Supreme Court dismisses appeal on seizure ranking, ruling claims arose after the initial auction date and thus lack priority.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision to re-rank creditor claims in a forced auction. The appellant argued that her claims should have priority, but the court found they arose after the initial auction date set in 2007. Consequently, the court ruled that these claims did not qualify for preferential ranking under the relevant civil procedure law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 975 paragraph 3 of the Civil Procedure Code; Claims arising after the date of the initial auction order do not acquire preferential ranking in the distribution of auction proceeds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1385 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1385/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. Δ. του Χ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παντελή Ρεντούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστοτέλη Αγγελή, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται η καθολική διάδοχος ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", όπως αναφέρεται και στις από 28-9-2023 κατατεθειμένες προτάσεις ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10-3-2011 και 15-3-2011 ανακοπές των ήδη αναιρεσιβλήτου και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 236/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 851/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-6-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 851/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δέχθηκε την από 27-9-2014 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 236/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας και αφού την εξαφάνισε, δικάζοντας ακολούθως επί της από 10-3-2011 ανακοπής της για μεταρρύθμιση του υπ' αριθ. .../2011 πίνακα κατάταξης της συμβολαιογράφου Σκύδρας Ευαγγελίας Καλαμπαλίκη, δέχθηκε αυτή κατά ένα μέρος και μεταρρύθμισε τον ως άνω πίνακα κατάταξης.
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στις 11-6-2020 στη γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ασκήθηκε εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 664 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του Ν. 4335/2015, καθόσον από την επομένη της δημοσίευσης της υπ' αριθ. 851/2018 απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου [2-4-2018], άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε στις 3-4-2020, λόγω όμως της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού του χρονικού διαστήματος από 13-3-2020 έως 31-5-2020 [2 μήνες και 18 ημέρες], σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 1 εδ.
α' του Ν. 4690/2020, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή [διετής προθεσμία] κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης την 11-6-2020. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ], είναι παραδεκτή [άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της [άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ].
Από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΕμπΝ, 361,873, 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ και 64 έως 67 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", προκύπτει ότι αλληλόχρεος λογαριασμός είναι η σύμβαση με την οποία τα μέρη, από τα οποία το ένα τουλάχιστον είναι έμπορος, συμφωνούν να μην επιδιώκουν ούτε να διαθέτουν τις απαιτήσεις που προκύπτουν από τις μεταξύ τους συναλλαγές, αλλά να τις φέρουν σε κοινό λογαριασμό, με σκοπό να τις εκκαθαρίσουν κατά το κλείσιμό του, έτσι ώστε να αποσβεστούν κατά το μέρος που καλύπτονται και να οφείλεται ως μοναδική απαίτηση το κατάλοιπο που προκύπτει από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού με την αντιπαραβολή των κονδυλίων [ολΑΠ 31/1997, ΑΠ 195/2022].
Με τη σύμβαση δηλαδή του αλληλόχρεου λογαριασμού δημιουργείται μεταξύ των συμβαλλομένων μία διαρκής έννομη σχέση, αφού η λειτουργία της σύμβασης προϋποθέτει χρονική διάρκεια, αλλά και δυνατότητα χρεώσεων και από τις δύο πλευρές των συμβαλλομένων, χωρίς κατά τα λοιπά να ενδιαφέρει αν κατά τη διάρκεια λειτουργίας του αλληλόχρεου λογαριασμού έγιναν πράγματι χρεώσεις και από τις δύο πλευρές ή μόνο από τη μία [ΑΠ 195/2022, ΑΠ 1049/2020].
Ο αλληλόχρεος λογαριασμός κλείνει περιοδικά, αν δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, κάθε εξάμηνο και οριστικά με την καταγγελία της σύμβασης [άρθρο 112 ΕισΝΑΚ], χωρίς να αποκλείεται να έχει εγκύρως συμφωνηθεί ότι κάποιο από τα μέρη μπορεί να τον κλείνει μονομερώς οποτεδήποτε, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση ή καταγγελία.
Πάντως το περιοδικό κλείσιμο του λογαριασμού δεν επιφέρει τη λήξη της σχετικής με αυτόν σύμβασης, ούτε δημιουργεί απαίτηση για απόδοση του προκύπτοντος από αυτό καταλοίπου, το οποίο μπορεί προς λογιστική τακτοποίηση να αναγνωριστεί, κατά τους όρους του άρθρου 873 ΑΚ ή με την έννοια επιβεβαιωτικής σύμβασης ή παροχής αποδεικτικού μέσου.
Στην περίπτωση αυτή, το από το περιοδικό κλείσιμο κατάλοιπο αποτελεί κονδύλιο του λογαριασμού της νέας περιόδου, έτσι ώστε, μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού να μην απαιτείται εκκαθάρισή του για την περίοδο που αφορά η αναγνώριση που έγινε. Μόνο δε μετά το οριστικό κλείσιμο μπορεί να επιδιωχθεί δικαστικώς η απόδοση του οριστικού καταλοίπου.
Τον χαρακτήρα σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού έχει και η παροχή πίστωσης με ανοιχτό λογαριασμό στις τραπεζικές συναλλαγές, από την οποία οφείλεται, με απόσβεση κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού των επί μέρους κονδυλίων χρεοπιστώσεων που καλύπτονται, το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού οριστικό κατάλοιπο [ΑΠ 195/2022, ΑΠ 1281/2017].
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 806, 807 και 361 ΑΚ, σαφώς προκύπτει ότι η σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, δηλαδή εκείνη κατά την οποία ο αντισυμβαλλόμενος προβαίνει σε τμηματικές καταβολές προς τη δανείστρια τράπεζα, καθορισμένες εκ των προτέρων κατά χρόνο και ποσό για την κάλυψη παρασχεθέντος δανείου, είναι τελείως διαφορετική από εκείνη του αλληλόχρεου λογαριασμού, οι δε δοσοληψίες από το τοκοχρεωλυτικό δάνειο, ως εκ της φύσεώς τους, δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν με την τήρηση του ανοιχτού λογαριασμού, αφού δεν είναι από την αρχή απαιτητό το σύνολο του χρέους και για το λόγο αυτό α] κάθε δόση είναι διακριτή από τις υπόλοιπες και διατηρεί την αυτοτέλεια και την ατομικότητά της και δεν είναι δυνατή η παρακολούθησή της ως μέρους ενός ετερογενούς συνόλου, που περιέχει κεφάλαιο και άληκτα χρεολύσια, αλλά και κονδύλια του ίδιου λογαριασμού, τα οποία προέρχονται από διαφορετικές αιτίες, που επιβάλλουν ομοιογενή μεταχείριση και β] δεν είναι δυνατό το περιοδικό κλείσιμο του λογαριασμού και ο ανά τρίμηνο ανατοκισμός του συνόλου του καταλοίπου, διότι κάθε δόση του τοκοχρεωλυτικού δανείου περιέχει και άληκτους τόκους, οι οποίοι δεν είναι επιτρεπτό να εκτοκίζονται [ΑΠ 195/2022, ΑΠ 1049/2020].
Περαιτέρω, με την 2286/28-1-1994 ΠΔΤΕ, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του ν. 1266/1982, επιτρέπεται η χρηματοδότηση φυσικών προσώπων από πιστωτικά ιδρύματα, με τη μορφή της πιστωτικής κάρτας. Διαμέσου αυτής ο κάτοχός της προβαίνει σε αγορά αγαθών ή υπηρεσιών, με την εξόφληση των υποχρεώσεών του από το λογαριασμό της πιστωτικής κάρτας. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 713 επ. ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 25 - 28 του από 17-7/13-8-1923 ν.δ. "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών" προκύπτει, ότι στη δημιουργούμενη από την πιστωτική κάρτα, που εκδίδεται από οικονομικοπιστωτικούς οργανισμούς, τριγωνική σχέση μεταξύ εκδότη, κατόχου και επιχειρηματία, η μεταξύ εκδότη και κατόχου της κάρτας σχέση είναι εκείνη της έμμισθης εντολής. Στην περίπτωση που η εξόφληση του αναλαμβανόμενου ποσού γίνεται με δόσεις ή προθεσμία, πρόκειται για σύμβαση ανοίγματος πίστωσης, που έχει χαρακτήρα δανείου [ΑΠ 1968/1914, ΑΠ 1116.1996].
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ. 1, 585, 933, και 979 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης δανειστών στην αναγκαστική εκτέλεση πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία κάθε δικογράφου, που αναφέρονται στα άρθρα 118 έως 120 του ίδιου Κώδικα, και τους λόγους της ανακοπής που αποτελούν την ιστορική της βάση.
Οι λόγοι αυτοί μπορεί να αφορούν είτε α] την ύπαρξη της ίδιας της απαίτησης του ανακόπτοντος δανειστή ή του προνομίου της, στην περίπτωση που αυτή δεν κατατάχθηκε καθόλου ή ως προνομιακή στον προσβαλλόμενο πίνακα, οπότε ο ανακόπτων υποχρεούται να εκθέσει στην ανακοπή του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την απαίτησή του ή το προνόμιό της, ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση από το δικαστήριο της νομιμότητας του λόγου της ανακοπής του και η άμυνα του καθ' ου, δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση των απαιτούμενων για τη θεμελίωση της απαίτησής του περιστατικών με τις προτάσεις του ή με άλλα έγγραφα και μάλιστα με το περιεχόμενο της αναγγελίας και των εγγράφων που κατατίθενται μέσα στην ίδια προθεσμία και αποδεικνύουν την απαίτηση, είτε β] σε προβολή ενστάσεων του ανακόπτοντος κατά της απαίτησης του καθ' ου, που κατατάχθηκε στον προσβαλλόμενο πίνακα, είτε γ] σε απλή αμφισβήτηση ή άρνηση από τον ανακόπτοντα της καταταχθείσας απαίτησης του καθ' ου ή του προνομίου της, οπότε ο τελευταίος υποχρεούται να επικαλεσθεί με τις προτάσεις του και να αποδείξει τα παραγωγικά της απαίτησής του ή του προνομίου της πραγματικά περιστατικά, αρκεί δε στην περίπτωση αυτή μόνη η άρνηση της απαίτησης του καθ' ου από τον ανακόπτοντα για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος της ανακοπής του, αφού ο καθ' ου βαρύνεται πλέον αυτός να αποδείξει την ύπαρξη, το μέγεθος και τον τυχόν προνομιακό χαρακτήρα της απαίτησής του.
Όμως, ακόμη και όταν ο λόγος της ανακοπής δεν αφορά την απαίτηση του ανακόπτοντος ή του προνομίου της, υποχρεούται αυτός να προσδιορίσει με την ανακοπή του την απαίτησή του, κατά το είδος, το ποσό και τα θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά, διότι η ύπαρξη απαίτησής του είναι σε κάθε περίπτωση αναγκαία για τη θεμελίωση εννόμου συμφέροντός του και κατ' επέκταση της ενεργητικής νομιμοποίησής του για την άσκηση της ανακοπής [ΑΠ 1312/2021, ΑΠ 129/2018, ΑΠ 739/2017, ΑΠ 1281/2011].
Εξάλλου, το δικόγραφο της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης αναγγελθέντος δανειστή, που στηρίζεται σε απαίτηση από κατάλοιπο κλεισθέντος λογαριασμού προερχόμενου από σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού ή δανείου πρέπει να αναφέρει την πλήρη κίνηση του λογαριασμού, εκτός αν έχει αναγνωριστεί το κατάλοιπό του. Με αναγνώριση του τελικού καταλοίπου ισοδυναμεί και η πλασματική αναγνώριση που επέρχεται σε εκτέλεση σχετικής έγκυρης συμφωνίας των διαδίκων μερών, με την παρέλευση εύλογης προθεσμίας που θέτει η Τράπεζα στον πιστούχο, χωρίς ο τελευταίος να αντιλέξει κατά του γνωστοποιηθέντος καταλοίπου [ΑΠ 621/2018]. Διαφορετικά, σε περίπτωση μη αναγνώρισης του καταλοίπου, η μη αναφορά της κίνησης του λογαριασμού καθιστά το δικόγραφο της ανακοπής αυτής αόριστο [ΑΠ 1312/2021, ΑΠ 739/2017, ΑΠ 1526/2013].
Επίσης, στην περίπτωση αυτή, η εξειδίκευση της απαίτησης του ανακόπτοντος ήδη με το δικόγραφο της ανακοπής του είναι αναγκαία και όταν στηρίζει την απαίτησή του σε έγγραφα με αποδεικτική δύναμη έναντι του καθ' ου η εκτέλεση ή στο δεδικασμένο απόφασης, διότι η αποδεικτική δύναμη των εγγράφων αυτών, καθώς και το δεδικασμένο της απόφασης που εκδόθηκε μεταξύ του ανακόπτοντος και του καθ' ου η εκτέλεση, δεν δεσμεύει τρίτους, όπως είναι οι λοιποί δανειστές που αναγγέλθηκαν [ΑΠ 1312/2021, ΑΠ 1860/ 2013].
Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, της ανακοπής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικώς ως ορισμένη την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή ανακοπής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στο δικόγραφο όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός της, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική της βάση και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής ή της ανακοπής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια, ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη [ΑΠ 891/2022, ΑΠ 405/2020, ΑΠ 461/2018].
Τέλος, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Η αντικατάσταση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης από το αναιρετικό δικαστήριο συνίσταται στην με την απόφασή του υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση σε άλλον κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα με περιεχόμενο όμοιο με το διατακτικό της απόφασης.
Εσφαλμένο αιτιολογικό κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης υπάρχει, όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, υπάγονται σε άλλον κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Επομένως, ως αιτιολογικό νοείται στη συγκεκριμένη περίπτωση η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζεται με τις αιτιολογίες της απόφασης, οι οποίες ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού.
Κατά συνέπεια τούτων η ευδοκίμηση λόγου αναίρεσης που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια του άρθρου 559 ΚΠολΔ εξαρτάται όχι από την ορθότητα των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης [ολΑΠ 1/2020, ολΑΠ 6/2019, ολΑΠ 32/2002, ΑΠ 673/2021].
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Στην ένδικη από 10.03.2011 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 48/14.03.2011 ανακοπή της, κατά το άρθρο 979 παρ. 2 του ΚΠολΔ, κατά του υπ' αριθμ. ....2011 πίνακα κατάταξης της συμβολαιογράφου Σκύδρας Ευαγγελίας Καλαμπαλίκη, έτσι όπως το περιεχόμενό της εκτιμάται και παρατίθεται κατωτέρω κατά τα σκέλη της που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας δίκης, η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία ιστορούσε ότι, με επίσπευση της αρχικής πρώτης καθ' ης η ανακοπή ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", ως προς την οποία παραιτήθηκε του δικογράφου της ανακοπής της (και της οποίας αργότερα η ανακόπτουσα κατέστη καθολική και ειδική διάδοχος), εκπλειστηριάστηκε, στις 15.12.2010, συνταχθείσας σχετικώς της υπ' αριθμ. ....2010 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Σκύδρας, Ευαγγελίας Καλαμπαλίκη, το δικαίωμα ψιλής κυριότητας επί των λεπτομερώς αναφερόμενων σε αυτήν ακινήτων, που περιήλθε κατ' ισομοιρία στους καθολικούς διαδόχους του θανόντος οφειλέτη Φ.
Ξ. του Γ., δηλαδή τους Γ. Ξ. του Φ. (πατέρα του θανόντος οφειλέτη) και Λ. Γ. του Κ. (μητέρα του θανόντος οφειλέτη). Ότι το υπόψη δικαίωμα ψιλής κυριότητας κατακυρώθηκε στην υπερθεματίστρια αρχική πρώτη των καθ' ων ανώνυμη τραπεζική εταιρία ("Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε."), αντί πλειστηριάσματος ποσού 129.732,00 ευρώ.
Ότι ή ίδια διατηρεί χρηματικές απαιτήσεις έναντι των οφειλετών Λ. Γ. και Γ. Ξ.: Α) Από σύμβαση ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού και συγκεκριμένα την υπ' αριθμ. ....2003 σχετική σύμβαση σε συνδυασμό και με την από 06.08.2003 πρόσθετη πράξη αυτής, με την οποία χορηγήθηκε από την ανακόπτουσα στην Λ. Γ. πίστωση ποσού 85.000,00 ευρώ, σύμφωνα με τους όρους που αναλυτικά μνημονεύονται στην ανακοπή, με την έγγραφη εγγύηση του Γ.
Ξ., ευθυνομένου εις ολόκληρον και ως αυτοφειλέτη έναντι της ίδιας, της οποίας πιστώσεως και η πιστούχος έκανε χρήση τηρηθέντος για την εξυπηρέτησή της του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού. Ότι, με τον ένατο όρο της σύμβασης συμφωνήθηκε ότι στο τέλος κάθε τριμήνου θα αποστέλλεται από την Τράπεζα στον πιστούχο αντίγραφο του ή των λογαριασμών, που θα εμφανίζουν την κίνησή του και ότι εάν ο πιστούχος δεν δηλώσει εντός τριάντα (30) ημερών ότι διαφωνεί με το περιεχόμενό του συνομολογείται ότι έχει αναγνωρίσει ανεπιφύλακτα τα κονδύλια του ή των λογαριασμών και το προσωρινό ή οριστικό κατάλοιπό τους.
Ότι, επειδή οι συνοφειλέτες κατέστησαν υπερήμεροι περί την εκπλήρωση των από τις άνω συμβάσεις υποχρεώσεών τους, η ίδια, προχώρησε στο οριστικό κλείσιμο του άνω λογαριασμού, στις 30.11.2005, με χρεωστικό σε βάρος των οφειλετών υπόλοιπο ύψους 50.654,39 ευρώ, καταγγέλλοντας τη σύμβαση και κοινοποιώντας σε αυτούς νόμιμα, στις 05.12.2005, τη σχετική έγγραφη καταγγελία αυτής, μαζί με τα αποσπάσματα του λογαριασμού που εμφάνιζαν την κίνησή του από την αρχική εκταμίευση μέχρι το οριστικό κλείσιμό του, δυνάμει των αναφερόμενων εκθέσεων επίδοσης του αναφερόμενου δικαστικού επιμελητή, καλώντας τους να της καταβάλουν το ποσό των 50.654,39 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας από 01.12.2005, πλέον τόκων υπερημερίας επί των καθυστερούμενων τόκων ανατοκιζόμενων ανά εξάμηνο.
Ότι, μετά από την αναφερόμενη αίτησή της, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. .../2006 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, με την οποία διατάχθηκαν οι συνοφειλέτες, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να της καταβάλουν το άνω ποσό των 50.654,39 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας από 01.12.2005, πλέον τόκων υπερημερίας επί των καθυστερούμενων τόκων, ανατοκιζόμενων ανά εξάμηνο, καθώς και το ποσό των 1.075,00 ευρώ, ως δικαστικά της έξοδα για την έκδοση της ως άνω διαταγής πληρωμής.
Ότι, αντίγραφο εξ απογράφου της τελευταίας, με επιταγή προς πληρωμή ποσού 38.334,43 ευρώ, λόγω καταβολής ποσού 20.000,85 ευρώ, που μεσολάβησε, πλέον νόμιμων τόκων υπερημερίας από 11.09.2005 και των επ' αυτών τόκων ανατοκιζομένων ανά εξάμηνο, κοινοποίησε στους οφειλέτες, επιπλέον δε εξασφάλισε την επίμαχη απαίτησή της προνομιακά, επιτυγχάνοντας την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί του δικαιώματος της ψιλής κυριότητας του ήδη θανόντος (τότε) ψιλού κυρίου των ως άνω ακινήτων Φ.
Ξ., δικαιοπαρόχου των άνω οφειλετών, κατά την 20.09.2006 και για το ποσό των 40.000,00 ευρώ στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Σκύδρας. Ότι, ήδη η εν λόγω απαίτησή της μετά των τόκων ανέρχεται σε 50.636,67 ευρώ, πλέον νομίμων τόκων υπερημερίας από 17.12.2010 και των επ' αυτών τόκων, ανατοκιζομένων ανά εξάμηνο. Β) Από την από 23.05.2003 σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας, που καταρτίστηκε στη Σκύδρα μεταξύ της ίδιας (ανακόπτουσας) και της άνω Λ.
Γ., με την οποία χορήγησε στην τελευταία αρχικά την υπ' αριθμ. ... και εν συνεχεία την υπ' αριθμ. ... πιστωτική κάρτα "ΑΡΓΥΡΗ ΑΘΗΝΑ 2004 VISA", με την οποία της παρασχέθηκε το να χρησιμοποιεί την κάρτα αφενός ως κάρτα ηλεκτρονικών συναλλαγών για ανάληψη μετρητών από τις αυτόματες ταμειολογιστικές μιτανές της Τράπεζας και αφετέρου ως πιστωτική κάρτα για αγορές καταναλωτικών αγαθών και υπηρεσιών από επιχειρήσεις συμβεβλημένες με την ίδια (ανακόπτουσα), αναλαμβάνοντας την υποχρέωση η μεν ανακόπτουσα να εξοφλεί τις επιχειρήσεις αυτές κατ' εντολή και για λογαριασμό της οφειλέτριας, η δε τελευταία, στη συνέχεια, να την εξοφλεί.
Ότι από τα αντίγραφα των εκκαθαριστικών σημειωμάτων των ανωτέρω δύο λογαριασμών που απέστειλε στην οφειλέτρια προέκυψε ότι το υφιστάμενο την 11.11.2005 κατάλοιπο του λογαριασμού που προέκυψε σε βάρος της τελευταίας ανερχόταν στο ποσό των 3.985,96 ευρώ και ότι, με την από 23.11.2005 εξώδικη καταγγελία της που επέδωσε προς την οφειλέτρια με την 3368β/06.12.2005 έκθεση επιδόσεως του αναφερόμενου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Έδεσσας, κατήγγειλε τον λογαριασμό που στηριζόταν στην άνω σύμβαση και γνωστοποίησε στην οφειλέτρια το άνω χρεωστικό κατάλοιπο, καλώντας την να την εξοφλήσει.
Ότι, μετά από την αναφερόμενη αίτησή της, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ....2008 διαταγή πληρωμής της Ειρηνοδίκη Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η οφειλέτρια να της καταβάλει το άνω ποσό των 3.985,96 ευρώ, με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας από 07.12.2005, πλέον τόκων υπερημερίας επί των καθυστερούμενων τόκων, ανατοκιζόμενων ανά εξάμηνο, καθώς και το ποσό των 140,00 ευρώ, ως δικαστικά της έξοδα για την έκδοση της ως άνω διαταγής πληρωμής.
Ότι, αντίγραφο εξ απογράφου της τελευταίας, με επιταγή προς πληρωμή ποσού 4.185,96 ευρώ, πλέον συμβατικών τόκων υπερημερίας από 07.12.2005 και των επ' αυτών τόκων ανατοκιζομένων ανά εξάμηνο, κοινοποίησε στην οφειλέτρια και ότι η απαίτησή της για την αιτία αυτή έναντι της άνω οφειλέτριας ανέρχεται σήμερα στο ποσό των 4.114,60 ευρώ, πλέον συμβατικών τόκων υπερημερίας από 17.12.2010 και των επ' αυτών τόκων, ανατοκιζομένων ανά εξάμηνο.
Γ) Από την από 06.10.2003 σύμβαση χορήγησης προσωπικού καταναλωτικού δανείου, που καταρτίστηκε στη Σκύδρα μεταξύ της ίδιας (ανακόπτουσας) και της άνω Λ. Γ., με την οποία χορήγησε στην τελευταία δάνειο ποσού δεκαπέντε χιλιάδων (15.000,00) ευρώ, για την κάλυψη ατομικών ή οικογενειακών καταναλωτικών και προσωπικών αναγκών της.
Ότι, από το αντίγραφο της κίνησης του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού, προέκυψε ότι το υφιστάμενο την 09.10.2006 κατάλοιπο του λογαριασμού που προέκυψε σε βάρος της οφειλέτριας ανερχόταν στο ποσό των 16.506,97 ευρώ και ότι, με την από 09.10.2006 εξώδικη καταγγελία της, που επέδωσε προς την οφειλέτρια με την ...2006 έκθεση επιδόσεως του αναφερόμενου δικαστικού του πρωτοδικείου Έδεσσας, κατήγγειλε τον λογαριασμό που στηριζόταν στην άνω σύμβαση και γνωστοποίησε στην οφειλέτρια το άνω κατάλοιπο, καλώντας την να την εξοφλήσει.
Ότι, μετά από την αναφερόμενη αίτησή της, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ....2008 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η οφειλέτρια να της καταβάλει το άνω ποσό των 16.506,97 ευρώ, με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας από 25.11.2006, πλέον τόκων υπερημερίας επί των καθυστερούμενων τόκων, ανατοκιζόμενων ανά εξάμηνο, καθώς και το ποσό των 380,00 ευρώ, ως δικαστικά της έξοδα για την έκδοση της ως άνω διαταγής πληρωμής.
Ότι, αντίγραφο εξ απογράφου της τελευταίας, με επιταγή προς πληρωμή ποσού 16.946,97 ευρώ, πλέον συμβατικών τόκων υπερημερίας από 25.11.2006 και των επ' αυτών τόκων, ανατοκιζομένων ανά εξάμηνο, κοινοποίησε στην οφειλέτρια και ότι η απαίτησή της για την αιτία αυτή έναντι της άνω οφειλέτριας ανέρχεται σήμερα στο ποσό των 10.414,89 ευρώ, πλέον συμβατικών τόκων υπερημερίας από 25.11.2006 και των επ' αυτών τόκων, ανατοκιζομένων ανά εξάμηνο.
Ότι με την από 17.12.2010 αναγγελία της ανήγγειλε τις άνω απαιτήσεις της ενώπιον της συμβολαιογράφου που συνέταξε τον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης και με την ....2010 πράξη καταθέσεως εγγράφων κατέθεσε στην ίδια συμβολαιογράφο όλα τα έγγραφα που αποδείκνυαν τις απαιτήσεις της. Ότι, επειδή το πλειστηρίασμα δεν επαρκούσε για την κάλυψη των απαιτήσεων των αναγγελθέντων δανειστών, συντάχθηκε ο υπ' αριθμ. ....2011 πίνακας κατάταξης δανειστών της ως άνω συμβολαιογράφου, στον οποίο η τελευταία, αφού προαφαίρεσε ως έξοδα της εκτέλεσης, μεταξύ άλλων (που δεν ενδιαφέρουν στην παρούσα δίκη) και ποσό 7.861,79 ευρώ, ως έξοδα του εκ των καθ' ων, δικαστικού επιμελητή, κατέταξε εν συνεχεία στο υπόλοιπο του πλειστηριάσματος, ποσού 116.033,97 ευρώ, και συγκεκριμένα στο ήμισυ αυτού από 58.016,99 ευρώ, που αφορούσε τον οφειλέτη Γ.
Ξ.: α) για ποσό 1.037,14 ευρώ το Ελληνικό Δημόσιο διά της Δ.Ο.Υ. Σκύδρας για απαιτήσεις αφορώσες φόρους και προσαυξήσεις αυτών και β) για ποσό 56.979,84 ευρώ την αρχική πρώτη των καθ' ων (ως προς την οποία παραιτήθηκε του δικογράφου της ανακοπής) και για το υπόλοιπο ήμισυ από 58.016,99 ευρώ, που αφορούσε την οφειλέτρια Λ.
Γ.: α) για ποσό 48.503,21 ευρώ την εκ των καθ' ων Β. Δ. για απαιτήσεις από δικηγορικές αμοιβές και έξοδα, β) για ποσό 1.037,14 ευρώ το Ελληνικό Δημόσιο διά της Δ.Ο.Υ. Σκύδρας για απαιτήσεις από φόρους και προσαυξήσεις και γ) για ποσό 8.476,65 ευρώ την αρχική πρώτη των καθ' ων, με αποτέλεσμα να μην καταταχθούν οι απαιτήσεις της ίδιας.
Με βάση το ιστορικό αυτό, το οποίο ανέλυε ειδικότερα στην ανακοπή, προσέβαλε τον άνω πίνακα κατάταξης και ζητούσε, κατ' εκτίμηση των αιτημάτων της ανακοπής και για τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους, να απελευθερωθεί το ποσό των 7.861,79 ευρώ που αφορά σε έξοδα του καθ' ου η ανακοπή δικαστικού επιμελητή, άλλως, επικουρικά, μέρος αυτού, ύψους 6.127,86 ευρώ, για τους αναφερόμενους στην ανακοπή λόγους, ώστε να καταταχθεί στα ποσά αυτά αντίστοιχα η ίδια, καθώς και να αποβληθούν της κατατάξεως η καθ' ης Β.
Δ. για ολόκληρο το ποσό για το οποίο κατατάχθηκε των 48.503,21 ευρώ, άλλως, επικουρικά για το ποσό των 16.425,27 ευρώ και το καθ' ου Ελληνικό Δημόσιο για το ποσό των (1.037,13 ευρώ + 348,98 ευρώ =) 1.386,11 ευρώ, για τους λόγους που αναφέρονται, ώστε να καταταγεί στα άνω ποσά η ίδια και μάλιστα προνομιακά και οριστικά, άλλως, ενόψει και του ότι για τις δύο τελευταίες αναγγελθείσες απαιτήσεις της, δεν επικαλείται την ύπαρξη προνομίου, ως εγχειρόγραφη δανείστρια.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού δίκασε αντιμωλία των ανωτέρω διαδίκων (και της παρούσας δίκης), εξέδωσε τη με αριθμό 236/2014 οριστική του απόφαση, με την οποία, κατά το ενδιαφέρον της για την παρούσα υπόθεση τμήμα της, απέρριψε την ανακοπή ως προς τους Δ. Ζ. και Β. Δ. και δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως προς το Ελληνικό Δημόσιο, μεταρρύθμισε τον επίμαχο πίνακα, ως προς την κατάταξη του τελευταίου, απελευθέρωσε από το μέρος του πλειστηριάσματος για το οποίο αυτό κατατάχθηκε και αφορούσε την οφειλέτρια Λ.
Γ., το ποσό των 1.037,13 ευρώ και κατέταξε σε αυτό την ανακόπτουσα προνομιακά και τυχαία, υπό την αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασης της απαιτήσεώς της. Την άνω απόφαση προσέβαλε με την έφεσή της η ανακόπτουσα - αναιρεσίβλητη, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, ώστε να γίνει στη συνέχεια δεκτή η ανακοπή της, για τους αναφερόμενους στην έφεση λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και μη ορθή εκτίμηση του οικείου αποδεικτικού υλικού.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα, ως προς το κρίσιμο ζήτημα του ορισμένου της ένδικης ανακοπής: "Κατά την κρίση του Δικαστηρίου η ανακοπή παραδεκτά, κατ' άρθρο 224 ΚΠολΔ, συμπληρώθηκε ως προς την αναλυτική κίνηση του τηρηθέντος για την εξυπηρέτηση του αλληλόχρεου (ανοικτού) λογαριασμού, ήτοι της πρώτης, από τις επικαλούμενες στην ανακοπή, απαιτήσεως της ανακόπτουσας,..., ενόψει του ότι πρόκειται για επιτρεπτή συμπλήρωση ποσοτικής αοριστίας (βλ.
μάλιστα και ΑΠ 805/2013, ΕφΠειρ 357/2016, 18/2011, ΤρΝομΠλ "Νόμος", κατά τις οποίες και για την απαίτηση από αλληλόχρεο λογαριασμό δεν απαιτείται η παράθεση στο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο της αναλυτικής κίνησης του τηρηθέντος λογαριασμού), πολύ δε περισσότερο δεν απαιτείται και για τις λοιπές επικαλούμενες στην ανακοπή απαιτήσεις της ανακόπτουσας, από τις συμβάσεις πιστωτικής κάρτας και καταναλωτικού δανείου, η παράθεση των επιμέρους κινήσεων του τυχόν τηρηθέντος για την εξυπηρέτησή τους λογαριασμού, ενόψει, μάλιστα, του ότι πρόκειται για απλούς δοσοληπτικούς λογαριασμούς, η κίνηση των οποίων μπορεί να προκύψει από τις αποδείξεις.
Πέραν, όμως, τούτων, η ανακοπή, με το άνω περιεχόμενο και αιτήματα παρίσταται ορισμένη, αναφορικά με τις αναφερόμενες απαιτήσεις της ανακόπτουσας, μόνον για τα ποσά των α) για την πρώτη απαίτηση από τον αλληλόχρεο λογαριασμό: (50.654,39 ευρώ, που φέρεται να παριστά το κατάλοιπο του κλεισθέντος λογαριασμού - 20.000,85 ευρώ η φερόμενη καταβολή που έγινε μετά το κλείσιμο του λογαριασμού =) 30.653,54 ευρώ, κατά κεφάλαιο και μόνον, χωρίς την προσθήκη των επικαλούμενων τόκων, β) για τη δεύτερη απαίτηση από τη σύμβαση πιστωτικής κάρτας: 3.985,96 ευρώ, κατά κεφάλαιο μόνον, χωρίς συνυπολογισμό των επικαλούμενων τόκων και γ) για την τρίτη απαίτηση από τη σύμβαση καταναλωτικού δανείου : 10.414,89 ευρώ, κατά κεφάλαιο μόνον, χωρίς συνυπολογισμό των επικαλούμενων τόκων.
Τούτο διότι, για την πρώτη των άνω απαιτήσεων, δεν αναφέρεται πως υπολογίζεται και από ποια επιμέρους κονδύλια (κατά κεφάλαιο, τόκους κ.λπ.) συνίσταται το επικαλούμενο ποσό των 38.334,43 ευρώ, το οποίο στη συνέχεια φέρεται να αυξάνεται σε 50.636,67 ευρώ, χωρίς και πάλι να αναφέρεται πως προκύπτει το ποσό αυτό. Ομοίως για τη δεύτερη των άνω απαιτήσεων, δεν αναφέρεται πως υπολογίζεται και από ποια επιμέρους κονδύλια (κατά κεφάλαιο, τόκους κ.λπ.) συνίσταται το επικαλούμενο ποσό των 4.185,96 ευρώ, το οποίο στη συνέχεια φέρεται να μειώνεται σε 4.114,60 ευρώ, χωρίς και πάλι να αναφέρεται πως προκύπτει το ποσό αυτό, ενώ δεν μνημονεύεται και το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας.
Τέλος, ως προς την τρίτη απαίτηση της ανακόπτουσας των 10.414,89 ευρώ, δεν εκτίθεται ποιο είναι το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας με το οποίο ζητείται ο υπολογισμός των τόκων. Για τα επιπλέον των ανωτέρω ποσών η ανακοπή είναι απορριπτέα ως αόριστη και ως εκ τούτου απαράδεκτη, κατ' αποδοχή εν μέρει και των σχετικών ισχυρισμών της δεύτερης των καθ' ων η ανακοπή, που λαμβάνονται, άλλωστε, κατά τα ανωτέρω λεχθέντα, και αυτεπαγγέλτως υπόψη.
Πρέπει, ακόμη, να σημειωθεί ότι από τις άνω φερόμενες απαιτήσεις της ανακόπτουσας, ως προνομιούχα, κατά τα εκτιθέμενα στην ανακοπή, για την εξασφάλιση της οποίας φέρεται να έχει εγγραφεί η αναφερόμενη στην ανακοπή προσημείωση υποθήκης, φέρεται μόνον η πρώτη των άνω απαιτήσεων, ενόψει του ότι, μετά την απόρριψη της ανακοπής ως αόριστης για το πέραν των 30.653,54 ευρώ, φέρεται το ποσό για το οποίο εγγράφηκε η προσημείωση να υπερκαλύπτει το ύψος της αξίωσης της ανακόπτουσας.
Αντίθετα για τις λοιπές επικαλούμενες απαιτήσεις της ανακόπτουσας, ενόψει του ότι δεν γίνεται επίκληση στην ανακοπή ότι είναι και αυτές προνομιούχες και κατά ποιο τρόπο, ως προς αυτές, σε περίπτωση ευδοκίμησης της ανακοπής για τους δύο τελευταίους των καθ' ων, θα μπορούσε να γίνει μόνον σύμμετρη κατάταξη μεταξύ εγχειρόγραφων πιστωτών".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή είναι ορισμένη και νόμιμη η ανακοπή, α] δεν παραβίασε ευθέως στις διατάξεις των άρθρων 361, 873, 874 ΑΚ 112 ΕισΝΑΚ και 64-67 του Ν.Δ. 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", καθώς δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση της απαίτησης της αναιρεσίβλητης από τον αναφερόμενο αλληλόχρεο λογαριασμό και ακολούθως δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο λόγω αοριστίας της ανακοπής, καθόσον δεν ήταν αναγκαία η αναφορά σε αυτή της αναλυτικής κίνησης του αλληλόχρεου λογαριασμού, λόγω της δικονομικής σύμβασης αναγνώρισης του καταλοίπου του στο χρονικό διάστημα που είχε συμφωνηθεί, αντικαθισταμένης ως προς το σημείο τούτο της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης [άρθρο 578 ΚΠολΔ].
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ [και όχι και από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου], είναι αβάσιμος, β] δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 806, 807, 361 ΑΚ, 2-28 του ν.δ. 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", καθώς δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση της απαίτησης της αναιρεσίβλητης από τις αναφερόμενες συμβάσεις καταναλωτικού δανείου και πιστωτικής κάρτας και ακολούθως δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο λόγω αοριστίας της ανακοπής, καθόσον δεν ήταν αναγκαία η παράθεση σε αυτήν των επί μέρους κινήσεων του τηρηθέντος λογαριασμού για τις συμβάσεις αυτές, αφού πρόκειται για απλούς δοσοληπτικούς λογαριασμούς η κίνηση των οποίων μπορεί να προκύψει από τις αποδείξεις.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ [και όχι και από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου], είναι αβάσιμος και γ] δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, όσον αφορά τους τόκους των αιτουμένων ποσών της ανακόπτουσας για κατάταξή τους στον πλειστηρίασμα, καθόσον με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως αόριστη η ανακοπή, όσον αφορά τους τόκους και κρίθηκε ορισμένη και βάσιμη μόνο ως προς το κεφάλαιο των αιτουμένων ποσών.
Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ [και όχι και από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου], είναι απαράδεκτος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 975 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 31 του ν.1545/1985, "Στην τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 του ΚΠολΔ κατατάσσονται οι απαιτήσεις που έχουν σαν βάση τους την παροχή εξαρτημένης εργασίας, καθώς και οι απαιτήσεις των διδασκάλων, εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης.
Αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας κατατάσσονται ανεξάρτητα από το χρόνο που προέκυψαν, στην τάξη αυτή. Η διαίρεση του εκπλειστηριάσματος σε ποσοστά, κατά το άρθρο 977 ΚΠολΔ, γίνεται με την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τάξης αυτής". Με το άρθρο 6 παρ.16 του Ν.2497/1997 υπήχθησαν στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων και οι απαιτήσεις των δικηγόρων από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις, είτε αμείβονται κατά υπόθεση είτε με πάγια περιοδική αμοιβή, καθώς και οι απαιτήσεις έμμισθων δικηγόρων για αποζημίωση λόγω λύσης σύμβασης έμμισθης εντολής.
Ήδη με το άρθρο 56 του ν. 3994/2011 οι παραπάνω ρυθμίσεις ενσωματώθηκαν με μικρές διαφορές στις διατάξεις του άρθρου 975 παρ. 3 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες οι απαιτήσεις ειδικότερα που έχουν ως βάση την παροχή εξαρτημένης εργασίας κατατάσσονται στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων, εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού, με εξαίρεση τις απαιτήσεις αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας, οι οποίες κατατάσσονται στην τάξη αυτή ανεξάρτητα από το χρόνο στον οποίο προέκυψαν, ενώ η διαίρεση του πλειστηριάσματος σε ποσοστά, κατά το άρθρο 977 ΚΠολΔ, γίνεται και πάλι μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τάξης αυτής.
Ως πρώτος πλειστηριασμός νοείται εκείνος που αρχικά ορίστηκε μετά την επιβολή της κατάσχεσης, έστω και αν στη συνέχεια η διενέργεια του πλειστηριασμού ματαιώθηκε, αναβλήθηκε ή επισπεύσθηκε από άλλο δανειστή κατά τις διατάξεις του άρθρου 973 παρ.2, 3, 4 ΚΠολΔ, με την προϋπόθεση όμως ότι ο πλειστηριασμός που τελικά διενεργήθηκε, βασίζεται σε κάθε περίπτωση στην ίδια κατασχετήρια έκθεση στην οποία βασίστηκε και ο αρχικά ορισμένος πλειστηριασμός.
Διευρύνθηκε έτσι με τη συγκεκριμένη πρόβλεψη διπλά το προνόμιο των ως άνω εργατικών απαιτήσεων, αφού ο μεν χρόνος στον οποίο πρέπει να γεννήθηκαν οι απαιτήσεις αυτές αυξήθηκε από έξι μήνες σε δύο χρόνια, η δε αφετηρία του χρόνου γέννησης των απαιτήσεων αυτών μετατέθηκε από την ημέρα διενέργειας του πλειστηριασμού στην ημέρα ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού [ΑΠ 100/2017, ΑΠ 99/2017, ΑΠ 97/2017, ΑΠ 1507/2014, ΑΠ 60/2011].
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 919 ΚΠολΔ "η αναγκαστική εκτέλεση γίνεται: 1) όταν πρόκειται για δικαστικές και διαιτητικές αποφάσεις, υπέρ και κατά των προσώπων έναντι των οποίων ισχύει δεδικασμένο και κατά των προσώπων που απέκτησαν τη νομή ή κατοχή του επίδικου πράγματος κατά τη διάρκεια της δίκης ή μετά το τέλος της, 2) όταν πρόκειται για όλους τους άλλους εκτελεστούς τίτλους, υπέρ των δικαιούχων και κατά των υπόχρεων που αναφέρονται σ' αυτούς, υπέρ και κατά των προσώπων που αναφέρονται στα άρθρα 325 έως 327, καθώς και κατά των προσώπων που απέκτησαν τη νομή ή κατοχή του πράγματος μετά τη σύνταξη του εγγράφου ή την έκδοση του τίτλου".
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 925 παρ. 2 ΚΠολΔ "όταν η αναγκαστική εκτέλεση που άρχισε πρόκειται να συνεχιστεί κατά κληρονόμου ή κηδεμόνα σχολάζουσας κληρονομίας, απαιτείται να τους επιδοθεί προηγουμένως η επιταγή". Από το συνδυασμό των ανωτέρω άρθρων προκύπτει ότι σε περίπτωση διαδοχής στη διαδικασία εκκρεμούς αναγκαστικής εκτέλεσης η επίδοση της κατ' άρθρου 925 παρ. 2 ΚΠολΔ επιταγής δεν συνιστά την πρώτη πράξη της προδικασίας νέας αναγκαστικής εκτέλεσης, απλά περιέχει την επίσημη γνωστοποίηση ότι ενεργοποιήθηκε η διάταξη του άρθρου 919 ΚΠολΔ για την επέκταση των υποκειμενικών ορίων της εκτελεστότητας σε πρόσωπα που δεν αναφέρονται στον εκτελεστό τίτλο ως δικαιούχοι ή υπόχρεοι, προκειμένου είτε να γίνει εκούσια εκπλήρωση της παροχής είτε να αμφισβητηθεί με ανακοπή η υποχρέωση του καθ' ου. Η επίδοση της ως άνω επιταγής δεν αποτελεί πράξη έναρξης νέας αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά μόνο πράξη της ήδη αρξαμένης εκτέλεσης, που είναι αναγκαία για την έγκυρη συνέχιση της κύριας διαδικασίας της.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Περαιτέρω, η προαναφερθείσα απαίτηση της δεύτερης εφεσίβλητης, δεν είναι προνομιούχος, όπως βάσιμα ισχυρίστηκε η ανακόπτουσα - εκκαλούσα με σχετικό λόγο της ανακοπής της (υπό 4Γ), τον οποίο επαναφέρει με σχετικό ορισμένο, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου αιτιάσεων της δεύτερης των εφεσιβλήτων, λόγο της εφέσεώς της.
Ειδικότερα... ως ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού θεωρείται η 14η Φεβρουαρίου 2007, που ορίστηκε με την 998/2007 περίληψη της 997/20.12.2006 κατασχετήριας έκθεσης, με την οποία κατασχέθηκε, μεταξύ άλλων, και το δικαίωμα ψιλής κυριότητας επί των κατασχεθέντων ακινήτων που ανήκε τότε στον Φ. Ξ. Λόγω του μεσολαβήσαντος, κατά τα ανωτέρω, στις 27.03.2008, θανάτου του ως άνω οφειλέτη - ψιλού κυρίου, στις 27.03.2008, ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους γονείς του Γ.
Ξ. Και Λ. Γ., που αποδέχθηκαν την κληρονομία κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, και κατέστησαν έτσι συγκύριοι του άνω δικαιώματος ψιλής κυριότητας κατά τα άνω ποσοστά, αφού, με ενέργειες της επισπεύδουσας, εκδόθηκαν από το Πρωτοδικείο Έδεσσας τα υπ' αριθμ. .../2008 και .../2008, αντίστοιχα, πιστοποιητικά περί μη αποποιήσεως Κληρονομίας από τους άνω κληρονόμους του θανόντος, τα οποία μεταγράφηκαν νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο Σκύδρας, στις 20.10.2008 (βλ.
Την 89/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας), επιδόθηκαν στη συνέχεια για την εκπλειστηρίαση του ίδιου ως άνω δικαιώματος ψιλής κυριότητας επί των άνω ακινήτων, νέες επιταγές προς πληρωμή, κάτω από αντίγραφα των εκτελεστών απογράφων των τεσσάρων με αριθμούς ....2006, ....2006, ....2006 και ....2006 διαταγών πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, σε καθέναν από τους άνω καθολικούς διαδόχους του οφειλέτη, υπό την ιδιότητά τους αυτή, δυνάμει των ....2010, ....2010, ....2010, ....2010, ....2010, ....2010, ....2010 και ....2010 εκθέσεων επίδοσης του πρώτου των εφεσιβλήτων δικαστικού επιμελητή (βλ.
Την ....2010 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακυρώσεως ακινήτων της άνω συμβολαιογράφου - υπαλλήλου του πλειστηριασμού). Τελικά, μετά και την έκδοση της Η' επαναληπτικής περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης, o πλειστηριασμός διενεργήθηκε, κατά τα ανωτέρω, στις 15.12.2010, δυνάμει της ίδιας ως άνω αρχικής κατασχετήριας έκθεσης (997/2006).
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω..., εφόσον ο πλειστηριασμός έγινε με την ίδια έκθεση κατάσχεσης και ανεξάρτητα του ότι μεσολάβησαν οι προαναφερθείσες αναλυτικά αναστολές κ.λπ. αυτού αλλά και του ότι επιδόθηκαν νέες επιταγές προς πληρωμή στους καθολικούς διαδόχους του οφειλέτη και κληρονόμους του δικαιώματος ψιλής κυριότητας επί των άνω ακινήτων, υπό την ιδιότητά τους αυτή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του προνομίου του άρθρου 6 παρ. 16 περ.
α' του N. 2479/1997 σε συνδυασμό και με το άρθρο 31 N. 1545/1985, θα απολάμβαναν μόνον τυχόν απαιτήσεις από δικηγορικές αμοιβές, που προέκυψαν μέσα στην τελευταία πριν από την ημέρα που είχε αρχικά ορισθεί για τον πλειστηριασμό διετία, δηλαδή κατά την διετία προ της 14ης Φεβρουαρίου 2007 και όχι και οι επίμαχες απαιτήσεις της δεύτερης εφεσίβλητης, που προέκυψαν, κατά το χρονικό διάστημα από 04.02.2009 έως 10.12.2010, πολύ μετά την ημερομηνία που είχε αρχικά ορισθεί για τον πλειστηριασμό (14.02.2007) και ως την ημέρα που τελικά αυτός διενεργήθηκε (15.12.2010), οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στην άνω διάταξη ως προνομιούχες.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, αντίθετα με τις παραδοχές του παρόντος Δικαστηρίου, δέχθηκε τις άνω απαιτήσεις της δεύτερης εφεσίβλητης ως προνομιούχες, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου.
Συνεπώς, εφόσον οι απαιτήσεις της δεύτερης εφεσίβλητης δεν είναι προνομιούχες, δεν έπρεπε να καταταγούν προνομιακά στο ήμισυ του πλειστηριάσματος, από 58.016,99 ευρώ, που αναλογούσε στην καθ' ης η εκτέλεση Λ. Γ. Στο δε υπόλοιπο που απομένει, μετά την αφαίρεση από το άνω ποσό των 58.016,99 ευρώ α) του ποσού των 1.037,13 ευρώ για το οποίο ήδη κατατάχθηκε με την εκκαλουμένη, χωρίς να έχει πληγεί η σχετική διάταξή της με έφεση, προνομιακά και τυχαία η ανακόπτουσα και β) του ποσού των 8.476,65 ευρώ, στο οποίο ήδη κατατάχθηκε με τον ως άνω πίνακα κατάταξης η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", χωρίς να προσβάλλεται η υπόψη κατάταξη, ήτοι στο ποσό των (58.016,99 ευρώ - 1.037,13 - 8.476,65 ευρώ =) 48.503,21 ευρώ, πρέπει να καταταγεί για το υπόλοιπο ποσό της προνομιακής της απαίτησης η εκκαλούσα, ήτοι για το ποσό των (30,653,54 ευρώ - 1.037,13 ευρώ για το οποίο έχει ήδη καταταγεί προνομιακά =) 29.616,41 ευρώ, προνομιακά και οριστικά.
Στο δε υπόλοιπο του πλειστηριάσματος που απομένει από (48.503,21 - 29.616,41 =) 18.886,80 ευρώ, πρέπει να γίνει σύμμετρη κατάταξη μεταξύ της εκκαλούσας και της δεύτερης εφεσίβλητης, ως εγχειρόγραφων δανειστών, της μεν απαίτησης της εκκαλούσας ανερχομένης σε [(3.985,96 ευρώ - 742,30 ευρώ, για τα οποία ήδη κατετάγη =) 3.243,66 ευρώ + 10.414,89 ευρώ =] 13.658,55 ευρώ, της δε δεύτερης εφεσίβλητης σε 47.131,72 ευρώ.
Συναφώς, στο άνω απομένον υπόλοιπο του πλειστηριάσματος ύψους 18.886,80 ευρώ, πρέπει,.... να καταταγούν προς μερική ικανοποίηση των άνω απαιτήσεών τους, η μεν εκκαλούσα για το ποσό των: 18.886, 80 Χ 13.658,55 ευρώ / (13.658,55 + 47.131,72 =) 60.790,27 ευρώ = 4.243,55 ευρώ, η δε δεύτερη εφεσίβλητη για το ποσό των 18.886,80 Χ 47.131,72 ευρώ / (13.658,55 + 47.131,72 =) 60.790,27 ευρώ = 14.643,25 ευρώ, αμφότερες ως εγχειρόγραφοι δανειστές, τυχαία, υπό τον όρο προσκομίσεως τελεσίδικης δικαστικής απόφασης με την οποία θα τους επιδικάζεται η απαίτησή τους".
Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού δίκασε στην ουσία την υπόθεση, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, δέχθηκε την ανακοπή της αναιρεσίβλητης, κρίνοντας ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε προνόμιο ως προς την επίδικη απαίτησή της, που γεννήθηκε μετά δύο έτη από την πρώτη ημερομηνία προσδιορισμού του πλειστηριασμού που είχε οριστεί με την επίδικη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης και, ακολούθως, μεταρρύθμισε τον πίνακα κατάταξης και κατέταξε το ποσό που αποδεσμεύθηκε, όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 975 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν τη τροποποίησή της με το άρθρο 56 του ν. 3994/2011, την οποία ορθά δεν εφάρμοσε, καθόσον οι επίδικες απαιτήσεις της αναιρεσείουσας προέκυψαν κατά το χρονικό διάστημα από 4-2-2009 έως 10-12-2010, δηλαδή μετά την ημερομηνία που είχε οριστεί αρχικά για τον ένδικο πλειστηριασμό [14-2-2007] και διενεργήθηκε τελικά την 15-12-2010 δυνάμει της ίδιας αρχικής κατασχετήριας έκθεσης [997/2006] και ως εκ τούτου δεν τυγχάνουν προνομιακής κατάταξης, όπως θα συνέβαινε αν είχαν γεννηθεί την τελευταία διετία πριν από την ως άνω ημερομηνία του αρχικά ορισθέντος πλειστηριασμού. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ] και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, που ηττήθηκε, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις [άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-6-2020 αίτηση της Β. Δ. του Χ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 851/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2700] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ