Legislator Case Law & Legislation
1384/2021 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal on bankruptcy appeal timeliness and merits, rejecting procedural errors.

Case Number 1384/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a final bankruptcy court decision regarding a company's debt declaration. The State argued the appeal was untimely and that the court erred in deleting pre-bankruptcy debts from the bankruptcy schedule. The court ruled the appeal was admissible but rejected the substantive claims, finding the lower court correctly applied bankruptcy laws despite the State's procedural mischaracterization of the appeal deadline.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure; Article 577 para. 1 and 3 of the Code of Civil Procedure; Articles 1, 7, 11, 16, 17, 20, 21 of the Bankruptcy Code; Article 934 para. 1 item a of the Code of Civil Procedure; Article 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure; Article 61 and 62 of the Bankruptcy Code; Articles 16 and 25 of Law 3588/2007: The Supreme Court reviews appeals on bankruptcy matters, determining admissibility based on strict procedural timelines and rejecting appeals that challenge the substantive merits of the lower court's decision on debt classification.

Keywords

AI generated
bankruptcy appeal timeliness pre-bankruptcy debt classification Supreme Court review Code of Civil Procedure Bankruptcy Code provisions procedural admissibility debt schedule deletion

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 1, 7, 11, 16, 17, 20, 21 of the Bankruptcy Code
Article 934 para. 1 item a of the Code of Civil Procedure
Article 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 61 and 62 of the Bankruptcy Code
Articles 16 and 25 of Law 3588/2007

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1384 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1384/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Ξάνθης, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Π. του Ε., κατοίκου …, ως συνδίκου πτώχευσης της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΣΕΠΕΚ Α.Ε.", που εδρεύει στην Ξάνθη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής της ιδιότητας, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/11/2016 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 118/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 193/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 3/2/2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 3-2-2019 (7/3-2-2021) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 193/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.

Από τις διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 3855/2007 (ΦΕΚ Α' 153/10-7-2007) και συγκεκριμένα από τα άρθρα 1, 7, 11, 16 (στις παρ. 1 και 5 του οποίου ορίζεται ότι η πτωχευτική περιουσία περιλαμβάνει το σύνολο της περιουσίας που ανήκει στον οφειλέτη κατά την κήρυξη της πτώχευσης, οπουδήποτε και αν βρίσκεται, ενώ στην πτωχευτική περιουσία δεν περιλαμβάνεται η περιουσία που αποκτά ο οφειλέτης μετά την κήρυξη της πτώχευσης, με εξαίρεση τους τόκους και άλλες περιοδικές παροχές καθώς και παρεπόμενες αξιώσεις ή δικαιώματα και αν ακόμη γεννώνται ή αναπτύσσονται μετά την κήρυξη της πτώχευσης), 17, 20, 21 (σύμφωνα, με το οποίο πτωχευτικοί πιστωτές είναι εκείνοι, που, κατά την κήρυξη της πτώχευσης, έχουν κατά του οφειλέτη γεννημένη και δικαστικώς επιδιώξιμη χρηματική ενοχική απαίτηση και οι οποίοι μπορούν να επιδιώξουν την ικανοποίησή της, μόνο, μέσω της πτωχευτικής διαδικασίας), 25 (περί αναστολής των ατομικών διώξεων), 52, 68, 76, 89, 90, 91, 93, 132, 153, 164 και 166, συνάγεται ότι η πτώχευση οργανώνεται σε δύο βασικά διαδικαστικά στάδια α) στο στάδιο της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, το οποίο αναφέρεται στην εξεύρεση, διασφάλιση και διοίκηση του ενεργητικού της πτώχευσης και β) στο στάδιο που αναφέρεται στη διαπίστωση του παθητικού της, κατά τη διαδικασία εξέλεγξης των πιστωτικών απαιτήσεων.

Η διενέργεια του εν λόγω οικονομικού έργου ανατίθεται από το νόμο στο σύνδικο, οι ενέργειες του οποίου πλαισιώνονται και ελέγχονται από το πτωχευτικό δικαστήριο και τον εισηγητή δικαστή.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 62 του ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.), οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως και στις πτωχεύσεις που κηρύχθηκαν ή κηρύσσονται κατά τις διατάξεις του ν. 3588/3007, ο γραμματέας του αρμόδιου δικαστηρίου υποχρεούται να αποστείλει αντίγραφο της απόφασης της κηρύττουσας σε πτώχευση φυσικό ή νομικό πρόσωπο στην αρμόδια Διεύθυνση Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών, γνωστοποιώντας τα πλήρη στοιχεία του πτωχεύσαντος, μεταξύ των οποίων και τον αριθμό φορολογικού μητρώου.

Ακολούθως, ο Διευθυντής του αρμόδιου Δημόσιου Ταμείου, ευθύς ως λάβει γνώση της πτώχευσης, αναγγέλλεται στο σύνδικο της πτώχευσης και στο γραμματέα του αρμόδιου δικαστηρίου, αποστέλλοντας σ' αυτούς πίνακα των βεβαιωμένων εις βάρος του πτωχού οφειλέτη απαιτήσεων του Δημοσίου. Ο σύνδικος της πτώχευσης, εφόσον δεν αμφισβητήσει τις απαιτήσεις αυτές, τις αποδέχεται στα χρέη της πτώχευσης, προκειμένου να εξοφληθούν κατά την ανήκουσα σ' αυτές προνομιακή τάξη.

Σε περίπτωση, που ο σύνδικος της πτώχευσης αμφισβητήσει τις απαιτήσεις αυτές, οφείλει να ασκήσει ανακοπή, που εκδικάζεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 933 και επόμενα του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι δεν ορίζεται προθεσμία για την ως άνω αναγγελία του Ελληνικού Δημοσίου, αρκεί να γίνει μέχρι τον πλειστηριασμό ή την απευθείας εκποίηση των στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας.

Οι ως άνω απαιτήσεις του Δημοσίου δεν υπόκεινται στη διαδικασία επαλήθευσης, όπως των λοιπών πιστωτών του πτωχού, παρά μόνον αναγγέλλονται, κατά τα ανωτέρω, δεδομένου ότι στηρίζονται σε εκτελεστούς νόμιμους τίτλους (βλ. αιτιολογική έκθεση του ν. 3808/2009), ρύθμιση, η οποία υπαγορεύεται από τη φύση των εν λόγω απαιτήσεων, η βεβαίωση των οποίων αποτελεί αρμοδιότητα των κρατικών αρχών (Ολ.Α.Π. 3342/2013).

Στις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 62 του Κ.Ε.Δ.Ε. δεν ορίζεται μεν ειδική προθεσμία για την εκ μέρους του συνδίκου της πτώχευσης άσκηση ανακοπής κατά της αναγγελίας των σε βάρος του κηρυχθέντος σε κατάσταση πτώχευσης νομικού ή φυσικού προσώπου απαιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου, αλλά ρητώς ορίζεται ότι για την εκδίκαση της ανακοπής αυτής εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 933 και επόμενα του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με το άρθρο όγδοο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον η πτώχευση κηρύχθηκε ήδη πριν από την έναρξη εφαρμογής του νόμου αυτού (1-1-2016) και, εντεύθεν, η ανακοπή αυτή πρέπει να ασκηθεί εντός των προθεσμιών του άρθρου 934 του ίδιου Κώδικα.

Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η σταδιακή προσβολή των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, σύστημα με το οποίο περιορίζεται χρονικά η δυνατότητα προσβολής τους, με σκοπό την ταχεία άρση της αβεβαιότητας και περαιτέρω απώτερο στόχο την ασφάλεια των συναλλαγών.

Συνεπώς, η μη προσβολή της ελαττωματικής πράξης μέσα στην τασσόμενη από τη διάταξη αυτή προθεσμία, καθιστά την πράξη αυτή απρόσβλητη. Ειδική ρύθμιση, ανάλογη με εκείνη του άρθρου 934 του Κ.Πολ.Δ., επιβάλλεται με τη διάταξη του άρθρου 152 του ν. 3588/2007 (Πτωχευτικού Κώδικα), σύμφωνα με την οποία κάθε πράξη της διενέργειας του πλειστηριασμού κινητών ή ακινήτων της πτωχευτικής περιουσίας ή του πλειοδοτικού διαγωνισμού του συνόλου της επιχείρησης του οφειλέτη προσβάλλεται με ανακοπή, που ασκείται από τον έχοντα έννομο συμφέρον ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου, εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) από τη διενέργειά της, άλλως καθίσταται απρόσβλητη. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 75 παρ. 2 του Κ.Ε.Δ.Ε., υπό τον τίτλο "παράλειψις και ακυρότητες πράξεων εκτελέσεως", εισάγεται ειδική ρύθμιση, η οποία επιβάλλει ενιαία δεκαήμερη προθεσμία για την άσκηση ανακοπής κατά του νόμιμου τίτλου είσπραξης δημόσιων εσόδων και των ταμειακών βεβαιώσεων αυτών (Α.Π. 352/2020, Α.Π. 189/2020).

Το άρθρο 61 του ΚΕΔΕ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 404 παρ. 13 του ν. 4512/2018 (ΦΕΚ Α' 5/17-1-2018), στην παρ. 1 τούτου ορίζει ότι "Το Δημόσιον κατατάσσεται εν τη αναγκαστική εκτελέσει κινητού ή ακινήτου δια τας ληξιπροθέσμους μέχρι της ημέρας του πλειστηριασμού απαιτήσεις αυτού, μετά των πάσης φύσεως προσαυξήσεων και τόκων", ενώ στην παρ. 5, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 10 του άρθρου 41 του ν. 2648/1998 (ΦΕΚ Α' 238/22-10-1998), ορίζει ότι, σε περίπτωση πτώχευσης του οφειλέτη του, το Δημόσιο κατατάσσεται στη σειρά της παρ. 1 του παρόντος άρθρου για όλες τις απαιτήσεις που γεννήθηκαν ή ανάγονται σε χρόνο πριν από την πτώχευση, ανεξαρτήτως του χρόνου βεβαίωσής τους.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 1 εδαφ. α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή, το δικαστήριο προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα, ελέγχονται, δηλαδή, τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων.

Από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αποβλέπει στην εξασφάλιση της ομαλής εξέλιξης της διαδικασίας, ώστε να καθίσταται εφικτή η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των διαδίκων και η ορθή απονομή της δικαιοσύνης (Α.Π.1493/2011, Α.Π.1383/2000).

Αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ. Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, Ολ.Α.Π. 2/2001). Μέσω του παραπάνω λόγου ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό άσκησης ενδίκων μέσων, των πρόσθετων λόγων έφεσης καθώς και το παραδεκτό των ανακοπών (αρθρ. 583 επ., 632, 933, 979 του Κ.Πολ.Δ.) και των πρόσθετων λόγων αυτών (Α.Π. 1221/2017, Α.Π. 786/2014, Α.Π. 15/2011).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δ., αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δυσμενές δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση, μόνον ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Η αντικατάσταση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης από το αναιρετικό δικαστήριο, συνίσταται στη, με την απόφασή του, υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα με περιεχόμενο όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή, το διατακτικό της αποφάσεως του Αρείου Πάγου περιέχει απορριπτική της αναίρεσης διάταξη και στο σκεπτικό παράθεση του ορθού αιτιολογικού, σε αντικατάσταση του εσφαλμένου. Ως αιτιολογικό νοείται η νομική αιτία, δηλαδή η διάταξη νόμου που αποτελεί τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού (Ολ.Α.Π. 30/1998, Α.Π. 3/2019, Α.Π. 390/2017).

Από την, κατ' άρθρο 561 παρ 2 του Κ.Πολ.Δ., παραδεκτή επισκόπηση του ενδιαφέροντος τον αναιρετικό έλεγχο κεφαλαίων της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι σ' αυτήν διαλαμβάνονται τα εξής: "Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 62 του ΚΕΔΕ '...Μόλις εκδοθεί απόφαση κηρύττουσα πτώχευση, ο γραμματέας του αρμόδιου δικαστηρίου υποχρεούται να αποστείλει αντίγραφο αυτής στην αρμόδια Διεύθυνση Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών, γνωστοποιώντας και τους κατά τα ανωτέρω αριθμούς φορολογικού μητρώου...

Ο Διευθυντής του αρμοδίου Δημοσίου ταμείου λαμβάνων γνώσιν της πτωχεύσεως αναγγέλλεται εις τον σύνδικον της πτωχεύσεως και εις τον Γραμματέα του αρμοδίου δικαστηρίου, εις ους και αποστέλλει πίνακα των βεβαιωμένων εις βάρος του πτωχού οφειλέτου απαιτήσεων του Δημοσίου. Ο σύνδικος μη αμφισβητών τα απαιτήσεις ταύτας αποδέχεται αυτάς εις τα χρέη της πτωχεύσεως ίνα εξοφληθούν κατά την ανήκουσαν αυταίς προνομιακήν τάξιν.

Αμφισβητών όμως ταύτας ή το προνόμιον αυτών, οφείλει να ασκήση ανακοπήν, εκδικαζομένην κατά τα άρθρα 933 και επόμενα του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας... Επομένως, το Δημόσιο έχει το δικαίωμα να αναγγείλει τις απαιτήσεις του σε βάρος οφειλέτη του που κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης για όσο χρόνο διαρκούν οι εργασίες διανομής της πτωχευτικής περιουσίας και μέχρι την κατάταξη των πιστωτών του πτωχού οφειλέτη του, περαιτέρω δε προσβάλλει τον πίνακα κατάταξης των δανειστών, σε περίπτωση που δεν ληφθεί υπόψη η αναγγελθείσα απαίτησή του και δεν καταταγεί σύμφωνα με το προνόμιό του...

Ο σύνδικος... αμφισβητώντας τις απαιτήσεις αυτές ή το προνόμιό τους, οφείλει να ασκήσει ανακοπή, εκδικαζόμενη κατά τα άρθρα 933 και επόμενα του ΚΠολΔ... Η ως άνω ανακοπή που ασκεί ο σύνδικος της πτώχευσης, αν αμφισβητεί τις απαιτήσεις, για τις οποίες έχει αναγγελθεί το ελληνικό δημόσιο, είναι απρόθεσμη, αφού στη σχετική διάταξη του άρθρου 62 του ΚΕΔΕ, δεν προβλέπεται κάποια προθεσμία για την άσκησή της, ενώ η αναφορά στις διατάξεις των άρθρων 933 και επόμενα του ΚΠολΔ για την εκδίκαση αυτής, δεν συνεπάγεται και την εφαρμογή του άρθρου 934 του ΚΠολΔ, αφού, πέραν του ότι οι προθεσμίες που προβλέπονται στη διάταξη αυτή του άρθρου 934 ΚΠολΔ, γενικώς, δεν έχουν εφαρμογή στις ανακοπές βάσει των διατάξεων του ΚΕΔΕ, προς τις οποίες είναι ασυμβίβαστες, αφού στο άρθρο 75 του ΚΕΔΕ ορίζεται ειδική προθεσμία κατά τις σ' αυτό διακρίσεις, για την προσβολή οποιασδήποτε διαδικαστικής πράξης ή του συνόλου της διοικητικής εκτέλεσης από την κατάσχεση ως τον πλειστηριασμό και την κατακύρωση...

επιπλέον στην συγκεκριμένη ανακοπή που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 62 του ΚΕΔΕ και αφορά τις αντιρρήσεις του συνδίκου κατά της αναγγελίας του ελληνικού δημοσίου, το άρθρο 934 του ΚΠολΔ, που καθιερώνει το σύστημα της προθεσμίας ανακοπής κατά της εκτέλεσης, κατά στάδια, ανάλογα με το ελάττωμα και την πράξη στην οποία ενυπάρχει το ελάττωμα, δεν μπορεί να βρει έδαφος εφαρμογής.

Εξάλλου ούτε η διάταξη του άρθρου 152 παρ.1 του Πτωχευτικού Κώδικα μπορεί να τύχει εφαρμογής στην εν λόγω ανακοπή, ώστε να ισχύσει στην ως άνω ανακοπή κατά των πράξεων της διαδικασίας του δημόσιου πλειστηριασμού που ενεργείται για την εκποίηση της περιουσίας του οφειλέτη (πτωχού) είτε ως συνόλου είτε των κατ' ιδίαν περιουσιακών του στοιχείων ...

Σύμφωνα όμως με όλα τα αναφερόμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη... η εν λόγω ανακοπή είναι απρόθεσμη και δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 934 του ΚΠολΔ περί προθεσμίας της άσκησης ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ ούτε να τύχει αναλογικής εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 152 του ΠτΚ".

Περαιτέρω, το Εφετείο, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι "... από τον πίνακα χρεών που συνοδεύει την αναγγελία του Ελληνικού Δημοσίου, οι με α/α .., …, …, …, …, …, … και … εγγραφές αφορούν χρέη που βεβαιώθηκαν στις 18.1.2011, κατέστησαν ληξιπρόθεσμα στις 28.2.2011 και αναγράφουν ως οικονομικό έτος στο οποίο ανάγονται το έτος 2010 και ως είδος την ένδειξη 'σήματα τελών κυκλοφορίας' και με α/α ….

εγγραφή, αφορά χρέος που βεβαιώθηκε στις 30.8.2013, κατέστη ληξιπρόθεσμο στις 30.9.2013, αναγράφει ως οικονομικό έτος στο οποίο ανάγεται το έτος 2012 και ως είδος χρέους την ένδειξη 'εισφορές και τέλος επιτηδεύματος', ενώ κανένα άλλο στοιχείο δεν προσκομίζεται από το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο ως προς τα χρέη αυτά, παρά τον ισχυρισμό του ότι ανάγονται σε χρόνο προ της πτώχευσης, η οποία έλαβε χώρα εντός του έτους 2009 (αριθ. 20/6.7.2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης), από το οποίο να αποδεικνύεται ότι αφορούν υποχρεώσεις της πτωχής που γεννήθηκαν πριν από την πτώχευσή της.

Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην υπό ΙΙ προηγούμενη νομική σκέψη της παρούσας, η διάταξη του άρθρου 25 του ΠτΚ δεν αποκλείει την έκδοση μετά την κήρυξη της πτώχευσης και κατά τη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας πράξεων της φορολογικής αρχής, με τις οποίες επιβάλλονται σε βάρος του οφειλέτη φόροι πάσης φύσεως ή κυρώσεις για παραβάσεις της φορολογικής νομοθεσίας που ανάγονται σε περίοδο πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, κατά την οποία η επιχείρηση του οφειλέτη λειτουργούσε και στην οποία ανατρέχουν τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τη σχετική υποχρέωση.

Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση δεν αποδεικνύεται ότι συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις, αφού όπως προαναφέρθηκε κανένα στοιχείο δεν προσκομίζεται από το εκκαλούν, ενώ από τις εγγραφές στον πίνακα χρεών που συνοδεύει την ανακοπτόμενη αναγγελία προκύπτει ότι τα ως άνω συγκεκριμένα χρέη, αναγράφοντας ως έτος στο οποίο αφορούν τα έτη 2010 και 2012, ανάγονται σε χρόνο μετά την κήρυξη της πτώχευσης...".

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η ανακοπή, που άσκησε τη αναιρεσίβλητη είναι απρόθεσμη, εσφαλμένα ερμήνευσε τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 62 του Κ.Ε.Δ.Ε., κατά τα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη εκτιθέμενα. Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, η αντίθετη άποψη, όπως διατυπώθηκε από το Εφετείο, με την οποία παρέχεται στο σύνδικο η ευχέρεια να προσβάλλει οποτεδήποτε κρίνει απαίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά του πτωχεύσαντος οφειλέτη του, εκτός του ότι παραβιάζει ευθέως την προαναφερόμενη διάταξη, έρχεται και σε αντίθεση με το πνεύμα και το σκοπό του Πτωχευτικού Κώδικα, που επιβάλλει την ταχεία διεκπεραίωση των πτωχευτικών διαδικασιών.

Συνακόλουθα, για το εμπρόθεσμο της κατά τα ως άνω ανακοπής της συνδίκου εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 934 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήτοι προ της τροποποιήσεώς τους με το ν. 4335/2015. Με δεδομένο, όμως, ότι με την ανακοπή αυτή προσβάλλονται οι απαιτήσεις του αναιρεσείοντος, Ελληνικού Δημοσίου, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της προθεσμίας, που προβλέπεται στην περ.

β' της παρ. 1 του άρθρου τούτου.

Συνεπώς, η ανακοπή αυτή εμπρόθεσμα, κατά την ως άνω διάταξη, ασκήθηκε, εφόσον δεν προέκυψε έναρξη της τελευταίας πράξης της πτωχευτικής διαδικασίας, ήτοι του πλειστηριασμού ή της εκποίησης των περιουσιακών στοιχείων της πτωχεύσασας εταιρείας. Μετά ταύτα, το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον πρώτο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, ορθώς μεν, κατ' αποτέλεσμα, έκρινε, πλην όμως, με εσφαλμένη αιτιολογία. Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον, Ελληνικό Δημόσιο, υποστηρίζει ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εσφαλμένα ερμηνεύοντας τις διατάξεις των άρθρων 62 του Κ.Ε.Δ.Ε. και 152 του ν. 3588/2007, έκρινε παραδεκτή, ως απρόθεσμη, την ανακοπή, που άσκησε η ανακόπτουσα-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη κατά της …/…-9-2009 αναγγελίας του για απαιτήσεις του κατά της πτωχεύσασας εταιρείας, παρότι (η ανακοπή αυτή) ασκήθηκε μετά πάροδο εξήντα τεσσάρων (64) ημερών από τη σ' αυτήν (αναιρεσίβλητη) επίδοση της ως άνω αναγγελίας, ενώ όφειλε να την απορρίψει ως εκπροθέσμως ασκηθείσα, κατ' άρθρο 934 παρ. 1 περ. α' του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος, κατ' ορθή νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου του, αφορά στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ αναιρετική πλημμέλεια και όχι στην υπό του αναιρεσείοντος αποδιδόμενη τοιαύτη από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτηση αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, για το λόγο ότι το Εφετείο, εσφαλμένα ερμηνεύοντας τις διατάξεις των άρθρων 61 και 62 του Κ.Ε.Δ.Ε. και των άρθρων 16 και 25 του ν. 3588/2007, δέχθηκε τη διαγραφή των απαιτήσεών του με α/α …, …, …, …, ..., …, …, … και … στο πίνακα χρεών της ανακοπτόμενης αναγγελίας του, ως μη αφορώσες σε απαιτήσεις που γεννήθηκαν πριν από την πτώχευση, ανεξαρτήτως του χρόνου βεβαίωσής τους, παρότι προέκυψε ότι τα χρέη αυτά ανάγονται στο έτος 2009. Οι αιτιάσεις αυτές τυγχάνουν απαράδεκτες, ως πλήττουσες την περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο και, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί για το λόγο αυτό ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός της (άρθρ. 176, 183 του Κ.Πολ.Δ.), τα οποία, όμως, πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 και την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11/20.1.1993), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3-2-2021 (7/3-2-2021) αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 193/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2021

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ