Supreme Court dismisses appeal for lack of grounds regarding factual evaluation not subject to review.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court distorted a bank letter regarding a loan account agreement, but the court found this constituted permissible evidentiary evaluation rather than distortion. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because it challenged the court's assessment of facts not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 559(20) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on alleged distortion of a document is inadmissible if the court merely evaluated the evidence rather than misreading it, and challenges to factual assessments fall outside appellate jurisdiction.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1385 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1385/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ. Α. του Δ., συζ. Ι. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σαλαβράκο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παναγόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Σεπτεμβρίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ως και την από 23 Οκτωβρίου 2006 ανακοίνωση δίκης μετά προσεπικλήσεως και αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο αυτό ως άνω δικαστήριο. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5005/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4885/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1 Ιουλίου 2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 15 Οκτωβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος ή για επιχειρήματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 919 Α.Κ., όποιος από πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη υποχρεώνεται να τον αποζημιώσει. Η ανωτέρω διάταξη, κατά την οποία αποτελεί αυτοτελή αδικοπραξία και γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, όταν η εναντίον των χρηστών ηθών συμπεριφορά γίνεται από πρόθεση και προκαλεί ζημία, είναι συμπληρωματική της Α.Κ. 914 και επεκτείνει την αδικοπρακτική ευθύνη, όταν δεν υφίσταται προσβολή ορισμένου δικαιώματος ή έννομα προστατευομένου συμφέροντος, ούτε παραβίαση διάταξης νόμου, αλλά το περί δικαίου και ηθικής αίσθημα απαιτεί αποκατάσταση της ζημίας.
Προϋποθέσεις δε εφαρμογής της εν λόγω διάταξης (Α.Κ. 919) είναι: α) συμπεριφορά του δράστη (πράξη ή παράλειψη αναγόμενη σε άσκηση δικαιώματος) που αντίκειται στα χρηστά ήθη, β) πρόθεση του δράστη για την επαγωγή ζημίας, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, γ) πρόκληση της ζημίας αυτής σε άλλον και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αντίθετης στα χρηστά ήθη συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας του άλλου.
Συνεπώς κύριο χαρακτηριστικό της ιδιαίτερης αδικοπραξίας του 919 Α.Κ. είναι η αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, η έννοια των οποίων είναι νομική και εξετάζεται αντικειμενικά, σύμφωνα με την αντίληψη του υγιώς, κατά το δίκαιο και κατά τη γενική αντίληψη του χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου ανθρώπου (Ολ.Α.Π. 10/1991) σε συνδυασμό με το επιτρεπτό του επιδιωχθέντος σκοπού έστω και θεμιτού και των χρησιμοποιηθέντων μέσων (Ολ.ΑΠ 396/1975).
Ειδικότερα, αντίθεση στα χρηστά ήθη υπάρχει όταν, κατ' αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του "χρηστώς και εμφρόνως" σκεπτόμενου ατόμου, η συγκεκριμένη συμπεριφορά του δράστη αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις δικανικές αρχές, στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο. Συνεκτιμάται δε συνολικά για τη διαπίστωση της αντίθεσης στα χρηστά ήθη, η συμπεριφορά του δράστη, σε συνδυασμό με τους σκοπούς, τα μέσα και τις μεθόδους που χρησιμοποίησε, δηλαδή λαμβάνονται υπόψη, όχι μεμονωμένα τα αίτια που τον οδήγησαν στην συγκεκριμένη ενέργειά του, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε, ολόκληρη η συμπεριφορά του και αξιολογείται γενικά η διαγωγή του, σε συνδυασμό και με την διαγωγή του αντισυμβαλλομένου - "θύματος", για να κριθεί το εάν οι δύο συμπεριφορές τελούν μεταξύ τους προφανώς σε καταφατική ή αποφατική αναλογική σχέση (ΑΠ 1652/2006).
Στην αναζήτηση του ορθού αυτού μέτρου συνεκτιμώνται σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. και τα επιβαλλόμενα όρια από αυτήν. Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 922 Α.Κ., ο κύριος ή ο προστήσας κάποιο άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του.
Η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως προϋποθέτει (α) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, (β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 και (γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών, που δόθηκαν εις εκείνον ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, που διέπουν τη μεταξύ τους σχέση, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που του ανατέθηκε υπάρχει εσωτερική συνάφεια, με την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήτο δυνατόν να υπάρξει χωρίς την ιδιαίτερη σχέση, ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο που κατέστη εξαιτίας ακριβώς της θέσεως, των μέσων και των ευκαιριών που διέθετε ο προστηθείς στο πλαίσιο της ειδικής σχέσεως προς τον προστήσαντα, και με την χρησιμοποίησή τους για άλλο σκοπό από εκείνον για τον οποίο του ανατέθηκαν.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 4885/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Στις 22-03-2005, η ενάγουσα-εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) στην παρούσα δίκη με το με αριθμό .../22-03-2005 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτη Χαλικέρα "πωλήσεως ένεκα", μεταβίβασε κατά κυριότητα στον Κ.
Β. ένα διαμέρισμα επιφανείας 88 τ.μ. που βρίσκεται στον πέμπτο όροφο πολυκατοικίας, κτισμένης στην Αθήνα επί της οδού ... επί πιστώσει όλου του τιμήματος, το οποίο συμφωνήθηκε στο ποσό των 95.000 ευρώ. Αναγράφηκε σε ρητό όρο του πιο πάνω συμβολαίου, ότι το παραπάνω τίμημα πιστώθηκε εξ ολοκλήρου και δέχθηκε η πωλήτρια (εκκαλούσα) να το λάβει από τον αγοραστή, χωρίς τόκο εντός δύο μηνών, από την υπογραφή του συμβολαίου, από προϊόν ισόποσου στεγαστικού δανείου, που ο αγοραστής επρόκειτο να λάβει από την εναγομένη-εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη) στην παρούσα δίκη Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ή οποιαδήποτε άλλη Τράπεζα ημεδαπή ή αλλοδαπή ή πιστοδοτικό οργανισμό και κατά τον συνήθη προσδιοριζόμενο από τις παραπάνω τράπεζες τρόπο καταβολής των δανείων αυτών ή, άλλως σε περίπτωση δηλαδή μη χορήγησης του πιο πάνω δανείου, ατόκως από χρήματα του αγοραστή, εντός τριών μηνών από την υπογραφή του συμβολαίου.
Συμφωνήθηκε ακόμη, ότι η καταβολή θα αποδεικνυόταν με έγγραφη απόδειξη της πωλήτριας ή με το, κατά νόμο, αποδεικτικό της οριστικής και αμετάκλητης πίστωσης και κατάθεσης του ισοπόσου προς το οφειλόμενο τίμημα ποσού του προϊόντος του πιο πάνω στεγαστικού δανείου από τη δανείστρια Τράπεζα στο όνομα και για λογαριασμό της πωλήτριας και γνωστοποίησης της κατάθεσης αυτής στην πωλήτρια με δικαστικό επιμελητή ή με το, κατά νόμο, αποδεικτικό της παρακατάθεσης του ποσού αυτού στο όνομα της πωλήτριας.
Σε περίπτωση καθυστέρησης θα εισπράττεται το οφειλόμενο τίμημα μαζί με τον τόκο υπερημερίας με εκτέλεση του συμβολαίου, που κηρύχθηκε "άμα τη υπογραφή του", τίτλος εκκαθαρισμένος και νόμιμα εκτελεστός. Για περισσότερη ασφάλεια της πωλήτριας-ενάγουσας-εκκαλούσας ο αγοραστής έδωσε στην, πωλήτρια διά του συμβολαίου το δικαίωμα να εγγράψει, οποτεδήποτε θελήσει, Β' υποθήκη επί του πωλουμένου διαμερίσματος, για ολόκληρο το οφειλόμενο τίμημα και τους τυχόν τόκους υπερημερίας και έξοδα.
Ρητά αναφέρθηκε στο συμβόλαιο, ότι η υποθήκη αυτή θα ακολουθεί, κατά σειρά, την υποθήκη που τυχόν θα εγγραφεί προς ασφάλεια του προαναφερόμενου στεγαστικού δανείου. Αποδείχθηκε, ακόμη, ότι από τους υπαλλήλους της εναγομένης-εφεσίβλητης Τράπεζας, που υπηρετούσαν στο κατάστημα της οδού ... εγκρίθηκε η χορήγηση στεγαστικού προς τον αγοραστή δανείου, οπότε στις 6-4-2005, μετά, δηλαδή, την υπογραφή του πωλητηρίου συμβολαίου, υπογράφηκε μεταξύ αυτού και των υπαλλήλων της εναγομένης Μ.
Ν. και Ι. Σ. ως εκπροσώπων αυτής η με αριθμό .../6-4-2005 σχετική σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου 91.000 ευρώ με προσημείωση υποθήκης ακινήτου. Σύμφωνα με ειδικό όρο της σύμβασης αυτής, το ποσό του δανείου θα ελάμβανε ο αγοραστής μετά την εγγραφή της προσημείωσης της υποθήκης για ποσό 118.000 ευρώ και την προσκομιδή στην Τράπεζα όλων των απαιτούμενων πιστοποιητικών.
Έτσι, αφού γράφηκε υπέρ της εναγομένης προσημείωση υποθήκης επί του πωληθέντος διαμερίσματος, ο αγοραστής Κ. Β. εισέπραξε το ποσόν του δανείου ύψους 91.000 ευρώ, όμως ενώ παρήλθε δίμηνο από την υπογραφή του πωλητηρίου συμβολαίου δεν κατέβαλε το συμφωνηθέν τίμημα των 95.000 ευρώ στην ενάγουσα-εκκαλούσα. Δεν αποδείχθηκε ουδεμία ειδική συμφωνία μεταξύ της εκκαλούσας-ενάγουσας και της εναγομένης-εφεσίβλητης για καταβολή του ποσού του δανείου σε λογαριασμό της εκκαλούσας.
Στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, στο οποίο η εναγομένη-εφεσίβλητη δεν ήταν συμβεβλημένη, δεν αναφέρθηκε τέτοια υποχρέωση της εναγομένης Τράπεζας, αλλά ούτε και στο δανειστικό συμβόλαιο, που υπογράφηκε στη συνέχεια, αναφέρθηκε η υποχρέωση της εναγομένης-εφεσίβλητης να καταθέσει το ποσό σε λογαριασμό της εκκαλούσας.
Άλλωστε, η εναγομένη κατά πάγια τακτική της, το ποσό των δανείων το χορηγούσε στον ίδιο το δανειολήπτη-αγοραστή και όχι στον πωλητή του ακινήτου. Κατ' εξαίρεση και μόνον, εάν το στεγαστικό δάνειο εχορηγείτο πριν την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, σύμφωνα με την με αριθμό 39/2005 υπηρεσιακή εγκύκλιο και, εφόσον ο δανειολήπτης αγοραστής έδιδε εξουσιοδότηση στην εναγομένη δανείστρια Τράπεζα, για χορήγηση του δανείου σε τρίτο και δη στον πωλητή του πωληθησομένου ακινήτου, υπήρχε τέτοια υποχρέωση της εναγομένης.
Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση τέτοια εξουσιοδότηση δεν δόθηκε στην δανείστρια από τον δανειολήπτη αγοραστή, ούτε και ήταν στην συνήθη τακτική της εναγομένης να ζητήσει από τον δανειολήπτη αγοραστή τέτοια εξουσιοδότηση, αφού η κατάρτιση της σύμβασης του δανείου, έγινε μετά την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου.
Η προφορική συμφωνία, που η ενάγουσα επικαλείται στην αγωγή και ισχυρίσθηκε ότι έγινε μεταξύ αυτής και της εφεσίβλητης Τράπεζας στις 25-4-2005, ύστερα δηλαδή από την υπογραφή του δανειστικού συμβολαίου, αλλά πριν την χορήγηση (εκταμίευση) του δανείου, για κατάθεση του ποσού του δανείου σε λογαριασμό της εκκαλούσας, δεν αποδείχθηκε.
Για την κατάρτιση τέτοιας συμφωνίας, δεν αναφέρει, ούτε ο στο ακροατήριο εξετασθείς μάρτυρας σύζυγος της ενάγουσας-εκκαλούσας, ούτε ο ενόρκως βεβαιώνων στην με αριθμό .../2006 ένορκη βεβαίωσή του αναφέρθηκε σε τέτοια συμφωνία. Ο στο ακροατήριο εξετασθείς μάρτυρας αναφέρθηκε σε τηλεφωνήματα τρίτου με υπάλληλο της εναγομένης και ο ενόρκως βεβαιώσας σε διαβεβαιώσεις αρμοδίας υπαλλήλου για κατάθεση του ποσού του δανείου σε λογαριασμό της εκκαλούσας, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό, ούτε των πηγών της γνώσης αυτής, ούτε για το χρόνο και την αιτία για την οποία αυτή η διαβεβαίωση εδίδετο, προφορικά και χωρίς συμβατική υποχρέωση της εναγομένης.
Δεν συνάδει, όμως, με ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας, το χρονικό σημείο, που η ίδια η εκκαλούσα, στην από 1-6-2005 επιστολή της στην εφεσίβλητη, ισχυρίζεται, ότι ανοίχθηκε ο λογαριασμός αυτός και είναι η 26-4-2005, ενώ η προφορική συμφωνία καταρτίσθηκε κατά την εκκαλούσα την 25-4-2005. Εάν όντως είχε υπάρξει συμφωνία, ο λογαριασμός θα ανοιγόταν την ώρα της συμφωνίας, δηλαδή στις 25-4-2005 οπότε θα υπήρχε "ανοιγμένος", όταν εμφανιζόταν ο αγοραστής για να εκταμιεύσει το ποσό του δανείου και να το καταθέσει σ' αυτόν.
Η συμφωνία, όμως, αυτή για άνοιγμα λογαριασμού από την εκκαλούσα στην εφεσίβλητη Τράπεζα και για κατάθεση εκεί του ποσού του δανείου όπως εξάγεται από την από 1-6-2005 επιστολή της εκκαλούσας στην εφεσίβλητη, έγινε μεταξύ της εκκαλούσας και του αγοραστή και ο τελευταίος δεν ετήρησε τα συμφωνηθέντα, αλλά "παραβίασε το ραντεβού", όπως αναφέρει η ενάγουσα στην παραπάνω επιστολή, και εκταμίευσε μεν το ποσό του δανείου, όμως δεν το κατέθεσε στο λογαριασμό της εκκαλούσας-ενάγουσας.
Για την συμπεριφορά όμως αυτή του αγοραστή η εναγομένη εφεσίβλητη, ουδεμία ευθύνη φέρει. Επί πλέον, η συμπεριφορά που οι υπάλληλοί της επέδειξαν στην συναλλαγή τους με τον δανειολήπτη-αγοραστή είναι αυτή που η ίδια η εφεσίβλητη τους είχε επιβάλλει να έχουν και βέβαια δεν αντίκειται στα χρηστά συναλλακτικά ήθη το γεγονός ότι το ποσόν του δανείου καταβάλλεται στον δανειζόμενο και όχι στον πωλητή του ακινήτου.
Από το κείμενο του συμβολαίου που έλαβε η εναγομένη-εφεσίβλητη, όπως αυτό αναφέρθηκε, προκύπτει, σαφής συμφωνία μεταξύ της εκκαλούσας και του αγοραστού, ότι το δάνειο θα καταβληθεί στον αγοραστή κατά τον συνήθη τρόπο κάθε πιστωτικού ιδρύματος. Η εκκαλούσα-ενάγουσα δεν φρόντισε να λάβει γνώση έγκαιρα για τον τρόπο που η εφεσίβλητη επιτρέπει την εκταμίευση στεγαστικών δανείων στους αγοραστές ακινήτων, και να ζητήσει από τον αγοραστή συγκατάθεση για την καταβολή του ποσού, "άμα τη εγκρίσει" του δανείου σε προσωπικό της λογαριασμό.
Το γεγονός ότι άλλες Τράπεζες χορηγούν στεγαστικά δάνεια κατά τρόπο ασφαλέστερο για τον πωλητή του ακινήτου όπως αναφέρει στην με αριθμό .../2006 ένορκη βεβαίωση η ενόρκως βεβαιώσασα υπάλληλος άλλης τραπεζικής εταιρείας, δεν καθιστά την εκταμίευση του δανείου από τον δανειολήπτη αγοραστή αντίθετο προς τα χρηστά ήθη και μάλιστα με πρόθεση να προξενηθεί ζημία στους πωλητές των ακινήτων.
Δεν γνώριζε η εφεσίβλητη Τράπεζα, ότι η εκκαλούσα υπέγραψε το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, χωρίς να έχει ενημερωθεί ότι ο ίδιος ο αγοραστής-δανειζόμενος ελάμβανε το δάνειο και όχι αυτή, ως πωλήτρια, οπότε έπρεπε να λάβει εντολή του να το παραλάβει αυτή. Ούτε το γεγονός ότι ο αγοραστής είχε κάποια δυσμενή στοιχεία στο σύστημα "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ" μπορούσε να οδηγήσει την εφεσίβλητη στη σκέψη να μην του επιτρέψει την εκταμίευση του δανείου ή και τη σύναψη της δανειακής σύμβασης.
Εξ άλλου, τα όποια δυσμενή στοιχεία στο σύστημα "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ" μελλοντική ζημία θα έφεραν στην εναγομένη-εφεσίβλητη και όχι στην εκκαλούσα ενάγουσα. Τέλος, από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε, ούτε γνωριμία της εφεσίβλητης Τράπεζας με τον αγοραστή, ούτε οποιαδήποτε σχέση μαζί του, ένεκα της οποίας τον βοήθησαν να παραπλανήσει την εκκαλούσα.
Ούτε αποδείχθηκε διαφορετική συμπεριφορά της εφεσίβλητης προς άλλους πωλητές ακινήτων, σχετική με την εκταμίευση χορηγηθέντων στους αγοραστές δανείων. Και βέβαια η ενεχείραση του δανεισθέντος ποσού στο δανειζόμενο για στεγαστικές ανάγκες αμέσως μετά την αγορά του ακινήτου και την εγγραφή της προσημείωσης της υποθήκης δεν είναι παράνομη, ούτε αντίθετη με το ρόλο των τραπεζών στην εθνική οικονομία.
Δεν αποδείχθηκε συνεπώς, αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης-εφεσίβλητης, ούτε συμπεριφορά αυτής αντίθετη με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη με σκοπό να προξενηθεί ζημία στην εκκαλούσα και όσα αντίθετα ισχυρίζεται η τελευταία στην έφεσή της πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμα".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που δέχθηκε τα ίδια, και απέρριψε την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας με την οποία επιδιώκετο η επιδίκαση σ' αυτήν από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα αποζημίωση 95.000 ευρώ, για την ζημία που της προκάλεσαν από πρόθεση οι προστιθέντες υπάλληλοί της, ενεργώντας κατά τρόπον αντίθετο προς τα χρηστά ήθη.
Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 919, 922 και 281 του ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς, αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Ειδικότερα, οι παραδοχές αυτές, που συνήγαγε το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του, αιτιολογούν επαρκώς το απορριπτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι τα πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της υπαίτιας συμπεριφοράς από την οποία προκλήθηκε ζημία ηθελημένη στην αναιρεσείουσα, κατά τρόπο που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη ώστε να μη δικαιολογείται η παραδοχή της έφεσης και της αγωγής της.
Αρκούσαν δε προς τούτο οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης: α) ότι το πιστωθέν τίμημα των 95.000 ευρώ συμφωνήθηκε με το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο να καλυφθεί με ισόποσο δάνειο που θα ελάμβανε ο αγοραστής του διαμερίσματος της αναιρεσείουσας από την αναιρεσίβλητη ή άλλη τράπεζα, β) ότι από τους αρμόδιους υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης τράπεζας εγκρίθηκε για το σκοπό αυτό δάνειο 91.000 ευρώ, σύμφωνα δε με τη δανειακή σύμβαση το ποσό αυτό θα ελάμβανε ο αγοραστής του διαμερίσματος Κ.
Β. μετά την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης για ποσό 118.000 ευρώ και την προσκομιδή στην Τράπεζα όλων των απαιτούμενων δικαιολογητικών, γ) ότι στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο δεν υπάρχει καμιά συμφωνία ότι η πωλήτρια-αναιρεσείουσα θα εισπράξει κατ' ευθείαν το τίμημα από την Τράπεζα, ούτε όμως και στο δανειστικό συμβόλαιο που καταρτίσθηκε μεταξύ του δανειολήπτη-αγοραστή και της Τράπεζας περιελήφθη αντίστοιχος όρος, δ) ότι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα κατά πάγια τακτική δεν καταβάλει το δάνειο για αγορά ακινήτου στον πωλητή, αλλά πάντα στον αγοραστή, εκτός αν προσκομισθεί έγγραφη εξουσιοδότηση του τελευταίου για το σκοπό αυτό, γεγονός όμως που δεν συνέβη και ε) ότι δεν αποδείχθηκε προφορική συμφωνία μεταξύ της αναιρεσείουσας και των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης περί καταβολής του δανείου σε λογαριασμό που θα άνοιγε στην τράπεζα η πρώτη, η οποιαδήποτε δε τυχόν συμφωνία ως προς τα ανωτέρω αφορούσε την πωλήτρια και τον αγοραστή του διαμερίσματος, ο οποίος αθέτησε την τυχόν υποχρέωσή του, όλα δε αυτά εν αγνοία της Τράπεζας, η οποία μόνο μετά από εξουσιοδότηση του δανειολήπτη αγοραστή προς αυτήν μπορούσε να προβεί σε μια τέτοια ενέργεια, πράγμα όμως που δεν συνέβη ποτέ, γι' αυτό και κατέβαλε το δάνειο στο δανειολήπτη στις 27-4-2005 μετά την προσκόμιση των συμφωνηθέντων δικαιολογητικών, χωρίς να ασκεί επίδραση στην έκβαση της παρούσης δίκης ότι ο δανειολήπτης-αγοραστής είχε κάποια δυσμενή στοιχεία στο σύστημα "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ", γιατί αυτό αφορούσε μόνο τη δανείστρια τράπεζα αναφορικά με την φερεγγυότητά του στην εξόφληση του δανείου, ούτε να αποδεικνύεται γνωριμία των υπαλλήλων της τράπεζας προς τον δανειολήπτη και διαφορετική πρακτική στην χορήγηση και εκταμίευση του δανείου απέναντί του από εκείνη που τηρείται κατά πάγια τακτική και βάσει των εγκυκλίων της τράπεζας προς τους άλλους δανειολήπτες στεγαστικών δανείων.
Προκύπτει δε στα πλαίσια υπαγωγής των πιο πάνω πραγματικών περιστατικών με στοιχεία κατηγοριοποίησης α' έως ε' στην παρούσα και συνακόλουθης εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 919, 922 και 281 του Α.Κ., ότι η προαναφερθείσα συμπεριφορά των οργάνων της εναγομένης-αναιρεσίβλητης, όπως αυτή εκδηλώθηκε με τις πιο πάνω ενέργειές τους, στα πλαίσια λειτουργίας της ως άνω δανειακής σύμβασης, και συνολικά εκτιμώμενη, σε συνδυασμό με την συμπεριφορά της αναιρεσείουσας ότι δεν αντίκειται στο σύνολό της κατά αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με την αντίληψη του σκεπτόμενου με χρηστότητα και σωφροσύνη κοινωνικού ανθρώπου, στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις δικαστικές αρχές, πάνω στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο, ούτε στο πλαίσιο της ίδιας σχέσης η αναιρεσίβλητη παραβίασε τις αρχές της ίσης μεταχείρισης και της αναλογικότητας και επομένως δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 919 του Α.Κ.
η ίδια συμπεριφορά. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και δεύτερο κατά το ένα μέρος τους λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίος αποδίδεται, στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Εξάλλου, οι ίδιοι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης κατά την σ' αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ.19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της αντίθεσης δηλαδή της συνολικής συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης (δια των οργάνων της) στο πλαίσιο και πνεύμα εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 919 και 281 του Α.Κ.
και τα αντίστοιχα επιχειρήματα της αναιρεσίβλητης, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθεση προς όσα έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι απορριπτέοι (οι λόγοι) ως απαράδεκτοι, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, και των λοιπών επιχειρημάτων που εξέφερε το Εφετείο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί. Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος τους, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, α) ότι έγινε μεταξύ αυτής και της εφεσίβλητης Τράπεζας στις 25-4-2005, πριν την εκταμίευση του χορηγηθέντος στον αγοραστή του διαμερίσματός της δανείου, προφορική συμφωνία να κατατεθούν τα χρήματα του δανείου αυτού σε λογαριασμό που άνοιξε στο όνομά της στις 26-4-2005 στην τράπεζα αυτή, β) ότι όταν εμφανίσθηκε ο αγοραστής στο κατάστημα ...
της εναγομένης Τράπεζας για να εκταμιεύσει το ποσό του δανείου, στις 27-4-2005, υπήρχε ήδη ανοιγμένος ο λογαριασμός της και γ) ότι, ενώ αρχικώς η εναγομένη τράπεζα προέβη, στις 27-4-2005, δια της διευθύντριας του καταστήματος ... κας Ν., σε ανάκληση της επίδικης επιταγής (μέσω της οποίας θα πληρώνονταν το ποσό του δανείου), κατόπιν δικής της ρητής προτροπής, λόγω δήλωσής της προς αυτήν περί της εξαπάτησής της από τον δανειολήπτη Κ.
Β., ωστόσο στη συνέχεια, την ίδια ημέρα, η άνω διευθύντρια, χωρίς δική της εντολή και ενώ όφειλε να προβεί σε αναβολή της εκταμίευσης, ακύρωσε αδικαιολόγητα την ανάκληση της πληρωμής της άνω επιταγής στον Κ. Β., μετά από υπόδειξη της Διεύθυνσης Κτηματικής Πίστης να μην εμπλακεί σε διαφορές μεταξύ πωλητή-αγοραστή, γνωρίζοντας όμως ότι με τον τρόπο αυτό ματαιώνεται ο σκοπός του δανείου.
Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας αναφέρεται στην προηγούμενη σκέψη, το Εφετείο, έλαβε υπόψη τους παραπάνω αγωγικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας και τα πραγματικά περιστατικά που τους θεμελιώνουν, τους οποίους προέβαλε προς στήριξη της αγωγικής αξιώσεώς της για επιδίκαση σ' αυτήν αποζημίωσης από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των οργάνων και προστηθέντων της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, ως αφορούσα υπαίτια συμπεριφορά αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, και ρητώς τους απέρριψε κατ' ουσίαν, ως μη αποδεικνυόμενους από τα αποδεικτικά στοιχεία που συνεκτίμησε.
Επομένως, οι παραπάνω λόγοι αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος τους, είναι αβάσιμοι.
Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης (καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, νομίμως ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις και με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα) σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα. Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ, αντίθετος πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο κατ' εσφαλμένη εκτίμηση της καταθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου του μάρτυρος (συζύγου) της αναιρεσείουσας Ι. Σ., κατέληξε στο προαναφερόμενο πόρισμά του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον η αιτίαση αυτή αναφέρεται σε εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, που δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 361 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του Κ.Πολ.Δ, περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, όχι όμως όταν εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο προβαίνει στην εκτίμηση του περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του. Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, το δε δικαστήριο πρέπει να μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου που παραμόρφωσε.
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το τρίτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 1-6-2005 επιστολής της αναιρεσείουσας, που απευθύνεται στην αναιρεσίβλητη Τράπεζα, από την οποία δεν προκύπτει, ότι η συμφωνία για άνοιγμα λογαριασμού εκ μέρους της στην εν λόγω Τράπεζα (αναιρεσίβλητης) για την κατάθεση σ' αυτόν του ποσού του δανείου έγινε μεταξύ αυτής (αναιρεσείουσας) και του αγοραστή του διαμερίσματός της Κ.
Β., ενώ το Εφετείο δέχθηκε το αντίθετο, αντί να δεχθεί ότι το άνοιγμα του εν λόγω λογαριασμού έγινε καθ' υπόδειξη προς αυτήν της διευθύντριας της αναιρεσίβλητης Τράπεζας. Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως αλλά και από τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, το Δικαστήριο δεν προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση και δεν απέδωσε στο φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, αλλά, συνεκτιμώντας αυτό ως αποδεικτικό μέσο, προέβη στην εκτίμηση του περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, πέραν του ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς το ότι δεν έγινε προφορική συμφωνία με τους υπαλλήλους της Τράπεζας να κατατεθούν τα χρήματα του δανείου στον άνω λογαριασμό, αλλά αυτό είχε συμφωνηθεί μεταξύ της πωλήτριας και του αγοραστή του διαμερίσματος, συνεκτίμησε το έγγραφο αυτό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα κλπ).
Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ , είναι αβάσιμος.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 01-07-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 4885/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ