Supreme Court allows appeal against eviction order, remanding case for further trial on rent arrears and interest.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by the State against a First Instance Court eviction order. The State argued the lower court erred in interpreting laws regarding rent arrears and interest calculation periods. Consequently, the Court annulled the lower court's decision and remanded the case for retrial by a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine a case sua sponte if a party fails to appear, and if the appeal is based on legal errors regarding rent arrears and interest periods, it must annul the decision and remand the case for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1384 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1384/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων ΑΑΔΕ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται από τον Διοικητή της και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της Ζ' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ιωάννα Ρουσσιά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2016 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16688/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1852/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-10-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 184/2021, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, από την 635/24.8.2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Ηλία Χρηστομάνου, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 24.10.2019 αίτησης αναίρεσης, με την στη συνέχεια αυτής 1208/12.10.2020 πράξη της Προέδρου του ΑΠ περί ορισμού του Α2 Τμήματος αρμοδίου για την εκδίκαση της εν λόγω αίτησης, την από 12.10.2020 πράξη του Προέδρου του Α2 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας (28.2.2022) προς συζήτηση της προκείμενης υπόθεσης, μαζί με κλήση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (28.2.2022), επιδόθηκε νόμιμα?και εμπρόθεσμα με επιμέλεια του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που επισπεύδει τη συζήτηση, προς τον αναιρεσίβλητο, ο οποίος, όμως, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή.
Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του αναιρεσίβλητου σαν να ήταν παρών (ΚΠολΔ 568 παρ.4, 576 παρ. 2).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ10/2011, ΟλΑΠ 2/2011). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 30, 32, 33 και 34 του ΚΕΔΕ (ΝΔ 356/1974) προκύπτει ότι το Δημόσιο, προς ικανοποίηση απαίτησής του κατά του οφειλέτη του, μπορεί να επιβάλει κατάσχεση στα χέρια τρίτου των ευρισκομένων στα χέρια αυτού χρημάτων και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτη του Δημοσίου, η οποία διενεργείται από το Διευθυντή του Δημοσίου Ταμείου με κατασχετήριο έγγραφο, το οποίο δεν κοινοποιείται στον οφειλέτη.
Η επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου στον τρίτο έχει τα αποτελέσματα της αυτοδικαίως χωρούσης αναγκαστικής εκχώρησης (άρθρο 30 παρ. 3 ΚΕΔΕ). Ο τρίτος στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση, μέσα σε προθεσμία 8 ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου, πρέπει να δηλώσει, στο Ειρηνοδικείο του τόπου του κατασχόντος με προφορική δήλωση ή στο διενεργήσαντα την κατάσχεση με κοινοποίηση αναφοράς, αν οφείλει τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο χρήματα (άρθρο 32 παρ. 1 ΚΕΔΕ).
Την ειλικρίνεια της δήλωσης του τρίτου μπορεί να αμφισβητήσει το κατασχόν Δημόσιο με ανακοπή, η οποία ασκείται από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. (Διευθυντή του Δημοσίου Ταμείου), μέσα σε προθεσμία ενός μηνός, από την κοινοποίηση της δήλωσης ή από την περιέλευση σ' αυτόν της δήλωσης ενώπιον του Ειρηνοδικείου, εισάγεται δε και εκδικάζεται κατά το άρθρο 986 ΚΠολΔ (άρθρο 34 ΚΕΔΕ).
Η ως άνω ανακοπή αποτελεί ένδικο βοήθημα, με το οποίο το κατασχόν Δημόσιο επιδιώκει την αναγνώριση της εν όλω ή εν μέρει ανακρίβειας της δήλωσης του τρίτου και την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού (ΑΠ 972/2019, ΑΠ 95/2016). Εξάλλου, αντικείμενο της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου μπορεί να είναι και απαίτηση μέλλουσα (που δεν έχει γεννηθεί ακόμα) ή υπό αίρεση ή προθεσμία.
Απαιτείται όμως κατά το χρόνο επιβολής της κατάσχεσης να υπάρχει η βασική έννομη σχέση (μίσθωση πράγματος, εταιρεία, εντολή) από την οποία ως παραγωγός αιτία απορρέει η μελλοντική απαίτηση και μπορεί κατά τον παραπάνω χρόνο να προσδιοριστεί κατ' είδος και οφειλέτη, όχι δε απαραιτήτως κατά το ποσό. Σε περίπτωση δε κατάσχεσης της απαίτησης που έχει ο οφειλέτης του Δημοσίου κατά του τρίτου προς πληρωμή ληξιπρόθεσμων και μελλοντικών μισθωμάτων, με την ανακοπή του Δημοσίου δύναται να ζητηθεί σωρευτικά η αναγνώριση της απαίτησης αυτών και η καταδίκη του τρίτου αντιστοίχως στην καταβολή των μέχρι της ημέρας της κατάσχεσης οφειλόμενων μισθωμάτων και εκείνων που θα καταστούν μελλοντικώς απαιτητά, εντός των ορίων του διά του κατασχετηρίου κατασχεθέντος συνολικού ποσού. (ΑΠ 144/1990).
Επίσης, η ανακοπή αυτή κατά της αρνητικής δήλωσης του τρίτου, εφόσον στην ανακοπή αυτή σωρεύθηκε και αίτημα καταβολής νομιμοτόκως του ποσού της απαίτησης εξομοιώνεται με καταψηφιστική αγωγή (ΑΠ 256/2011). Ειδικότερα, η προαναφερθείσα αναγκαστική εκχώρηση του άρθρου 30 παρ.3 του ΚΕΔΕ αφετηριάζεται μεν από το χρόνο της επιβολής της κατάσχεσης, που ταυτίζεται με την κοινοποίηση του κατασχετηρίου στον τρίτο, τελεί όμως υπό την αίρεση της καταφατικής δήλωσης του τρίτου ή της δικαστικής αποδοχής της ανωτέρω αναφερόμενης ανακοπής κατά της αρνητικής δήλωσης του τρίτου (ΑΠ 972/2019).
Δηλαδή, το Δημόσιο γίνεται οριστικά εκδοχέας της απαίτησης που κατασχέθηκε και ο τρίτος λογίζεται οφειλέτης του Δημοσίου, με τη θετική δήλωση του τρίτου ότι υπάρχει η απαίτηση στα χέρια του ή, επί αρνητικής δήλωσης ή παράλειψης του τρίτου, αν το Δημόσιο αντιταχθεί επιτυχώς με την προαναφερόμενη ανακοπή του, οπότε η απαίτηση λογίζεται ως εκχωρηθείσα από το χρόνο που ο τρίτος θα έπρεπε να έχει εξοφλήσει τον κατασχόντα, αν είχε προβεί σε καταφατική δήλωσή του.
Τα ανωτέρω έχουν ως συνέπεια ότι ο τρίτος οφείλει τόκους, όχι από την επιβολή της κατάσχεσης, αλλά από τότε που ο τελευταίος είναι υποχρεωμένος να καταβάλει την απαίτηση στο κατασχόν Δημόσιο, σε κάθε περίπτωση δε από την επίδοση της ανακοπής (άρθρα 346 ΑΚ, 221 παρ.1 περ.γ' ΚΠολΔ). (ΑΠ 762/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με την ένδικη προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ανακοπή του ισχυρίστηκε τα εξής: α) ότι κατά του Μ. Κ. έχει ληξιπρόθεσμη απαίτηση συνολικού ποσού 87.066,33 ευρώ, που προέρχεται από ΦΠΑ, φόρο εισοδήματος κλπ, όπως αυτά αναφέρονται στον ενσωματωμένο στο δικόγραφο από 12.9.2016 πίνακα χρεών, β) ότι με το 68045/12.9.2016 κατασχετήριο έγγραφο του Προϊσταμένου της Ζ' Δ.Ο.Υ.
Θεσσαλονίκης, που κοινοποιήθηκε νόμιμα στον ήδη αναιρεσίβλητο, στις 8.11.2016, κατάσχεσε αναγκαστικά στα χέρια του ως τρίτου, βάσει του άρθρου 30 του Κ.Ε.Δ.Ε, όσα ο τελευταίος οφείλει ή θα οφείλει μελλοντικά, γ) ότι ο ήδη αναιρεσίβλητος προέβη στην ενσωματούμενη στο δικόγραφο της ανακοπής 3319/16.11.2016 δήλωση στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης αναφέροντας, όπως ακριβώς αναγράφεται στην εν λόγω δήλωση, ότι "δυνάμει του από 4.6.2012 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης κατοικίας μεταξύ εμού και του Μ.
Κ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον Σ. Κ., διότι είναι κρατούμενος στο Κατάστημα Φυλακών της Νιγρίτας Σερρών, είχε συμφωνηθεί η μίσθωση του εν λόγω ακινήτου για 15 έτη ήτοι έως την 1.5.2027. Είχε συμφωνηθεί επίσης ότι θα προπλήρωνα όλα τα μισθώματα για τα επόμενα 15 έτη, όπως και έπραξα. Κατέβαλα λοιπόν το ποσό των 18.000 ευρώ για να καλύψω τα μισθώματα όλων των επόμενων 15 ετών, με μηνιαίο συμφωνημένο μίσθωμα ύψους 100 ευρώ/μήνα" και δ) ότι η πιο πάνω αρνητική δήλωση είναι αόριστη και ανακριβής.
Ζήτησε δε, με βάση το ιστορικό αυτό, να ακυρωθεί η παραπάνω δήλωση του αναιρεσίβλητου ως τρίτου, να αναγνωριστεί η ύπαρξη της κατασχεθείσας απαίτησής του έναντι του (μη διαδίκου) καθ' ου η εκτέλεση, να αναγνωριστεί η ύπαρξη οφειλής του καθ' ου έναντι του οφειλέτη του Ελληνικού Δημοσίου Μ. Κ., πριν από την επιβολή της κατάσχεσης και έναντι του ανακόπτοντος μετά την επιβολή της κατάσχεσης και την αναγκαστική εκχώρηση αυτής για το σύνολο των οφειλόμενων μισθωμάτων από την έναρξη της μισθωτικής σχέσης στις 4.6.2012 και μέχρι την λήξη της στις 1.5.2017 και μέχρι του ποσού των 87.066,33 ευρώ και να υποχρεωθεί να του καταβάλει τόσο το ποσό των 5.300 ευρώ που αναλογεί στο μηνιαίο μίσθωμα των 100 ευρώ από τις 4.6.2012, ημερομηνία έναρξης της μίσθωσης μέχρι την ημέρα επιβολής της κατάσχεσης (8.11.2016) και αυτό από την επομένη του κάθε μισθωτικού μήνα που το μίσθωμα κατέστη απαιτητό, όσο και αυτού για τα μισθώματα που θα έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμα και απαιτητά μέχρι την εκτέλεση της απόφασης που θα εκδοθεί για την ένδικη ανακοπή, νομιμότοκα από το τέλος κάθε μήνα που αυτά κατέστησαν απαιτητά, καθώς επίσης να αναγνωριστεί και να υποχρεωθεί να του καταβάλει το αναλογούν μηνιαίο μίσθωμα των 100 ευρώ μέχρι τη λήξη της μίσθωσης (συμβατικής ή εκ του νόμου) και μέχρι την εξόφληση του ποσού των 87.066,33 ευρώ, επειδή το απώλεσε, εξαιτίας της παράνομης άρνησης του αναιρεσίβλητου.
Επί της ανωτέρω ανακοπής, εκδόθηκε, αρχικά, η 16688/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ακολούθως δε, μετά την ασκηθείσα από 10.11.2017 έφεση του αναιρεσείοντος, η 1852/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκαν τα αιτήματα της ανακοπής α) περί αναγνώρισης της οφειλής του καθ' ου η ανακοπή για το χρονικό διάστημα πριν την επίδοση του κατασχετήριου εγγράφου, με την αιτιολογία ότι ο τρίτος υποχρεούται σε καταβολή μετά τη γέννηση της απαίτησης σε βάρος του, η οποία δεν νοείται πριν την επιβολή της κατάσχεσης, β) περί καταψήφισης των ληξιπρόθεσμων μισθωμάτων έως την εκτέλεση της εκδοθησόμενης απόφασης, αφού με την πληττόμενη απόφαση το δικαστήριο δέχθηκε την καταβολή του ποσού της κατασχεθείσας απαίτησης (καταψηφιστικό αίτημα), ακόμη και μελλοντικής (ΚΠολΔ 69 παρ.1α) μέχρι του ποσού της οφειλής του οφειλέτη του ανακόπτοντος από την επιβολή της κατάσχεσης και εντεύθεν και γ) περί τοκοφορίας των ληξιπρόθεσμων μισθωμάτων, διότι ο καθ' ου η ανακοπή τρίτος από την επίδοση σε αυτόν του κατασχετηρίου ως την έκδοση απόφασης που διατάσσει την καταβολή στον κατασχόντα είναι μεσεγγυούχος του κατασχεθέντος.
Την ως άνω απόφαση προσβάλλει ήδη το ηττηθέν αναιρεσείον, με την υπό κρίση αίτηση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία απέρριψε ως μη νόμιμα τόσο το αίτημα περί αναγνώρισης της οφειλής του καθ' ου η ανακοπή- αναιρεσίβλητου για το χρονικό διάστημα πριν την επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου, όσο και το αίτημα περί τοκοφορίας των ληξιπρόθεσμων μισθωμάτων, με τις προεκτεθείσες αιτιολογίες.
Με την κρίση του αυτή, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις, δεχόμενο ότι δεν είναι νόμιμο το αίτημα της αναγνώρισης της οφειλής του καθ' ου η ανακοπή- αναιρεσίβλητου για το χρονικό διάστημα πριν την επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου, καθόσον κατά τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη, δύναται, σε περίπτωση κατάσχεσης της απαίτησης που έχει ο οφειλέτης του Δημοσίου κατά του τρίτου προς πληρωμή ληξιπρόθεσμων και μελλοντικών μισθωμάτων, να ζητηθεί σωρευτικά η αναγνώριση της απαίτησης αυτών και η καταδίκη του τρίτου αντιστοίχως στην καταβολή των μέχρι της ημέρας της κατάσχεσης οφειλόμενων μισθωμάτων και εκείνων που θα καταστούν μελλοντικώς απαιτητά, εντός των ορίων του διά του κατασχετηρίου κατασχεθέντος συνολικού ποσού.
Περαιτέρω, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις, δεχόμενο ότι ο αναιρεσίβλητος είναι μεσεγγυούχος του κατασχεθέντος ποσού και δεν οφείλει τόκους, ενώ, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, έπρεπε να δεχθεί ως νόμιμο το κύριο αίτημα καταβολής τόκων, όχι από την κατάσχεση, που έλαβε χώρα, κατά τα εκτιθέμενα στην ανακοπή στις 8.11.2016, αλλά με την πάροδο της προθεσμίας του άρθρου 988 παρ.1 του ΚΠολΔ, από τότε δηλαδή που ο τρίτος ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει στο ανακόπτον, και ακολούθως να υποχρεώσει τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των ληξιπρόθεσμων και απαιτητών μισθωμάτων με το νόμιμο τόκο από 16.11.2016, δηλαδή από την παρέλευση της οκταήμερης προθεσμίας του άρθρου 988 παρ.1 ΚΠολΔ από την κοινοποίηση της κατάσχεσης στον καθ' ου η εκτέλεση (που κατά τις παραδοχές της απόφασης έλαβε χώρα στις 8.11.2016) μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Επομένως, είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προβάλλει πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 30, 32, 33 και 34 του ΚΕΔΕ (ν.δ 356/1974), 188 παρ.1 ΚΠολΔ και 345 ΑΚ, απορρίπτοντας ως μη νόμιμα τα αιτήματά του για αναγνώριση της οφειλής του αναιρεσίβλητου και για το χρονικό διάστημα πριν την επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου και για καταδίκη του αναιρεσίβλητου σε καταβολή τόκων επί της απαίτησης, που αφορά τα ληξιπρόθεσμα και απαιτητά μισθώματα από τις 16.11.2016, δηλαδή από την παρέλευση της προθεσμίας του άρθρου 988 παρ.1 ΚΠολΔ.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω ήττας του, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, (άρθρα 176,183,191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειούμενης, όμως, κατά το άρθρο 62 παρ.3 περ.θ' ν.4387/2016 και 22 παρ.1 ν.3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθ.19 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν.1738/1987 και αριθ.2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20.1.1993) (ΑΠ 16/2020, ΑΠ 343/2018), όπως ορίζεται στο διατακτικό.?
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1852/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλον από εκείνον που εξέδωσε την απόφαση δικαστή.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Αυγούστου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ