Legislator Case Law & Legislation
1385/2017 AI generated

1385/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1385/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1385/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 7-9-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1385 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1385/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Αθλητικής ομοσπονδίας με την επωνυμία "Ελληνική Φίλαθλη Ομοσπονδία Επιτραπέζιας Αντισφαίρισης" (Ε.Φ.Ο.Επ.Α.) που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Λακουμέντα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ρουπακιώτη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-2-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2292/2010 μη οριστική, 211/2014 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3468/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-10-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 7-9-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 εδ. α ν. 3198/1955 "Πάσα αξίωσις μισθωτού πηγάζουσα εξ ακύρου καταγγελίας της σχέσεως εργασίας τυγχάνει απαράδεκτος, εφ' όσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της λύσεως της σχέσεως εργασίας". Πρόκειται για καθιέρωση ουσιαστικού απαραδέκτου, το οποίο κατά κύριο λόγο πλήττει το δικαίωμα επίκλησης και προσβολής της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ως άκυρης και κατ' ανάγκην και τις συνεχόμενες με αυτό ουσιαστικές αξιώσεις.

Η προθεσμία αυτή, η οποία είναι αποσβεστική, αποσκοπεί στην ταχεία άρση κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας εργασιακής σχέσης και στην εκκαθάριση εντός συντόμου χρονικού διαστήματος των αξιώσεων των εργαζομένων που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία, ώστε να μη δημιουργούνται δυσβάστακτες συνέπειες για τον εργοδότη, καταλαμβάνει δε κάθε αξίωση που πηγάζει από ακυρότητα της καταγγελίας της σχέσης εργασίας (Α.Π. 705/2013, 31/2013).

Από τη σαφή διατύπωση της διάταξης αυτής και συγκεκριμένα από τις λέξεις "από της λύσεως της σχέσεως εργασίας" προκύπτει ότι στην περίπτωση της καταγγελίας μετά από προμήνυση (προειδοποίηση), η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία δεν αρχίζει από την ημέρα της καταγγελίας αλλά από την ημέρα της παρόδου του χρόνου προειδοποίησης.

Τούτο διότι ο χρόνος της προμήνυσης έχει ως συνέπεια την αναστολή της άμεσης ενέργειας της καταγγελίας για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί, κατά δε το χρονικό αυτό διάστημα η σύμβαση συνεχίζει την κανονική λειτουργία της και λύεται με την πάροδο του χρόνου προειδοποίησης (Α.Π. 55/2015). Εξ άλλου κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση. Οι ισχυρισμοί που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξης (Ολ.

Α.Π. 15/2000). Έτσι η αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 ν. 3198/1955 λαμβάνεται μεν υπόψη αυτεπαγγέλτως κατά το άρθρο 280 Α.Κ., δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη διότι καθιερώθηκε για την εξυπηρέτηση του ιδιωτικού συμφέροντος και όχι άλλου ανωτέρου κοινωνικού σκοπού (Α.Π. 705/2013, 31/2013). Περαιτέρω η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός ο οποίος στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή.

Εξ άλλου από τα άρθρα 591 παρ. 1 περ. β, 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 περ. δ Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, δηλαδή απαιτείται σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ως "γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Α.Π. 72/2016).

Τέλος, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ. με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ. προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (Α.Π. 201/2017). Στην προκειμένη περίπτωση με το μόνο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.

α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το εφετείο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 167, 168, 648, 669 Α.Κ., 1 και 3 ν. 2112/1920, 1, 3 παρ. 1, 5 του β.δ. της 16-7-1920 και 5 ν. 3198/1955 δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την από 19-2-2009 αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως ασκηθείσα μετά τη συμπλήρωση της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 ν. 3198/1955, αφού κατά τις παραδοχές αυτής η μεν καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος έλαβε χώρα στις 22-10-2008 με χρόνο επέλευσης των αποτελεσμάτων της στις 31-12-2008, η δε ένδικη αγωγή ασκήθηκε με κατάθεση του σχετικού δικογράφου στις 3-3-2009 και επίδοσή της στις 5-3-2009.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται παραδεκτή προβολή του ισχυρισμού περί εκπρόθεσμης άσκησης της αγωγής με προφορική δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και παραδεκτή επαναφορά του ενώπιον του εφετείου ούτε προσκομίζει τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης από τα οποία να προκύπτει η παραδεκτή προβολή του ισχυρισμού αυτού.

Αντίθετα, από την επισκόπηση των προσκομιζομένων από 2-2-2010 και από 14-11-2013 εγγράφων προτάσεων της αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν κατά τις δύο συζητήσεις της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, καθώς και της από 27-2-2014 έφεσης αυτής, προκύπτει ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν προβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ούτε με την έφεση της αναιρεσείουσας αλλά για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του εφετείου με τις από 2-3-2015 έγγραφες προτάσεις-πρόσθετους λόγους έφεσης που κατέθεσε αυτή, χωρίς την επίκληση κάποιου λόγου παραδεκτής βραδείας προβολής του.

Σε κάθε περίπτωση όμως ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και διότι, αληθών υποτιθεμένων των αναφερόμενων σ' αυτόν σε σχέση με τους χρόνους καταγγελίας, επέλευσης των αποτελεσμάτων της και άσκησης της αγωγής, το εφετείο δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις δεχόμενο ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε εμπροθέσμως, αφού χρόνος λύσης της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εργασίας (από τον οποίο αρχίζει κατά τα προεκτεθέντα η αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 ν. 3198/1955) ήταν η 31-12-2008 και από το χρόνο αυτό μέχρι τις 5-3-2009, οπότε ασκήθηκε η αγωγή, δεν είχε συμπληρωθεί η αποσβεστική προθεσμία.

Επομένως πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-10-2015 αίτηση για αναίρεση της 3468/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιουλίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ