1385/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1385/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται, κατ' αρχήν, να προσδώσει στο νόμο αναδρομική ισχύ, με μόνο περιορισμό, τη μη προσβολή συνταγματικώς προστατευομένων δικαιωμάτων. Στο νόμο μπορεί να δοθεί αναδρομική δύναμη ρητώς ή σιωπηρώς (έμμεσα), όταν δηλαδή από την έννοια και το σκοπό του συνάγεται νομοθετική βούληση περί αναδρομικής ισχύος του, ώστε να ρυθμιστούν και περασμένα γεγονότα ή σχέσεις του παρελθόντος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1385 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1385/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Κεφαλά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Κατεβαίνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-1-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 88/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 89/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-8-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 1-8-2017 (αρ. κατ. 48/2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 89/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρ. 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρα 564 παρ. 1, 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Το άρθρο 2 ΑΚ εκφράζει τη γενικότερη αρχή του δικαίου περί μη αναδρομικότητας των νόμων, που αποβλέπει στην κατά το δυνατό βεβαιότητα των δικαιωμάτων ασφάλειας των συναλλαγών και σταθερότητας δικαίου, η οποία (αρχή) όμως δεν κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και έτσι η διάταξη αυτή δεν έχει αυξημένη τυπική ισχύ.
Επομένως ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται, κατ' αρχήν, να προσδώσει στο νόμο αναδρομική ισχύ, με μόνο περιορισμό, τη μη προσβολή συνταγματικώς προστατευομένων δικαιωμάτων. Στο νόμο μπορεί να δοθεί αναδρομική δύναμη ρητώς ή σιωπηρώς (έμμεσα), όταν δηλαδή από την έννοια και το σκοπό του συνάγεται νομοθετική βούληση περί αναδρομικής ισχύος του, ώστε να ρυθμιστούν και περασμένα γεγονότα ή σχέσεις του παρελθόντος.
Εξαιρέσεις από το επιτρεπτό της αναδρομικής ισχύος του νόμου προβλέπονται στο Σύνταγμα από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1 και 78 παρ. 2 του Συντάγματος. Από την απόλυτη απαγόρευση στο Σύνταγμα της αναδρομικότητας των νόμων, που ορίζουν οι συνταγματικές διατάξεις, συνάγεται, ότι στις άλλες περιπτώσεις η αναδρομική ισχύς είναι μεν επιτρεπτή, δεν μπορεί όμως να υπερβεί τα όρια, που θέτουν τα άρθρα 4 και 17 του Συντάγματος, καθώς και οι υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος) διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων ορίζεται, κατ' ακριβή αντιγραφή ότι "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ει μη δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμενοι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός κράτους, όπως θέση εν ισχύι νόμους, ους ήθελε κρίνη αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών, συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον, ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων...".
Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και μάλιστα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.ΑΠ 40/1998).
Έτσι, σύμφωνα, με τη ρύθμιση της ως άνω διεθνούς συνθήκης, μέσω της αναδρομικής ισχύος νόμου είναι δυνατόν να επέρχεται απόσβεση ή κατάργηση δικαιωμάτων που έχουν απονεμηθεί με προγενέστερο νόμο, μόνο εφόσον η κατάργηση ή απόσβεση επιβάλλεται για λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος ή ωφέλειας, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων, αφού διαφορετικά η έναντι του κοινού νομοθέτη προστασία των περιουσιακών αυτών δικαιωμάτων θα έμενε χωρίς πρακτικό αποτέλεσμα (Ολ.ΑΠ 6/2007, ΑΠ 996/2008, ΑΠ 421/2009).
Εξάλλου, κατά τα άρθρα 24 παρ. 1α, 25 παρ. 1, 26 παρ. 1 και 30 του ν. 1892/1990, ο οποίος εφαρμόζεται και στο νομό Έβρου, ως παραμεθόρια περιοχή (άρθρο 24) ορίζεται ότι: "Απαγορεύεται κάθε δικαιοπραξία εν ζωή με την οποία συνιστάται υπέρ φυσικών ή νομικών προσώπων οποιοδήποτε εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα, που αφορά ακίνητα κείμενα στις παραμεθόριες περιοχές" και στο εδάφιο β' της ίδιας παραγράφου ότι "από την απαγόρευση αυτή εξαιρούνται οι συμβάσεις γονικής παροχής, μισθώσεις μέχρι έξι έτη, κανονισμού ορίων, διανομής κοινού και οι συμβάσεις μεταβίβασης ποσοστού εξ αδιαιρέτου μεταξύ συγκυρίων" (άρθρο 25 παρ. 1)... "Φυσικά ή νομικά πρόσωπα ελληνικής ιθαγένειας και ομογενείς στους οποίους περιλαμβάνονται και οι Κύπριοι καθώς και φυσικά ή νομικά πρόσωπα που έχουν την ιθαγένεια εντός των κρατών - μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων μπορούν να ζητήσουν την άρση της απαγόρευσης της παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου με αίτησή τους ενώπιον της αρμόδιας επιτροπής, στην οποία πρέπει να αναφέρεται και ο σκοπός για τον οποίο θα χρησιμοποιηθεί το ακίνητο" (άρθρο 26 παρ. 1)... "άλλως, χωρίς δηλαδή άρση της απαγόρευσης με άδεια της επιτροπής, οι συναπτόμενες δικαιοπραξίες είναι απολύτως άκυρες" (άρθρο 30).
Η ακυρότητα αυτή είναι αθεράπευτη, δηλαδή θεραπεία αυτής δεν επέρχεται ούτε με την πάροδο του χρόνου ούτε με συναφείς επικυρωτικές δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων μερών, που κατά τον ΑΚ (άρθρο 183) δεν είναι ικανές να προσδώσουν εκ νέου ζωή στην άκυρη σύμβαση, ούτε με τυχόν εκπλήρωση των υποχρεώσεων από την άκυρη σύμβαση (ΑΠ 1312/2005, ΑΠ 829/2005).
Οι τιθέμενοι ως άνω με το Ν. 1892/1990 όροι, που θεσπίστηκαν με βάση την ίση μεταχείριση ημεδαπών και υπηκόων των άλλων κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για λόγους δημοσίου συμφέροντος, ενόψει συγκεκριμένων προβλημάτων που αντιμετωπίζει η Ελλάδα στις σχέσεις της από τρίτες χώρες, έγκεινται στην κατοχύρωση της ασφάλειας και της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας μέσω των νομοθετικών περιορισμών κτήσης ή χρήσης και εκμετάλλευσης ακινήτων, κείμενων στις παραμεθόριες περιοχές από πρόσωπα ανεπιθύμητα, ημεδαπούς και αλλοδαπούς (ΑΠ 1312/2005).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 114 παρ. 2 του Ν. 3978/2011, που τέθηκε σε ισχύ από 16-6-2011 και δυνάμει του άρθρου 117 του οποίου "καταργείται κάθε διάταξη νόμου που περιέχει διαφορετική ρύθμιση...", η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1892/1990 αντικαθίσταται ως εξής: "Απαγορεύεται κάθε δικαιοπραξία εν ζωή με την οποία συνίσταται υπέρ φυσικών ή νομικών προσώπων με ιθαγένεια ή έδρα εκτός των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελευθέρων Συναλλαγών (ΕΖΕΣ) οποιοδήποτε εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα, που αφορά ακίνητα, κείμενα στις παραμεθόριες περιοχές, καθώς και η μεταβίβαση μετοχών ή εταιρικών μεριδίων ή η μεταβολή του προσώπου εταιρειών οποιαδήποτε μορφής που έχουν στην κυριότητά τους ακίνητα στις περιοχές αυτές...".
Σύμφωνα δε με την παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου "το άρθρο 26 του Ν. 1892/1990 αντικαθίσταται ως εξής: 1α. Φυσικά ή νομικά πρόσωπα που δεν ανήκουν στις κατηγορίες της παραγράφου 1 του άρθρου 25 μπορούν να ζητήσουν την άρση της απαγόρευσης για τις παραμεθόριες περιοχές με αίτησή τους, στην οποία πρέπει να αναφέρεται και ο σκοπός για τον οποίο θα χρησιμοποιηθεί το ακίνητο, β.
Η αίτηση αυτή υποβάλλεται σε επιτροπή που συνίσταται..., γ. Η απαγόρευση αίρεται με απόφαση της επιτροπής 2. Αιτήσεις, που έχουν ήδη υποβληθεί και επί των οποίων δεν έχει εκδοθεί απόφαση της διοίκησης, εξετάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος...". Τέλος, στο άρθρο 114 παρ. 4 περ. β' του άνω νόμου ορίζεται ότι: "β.
Στην παράγραφο 1 του άρθρου 31 του Ν. 1892/1990 προστίθεται εδάφιο β' ως εξής: β. Κάθε γενική και ειδική διάταξη που αντίκειται στις διατάξεις του νόμου αυτού ή ρυθμίζει τα ίδια θέματα με διαφορετικό τρόπο καταργείται, εκτός των περιπτώσεων στις οποίες ρητά προβλέπεται στις διατάξεις του νόμου αυτού, ότι ειδικές διατάξεις διατηρούνται σε ισχύ...".
Από τις ως άνω διατάξεις του Ν. 3978/2011 συνάγεται ότι από της ισχύος του (16-6-2011) καταργήθηκαν, οι κάθε είδους περιορισμοί που καθιερώνονταν με τις προγενέστερες διατάξεις του νόμου 1892/1990 και αφορούσαν τους ημεδαπούς και τους υπηκόους των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι, στο εξής, συναλλάσσονται ελεύθερα και χωρίς περιορισμούς στις παραμεθόριες περιοχές, όπως και τα πρόσωπα με ιθαγένεια κράτους-μέλους της ΕΖΕΣ.
Η κατάργηση των περιορισμών αυτών αφορά και τις μισθώσεις ακινήτων, οι οποίες πλέον συνάπτονται ελεύθερα μεταξύ των εμπιπτόντων στις παραπάνω κατηγορίες προσώπων, χωρίς να απαιτείται άδεια της προβλεπόμενης επιτροπής, η οποία ήταν αναγκαία για το πέραν της εξαετίας διάστημα κύρος των μισθώσεων υπό τις προϊσχύσασες διατάξεις του νόμου 1892/1990.
Σκοπός του ως άνω νόμου είναι η πλήρης απελευθέρωση των συναλλαγών στα παραμεθόρια ακίνητα για τους υπηκόους της Ε.Ε. (μεταξύ των οποίων φυσικά περιλαμβάνονται και οι Έλληνες υπήκοοι) και των κρατών της ΕΖΕΣ με την άρση των περιορισμών και γραφειοκρατικών διαδικασιών, απώτερος δε σκοπός είναι η οικονομική ανάκαμψη και ανάπτυξη της χώρας, με την τόνωση και την διευκόλυνση της επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Υπηρετούν δηλαδή οι ανωτέρω διατάξεις ευρύτερο ειδικό δημόσιο σκοπό και δη την ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας. Και είναι βέβαια γεγονός ότι ο ως άνω νόμος δεν περιέχει ρητή και ειδική διάταξη για αναδρομική ισχύ, ώστε να ρυθμιστούν και συμβάσεις επί ακινήτων στις παραμεθόριες περιοχές και ειδικά μισθώσεις επί ακινήτων, για τις οποίες παρήλθε η αρχική εξαετής διάρκεια, χωρίς να έχει ληφθεί η άδεια της επιτροπής για την άρση του περιορισμού, όπως επέβαλε ο προϊσχύσας νόμος 1892/1990, όμως από το περιεχόμενό του και τον ως άνω σκοπό του Ν. 3978/2011, συνάγεται νομοθετική βούληση, για αναδρομική ισχύ και επί των συμβάσεων αυτών, που εξακολουθούν να υφίστανται, οι οποίες έτσι εγκυροποιούνται και ισχυροποιούνται, ως προς την διάρκειά τους πέραν των έξι (6) ετών.
Η σιωπηρή (έμμεση) αυτή αναδρομικότητα του νόμου, δεν προσκρούει στις διατάξεις του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι η γεννημένη κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του πιο πάνω νόμου 3978/2011 ενοχική αξίωση των εκμισθωτών ακινήτων για την απόδοση της χρήσης των μισθίων, των οποίων η αρχική εξαετής μισθωτική διάρκεια είχε παρέλθει χωρίς την λήψη στο μεταξύ άδειας από την αρμόδια επιτροπή, η οποία (ενοχική αξίωση) εμπίπτει στην έννοια του όρου περιουσία του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υποχωρεί έναντι του εξυπηρετούμενου με την αναδρομική κατάργηση δημοσίου σκοπού, έναντι του οποίου μάλιστα εκάμφθη και η ανάγκη της κατοχύρωσης της ασφάλειας και της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας, που επέβαλε τους περιορισμούς του Ν. 1892/1990 ως προς την οποία ο νομοθέτης του Ν. 3978/2011 έκρινε προφανώς ότι δεν υφίσταται σε σχέση με τους υπηκόους της Ε.Ε.
και της ΕΖΕΣ.
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 150/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα - μισθώτρια, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει κατ' ουσίαν τον 4ο λόγο της έφεσής της, με τον οποίο αυτή ισχυρίστηκε ότι η ένδικη σύμβαση μίσθωσης, που καταρτίστηκε στις 15-12-2004 μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης - εκμισθώτριας, στην παραμεθόρια περιοχή του Ν.
Έβρου, διάρκειας 10 ετών, ήταν άκυρη, διότι δεν τηρήθηκε η διαδικασία έκδοσης της διοικητικής άδειας της αρμόδιας επιτροπής του άρθρου 26 παρ. 1 του Ν. 1892/1990, παραβίασε ευθέως Α) τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 24 παρ. 1α, 25 παρ. 1, 26 παρ. 1 , 30 του Ν. 1892/1990 και 2 του ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθώς επίσης Β) τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 114 και 117 του Ν. 3978/2011, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, αν και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, διότι, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας ο μεταγενέστερος Ν. 3978/2011, που ισχύει από 16-6-2011, δεν έχει αναδρομική ισχύ επί των προγενεστέρων μισθώσεων υπερεξαετούς διάρκειας, οι οποίες εξακολουθούν να υφίστανται κατά την έναρξη ισχύος αυτού και για τις οποίες δεν είχε εκδοθεί η διοικητική ως άνω άδεια, όπως στην ένδικη σύμβαση μίσθωσης, η οποία όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα από τις 15-12-2010, που συμπληρώθηκε η εξαεταία, κατέστη άκυρη και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η ήδη αναιρεσίβλητη - εκμισθώτρια άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης σε βάρος της ήδη αναιρεσείουσας - μισθώτριας την από 14-1-2015 (αρ.
κατ. 57/2015) αγωγή, με την οποία ισχυρίστηκε ότι είναι εκμισθώτρια του επιδίκου μισθίου ακινήτου κατόπιν εκχώρησης της μισθωτικής σχέσης, που είχε καταρτιστεί στις 15-12-2004 μεταξύ της ... και της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία παραχωρήθηκε στην εναγομένη μισθώτρια η χρήση ενός βιομηχανικού κτιρίου, επιφάνειας 750 Μ2, για διάρκεια δέκα ετών, που βρίσκεται στην ...
του ... και ότι η εναγομένη - μισθώτρια και ήδη αναιρεσείουσα, αν και χρησιμοποίησε ακώλυτα τη χρήση του μισθίου ακινήτου, έπαυσε να καταβάλει τα μηνιαία μισθώματα από τον Απρίλιο του έτους 2011. Με το ιστορικό αυτό η ενάγουσα - εκμισθώτρια ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη - μισθώτρια να της καταβάλει για καθυστερούμενα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από τον Απρίλιο 2011 έως τον Οκτώβριο 2013, το ποσό των 38.513 ευρώ και, έκτοτε, έως τον Αύγουστο 2014 το ποσό των 12.500 ευρώ, ως αποζημίωση χρήσης και συνολικά το ποσό των 51.013 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 88/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, η οποία δέχτηκε την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Ακολούθως, η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε σε βάρος της πρωτόδικης απόφασης την από 15-9-2015 (αρ. κατ. 53/2015) έφεση, με τους 1ο και 2ο λόγους της οποίας επανέφερε τον ισχυρισμό της, με τον οποίο αμφισβήτησε την ενεργητική νομιμοποίηση της ενάγουσας ως εκμισθώτριας και με τον 3ο λόγο της έφεσης επανέφερε την ένσταση μείωσης των αιτηθέντων ποσών λόγω της ύπαρξης ελαττωμάτων του μισθίου ακινήτου - υγρασία.
Οι ανωτέρω λόγοι της έφεσης δεν αφορούν την παρούσα δίκη. Επίσης, με τον 4ο λόγο της έφεσης η εναγομένη μισθώτρια και ήδη αναιρεσείουσα προέβαλε την ένσταση ακυρότητας της μισθωτικής σχέσης, υπερεξαετούς διάρκειας, λόγω μη τήρησης της διοικητικής διαδικασίας για την έκδοση της άδειας της Επιτροπής του άρθρου 26 παρ. 1 του Ν. 1892/1990.
Το Εφετείο, για το ενδιαφέρον την παρούσα δίκη ως άνω ζήτημα, που ερευνάται με τον 1ο αναιρετικό λόγο, μετά από νομική ανάλυση των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, περί των πραγμάτων, κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Από τις ως άνω διατάξεις του Ν. 3978/2011 συνάγεται ότι από της ισχύος του καταργήθηκαν κάθε είδους περιορισμοί που καθιερώνονται με τις προγενέστερες διατάξεις του Ν. 1892/1990 και αφορούσαν τους ημεδαπούς και τα πρόσωπα που έχουν την ιθαγένεια των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι πλέον συναλλάσσονται ελεύθερα και χωρίς περιορισμούς στις παραμεθόριες περιοχές, όπως και τα πρόσωπα με ιθαγένεια κράτους-μέλους της ΕΖΕΣ.
Η κατάργηση των περιορισμών αφορά και στις μισθώσεις ακινήτων οι οποίες πλέον επιχειρούνται ελεύθερα μεταξύ των εμπιπτόντων στις παραπάνω κατηγορίες προσώπων, χωρίς να απαιτείται άδεια της προβλεπόμενης επιτροπής. Από το περιεχόμενο των διατάξεών αυτών, προκύπτει ότι συντελείται η άρση κάθε περιορισμού σε σχέση με τις συναλλαγές στα παραμεθόρια ακίνητα ως προς τα πρόσωπα που έχουν την ιθαγένεια των κρατών-μελών της EE και της ΕΖΕΣ για να διευκολυνθεί η οικονομική ανάκαμψη και ανάπτυξη της χώρας με την ενίσχυση των επενδύσεων.
Με δεδομένο τον ευρύτερο ως άνω ειδικό δημόσιο σκοπό των ρυθμίσεων αυτών οι κανόνες που περιέχονται σε αυτήν, εφόσον δεν υφίσταται ειδικότερη σχετική ρύθμιση δεν αναπτύσσουν αναδρομική ενέργεια, εφαρμόζονται όμως σε όλες τις διαρκείς έννομες σχέσεις που εξακολουθούν υφιστάμενες κατά την έναρξη ισχύος του προαναφερόμενου νόμου χωρίς η ταυτότητα, οι όροι και το περιεχόμενο αυτών να μεταβάλλεται ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού τους, ώστε να διευκολύνεται η περαιτέρω λειτουργία τους και να αποκλείεται η διακοπή του με την μεταγενέστερη επίκληση της ακυρότητας αυτών αφού η ισχύ της τελευταίας έχει πλέον καταργηθεί.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω δεν είναι νόμιμος ο ισχυρισμός με τον οποίο προβάλλεται με τον τέταρτο λόγο έφεσης η ακυρότητα της μισθωτικής σχέσης που συνομολογείται από τους διαδίκους, ότι εξακολούθησε να λειτουργεί και μετά την έναρξη της ισχύος του Ν. 3978/2011 μέχρι τουλάχιστον το μήνα Οκτώβριο του έτους 2013.
Με τα δεδομένα αυτά ο παραπάνω λόγος εφέσεως κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος...". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, με το οποίο απέρριψε ως νόμω αβάσιμο τον 4ο λόγο της έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας, ορθά κατ' αρχήν, έστω και με εν μέρει ελλιπή νομική αιτιολογία, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 114 παρ. 2, 3, 4 και 117 του Ν. 3978/2011, κρίνοντας ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, πληρούσαν το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων, από το περιεχόμενο των οποίων προκύπτει ότι σκοπός και βούληση του νομοθέτη είναι η πλήρης απελευθέρωση των συναλλαγών στα ακίνητα των παραμεθορίων περιοχών για τους Έλληνες υπηκόους (όπως επίσης και για τις λοιπές περιπτώσεις που ειδικά ο νόμος αυτός αναφέρει).
Συνεπώς, συνάγεται ότι οι εφαρμοσθείσες ως άνω διατάξεις του Ν. 3978/2011, έχουν έμμεση (σιωπηρή) αναδρομική ισχύ με την ειδικότερη επισήμανση, ότι τούτο δεν απαγορεύεται, κατ' άρθρ. 2 ΑΚ, στην ένδικη υπόθεση, εφόσον η ως άνω έμμεση αναδρομική ισχύ δεν υπερβαίνει τα όρια των άρθρων 4 και 17 του ισχύοντος Συντάγματος και τις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις των άρθρων 6 της ΕΣΔΑ και του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, όπως έχει εκτεθεί αναλυτικά στην μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης και συνεπώς, πρέπει, κατά τούτο, να αντικατασταθεί η εν μέρει ελλιπής νομική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, που όμως στηρίζει ορθό διατακτικό (άρθρο 578 ΚΠολΔ).
Ειδικότερα, από το περιεχόμενο και τον σκοπό των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων του Ν. 3978/2011 (άρθρα 114 και 117), προκύπτει ότι η βούληση του νομοθέτη είναι να επεκταθεί η ισχύς του νόμου αυτού και στις συμβάσεις μίσθωσης ακινήτων υπερεξαετούς διάρκειας, που είχαν καταρτιστεί υπό την ισχύ του προγενέστερου Ν. 1892/1990, αλλά εξακολουθούσαν να υφίστανται και να είναι ενεργείς κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του νέου Ν. 3978/2011, με τη δημοσίευσή του στο ΦΕΚ 137/16-6-2011 και για τις οποίες δεν είχε εκδοθεί η άδεια της Επιτροπής του άρθρου 26 παρ. 1 του προϊσχύσαντος Ν. 1892/ 1990 (το οποίο ο Ν. 3978/2011 κατήργησε με το άρθρο 114 παρ. 4 περ.
β' αυτού), προκειμένου και οι ανωτέρω μισθώσεις ακινήτων να καταστούν έγκυρες, όπως δηλαδή η ένδικη σύμβαση μίσθωσης, με απώτερο σκοπό την πλήρη απελευθέρωση των συναλλαγών στις παραμεθόριες περιοχές για τους υπηκόους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τους Έλληνες υπηκόους και την ανάπτυξη της εθνικής εν γένει οικονομίας.
Επομένως, ύστερα από αντικατάσταση της εν μέρει ελλιπούς νομικής αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως προεκτέθηκε, με τις ανωτέρω ορθές αιτιολογίες περί σιωπηρής - έμμεσης αναδρομικής ισχύος του άρθρου 114 του Ν. 3978/2011, πρέπει, κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ, να απορριφθεί ο 1ος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που όμως στηρίζει ορθό διατακτικό, χωρίς συγχρόνως να υπάρχει έννομο συμφέρον να αναιρεθεί η απόφαση ως προς την ανωτέρω νομική ελλιπή αιτιολογία της για την ανατροπή δεδικασμένου (ΑΠ 772/2014, ΑΠ 1479/2013).
Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Για να ιδρυθεί λόγος αναιρέσεως με βάσει την εν λόγω διάταξη πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης αποφάσεως να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται εξ αιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου. Εάν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της αποφάσεως και έχει τη μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, δεν ιδρύεται ο παραπάνω αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ (ΑΠ 644/2014, ΑΠ 1341/2014).
Με τον 2ο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα μισθώτρια αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, αν και στη σελίδα 4β της απόφασής του δέχεται ότι ο Ν. 3978/2011, δεν αναπτύσσει αναδρομική ενέργεια, εντούτοις απέρριψε κατ' ουσίαν τον 4ο λόγο της έφεσής της και τον μερικότερο ισχυρισμό αυτής, ότι μέρος των αξιούμενων από την αναιρεσίβλητη - εκμισθώτρια μισθωμάτων, για το χρονικό διάστημα Απρίλιος 2011 έως 16-6-2011 ακύρως αξιώνονται από αυτήν ως αφορώντα μισθώματα πριν την ισχύ του Ν. 3978/2011, στις 16-6-2011, ο οποίος δεν έχει αναδρομική ισχύ.
Ο λόγος αυτός πρωτίστως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η αντίφαση κατά την αναιρεσείουσα εντοπίζεται ανάμεσα στο αιτιολογικό της απόφασης και στο διατακτικό αυτής. Σε κάθε περίπτωση όμως, ουδεμία αντίφαση προκύπτει από την ελλιπή νομική ως άνω αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, την οποία αποσπασματικά μόνον περιγράφει η αναιρεσείουσα, διότι το Εφετείο δέχεται ότι οι νέες ρυθμίσεις δεν αναπτύσσουν αναδρομική ενέργεια, εφόσον δεν υφίσταται ειδικότερη σχετική ρύθμιση, υπό την έννοια, ότι ο νέος νόμος δεν περιέχει ρητή διάταξη περί άμεσης αναδρομικής ισχύος αυτού, όμως στη συνέχεια, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ρητά ότι "οι νέες ρυθμίσεις εφαρμόζονται σε όλες τις διαρκείς έννομες σχέσεις που εξακολουθούν υφιστάμενες κατά την έναρξη ισχύος του (νέου) νόμου..." και συνεπώς, εμμέσως, πλην σαφώς, δέχεται την σιωπηρή έμμεση αναδρομική ισχύ του νέου νόμου 3978/2011.
Επομένως, ο 2ος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, άλλως ως ουσιαστικά αβάσιμος. Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για να ερευνηθεί, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ.
Β'δ' ΚΠολΔ). Τέλος, η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-8-2017 (αρ. κατ. 48/2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 89/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης (ειδική διαδικασία του άρθρου 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν τον Ν. 4335/2015).
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Σεπτεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ