Supreme Court dismisses appeal for unjust enrichment citing procedural error and lack of contract invalidity claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of an unjust enrichment claim. The appellant argued procedural errors regarding the grounds for appeal, but the Court found the appeal inadmissible because the underlying contract was not declared void. Consequently, the Court ruled that the appellant failed to meet the necessary legal requirements for the claim.
Legislator headnote
AI generatedArt. 904 A.C.; Art. 216, 219 C.P.D.; The claim for unjust enrichment is subsidiary to a contract claim and requires explicit reference to the contract's invalidity in the complaint; procedural errors regarding appeal grounds are inadmissible if the substantive claim was not properly founded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1384 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1384/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη και Εισηγήτρια, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μαραγκουδάκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Ρεθύμνης Κρήτης, ως διαδόχου του πρώην Δήμου ΑΡΚΑΔΙΟΥ ΡΕΘΥΜΝΗΣ Κρήτης, που εδρεύει στο Ρέθυμνο Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κουτσουράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-9-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5017/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 1816/2015 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-6-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 904 παρ.1 εδ.α' ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία άλλου ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η αξίωση από τη διάταξη αυτή είναι επιβοηθητική, με την έννοια ότι μπορεί να ασκηθεί μόνο αν λείπουν ή αν είναι ανίσχυρες οι προϋποθέσεις της αξίωσης από σύμβαση ή από αδικοπραξία, γιατί, σε αντίθετη περίπτωση, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ανυπαρξία ή ελαττωματικότητα της αιτίας.
Επομένως, αν ασκείται αγωγή με την οποία ζητείται ευθέως ο πλουτισμός του εναγομένου εξαιτίας της ακυρότητας της σύμβασης, για να είναι αυτή ορισμένη πρέπει στο δικόγραφο της να αναφέρονται, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ.α ΚΠολΔ, τα περιστατικά στα οποία οφείλεται ή τα οποία επέφεραν την ακυρότητα και που συνιστούν τον λόγο για τον οποίο η αιτία της περιουσιακής μετακίνησης δεν είναι νόμιμη.
Αν όμως η βάση της αγωγής του αδικαιολόγητου πλουτισμού σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα στο ίδιο δικόγραφο (άρθρο 219 ΚΠολΔ) με την κύρια βάση από τη σύμβαση , υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της τελευταίας λόγω ακυρότητας της σύμβασης, τότε για την πληρότητα της επικουρικής βάσης της αγωγής αρκεί, πέρα από τα στοιχεία της σύμβασης και τον πλουτισμό του εναγομένου από την εκτέλεσή της, να γίνεται στο αγωγικό δικόγραφο απλή ,έστω και έμμεση, επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, χωρίς να απαιτείται και έκθεση των γεγονότων στα οποία οφείλεται, αφού στην εν λόγω περίπτωση η επικουρική βάση θα εξετασθεί μόνο αν η κυρία βάση απορριφθεί λόγω ακυρότητας της σύμβασης, η οποία συνεπώς θα είναι δεδομένη. (ΟλΑΠ22/2003, 23/2003, ΑΠ 1703/2014) Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Οι διαδικαστικές πράξεις, που αποτελούν κύριο συστατικό στοιχείο της δίκης ως έννομης σχέσης και ως διαδικασίας, προβλέπονται και ρυθμίζονται από τον νόμο, και μάλιστα ασκούνται κατά ορισμένο τύπο και έχουν ορισμένο περιεχόμενο. Κατ' ακολουθίαν, όταν η διαδικαστική πράξη παρουσιάζει ελαττώματα είτε κατά το πραγματικό, είτε κατά τις έννομες συνέπειες, είτε κατά τη λειτουργία της τελολογικής σχέσης του πραγματικού της με τα αντικειμενικώς επιδιωκόμενα έννομα ή πραγματικά αποτελέσματά της, πρόκειται για ανίσχυρη διαδικαστική πράξη.
Οι διαβαθμίσεις δε του ανίσχυρου των διαδικαστικών πράξεων εκτυλίσσονται σε τέσσερις κατά βάση βαθμίδες, και συγκεκριμένα στην πρώτη, κατά την οποία κρίνεται το υποστατό αυτής, στη δεύτερη, κατά την οποία εξετάζεται το ενεργό αυτής, στην τρίτη, κατά την οποία κρίνεται το παραδεκτό, και στην τέταρτη, κατά την οποία κρίνεται το βάσιμο αυτής.
Ειδικότερα, η κρίση για το παραδεκτό σημαίνει ότι η διαδικαστική πράξη παράγει διαδικαστικά αποτελέσματα και είναι προϋπόθεση για να κριθεί στη συνέχεια η διαδικαστική αυτή πράξη και ως προς τη βασιμότητά της. Έτσι, με βάση τον λόγο αυτό αναίρεσης, ελέγχεται η εσφαλμένη απόρριψη ή μη της αγωγής λόγω αοριστίας, αν η απόφαση θεώρησε επαρκή ή ανεπαρκή τα εκτιθέμενα για την εξειδίκευση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα (ΑΠ 1703/2014).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560ΚΠολΔ (όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το νόμο 4335/2015 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 16-6- 2015,δοθέντος ότι σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 ΕισΝΚΠολΔ, που εισάγει διαχρονικού δικαίου αρχή, το επιτρεπτό των προβαλλομένων λόγων των ενδίκων μέσων κρίνεται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλομένης απόφασης-ΑΠ 196/2018-), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου...., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος...., 3)αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ'ύλην αρμοδιότητα και 4)αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.
Από την αμέσως πιο πάνω διάταξη προκύπτει, ότι η απαρίθμηση των λόγων αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, είναι περιοριστική. Οι λόγοι αναίρεσης είναι μόνο τέσσερις και αντιστοιχούν προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1,2,4,5 και 7,αντίστοιχα,του άρθρου 559ΚΠολΔ,προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ50/2014).
Έτσι, δεν ιδρύονται οι λόγοι, όταν το πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ούτε όταν η απόφασή του δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικώνεγγράφων(αρθρ.561παρ.2ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ασκηθείσα ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, από 29-9-2008 αγωγή της η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, εκθέτει, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος: Ότι με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Δήμο είχε συνάψει σύμβαση έργου ,με αντικείμενο την εκ μέρους της εκτέλεση του έργου των "Εργασιών για την Κατάρτιση των Οικονομικών Καταστάσεων τέλους χρήσης 2005",αντί συμφωνημένης αμοιβής της, ύψους, συνυπολογιζομένου και του ΦΠΑ,10.472 ευρώ.
Ότι, καίτοι εκτέλεσε και παρέδωσε στον εναγόμενο το ανωτέρω έργο, ο τελευταίος αρνείται να της καταβάλει την συμβατικώς οφειλόμενη, άλλως και επικουρικώς στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού στηριζόμενη, "δηλαδή στον χωρίς νόμιμη αιτία πλουτισμό του εναγόμενου από την παροχή των υπηρεσιών της κατά τα συμφωνηθέντα, ο οποίος σώζεται εις χείρας του", αμοιβή της.
Με βάση τα ανωτέρω, ζητεί να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το προαναφερόμενο ποσό με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την εξώδικη όχληση άλλως από την επίδοση της αγωγής. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο την από 5-10-2010 έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή, κατά την επικουρική της βάση, με τη προσβαλλόμενη απόφασή του, δεχόμενο σχετικό λόγο της έφεσης, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας ,με το σκεπτικό, ότι δεν γίνεται σε αυτή έστω και έμμεση αναφορά στην ακυρότητα της επικαλούμενης με τη κύρια βάση, σύμβασης.
Με την κρινόμενη αίτησή της η αναιρεσείουσα, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για την ανωτέρω κρίση της, κατ'επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 560αριθμ.1ΚΠολΔ. Ο λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος, εφόσον συνιστά πλημμέλεια όχι από το άρθρο 560αριθμ.1ΚΠολΔ, αλλά από το άρθρο 559 αριθμ.14ΚΠολΔ (σχ. Ολ.ΑΠ23/2003) και δεν προβλεπόταν από την διάταξη του άρθρου 560ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του v.4335/2015 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, πέραν του ότι δεν προβλέπεται και μετά την αντικατάσταση αυτού.
Σε κάθε περίπτωση, είναι και αβάσιμος, εφόσον δεν κήρυξε παρά το νόμο ακυρότητα η προσβαλλόμενη απόφαση, δοθέντος ότι η αναιρεσείουσα ουδόλως επικαλείται έστω και εμμέσως ακυρότητα της σύμβασης έργου που είχε καταρτίσει με τον αναιρεσίβλητο, όπως ώφειλε, για το ορισμένο της κατά δικονομική επικουρικότητα ασκούμενης αξίωσής της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, χωρίς να αρκεί προς τούτο η αναφορά και μόνο του περιεχομένου του νομικού κανόνα του άρθρου 904ΑΚ.
Τέλος, οι προβαλλόμενοι από την αναιρεσείουσα λόγοι της μη λήψης υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση πραγμάτων που είχαν προταθεί και της έλλειψης νόμιμης βάσης αυτής, είναι απαράδεκτοι προεχόντως διότι τέτοιοι λόγοι δεν προβλέπονταν από τη διάταξη του άρθρου 560ΚΠολΔ,όπως ίσχυε στην ένδικη υπόθεση.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ.495παρ.3ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (αρθρ. 176,183ΚΠολΔ), μειωμένα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281παρ.2 του νόμου 3463/2006,κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Ιουνίου 2018 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε." για αναίρεση της 1816/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Οκτωβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 26 Νοεμβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ