Supreme Court dismisses appeal on breach of contract damages calculation, ruling appellate court's reasoning sufficient.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's judgment regarding damages for breach of contract. The appellant argued the appellate court failed to properly account for declining sales trends when calculating lost profits, citing Article 559 of the Code of Civil Procedure. The court held that the appellate court's methodology was legally sound and that the appellant's arguments regarding declining sales were merely evidentiary claims rather than grounds for annulment.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 19 KPolD; Art. 559 no. 8 KPolD: An appeal based on insufficient or contradictory reasoning is inadmissible if the appellate court clearly explains the evidence assessment and the legal conclusion drawn from it, even if the appellant proposes different arguments or evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1385 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1385/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείoυσας: Δ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Διαλυνά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία KMOIL Ανώνυμος Εταιρία Πετρελαιοειδών και με διακριτικό τίτλο ΚΜΟΙL, που εδρεύει στην ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Χρήστος Φίλιου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-4-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 168/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 23/2010 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 26-7-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 9-4-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως αυτή διορθώθηκε ως προς το αναγνωρισθέν ως οφειλόμενο ποσό με την 90/2010 διορθωτική απόφαση του Εφετείου, πλην άλλων που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, έγινε δεκτή η έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και ακολούθως έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στην πρώτη το ποσό των 96.315,15 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, ως αποζημίωση για τη θετική και αποθετική ζημία που υπέστη η τελευταία, από την άκυρη εκ μέρους της αναιρεσείουσας καταγγελία της καταρτισθείσης μεταξύ τους συμβάσεως αποκλειστικής εμπορικής συνεργασίας.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, δέχθηκε κατά κρίση ανέλεγκτη και μη πληττόμενη αναιρετικά: Ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε σύμβαση εμπορικής συνεργασίας (διανομής) πενταετούς διάρκειας, δυνάμει της οποίας η αναιρεσείουσα ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύεται και εμπορεύεται αποκλειστικά και μόνο υγρά καύσιμα της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, καθ' όλη τη διάρκεια της συμβάσεως, με τους αναφερόμενους ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση όρους, μεταξύ των οποίων και εκείνοι κατά τους οποίους:
α) σε περίπτωση παραβίασης οποιουδήποτε όρου της σύμβασης από υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, η αναιρεσίβλητη, εκτός από το δικαίωμα της καταγγελίας, θα μπορεί να αξιώσει την αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής της ζημίας και β) ότι εάν η πρατηριούχος καταγγείλει για οποιοδήποτε λόγο τη σύμβαση, η αναιρεσίβλητη δύναται να απαιτήσει να της καταβληθούν διαφυγόντα κέρδη τα οποία θα αποκόμιζε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων μέχρι τη συμφωνηθείσα λύση της.
Ότι η συνεργασία των διαδίκων εξελίχθηκε ομαλά μέχρι την 5-10-2006 και ότι τελικά η αναιρεσείουσα με την από 16-10-2006 εξώδικη δήλωσή της που κοινοποιήθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 19-10-2006, κατήγγειλε τη σύμβαση για τους εκεί αναφερόμενους λόγους. Περαιτέρω το Εφετείο, αφού εξέτασε και απέρριψε ως αβασίμους τους πέντε πρώτους, θεμελιωτικούς της καταγγελίας της αναιρεσείουσας, λόγους, κρίση η οποία επίσης δεν πλήττεται αναιρετικώς, δέχθηκε για τον τελευταίο λόγο της καταγγελίας τα ακόλουθα: "Τέλος, ο ισχυρισμός της εναγομένης με τον 6° λόγο της ανωτέρω καταγγελίας της, ότι η ενάγουσα δεν της παρέδωσε αντίγραφο της μεταξύ τους έγγραφης σύμβασης μετά την πάροδο δύο και πλέον ετών απρόσκοπτης λειτουργίας αυτής, κρίνεται ανεξήγητος και αλυσιτελώς προβαλλόμενος, δοθέντος ότι η συνεργασία τους λειτούργησε καθ' όλο το παραπάνω διάστημα με βάση τους όρους αυτής.
Εξάλλου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 8 της σύμβασης, κάτω απ' το οποίο ακριβώς υπάρχει και η υπογραφή της εναγομένης, αναφέρεται ότι η σύμβαση συντάχθηκε σε τρία όμοια πρωτότυπα, υπογράφηκε νόμιμα από τα συμβαλλόμενα μέρη και κάθε μέρος πήρε από ένα πρωτότυπο. Με βάση τα παραπάνω, αν η εναγομένη αυτή δεν είχε χάσει το αντίγραφο της σύμβασης, είναι προφανές ότι επικαλείται το λόγο αυτό, όπως και τους ως άνω λοιπούς, εντελώς προσχηματικά, προκειμένου να δημιουργήσει σπουδαίο λόγο για την έγκυρη καταγγελία της ένδικης σύμβασης, περιστατικά για τα οποία ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε προηγουμένως".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξ αιτίας ελαττώματος της αιτιολογίας του, αφού εξέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, με πληρότητα και σαφήνεια, το από τις αποδείξεις πόρισμα, στο οποίο κατέληξε αναφορικά με την συνδρομή ή μη σπουδαίου λόγου δικαιολογούντος την καταγγελία.
Ειδικότερα, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης, ότι ο επικαλούμενος τελευταίος λόγος καταγγελίας αλυσιτελώς προβάλλεται, δοθέντος ότι η σύμβαση λειτούργησε απρόσκοπτα επί χρονικό διάστημα δύο και πλέον ετών σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, είναι απολύτως σαφής και θεμελιώνει την εμμέσως δεκτή γενόμενη ανυπαρξία σπουδαίου λόγου, δεν ήταν δε αναγκαία για την επάρκεια της προσβαλλόμενης ειδικότερη αναφορά του τρόπου λειτουργίας της σύμβασης.
Εξάλλου δεν ήταν αναγκαία η ειδικότερη ρητή αναφορά περί παραδόσεως αντιγράφου της σύμβασης στην αναιρεσείουσα κατά την υπογραφή της από τα συμβαλλόμενα μέρη, εφόσον σαφώς και όχι ενδοιαστικά προκύπτει από την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης (ως εκ περισσού ερευνώμενη, εφόσον δεν πλήττεται επιτυχώς η αυτοτελώς στηρίζουσα το διατακτικό της προσβαλλόμενης αμέσως προηγούμενη), ότι παραδόθηκε όμοιο πρωτότυπο σε κάθε συμβαλλόμενο μέρος, σύμφωνα με τον όρο 8 της σύμβασης.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ απορρέων, πρώτος αναιρετικός λόγος, είναι αβάσιμος.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (Ολομ.ΑΠ 2/2008). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, παραμορφώθηκε, το διαφορετικό από αυτό περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμορφώσεως σε σχέση με τη συνδρομή ή όχι ορισμένων πραγματικών γεγονότων.
Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος και όχι στην περίπτωση που το δικαστήριο έχει, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, την εξουσία να εκτιμήσει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, από το άρθρο 559 αριθμ. 20 και 12 ΚΠολΔ, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες, α)ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου της από 5-4-2004 σύμβασης εμπορικής συνεργασίας, με το να δεχθεί ότι από τον προαναφερθέντα όρο 8 αυτού, προκύπτει ευθέως ότι εκπληρώθηκε η αμοιβαία συμβατική δέσμευση προς παράδοση αντιγράφου της σύμβασης σε κάθε συμβαλλόμενο, ενώ κατά την αναιρεσείουσα, "δεν είναι νοητό η βεβαίωση για την παράδοση να προηγείται της υπογραφής, αφού συνιστά γεγονός μεταγενέστερο της σύνταξης και της υπογραφής" και β) άλλως προσέδωσε στην ανωτέρω σύμβαση "σε σχέση με τον όρο της παράδοσης αντιγράφου της σε κάθε συμβαλλόμενο μέρος που ακολουθούσε λογικά και πραγματικά την υπογραφή του εγγράφου", αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με την κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσείουσας και την υπ' αριθμ.
καταθέσεως 4983/2006 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων αυτής με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη στην παράδοση αντιγράφου της σύμβασης. Ο λόγος, ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του, είναι απαράδεκτος. Και τούτο διότι, (ανεξαρτήτως της αοριστίας του ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις, εφόσον δεν αναφέρεται το διαφορετικό περιεχόμενο του ανωτέρω συμβατικού όρου που δέχθηκε το Εφετείο, ούτε ποια ήταν η αυξημένη αποδεικτική δύναμη που απέδωσε το δικαστήριο της ουσίας στην ως άνω σύμβαση σε σχέση με τα επικαλούμενα λοιπά αποδεικτικά μέσα), ως προς μεν την πρώτη πλημμέλεια, η αποδιδόμενη συναφώς αιτίαση δεν συναρτάται με εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του ειρημένου συμβατικού όρου αλλά με την ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου αξιολόγηση του περιεχομένου του, ως προς δε τη δεύτερη πλημμέλεια, διότι το δικαστήριο συνεκτίμησε ελεύθερα, όπως είχε εξουσία, κατ' άρθρο 340 ΚΠολΔ, όλα τα ως άνω ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα ως προς το αποδεικτέο γεγονός της παράδοσης ή μη αντιγράφου της σύμβασης στην αναιρεσείουσα.
Όπως ορίζει το εδάφιο β' του άρθρου 298 ΑΚ, ως διαφυγόν κέρδος ... ζημία) "λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Για τη διαμόρφωση έτσι της αποδεικτικής κρίσεως του δικαστή, ως προς την επέλευση και το ύψος της εν λόγω ζημίας στο μέλλον, ο νόμος αρκείται σε πιθανολόγηση και δεν απαιτεί πλήρη απόδειξη.
Ως εκ τούτου η ανωτέρω διάταξη έχει μικτό χαρακτήρα, δηλαδή είναι ουσιαστική ως προς τον καθορισμό από αυτή των παραγωγικών της εν λόγω αξιώσεως στοιχείων και δικονομική ως προς την επάρκεια της πιθανολογήσεως του διαφυγόντος κέρδους. Κατά συνέπεια, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί της υπάρξεως ή μη πιθανότητας επελεύσεως της μελλοντικής ζημίας, ως αναγόμενη στην εκτίμηση της εξελίξεως πραγμάτων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1306/2003, 549/2002).
Ελέγχεται όμως αναιρετικώς η δικαστική κρίση, ως προς την ύπαρξη ή μη των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη γένεση της σχετικής αξιώσεως, δηλαδή για τη συγκεκριμενοποίηση της αόριστης νομικής έννοιας του διαφυγόντος κέρδους. Περαιτέρω, ως "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ή λήψη υπόψη των οποίων μη προταθέντων ή η μη λήψη υπόψη αυτών προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο από την διάταξη αυτή αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης ή αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής.
Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, αν δεν λήφθηκαν υπόψη ισχυρισμοί που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού έκρινε ότι από την αντισυμβατική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, η αναιρεσίβλητη δικαιούται να λάβει αποζημίωση για την αποκατάσταση της αποθετικής της ζημίας (διαφυγόντα κέρδη), κρίση η οποία δεν προσβάλλεται αναιρετικά, η οποία (ζημία) συνίσταται στα έσοδα που με βεβαιότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν δεν είχε λήξει πρόωρα η σύμβαση τους, θα αποκόμιζε από την πώληση στην αντισυμβαλλομένη της, αντίστοιχων των μέχρι τότε ποσοτήτων υγρών καυσίμων κατ' είδος εκάστου και με την αντίστοιχη τιμή μονάδας εκάστου κατά το χρονικό διάστημα από 19-10-2006 μέχρι την 4-4-2009, υπολόγισε την αποθετική ζημία της αναιρεσίβλητης με βάση τις ποσότητες κάθε είδους καυσίμου που κατανάλωσε κατά μέσο όρο η αναιρεσείουσα το τελευταίο έτος της συνεργασίας τους και τον μέσο όρο των καθαρών εσόδων της αναιρεσίβλητης από την πώληση κάθε λίτρου κάθε κατ' είδος προσδιοριζομένου καυσίμου.
Η κρίση αυτή του Εφετείου, ως προς τον τρόπο υπολογισμού και το ύψος της αποθετικής ζημίας των αναιρεσιβλήτων, δεν είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεκτική αναιρετικού ελέγχου. Επομένως, ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, κατά ένα μέρος, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η εφετειακή απόφαση για έλλειψη, άλλως, ανεπάρκεια αιτιολογίας ως προς την άνω βάση υπολογισμού, διότι δεν έλαβε υπόψη υπόψη την φθίνουσα πορεία των πωλήσεων της αναιρεσείουσας κατά το υπολειπόμενο μέχρι τη λήξη της συνεργασίας τους χρονικό διάστημα και συνακόλουθα ως προς το ύψος της αποθετικής ζημίας της αναιρεσίβλητης, είναι απαράδεκτος.
Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα ψέγεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα και με λόγο εφέσεως ισχυρισμό της περί φθίνουσας πορείας της κατανάλωσης καυσίμων εκ μέρους της κατά τη διάρκεια του 2006 και της με βεβαιότητα αναμενόμενης ομοίας και κατά το υπόλοιπο διάστημα της συνεργασίας τους, είναι απαράδεκτος, καθόσον ο εν λόγω ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγμα κατά την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια αλλά επιχείρημα της αναιρεσείουσας, θεμελιωτικό αρνητικού της αγωγής ισχυρισμού ως προς το ύψος της ζημίας της αναιρεσίβλητης.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Ιουλίου 2010 αίτηση της Δ. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 23/2010 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 90/2010 απόφαση του ίδιου Εφετείου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2012. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Αυγούστου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ