. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες στο ουσιώδες ζήτημα των περιστατικών και των ειδικότερων συνθηκών της σύγκρουσης των αυτοκινήτων και συγκεκριμένα στο θέμα της υπαιτιότητας των οδηγών Ψ1 (οδηγού του .....
Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου) και Χ2 (οδηγού του .... Ι.Χ.Ε. αγροτικού αυτοκινήτου), που είχαν εμπλακεί στο επίδικο ατύχημα, με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του τελευταίου. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση α) δεν προσδιορίζει αν η ταχύτητα με την οποία εκινείτο το φορτηγό αυτοκίνητο του Ψ1 ήταν η επιτρεπόμενη ενόψει των συνθηκών της οδού, πριν από το ατύχημα, ούτε αν αυτό το οδηγούσε ο οδηγός του πλησίον ου δεξιού άκρου του οδοστρώματος και εντός του ρεύματος πορείας του ή εκινείτο (δικαιολογημένα ή χωρίς λόγο) πλησίον της υπάρχουσας διπλής διαχωριστικής των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας γραμμής, και ποια τυχόν σημασία είχαν τα στοιχεία αυτά στην επέλευση του ατυχήματος.
Επίσης, δεν μνημονεύει από ποια απόσταση ο Ψ1 αντιλήφθηκε τη λανθασμένη πορεία του αγροτικού αυτοκινήτου, β) δεν αξιολογεί τις τελικές θέσεις στις οποίες βρέθηκαν τα δύο αυτά αυτοκίνητα, ούτε καταγράφει το μήκος των ιχνών τροχοπέδησης του φορτηγού αυτοκινήτου και σε ποιο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού βρίσκεται η αρχή και το τέλος των ιχνών αυτών, γ) δεν διευκρινίζει αν η σύγκρουση θα συνέβαινε και στην περίπτωση που το φορτηγό αυτοκίνητο του Ψ1 έβαινε στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος, μέσα στο ρεύμα πορείας του, και δ) δεν διασαφηνίζει πόσα μέτρα του αντιθέτου ρεύματος διήνυσε το αγροτικό αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Χ2, ούτε ποια θέση είχε κατά την είσοδό του στο αντίθετο ρεύμα σε σχέση με την πορεία του φορτηγού αυτοκινήτου του Ψ1 (αν είχε θέση κάθετη ή παράλληλη).
Με τις εν λόγω ελλιπείς αιτιολογίες καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων που συνιστούν την οδηγική συμπεριφορά των ανωτέρω οδηγών του φορτηγού και του αγροτικού αυτοκινήτου και της υπαιτιότητας των αυτών ως άνω προσώπων που οδηγούσαν τα πιο πάνω αυτοκίνητα αφενός, με το θανατηφόρο ατύχημα και τις συνολικές συνέπειες που απ' αυτό επήλθαν αφετέρου.
Συνακόλουθα, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης των συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών σε σχέση με τα παραπάνω ουσιώδη ζητήματα, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι. Μετά απ' αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός από τη διάταξή της που αναφέρεται στον αναιρεσείοντα Χ1, ως προς τον οποίο στην από 27-1-2006 αίτηση αναιρέσεως δεν διαλαμβάνεται κανένας λόγος αναίρεσης σχετικός με την απόρριψη, ως προς αυτόν, της εφέσεώς του ως μη νόμιμης από την προσβαλλόμενη απόφαση, λόγος για τον οποίο η αίτηση αναιρέσεως, ως προς το διάδικο αυτόν, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
V. Μετά ταύτα πρέπει να γίνουν δεκτές οι συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός από τη διάταξή της που αναφέρεται στον αναιρεσείοντα Χ1, ως προς τον οποίο η με αριθμό πινακίου 28 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2/2006) αίτηση αναιρέσεως, πρέπει, για τον αναφερόμενο στη προηγούμενη σκέψη λόγο να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Ακολούθως η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι σε κάθε μία των συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναιρέσεως, επειδή ηττώνται, στη δικαστική δαπάνη των αντιστοίχων αναιρεσειόντων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις αναφερόμενες στο σκεπτικό αιτήσεις αναιρέσεως.
Απορρίπτει την από 27-1-2006, με αριθμό πιν. 28 (με αριθμός εκθέσεως καταθέσεως 2/2006) αίτηση αναιρέσεως ως προς τον αναιρεσείοντα Χ1
Αναιρεί τη 259/2005 απόφαση του Εφετείου Λαμίας.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές για περαιτέρω εκδίκαση. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ για τους αναιρεσείοντες καθεμιάς των συνδικαζομένων αιτήσεων αναιρέσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ