Supreme Court dismisses appeal on labor transfer and procedural inadmissibility grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding a labor dispute involving a business transfer. The appellant argued that the previous employer remained liable for wages, while the Court of Appeals ruled that the new employer automatically assumed the obligations upon the transfer of the business. The Court upheld this ruling, confirming that the change of employer does not affect the application of labor laws and that the previous employer was correctly released from future obligations. Furthermore, the Court rejected procedural arguments regarding standing and lack of evidence, deeming them inadmissible since the lower court had already dismissed the claim on those grounds.
Legislator headnote
AI generatedArt. 6 para. 1 of Law 2112/1920; Art. 9 para. 1 of BD 16/7.1920; Art. 3 para. 2 of PD 572/1988: The transfer of a business or its assets, provided the business identity and economic activity are maintained, automatically substitutes the new employer for the old one in existing labor relations, releasing the former employer from subsequent obligations without requiring employee consent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1385 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1385/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαϊου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Ρήγο.
Του αναιρεσίβλητου: Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Ιωαννίνων, που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Τσαντίνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 459/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 263/2003 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-1-2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, διάβασε την από 22-2-2005 έκθεση του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αμελαδιώτη, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 2112/1920 "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή του υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος". Ο ίδιος κανόνας περιέχεται στο άρθρο 9 παρ. 1 του β.δ. 16/18.7.1920 και στο άρθρο 3 παρ. 2 του π.δ. 572/1988, με το οποίο η Ελληνική νομοθεσία εναρμονίστηκε προς την οδηγία του Συμβουλίου της ΕΟΚ 77/187/14.2.1977, προκύπτει δε και από το άρθρο 8 του ν. 3514/1928.
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, που επέρχεται κατά την έννοια αυτών, με τη μεταβίβαση της επιχειρήσεως ή των εγκαταστάσεων ή τμήματος αυτών, εφόσον διατηρείται η ταυτότητα της επιχειρήσεως και η οικονομική της δραστηριότητα, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβιβάσεως αυτής, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγουμένου εργοδότη από τις εξ αυτών υποχρεώσεις, που γεννώνται από της μεταβιβάσεως και εντεύθεν.
Το αποτέλεσμα δε αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων (Ολ. ΑΠ 5/1994). Εξάλλου, η υποκατάσταση του νέου εργοδότη στην άνω εργασιακή σχέση γίνεται στην κατάσταση που η τελευταία βρισκόταν κατά το χρόνο της μεταβολής, ώστε να μην είναι αναγκαία η μνεία της διατηρήσεως δικαιωμάτων που είχαν κτηθεί κατά τη διάρκεια της παροχής εργασίας στον παλαιό εργοδότη.
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 651 του ΑΚ, που ορίζει ότι, αν δεν προκύπτει κάτι άλλο από τη σύμβαση ή από τις περιστάσεις, η αξίωση του εργοδότη για παροχή εργασίας είναι αμεταβίβαστη, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 361 και 648 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι είναι έγκυρη η σύμβαση, που συνάπτεται μεταξύ εργοδότη μισθωτού και τρίτου, με την οποία συμφωνείται, ότι οι υπηρεσίες του μισθωτού θα παρέχονται για ορισμένο χρόνο σε άλλο εργοδότη.
Για τη σύναψη τέτοιας συμβάσεως, που αποκαλείται δανεισμός των υπηρεσιών του μισθωτού, απαιτείται και η συμφωνία του μισθωτού για την παροχή υπηρεσιών σε τρίτο, οπότε δεν παύει υφισταμένη η εργασιακή του σχέση με τον αρχικό εργοδότη, αλλά μόνο η εργασία παρέχεται στον τρίτο ο οποίος ασκεί και το διευθυντικό δικαίωμα.
Προϋπόθεση, όμως, του δανεισμού αυτού των υπηρεσιών του μισθωτού είναι και ότι η επιχείρηση που ασκεί ο δεύτερος εργοδότης, είναι διαφορετική από εκείνη, που ασκεί ο αρχικός εργοδότης, διότι, αν η επιχείρηση είναι η ίδια, δεν υπάρχει δανεισμός του εργοδότη, αλλά μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, επί της οποίας ισχύουν τα προεκτεθέντα περί υποκαταστάσεως του νέου εργοδότη στην εργασιακή σχέση και την απαλλαγή του προηγουμένου εργοδότη από τις εξ αυτής υποχρεώσεις του.
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 4, 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 8 παρ. 1 και 10 του προϊσχύσαντος ν. 1648/1986 "περί προστασίας πολεμιστών, αναπήρων και θυμάτων πολέμου και μειονεκτούντων προσώπων" που έχει εφαρμογή στην κρινομένη υπόθεση ως εκ του χρόνου, κατά τον οποίο έλαβε χώρα η ένδικη σχέση συνάγεται ότι μεταξύ του εργοδότη, που υπόκειται στην υποχρέωση προσλήψεως και του μισθωτού που προστατεύεται και τοποθετείται στην επιχείρηση εκείνου συνάπτεται σύμβαση εργασίας αναγκαστική για τον εργοδότη, τη δικαιοπρακτική βούληση του οποίου αναπληρώνει η απόφαση της επιτροπής του άνω άρθρου 8 παρ. 1, Η σύμβαση αυτή εργασίας τελειούται με την εμφάνιση του τοποθετηθέντος μισθωτού για ανάληψη εργασίας, ο οποίος εξομοιώνεται πλήρως ανάλογα με τα προσόντα του, με το υπόλοιπο προσωπικό ως προς τους όρους εργασίας, την αμοιβή, τις προαγωγές και γενικά τις συνθήκες εργασίας, με την επιφύλαξη των ενδίκων διατάξεων του άρθρου 11 του άνω νόμου για την απόλυσή του.
Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι η μισθωτική σχέση του κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις αναγκαστικώς προσλαμβανομένου διέπεται από τις και για το λοιπό προσωπικό της επιχειρήσεως, στην οποία, τοποθετήθηκε, ισχύουσες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίες και του τυχόν υπάρχοντος γι' αυτή ειδικού κανονισμού ως προς τους όρους και τις συνθήκες γενικώς της εργασίας, άρα και καθόσον αφορά τη μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, αφού δεν προβλέπεται για το ζήτημα αυτό διαφορετική ρύθμιση από τις διατάξεις του άνω ν. 1648/1986.
Επομένως, και επί της αναγκαστικής συμβάσεως εργασίας, καθόσον αφορά τη διαδοχή του προσώπου του εργοδότη, έχουν εφαρμογή οι αναφερόμενες στην αρχή της παρούσης σκέψεως διατάξεις κι' έτσι, βάσει αυτών, με την με οποιαδήποτε αιτία και μορφή μεταβίβαση της επιχειρήσεως του εργοδότη ή τμήματος αυτής, στην οποία είχε τοποθετηθεί ο μισθωτός, επέρχεται αυτοδικαίως υποκατάσταση του νέου εργοδότη στην αναγκαστική εργασιακή σχέση και απαλλαγή του αρχικού εργοδότη από τον εξ αυτής ενοχικό δεσμό.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, με την από 25.2.2002 αγωγή του ισχυρίστηκε τα εξής: Οτι δυνάμει του αριθ. 11/1988 πρακτικού της Επιτροπής Εργασίας του Ν. Ιωαννίνων και κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ν. 1648/1986 καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και της εναγομένης αναιρεσίβλητης Ενώσεως αναγκαστική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου από της 11.8.1988, βάσει της οποίας προσέφερε την εργασία του στην τελευταία ως ελεγκτής γαλακτοπαραγωγής και από του έτους 1992 ως υπεύθυνος παραλαβής εμπορευμάτων και βοηθός διαχειριστή στα καταστήματα πωλήσεως τροφίμων της αντιδίκου του.
Ότι η εναγομένη κατά το μήνα Οκτώβριο του 1997 αποφάσισε και συνέστησε νομίμως, ως θυγατρική της εταιρεία, την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ανώνυμη Συνεταιριστική Εταιρεία Λιανικού Εμπορίου Α.Ε." (ΑΣΕΛΕ Α.Ε.), στην οποία εκχώρησε την εκμετάλλευση των άνω καταστημάτων και της οποίας κατείχε το 98% των μετοχών, το δε υπόλοιπο 2% αυτών κατείχε η επίσης θυγατρική εταιρεία της με την επωνυμία "ΣΒΕΚΗ Α.Ε.".
Ότι μετά ταύτα η εναγομένη ζήτησε από τους υπαλλήλους της να δηλώσουν εγγράφως, εάν επιθυμούν να προσφέρουν πλέον τις υπηρεσίες τους στην ως άνω θυγατρική της εταιρία "ΑΣΕΛΕ Α.Ε.", οπότε ο ίδιος (ενάγων - εκκαλών), με το από Σεπτεμβρίου 1997 ιδιωτικό συμφωνητικό, συμφώνησε με την εταιρεία "ΑΣΕΛΕ Α.Ε." να παρέχει την εργασία του σε αυτή με τους ίδιους όρους, που την παρείχε μέχρι τότε στην εναγομένη.
Ότι έκτοτε προσέφερε την εργασία του στα καταστήματα της ως άνω θυγατρικής της εναγομένης εταιρείας, που στεγαζόταν στο ίδιο χώρο με την αντίδικό του. Ότι προς εξυπηρέτηση των οικονομικών συμφερόντων της και προτιθέμενη να προχωρήσει σε νέες επενδύσεις, στις 2.1.2002, η εναγομένη προέβη σε ανακοίνωση της πωλήσεως της άνω θυγατρικής της εταιρείας στον όμιλο "...
Α.Ε.". Ότι κατόπιν αυτού θεωρώντας (ενάγων) πως ουδέποτε μεταβιβάστηκε η εργασιακή του σχέση στην εταιρεία "ΑΣΕΛΕ Α.Ε.", προσήλθε στην εναγομένη και δήλωσε ότι προσφέρει την εργασία του σ' αυτή, πλην όμως η τελευταία δεν την αποδέχθηκε και συνεχίζει έκτοτε να μην αποδέχεται την εργασία του, ισχυριζομένη ότι δεν την συνδέει συμβατικός δεσμός με εκείνον και δη εκ της άνω συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, η άρνηση δε αυτή της εναγομένης συνιστά καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του.
Και ζήτησε, με βάση τους ισχυρισμούς αυτούς, να αναγνωριστεί ότι η εν λόγω καταγγελία είναι άκυρη και καταχρηστική, γιατί δεν του καταβλήθηκε από την εναγομένη η νόμιμη αποζημίωση και δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις της αριθ. 27346/1990 αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας και του ν. 1648/1986 και να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται την εργασία του και να του καταβάλει τις αποδοχές υπερημερίας της ποσού 972, 96 ευρώ.
Το εφετείο έκρινε, ότι η αγωγή αυτή με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως της εναγομένης κι' αυτό διότι με τη γενομένη, το μήνα Οκτώβριο του 1997, από την εναγομένη Ενωση, εκχώρηση της επιχειρήσεως εκμεταλλεύσεως των καταστημάτων της, στην οποία ο ενάγων είχε τοποθετηθεί αναγκαστικώς, κατά τις διατάξεις του ν. 1648/1986, και παρείχε την εργασία του, στην αποτελούσα ανεξάρτητο και αυτοτελές νομικό πρόσωπο, θυγατρική εκείνης, εταιρεία "ΑΣΕΛΕ Α.Ε.", η τελευταία υπεισήλθε αυτοδικαίως στην υφισταμένη εργασιακή σχέση του ενάγοντος, που εξακολούθησε και υπό το νέο εργοδότη να ρυθμίζεται και από τις προστατευτικές διατάξεις των ν. 1648/1986 και 2643/1998, και η εναγομένη απηλλάγη από τις εκ της συμβάσεως αυτής υποχρεώσεις, εφόσον πρόκειται περί μεταβολής του προσώπου του εργοδότη της επιχειρήσεως και όχι περί δανεισμού των υπηρεσιών του ενάγοντος σε άλλο εργοδότη, κι' επομένως, μετά τη μεταβολή αυτή, η προηγούμενη εργοδότρια εναγομένη δεν είχε υποχρέωση να αποδεχθεί τις προσφερθείσες από τον ενάγοντα υπηρεσίες και να του καταβάλλει μισθό.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν παραβίασε τις ανωτέρω αναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, νοείται το δικονομικό και όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, το οποίο συνεπάγεται η έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως του διαδίκου, αφού νομιμοποιείται κατ' αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος εκείνος, που, κατά το ουσιαστικό δίκαιο εμφανίζεται ως δικαιούχος ή υπόχρεως (ΑΠ 157/2000).
Επομένως, εφόσον το Εφετείο έκρινε την προαναφερόμενη αγωγή ως απαράδεκτη για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως του εναγομένου νομικού προσώπου, ο πέμπτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος προεχόντως, ως απαράδεκτος.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της αποφάσεως, με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη (Ολ.
ΑΠ 3/1997) ή ως απαράδεκτη (ΑΠ 936/2002), όπως συνέβη στην προκείμενη περίπτωση.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη ή αναφορά αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 794/2000). Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, διότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι το αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο, ως μη υπόχρεως διάδικος, δεν νομιμοποιείται παθητικώς, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού το Εφετείο έκρινε μόνο το απαράδεκτο της αγωγής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9.1.2004 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της αριθ. 263/2003 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαϊου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ