Legislator Case Law & Legislation
1385/2007 AI generated

1385/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1385/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Α. Της καλούσας - αναιρεσείουσας: 1) X1, για τον εαυτό της ατομικά και 2) X1 ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων της α.X2 και β. X3, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Legislator headnote

AI generated

1385/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτή προσβάλλεται η πρωτόδικη απόφαση, είναι απαράδεκτη προεχόντως γιατί δεν έχει κατατεθεί στη γραμματεία του πρωτοδικείου πέραν δε αυτού γιατί η εν λόγω απόφαση δεν υπόκειται σε αναίρεση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1385 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1385/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Παναγιώτη Παρτσιλίβα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Α. Της καλούσας - αναιρεσείουσας: 1) X1, για τον εαυτό της ατομικά και 2) X1 ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων της α.X2 και β. X3, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των καθών η κλήση - αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1 ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάζαρο Μαντρατζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις και 2. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ Α.Ε.", την οποία διαδέχθηκε καθολικά η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαστεργίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Β. Του καθού η κλήση- αναιρεσείοντος: Ψ1 ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάζαρο Μαντρατζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Των καλούντων - αναιρεσίβλητων: 1) Χ1, για τον εαυτό της ατομικά και 2) Χ1 ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων της α. Χ2 και β. Χ3, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. και 3) της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ Α.Ε.", την οποία διαδέχθηκε καθολικά η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαστεργίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Δεκεμβρίου 2000 αγωγή της ήδη υπό στοιχείο Α. αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/ΑΥ/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 287/2004 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζήτησαν οι: α. η υπό στοιχείο Α. αναιρεσείουσα με την από 18-3-2004 αίτησή της και ο υπό στοιχείο Β. αναιρεσείων με την από 24-4-2004 αίτησή του, επί των οποίων εκδόθηκε η 1642/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία συνεκδικάσθηκαν οι ως άνω αιτήσεις, κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της από 24-4-2004 αίτησης ενώ αναβλήθηκε η συζήτηση της από 18-3-2004. Η υπόθεση εισάγεται και πάλι για συζήτηση με τις από 22 Φεβρουαρίου 2006 και 3 Ιουλίου 2006 κλήσεις των υπό στοιχεία Α. και Β. αναιρεσειόντων, αντίστοιχα.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Παρτσιλίβας ανέγνωσε την από 28 Σεπτεμβρίου 2005 κοινή έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Δημητρίου Δαλιάνη, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή των κρινόμενων αιτήσεων αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται προς εκδίκαση η από 18-3-2004 αίτηση της Χ1 ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της Χ2 και Χ3 κατά των Ψ1 και Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ Α.Ε." για αναίρεση των 287/2004 και 2/ΑΥ/2002 αποφάσεων του Εφετείου Θεσσαλονίκης και του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, αντίστοιχα, και η από 24-4-2004 αίτηση του Ψ1 κατά των πιό πάνω αναιρεσειόντων στην πρώτη αίτηση, για αναίρεση της ως άνω 287/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να συνεκδικασθούν, γιατί έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων, σύμφωνα με το άρθρο 246 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ΄ άρθρο 573 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.- Α. Επί της από 18.3.2004 αναιρετικής αιτήσεως.

Ι. Κατά το άρθρο 566 παρ. 2 ΚΠολΔ αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παράβαση της διατάξεως αυτής, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 ΚΠολΔ που ρυθμίζει τον τρόπο ασκήσεως των ενδίκων μέσων, έχει ως έννομη συνέπεια την απόρριψη ως απαράδεκτης της αναιρετικής αιτήσεως, κατά το μέρος που προσβάλλει την απόφαση του δικαστηρίου εκείνου στη γραμματεία του οποίου δεν έχει κατατεθεί το αναιρετήριο (ΑΠ 963/1988).

Εξάλλου, από το άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν η έφεση γίνει τυπικώς δεκτή και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, δεκτική προσβολής με αναίρεση είναι μόνο η εφετειακή απόφαση, με την οποία περατώνεται οριστικώς η δίκη (Ολ. ΑΠ 40/1996, ΑΠ 74/2004). Από την επισκόπηση των αναφερόμενων πιο κάτω διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με την οποία συμπροσβάλλονται η 287/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και η ενώπιον αυτού εκκληθείσα 2/ΑΥ/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, έχει κατατεθεί στη γραμματεία του άνω εφετείου με αριθμό σχετικής εκθέσεως 123/16.4.2004, χωρίς όμως να αποδεικνύεται κατάθεσή της και στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Προκύπτει ακόμη ότι το άνω εφετείο, δικάζοντας επί της από 12.6.2002 εφέσεως και του ασκηθέντος με τις προτάσεις πρόσθετου λόγου εφέσεως των αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε τυπικώς και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και τον πρόσθετο λόγο, ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, ενώ, ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, δέχθηκε τυπικώς την έφεση, ακολούθως δε κατά ένα μέρος την απέρριψε κατ΄ ουσίαν και κατά το υπόλοιπο μέρος τη δέχθηκε κατ' ουσίαν, εξαφανίζοντας την εκκληθείσα 2/ΑΥ/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας και δεχόμενο εν μέρει την από 8.12.2000 αγωγή των αναιρεσειόντων, ως προς τον ίδιο αναιρεσίβλητο.

Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτή προσβάλλεται η πρωτόδικη απόφαση, είναι απαράδεκτη προεχόντως γιατί δεν έχει κατατεθεί στη γραμματεία του πρωτοδικείου πέραν δε αυτού γιατί η εν λόγω απόφαση δεν υπόκειται σε αναίρεση.

ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 εδ. α', 5 παρ. 2-3, 6 παρ. 1, 10 παρ. 1-2, 11 παρ. 1 του ν. 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αστικής ευθύνης" και 43 παρ. 6 του ν. 2094/1992 (προϊσχύων Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας) συνάγεται ότι με την κατάρτιση της συμβάσεως ασφαλίσεως της ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα δημιουργείται εκ του νόμου σωρευτική αναδοχή χρέους της ασφαλιστικής εταιρίας έναντι του ζημιωθέντος τρίτου, του οποίου η κατ' αυτής αξίωση προς αποζημίωση μέχρι του ασφαλιστικού ποσού παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την επομένη της ημέρας του ατυχήματος, ενώ η κατάθεση από τον οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου στην αστυνομική αρχή βεβαιώσεως ασφαλίσεως του αυτοκινήτου από αναγνωρισμένη στην Ελλάδα ασφαλιστική εταιρία ή η από τον ίδιο απόδειξη ότι είναι κάτοχος δελτίου διεθνούς ασφαλίσεως αποτελούν, ειδικώς στην περίπτωση αυτή, πρόταση της ασφαλιστικής εταιρίας, με την αποδοχή της οποίας που μπορεί να γίνει και με την άσκηση αγωγής του ζημιωθέντος κατά της ασφαλιστικής εταιρίας, καταρτίζεται σύμβαση σωρευτικής αναδοχής, η εκ της οποίας ευθύνη της αναδεχόμενης εταιρίας ρυθμίζεται από τα άρθρα 472 έως 475 ΑΚ, και έτσι η σε αδικοπραξία στηριζόμενη αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου προς αποζημίωσή του κατά της ασφαλιστικής εταιρίας υπόκειται στην προβλεπόμενη από το άρθρο 937 ΑΚ πενταετή παραγραφή (ΑΠ 57/2004, 1650/2002, 934/1993).

Εν προκειμένω το εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας ασκηθείσα από τους αναιρεσείοντες αγωγή, με την οποία ζητούσαν την επιδίκαση σ' αυτούς αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω υλικών ζημιών και ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τη θανάτωση του συγγενούς τους Χ σε τροχαίο ατύχημα προκληθέν από υπαιτιότητα του προστηθέντος από τον πρώτο αναιρεσίβλητο οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, επιδόθηκε στη δεύτερη αναιρεσίβλητη στις ..........., δηλαδή μετά την παρέλευση δύο ετών από την επομένη της ημέρας του ατυχήματος (3.10.1995), με βάση δε την παραδοχή αυτή, δεχόμενο τη σχετική περί παραγραφής ένσταση της δεύτερης αναιρεσίβλητης και απορρίπτοντας ως απαράδεκτο και με επάλληλη αιτιολογία ως κατ' ουσίαν αβάσιμο τον με την προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεων προβληθέντα από τους αναιρεσείοντες ισχυρισμό περί καταθέσεως από τον πρώτο αναιρεσίβλητο στην οικεία αστυνομική αρχή βεβαιώσεως ασφαλίσεως του ζημιογόνου αυτοκινήτου, έκρινε ότι οι αξιώσεις των αναιρεσειόντων έχουν υποπέσει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 10 παρ. 2 του ν. 489/1976 διετή παραγραφή και ακολούθως απέρριψε ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως με την οποία είχε απορριφθεί λόγω παραγραφής η σχετική αγωγή τους.

Με τις παραδοχές του αυτές, το εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερόμενες πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς την παραγραφή των αξιώσεων των αναιρεσειόντων. Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ απορρέων λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.

Ως προς την αιτίαση, περί εσφαλμένης απορρίψεως της αγωγής ως αόριστης, ο λόγος αυτός, του οποίου επιχειρείται η θεμελίωση στο άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αφενός μεν στηρίζεται επί ανακριβούς προϋποθέσεως, αφού το εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, αλλά έκρινε απαράδεκτο τον με την προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεων προβληθέντα κατά της ενστάσεως παραγραφής ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί καταθέσεως στην αστυνομική αρχή της βεβαιώσεως ασφαλίσεως του ζημιογόνου αυτοκινήτου, αφετέρου δε, με την εκδοχή της προσβολής της εν λόγω κρίσεως, είναι αλυσιτελής, διότι ο ισχυρισμός αυτός κρίθηκε και ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, με επάλληλη αιτιολογία, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 115 παρ. 3, 269, 591 παρ. 1 εδ. β' περ. γ' και δ', 666 παρ. 1, 670 και 681 Α ΚΠολΔ συνάγεται ότι κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση εγγράφων προτάσεων, όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, όπως είναι και ο ισχυρισμός περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, πρέπει να προτείνονται προφορικώς και, εφόσον δεν περιέχονται στις προτάσεις, να καταχωρίζονται στα πρακτικά. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί, εφόσον προβάλλονται προς αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν κατά τη διάρκεια της συζητήσεως, δεν επιτρέπεται να προτείνονται για πρώτη φορά με την, εντός τριών εργάσιμων ημερών από τη συζήτηση κατατιθέμενη, προσθήκη στις προτάσεις, αλλά πρέπει να προτείνονται προφορικώς κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και να γίνεται σχετική καταχώριση στα πρακτικά, προκειμένου να παρέχεται η ευχέρεια στον μεν αντίδικο να αμυνθεί στο δε δικαστήριο να προβεί στη διερεύνηση των ισχυρισμών (ΑΠ 1253/2004, 158/2003, 21/2002, 1097/1999, 133/1999).

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση των αναφερόμενων πιο κάτω διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με τις έγγραφες προτάσεις της, που κατατέθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο την 9.10.2001, δηλαδή μία ημέρα πριν από τη διεξαχθείσα τη 10.10.2001 συζήτηση της υποθέσεως, η δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία πρότεινε την ένσταση της διετούς παραγραφής των κατ' αυτής αξιώσεων των αναιρεσειόντων, η ένσταση δε αυτή καταχωρήσθηκε και στα σχετικά πρακτικά της δίκης. Οι αναιρεσείοντες, με την προσθήκη στις προτάσεις που κατέθεσαν εντός της τριήμερης προθεσμίας μετά τη συζήτηση, πρότειναν, προς αντίκρουση της άνω ενστάσεως, για πρώτη φορά την αντένσταση καταχρηστικής επικλήσεως της παραγραφής από την αναιρεσίβλητη. Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα, η αντένσταση αυτή προτάθηκε απαραδέκτως, όπως και το εφετείο ορθώς έκρινε. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ απορρέων, δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.

IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 1389, 1390, 1485, 1489 παρ. 2 ΑΚ και 23 παρ. 1 του ν. 1975/1991, που σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2 και 18 παρ. 2 ΑΚ εφαρμόζονται εν προκειμένω, συνάγεται ότι, σε περίπτωση εξακολουθητικής παροχής εργασίας στην Ελλάδα από μη εφοδιασμένο με άδεια εργασίας αλλοδαπό που δεν είναι υπήκοος χώρας μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, η σύζυγος και τα τέκνα του έχουν, υπό τους όρους των άρθρων 1389, 1390, 1485 και 1489 ΑΚ, δικαίωμα διατροφής από αυτόν με βάση τα έσοδα που αποκομίζει από την εν λόγω εργασία του, η οποία παρέχεται στο πλαίσιο εργασιακής συμβάσεως άκυρης ως αντικείμενης στη δημόσιας τάξεως ως άνω απαγορευτική διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 1975/1991.

Σύμφωνα έτσι με την κατ' άρθρο 26 ΑΚ επίσης εφαρμοζόμενη εν προκειμένω διάταξη του άρθρου 928 εδ. β' ΑΚ, σε περίπτωση θανατώσεως του αλλοδαπού αυτού από αδικοπραξία, παρέχεται στα ανωτέρω πρόσωπα το δικαίωμα να αξιώσουν από τον υπόχρεο αποζημίωση για τη στέρηση της διατροφής που θα τους κατέβαλλε ο θανατωθείς, εφόσον κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα εξακολουθούσε να παρέχει την εργασία του (Ολ.

ΑΠ 3/2004). Το εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε το αγωγικό αίτημα των αναιρεσειόντων, περί επιδικάσεως σ' αυτούς αποζημιώσεως για στέρηση διατροφής εξαιτίας της θανατώσεως του συζύγου και πατέρα τους σε τροχαίο ατύχημα, με την αιτιολογία ότι τα εισοδήματα, με βάση τα οποία οι αναιρεσείοντες ζητούσαν την εν λόγω αποζημίωση, ο θανατωθείς, αλβανός υπήκοος, θα τα αποκόμιζε από την παράνομη, κατά το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 1975/1991, λόγω μη εφοδιασμού του με τη σχετική άδεια εργασίας, απασχόλησή του ως εργάτη στην εμπορική επιχείρηση του πρώτου αναιρεσιβλήτου, γεγονός που εμποδίζει τη γέννηση του αξιούμενου δικαιώματος αποζημιώσεως.

Με την κρίση του αυτή το εφετείο παρεβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ως εκ τούτου ο από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ απορρέων τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος.

V. Με τον τέταρτο λόγο της αναιρετικής αιτήσεως οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1, 8 και 19 ΚΠολΔ, υποστηρίζουν ότι το εφετείο, κατά τον προσδιορισμό της χρηματικής ικανοποιήσεως, παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 932 ΑΚ, 4 του Συντάγματος 1, 6 και 14 της ΕΣΔΑ, αφενός μεν έλαβε υπόψη του, ως στοιχείο μειωτικό του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως, την ιδιότητα του θανόντος ως αλλοδαπού στερούμενου άδειας εργασίας, αφετέρου δε παρέλειψε να λάβει υπόψη τα νομίμως από αυτούς προταθέντα και αυξητικώς συντελούντα στο ποσό τούτο στοιχεία, ήτοι ότι ο θανών τελούσε σε σχέση εξαρτημένης εργασίας από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, ότι ο τελευταίος προέστησε τον Ψ στην οδήγηση του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ότι μελλοντικώς, με την απόκτηση συναισθηματικής ωριμότητας κατά τη συμπλήρωση του ενδέκατου ή δωδέκατου έτους της ηλικίας τους, τα ανήλικα τέκνα του θανόντος θα αισθανθούν σε μεγαλύτερη ένταση την ψυχική οδύνη από την απώλεια του πατέρα τους υπό βίαιες μάλιστα συνθήκες.

Από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει ότι το εφετείο, ως προσδιοριστικά στοιχεία των επιδικασθέντων ποσών της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως, δεν έλαβε υπόψη την άνω ιδιότητα του θανόντος, ενώ έλαβε υπόψη τις συνθήκες του ατυχήματος στις οποίες αυτονόητα περιλαμβάνεται και η ανωτέρω σχέση προστήσεως, την ηλικία του θανόντος (31 ετών), τον βαθμό αμέλειας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση τόσο των αναιρεσειόντων, για την οποία, παρά την έλλειψη ειδικής μνείας, κυρίως συνεκτιμήθηκε η εργασιακή σχέση του θανόντος, όσο και του πρώτου αναιρεσιβλήτου, καθώς και την ηλικία των ανήλικων τέκνων κατά τον χρόνο του ατυχήματος (4 ετών και 8 μηνών το πρώτο και 1 έτους και 6 μηνών το δεύτερο).

Επομένως, ο λόγος αυτός, ο οποίος, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του, πλήττει τη μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση από το εφετείο των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παράγραφος 1 ΚΠολΔ), είναι προεχόντως απαράδεκτος.

B. Επί της από 24.4.2004 αιτήσεως αναιρέσεως.

I. Κατά το άρθρο 937 παρ. 1α΄ ΑΚ η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Η έναρξη έτσι της παραγραφής αυτής, στην οποία υπάγεται και η προβλεπόμενη από το άρθρο 932 ΑΚ αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, προϋποθέτει πλην άλλων την εκ μέρους του δικαιούχου γνώση της ζημίας και του υποχρέου για αποζημίωση.

Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 922, 926 και 486 ΑΚ ο προστήσας ευθύνεται εις ολόκληρον με τον προστηθέντα, η δε παραγραφή της αξιώσεως ενεργεί έναντι του καθενός υποκειμενικά. Η παραγραφή συνεπώς της αξιώσεως κατά του προστήσαντος αρχίζει, αφότου περιήλθε σε γνώση του παθόντος η ιδιότητα του υποχρέου ως προστήσαντος (ΑΠ 1255/1994).

Γνώση του υποχρέου, υπό την έννοια του άρθρου 937 παρ. 1α' ΑΚ, υπάρχει και όταν ο παθών είναι σε θέση να διαπιστώσει με ευχέρεια την ταυτότητα του υποχρέου (ΑΠ 374/2001). Αυτό μπορεί να συμβαίνει και στην περίπτωση που ο παθών γνωρίζει τον αριθμό κυκλοφορίας του ζημιογόνου αυτοκινήτου, έστω και αν δεν γνωρίζει την ταυτότητα του οδηγού ή του προστήσαντος αυτόν στην οδήγηση.

Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, δημιουργείται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.

Η θεμελίωση του λόγου τούτου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και, άρα, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ. ΑΠ 25/2003). Ελέγχεται έτσι με τον αναιρετικό αυτόν λόγο η απόφαση, όταν, για την κατ' ουσίαν απόρριψη ή αποδοχή αυτοτελούς πραγματικού ισχυρισμού, περιέχει ενδοιαστικές εκφράσεις, που κλονίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως (ΑΠ 343/2003, 426/1993, 350/1981).

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την πρωτοδίκως προβληθείσα και νομίμως στην έκκλητη δίκη επαναφερθείσα ένσταση του αναιρεσείοντος περί παραγραφής των αξιώσεων των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, για επιδίκαση σ' αυτούς χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ψυχικής οδύνης, που υπέστησαν από τη θανάτωση του συζύγου και πατέρα τους σε τροχαίο ατύχημα, προκληθέν στις 2.10.1995, από υπαιτιότητα του προστηθέντος από τον αναιρεσείοντα οδηγού του ..........

ΙΧ φορτηγού αυτοκινήτου του αναιρεσείοντος. Κατά τη διαμόρφωση της απορριπτικής του κρίσεως δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε πως η πρώτη αναιρεσίβλητη γνώριζε έως και τις 20.12.1995 τον αριθμό κυκλοφορίας του ζημιογόνου αυτοκινήτου και τον υπόχρεο σε αποζημίωση ιδιοκτήτη αυτού αναιρεσείοντα, δεν μπορεί δε να συναχθεί η γνώση αυτή από το ότι ο αδελφός του θανόντος ...........

γνώριζε το άνω γεγονός, "αφού ενδέχεται να μην της το ανέφερε", ενώ εξάλλου δεν ασκεί καμία επιρροή το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη μπορούσε να μάθει τα στοιχεία του αυτοκινήτου και συνεπώς τον υπόχρεο σε αποζημίωση αν απευθύνετο στην αστυνομική αρχή που είχε επιληφθεί του ατυχήματος, αφού για την έναρξη της εν λόγω πενταετούς παραγραφής απαιτείται θετική γνώση και δεν αρκεί άγνοια από αμέλεια.

Με τις παραδοχές αυτές το εφετείο, ως προς το ζήτημα της παραγραφής των αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων, διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 937 παρ. 1α' ΑΚ. Ειδικότερα, ως προς τη μη γνωστοποίηση από τον αδελφό του θανόντος στην αναιρεσίβλητη του αριθμού κυκλοφορίας του ζημιογόνου αυτοκινήτου και του υποχρέου σε αποζημίωση αναιρεσείοντος, η ενδοιαστική διατύπωση "ενδέχεται να μην της το ανέφερε" ενέχει αμφιβολία, η οποία κλονίζει την αποδεικτική κρίση ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως.

Επίσης, δεν περιέχεται στην απόφαση του καμία αναφορά και αξιολόγηση, για το αν η αναιρεσίβλητη γνώριζε κατά τον χρόνο του ατυχήματος ή αν έμαθε μέχρι τις 20.12.1995 ότι ο θανών σύζυγός της παρείχε τις υπηρεσίες του στον αναιρεσείοντα ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου με σχέση εξαρτημένης εργασίας. Ακόμη, ως προς τη δυνατότητα της αναιρεσίβλητης να μάθει τα στοιχεία του ζημιογόνου αυτοκινήτου και τον υπόχρεο σε αποζημίωση αναιρεσείοντα από την επιληφθείσα του ατυχήματος αστυνομική αρχή, δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αν η αναιρεσίβλητη από την ημέρα του ατυχήματος (2.10.1995) έως και τις 20.12.1995 μπορούσε ή όχι να πληροφορηθεί τα στοιχεία αυτά από την αστυνομική αρχή με ευχέρεια και χωρίς κόπο ή άλλη αξιόλογη επιβάρυνση.

Επομένως, ο πρώτος, εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ απορρέων, λόγος του αναιρετηρίου είναι βάσιμος.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 75 παρ. 1, 556 και 558 εδ. α' ΚΠολΔ συνάγεται ότι νομιμοποιείται παθητικώς ως αναιρεσίβλητος ο αντίδικος του αναιρεσείοντος, εκείνος δηλαδή έναντι του οποίου ο αναιρεσείων νικήθηκε, όχι δε και ο απλός ομόδικός του ως προς τον οποίο απορρίφθηκε η αγωγή, εκτός αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνει υπέρ του τελευταίου διάταξη βλαπτική για τον αναιρεσείοντα (Ολ. ΑΠ 15-16/1996 ΑΠ 688/2003, 1125/2002, 269/2002, 36/2001).

Εν προκειμένω, με την 2/ΑΥ/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, η οποία εκδόθηκε επί της από 8.12.2000 αγωγής των υπό στοιχεία 1 και 2 αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος και της υπό στοιχ. 3 τέταρτης αναιρεσίβλητης, απορρίφθηκε η αγωγή ως προς αμφότερους τους εναγόμενους, λόγω παραγραφής που προβλήθηκε με βάση τα άρθρα 937 παρ. 1 ΑΚ και 10 παρ. 2 του ν. 489/1976 από τους πρώτο και δεύτερη εναγόμενους, αντιστοίχως.

Επί της κατά της εν λόγω αποφάσεως ασκηθείσας εκ μέρους των εναγόντων από 12.6.2002 εφέσεως κατά των εναγομένων εκδόθηκε η ήδη αναιρεσιβαλλόμενη 287/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ως προς μεν τον πρώτο εναγόμενο έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή για το αίτημα της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, ως προς δε τη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία κρίθηκε ορθή η πρωτόδικη απόρριψη της αγωγής ως παραγεγραμμένης και απορρίφθηκε η έφεση.

Η απορριπτική αυτή διάταξη δεν είναι βλαπτική για τον αναιρεσείοντα, αφού δεν θίγει τα δικαιώματά του από την ασφαλιστική σύμβαση μεταξύ αυτού και της άνω εταιρίας. Επομένως, η αναιρετική αίτηση, καθόσον απευθύνεται κατά της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, είναι απαράδεκτη για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως, η οποία ερευνάται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Κατόπιν τούτου, είναι χωρίς αντικείμενο ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο πλήττεται ως εσφαλμένη η από το εφετείο απόρριψη ως παραγεγραμμένης της αγωγής έναντι της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας. Κατόπιν όλων αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τους Χ1, ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της Χ2 και Χ3 και τον Ψ1 και αναφέρεται στα αγωγικά αιτήματα περί επιδικάσεως αποζημιώσεως για στέρηση διατροφής και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, από τη θανάτωση σε τροχαίο ατύχημα του Χ την οποία υπέστησαν οι ενάγοντες σύζυγος και τέκνα αυτού, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατ΄ αυτό το μέρος στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε και που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα της από 18-3-2004 αίτησης με τις ιδιότητες που παρίστανται στη δικαστική δαπάνη της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσε και προτάσεις, ο πρώτος αναιρεσίβλητος της αυτής αίτησης στη δικαστική δαπάνη της αμέσως πιο πάνω αναιρεσείουσας, που κατέθεσε και προτάσεις, ο αναιρεσείων της από 24-4-2004 αίτησης στη δικαστική δαπάνη της υπό στοιχ. 3 αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε και προτάσεις και η αναιρεσίβλητη της αυτής αμέσως πιό πάνω αίτησης Χ1, με τις ιδιότητες που παρίσταται στη δικαστική δαπάνη του αμέσως πιό πάνω αναιρεσείοντος.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Συνεκδικάζει τις αναφερόμενες στο σκεπτικό αιτήσεις αναιρέσεως.

-

Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 18-3-2004 αίτηση κατά το μέρος που μ΄ αυτή προσβάλλεται η 2/ΑΥ/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας.

-

Απορρίπτει την ίδια αμέσως άνω αίτηση καθώς και την από 24-4-2004 αίτηση καθόσον απευθύνονται κατά της στο σκεπτικό ασφαλιστικής εταιρείας.

-

Αναιρεί την 287/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το προσδιοριζόμενο στο αιτιολογικό της παρούσας μέρος της.-

-

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

-

Καταδικάζει : 1) την αναιρεσείουσα της από 18-3-2004 αίτησης, υπό τις ιδιότητες που παρίσταται, στη δικαστική δαπάνη της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ και τον πρώτο αναιρεσίβλητο της αυτής αίτησης στη δικαστική δαπάνη της αμέσως πιο πάνω αναιρεσείουσας, που ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ και 2) τον αναιρεσείοντα της από 24-4-2004 αίτησης στη δικαστική δαπάνη της υπό στοιχ. 3 αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ και την αναιρεσίβλητη της αυτής αμέσως πιο πάνω αίτησης Χ1, με τις ιδιότητες που παρίσταται στη δικαστική δαπάνη του αμέσως πιό πάνω αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε εννιακόσια εβδομήντα (970) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ